Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου. Μαχητό τεκμήριο του ποσοστού συμμετοχής στην αύξηση - 209/2010 ΑΠ

https://docs.google.com/file/d/0BwUnM0UiSQf0TUR2NkdneEkxTVk/edit

209/2010 ΑΠ: Αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα του γάμου. Μαχητό τεκμήριο του ποσοστού συμμετοχής στην αύξηση.

Oι ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εκκρεμείς: α) από 30.9.2008 αίτηση αναιρέσεως και από 13.10.2009 πρόσθετοι λόγοι της Χ και β) από 30.5.2008 αίτηση....
αναιρέσεως του Ψ, με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή με αριθμό 1821/2008 απόφαση του Eφετείου Αθηνών, πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι διευκολύνεταί και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται, μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ.).
Α). Επί της από 30.9.2008 αιτήσεως αναιρέσεως και των από 13.10.2009 προσθέτων λόγων της Χ.
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά τον ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 12 του ν.1649/1986, και για περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του άνω νόμου (18.2.1983), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1401 και 1403 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η αυτοτελής ενοχική αξίωση κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου συζύγου προϋποθέτει: α) λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, β) αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου, γ) συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση με οποιονδήποτε τρόπο, δ) ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αυξήσεως της περιουσίας του υπόχρεου και της συμβολής του δικαιούχου και τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει σε ό,τι ο υπόχρεος απέκτησε προσωποπαγώς (μισθούς συντάξεις κλπ) και ε) μη επιλογή από τους συζύγους του συστήματος της κοινοκτημοσύνης.
Για το ορισμένο της αγωγής (και την ουσιαστική ευδοκίμησή της) πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της (και αντιστοίχως να αποδεικνύονται), εκτός από τα κατά τη διάταξη του άρθρου 116 ΚΠολΔ στοιχεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως της περιουσίας) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν σε χρήμα, περαιτέρω δε η έκταση καθώς και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα για τον προσδιορισμό της αυξήσεως λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου ώστε, από τη σύγκριση αυτής στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), να προκύπτει ή αύξηση. Αν ο ενάγων σύζυγος περιορίζεται στην, κατά το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1400 παρ.1 εδ. β' του Α.Κ., κατά ποσοστό 1/3 συμβολή του στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου, τότε βαρύνεται μόνον με την επίκληση και απόδειξη της κατά την τέλεση του γάμου και τη λύση ή ακύρωση του ή τη συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως χρηματική αποτίμηση της επαυξήσεως και η μικρότερη συμβολή του προτείνεται και αποδεικνύεται κατ' ένσταση από τον εναγόμενο (ΑΠ 76/1997).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για την υπόθεση, περιστατικά:
"Οι διάδικοι τέλεσαν στις 7-2-1991 νόμιμο θρησκευτικό γάμο, ο οποίος λύθηκε με την υπ'αρ. 217/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 30-1-1995. Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσίβλητος) πολιτικός μηχανικός απασχολούμενος με τη σύνταξη μελετών, την έκδοση αδειών οικοδομήσεως και την επίβλεψη κατασκευών, αλλά και με την ανέγερση πολυκατοικιών, κατά την τέλεση του γάμου του είχε (πέραν του οικοπέδου των 1000 τ.μ. στην Κοινότητα ... και ενός διαμερίσματος) και ένα οικόπεδο 500 τ.μ. στην οδό ..., το οποίο είχε "κλείσει" για να αγοράσει οριστικώς το 1/2 εξ αδιαιρέτου προς ανέγερση οικοδομής κλπ, με τα υπ' αριθ. ... δύο συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Ελ. Βασιλάκη και Νικ. Γιούτα". Στη συνέχεια το Εφετείο, αφού περιγράφει κατά θέση, έκταση και αξία στο χρόνο άσκησης της αγωγής τα ένδεκα (11) αστικά ακίνητα, ένα (1) αγροτικό ακίνητο και ένα (1) αυτοκίνητο που απέκτησε ο αναιρεσίβλητος κατά τηδιάρκεια του γάμου του και υπήρχαν κατά τη λύση του, συνολικής αξίας 637.373,38 ευρώ, αφαιρεί από αυτό το ποσό - πλην άλλων - και τα ποσά των 109.347,02 και 2465,5 ευρώ για τα κείμενα επί του αποκτηθέντος από αυτόν προ του γάμου του 1/2 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου 500 τ.μ. (στην οδό ...) "υπό στοιχεία "6" και "7" ακίνητα (ισόγειο κατάστημα 138 τ.μ. και ακάλυπτο βοηθητικό χώρο 30 τ.μ.), διότι τα ακίνητα αυτά είναι κατάλοιπο (και όχι εργολαβικό αντάλλαγμα) μείζονος περιουσιακού στοιχείου του εναγομένου και του αδελφού του, ήτοι ενός οικοπέδου που είχε αποκτηθεί κατόπιν προτερόχρονης του γάμου συμφωνίας με τους πωλητές με τα παραπάνω υπ' αρ. ... και ... δύο συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Ελ. Βασιλάκη και Ν. Γιούτα αντιστοίχως, επί του οποίου είχε ανεγερθεί πολυώροφη οικοδομή. Η ενάγουσα θα εδικαιούτο, συντρεχόντων και ετέρων στοιχείων, ν' απαιτήσει την συνάθροιση των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, στην οποία συνέβαλε μόνον όταν θα επεκαλείτο οικονομική συμβολή της στην αγορά του εν λόγω οικοπέδου". Ακολούθως, το Εφετείο, αφού έκρινε ότι η αναιρεσείουσα "συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών περισσότερα από όσα, βάσει της αναλογίας των δυνάμεων των διαδίκων είχε υποχρέωση να συνεισφέρει, ώστε κατά το υπερβάλλον αυτό μέρος της συνεισφοράς της συνέβαλε αποφασιστικά στην περιουσιακή επαύξηση της περιουσίας του συζύγου της κατά το ποσοστό του κατ' άρθρο 1400 παρ. 1 εδ. β' ΑΚ τεκμηρίου του 1/3", δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή της αναιρεσείουσας και υποχρέωσε τον αναιρεσίβλητο να της καταβάλει το ποσό των (457.081.98 Χ 1/3) 152.360,66 ευρώ. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, που εφήρμοσε, καθ'όσον για τον μη υπολογισμό στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσιβλήτου των δύο ως άνω ακινήτων, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ασαφείς ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθιστώντας ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα: α) ενώ εξαρχής διαχωρίζει το 1/2 εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου την 500 τ.μ. επί των οδών ... ως προϋπάρχον της τελέσεως του γάμου του αναιρεσιβλήτου περιουσιακό στοιχείο και για την ενσωμάτωση τούτου στην περιουσία του αναιρεσιβλήτου παρατίθεται η φράση "είχε κλείσει να αγοράσει με τα υπ' αρ. ...) δεν καθίσταται σαφές αν η πρόταση "είχε κλείσει" αναφέρεται με την έννοια της επίτευξης προφορικής συμφωνίας αγοράς του οικοπέδου, η οποία και μόνον δεν θα αρκούσε ή εννοείται και ουσιαστική διευθέτηση (εκπλήρωση) της συμβατικής υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή του τιμήματος του οικοπέδου, ββ) Η δευτερεύουσα πρόταση, που ακολουθεί την αμέσως προηγούμενη, αποδυναμώνει την πιθανότητα προεκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του αναιρεσιβλήτου για την αγορά του οικοπέδου, μεταθέτοντας για μετά την τέλεση του γάμου την κατάρτιση της αγοράς του οικοπέδου, β) εξαιρώντας στη συνέχεια τα με στοιχεία 6 και 7 στις οδούς ... κείμενα και κτηθέντα μετά την τέλεση του γάμου του αναιρεσιβλήτου, κατά προηγούμενη παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δύο αστικά ακίνητα (ισόγειο κατάστημα και ακάλυπτο βοηθητικό χώρο) από την υποχρέωση απόδοσης στην αναιρεσείουσα της από αυτά περιουσιακής επαύξησης του αναιρεσιβλήτου, τα χαρακτηρίζει "κατάλοιπο (και όχι εργολαβικό αντάλλαγμα) μείζονος περιουσιακού στοιχείου του εναγομένου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και του αδελφού του, ήτοι του οικοπέδου (των 500 τ.μ.) που είχε αποκτηθεί κατόπιν προτερόχρονης του γάμου συμφωνίας με τους πωλητές με τα παραπάνω ... συμβόλαια...", δημιουργώντας έτσι: αα) ασάφεια ως προς τον χρησιμοποιούμενο όρο "κατάλοιπο", αλλά και τον τρόπο και τους τίτλους κτήσεως των υπό στοιχεία 6 και 7 αστικών ακινήτων (οριζόντιων ιδιοκτησιών) από τον αναιρεσίβλητο και ββ) αντίφαση επειδή, τα ίδια συμβόλαια ... ταυτίζονται με την προτερόχρονη του γάμου συμφωνία κτήσης του οικοπέδου σε αντίθεση με την αρχική παραδοχή, για το ίδιο θέμα. γ) Σε ανακολουθία με το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ.1 β' Α.Κ. τεκμήριο, ότι ο ενάγων σύζυγος για συμμετοχή στο 1/3 των αποκτημάτων του εναγομένου συζύγου δεν υποχρεούται να αποδείξει τη συμβολή του, κρίθηκε ότι για τις ως άνω δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες έπρεπε να αποδειχθεί και συμβολή της αναιρεσείουσας για την πληρωμή του τιμήματος αγοράς του οικοπέδου, επί του οποίου η οικοδομή είχε ανεγερθεί, χωρίς να έχει κάνει δεκτή σχετική ένσταση του εναγομένου συζύγου.
Επομένως οι προβαλλόμενοι εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και δεύτερος από το αναιρετήριο και πρώτος από το δικόγραφο προσθέτων λόγων, λόγοι αναιρέσεως, όπως συμπληρώνονται από τον Εισηγητή Αρεοπαγίτη (άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ), είναι βάσιμοι, ενώ παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως που κατατείνουν στο ίδιο αποτέλεσμα. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δεν περιέλαβε στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσιβλήτου για τον υπολογισμό της σε αυτή συμμετοχής της αναιρεσίβλητης και τα αναφερόμενα υπό  στοιχεία 6 και 7 ακίνητα, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ).
Β). Επί της από 30.5.2008 αιτήσεως αναιρέσεως του Ψ.
Από τη διάταξη του άρθρου 1400 του Α.Κ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του ν.1329/1983, συνάγεται ότι η περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου, προκειμένου να υπολογισθεί το δικαίωμα συμμετοχής, σ'αυτή του άλλου συζύγου κρίνεται από το χρόνο λύσης ή ακυρώσεως του γάμου, ή συμπληρώσεως τριετίας από τη διάσταση των συζύγων, κατόπιν αναγωγής, όμως σε χρήμα αυτής της αξίας κατά τον κρίσιμο χρόνο παροχής της έννομης προστασίας, που είναι εκείνος της ασκήσεως της αγωγής. Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο, κατά το πρώτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περιπτ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, ενώ η αναιρεσίβλητη με την αγωγή της, δεν ανέφερε την αξία των περιουσιακών στοιχείων του αναιρεσείοντος συζύγου της κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, αλλά μόνον την αξία τους κατά το χρόνο αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, εν τούτοις έλαβε ως βάση υπολογισμού της αξίας των αποκτημάτων του αναιρεσείοντος κατά τη διάρκεια του γάμου του και του συναφούς δικαιώματος της αναιρεσίβλητης επί των αποκτημάτων αυτών το χρόνο ασκήσεως της αγωγής της. Από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής της αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι γίνεται αναγωγή των αποκτηθέντων από τον αναιρεσείοντα περιουσιακών στοιχείων στην αξία τους σε χρήμα κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Επομένως ο ως άνω, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος, όπως επίσης αβάσιμος είναι υπό τα αυτά ως άνω περιστατικά ο πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος με το να δεχθεί ότι περιείχε η αγωγή αίτημα επιδικάσεως του ποσοστού συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος με βάση την αξία τους κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής. Επίσης ο πρώτος, κατά το τρίτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. (όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν.2915/2001) λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την αξία των αποκτημάτων του αναιρεσείοντος κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης, χωρίς να διατάξει περί τούτου απόδειξη, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο ο συναφής ισχυρισμός, ο οποίος δεν υπάγεται σε κάποια από τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δικ.
Τέλος, ο δεύτερος εκ του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο στέρησε την απόφαση από νόμιμη βάση με το να μην μνημονεύει στην προσβαλλόμενη απόφασή του τις ημεροχρονολογίες καταθέσεως και επιδόσεως της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως αφετηρία του κρίσιμου χρόνου υπολογισμού της αξίας των αποκτημάτων του αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος, διότι η κατάθεση και επίδοση της αγωγής, ως αναγκαίες πράξεις (προδικασίας) για την άσκηση αυτής (άρθρο 215 Κ.Πολ.Δικ.) και τη δημιουργία υποχρεώσεως του Δικαστηρίου να εκτελέσει το δικαιοδοτικό του έργο, δεν απαιτείται να μνημονεύονται στο αιτιολογικό της αποφάσεώς του. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ. α του Κ.Πολ.Δικ., "αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με το άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα που καθαρίζει περιοριστικώς το αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π 8/1987), προκύπτει ότι ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αποδεικτικό μέσο το οποίο είτε δεν είναι γενικώς επιτρεπτό είτε δεν επιτρέπεται η χρήση του σε ορισμένο είδος διαδικασίας, εκτός αν το δικαστήριο βεβαιώνει ότι θα κατέληγε στο ίδιο πόρισμα και χωρίς τη λήψη υπόψη του αποδεικτικού αυτού μέσου. Εξάλλου κατά το άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δικ. το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι οι σ' αυτή αναφερόμενες γνωμοδοτήσεις δεν αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφα με ειδική ρύθμιση στο νόμο, που εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 848/1981) και γι' αυτό δεν απαιτείται ειδική μνεία τους στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 111/1981). Με τον τρίτο, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περίπτ. α' του Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη (αφού δε την εξαιρεί) την αρ. ... έκθεση γνωμοδότησης του Συλλόγου Μεσιτών Αστικών Συμβάσεων Αττικής, που προσκόμισε με επίκληση η αναιρεσίβλητη, ενώ είχε ληφθεί τρία έτη πριν από την άσκηση της αγωγής. Επομένως, εφόσον η αναφερόμενη γνωμοδότηση δεν αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, ώστε να θεμελιώνεται αναιρετική πλημμέλεια και αν ακόμα δεν είχε δοθεί νομότυπα ή δεν ήταν επιτρεπτή η χρήση της, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 11α Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως της μη λήψης υπόψη, παρά το νόμο, αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, για να είναι ορισμένος πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι αποδείξεις που προσκομίσθηκαν και δεν λήφθηκαν υπόψη, β) ο ισχυρισμός για τον οποίο οι αποδείξεις προσκομίσθηκαν και γ) η επίδραση του ισχυρισμού στο διατακτικό της αποφάσεως. Με τον τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη "επίσημα τιμολόγια, αξίας 6.000.000 δραχμών για την αποπεράτωση του ημιτελούς διαμερίσματος" του αναιρεσείοντος. Επομένως, εφόσον δεν προσδιορίζεται ποιά ήταν τα τιμολόγια, τα οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη, μολονότι, ο αναιρεσείων τα επικαλέσθηκε, ο ως άνω εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ.2, 270 παρ.1 και 2, 341 παρ. 1,2 και 3, και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν μετά το ν.2207/1994 και πριν το ν.2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζόμενης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η ένορκη βεβαίωση όμως που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελεί μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση, αλλά δεν στερείται παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμάται, εφ' όσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφο προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εκτός αν δόθηκε, κατά την κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη, οπότε δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη. Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Ωστόσο δεν επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αλλά αρκεί να καθίσταται βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα επιτρεπτά κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν νόμιμα και αν αυτό συμβαίνει, ο λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι. Από τη βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και το με επίκληση προσκομισθέν από τον αναιρεσείοντα ... προικοσύμφωνο του συμβολαιογράφου Αθηνών Λ.Λαφαζάνου. Επομένως, ο όγδοος κατά το τρίτο μέρος του εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Περαιτέρω με τον δωδέκατο λόγο της αναίρεσης από τον αριθ. 11 περ. α' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, όπως βεβαιώνει στην απόφαση του, τις προσκομισθείσες από την αναιρεσίβλητη: 1) την υπ αριθ. ... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Ζερβού του Αναστασίου Κοπαρίδη, κτηματομεσίτη, 2) την υπ' αριθ. 13753/1992 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου της Χ και 3) την υπ' αριθ. 13756/1992 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου του Ματθαίου Χαμηλοθώρη, διότι δόθηκαν προ της ισχύος του ν. 2915/2001 με τον οποίο τροποποιήθηκε το ισχύον άρθρο 270 Κ.Πολ.Δ και συνεπώς δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και διότι δόθηκαν χωρίς κλήτευσή του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως στηριζόμενος, καθόσον από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αφού καμία σχετική αναφορά δεν γίνεται στην απόφαση, όπως θα συνέβαινε αν είχαν ληφθεί υπόψη, από το Εφετείο.
Ο έκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ότι το δικαστήριο δέχθηκε πράματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη απορρίπτεται ως αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα στην απόφαση αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 575/11978). Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, σχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικά της πόρισμα. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, ότι η αξία του υπ' αρ. 9 αγροτικού ακινήτου, εμβαδού 13.000 τ.μ. στις ... ήταν 19.000.000 δραχμές και ο εκ του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ. Δικ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δίκαιου παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση σ' αυτόν έννοιας μη αληθινής (μη αρμόζουσας), είτε με εσφαλμένη (μη ορθή) εφαρμογή, που υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου εφαρμόζεται ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005). Κατά την έννοια δε του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π. 1/1599, 28/1997,12/1595). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού πρσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του oποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως, έστω και με συνοπτικές αιτιολογίες, από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες οι ελλείψεις που ανάγονται στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς (Ολ.Α.Π. 661/1984).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ' η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή επαύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, προς υπολογισμό του επιδικαστέου χρηματικού ποσού, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.
Περαιτέρω, ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Τέλος, ο εναγόμενος ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή της ενάγουσας συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή της ενάγουσας ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ' αυτόν.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 7-2-1971, στους ..., από τον οποίο απέκτησαν δύο τέκνα, την Β1, ήδη ενήλικη και την Β2 που απεβίωσε το έτος 1979, σε ηλικία 5 ετών, περί της οποίας γίνεται κατωτέρω ειδική αναφορά. 0 γάμος τους λύθηκε με την υπ' αρ. 217/1995 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη στις 30.1.1995. 0 εναγόμενος που ήταν απόφοιτος του μαθηματικού τμήματος της φυσικομαθηματικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, απέκτησε κατά το έτος 1965 και το πτυχίο του Πολιτικού Μηχανικού και αμέσως με την απόκτηση του πτυχίου αυτού συνεργάστηκε ως ομόρρυθμος εταίρος της κατωτέρω εταιρίας με τον αδελφό του Ψ1 που διατηρούσε Τεχνικό Γραφείο μελετών και επιβλέψεων οικοδομικών έργων, καθώς και τοπογραφικών εργασιών, απασχολούμενος με τη σύνταξη μελετών, την έκδοση αδειών ανοικοδομήσεως και την επίβλεψη κατασκευών, αλλά και με την ανέγερση πολυκατοικιών, είτε με το σύστημα της αντιπαροχής επί αλλότριων οικοπέδων, είτε επί ιδίων οικοπέδων. Ούτος κατά την τέλεση του ανωτέρω γάμου είχε τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
1) ένα οικόπεδο 1.000 τ.μ. στην οδό ... της κοινότητας ... το οποίο είχε κλείσει για ν' αγοράσει οριστικώς με το υπ' αρ. ... συμβόλαιο του συμ/φου Αχαρνών Βασ. Αποστολάκη κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου προς εμπορική εκμετάλλευση (ανέγερση οικοδομής) και
2) ένα οικόπεδο 500 τ. μ. στην οδό ...το οποίο είχε "κλείσει" για ν' αγοράσει οριστικώς το Υ2 εξ αδιαιρέτου προς ανέγερση οικοδομής κλπ. με τα υπ' αρ. .. των συμ/φων Αθηνών Ελευθ. Βασιλάκη και Νικ. Γιούτα. Περί αμφοτέρων των περιουσιακών τούτων στοιχείων που είναι κατ' ουσίαν "η πρώτη ύλη" της επιχειρηματικότητας του εναγομένου γίνεται κατωτέρω εκτενής αναφορά.
3) ένα διαμέρισμα, που ευρίσκετο στον πρώτον όροφο πολυκατοικίας που κείται στην συμβολή των οδών....
Κατά την διάρκεια του γάμου των διαδίκων ο εναγόμενος απέκτησε τα εξής περιουσιακά στοιχεία:
1) Μία διώροφη μονοκατοικία με υπόγειο - ισόγειο - δώμα (μεζονέτα) στη Θέση ..., επιφανείας 69,70 τ.μ. το υπόγειο, 66,50 το ισόγειο, 70 τ. μ. ο πρώτος όροφος και το δώμα της κατοικίας αυτής, συνολικής επιφανείας 206,20 τ.μ. περίπου η οποία αποτελεί αυτοτελή οροφοκτησία που συνεστήθη με την υπ' αριθμ. 25.052/1990 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας-Πότας ... που μεταγράφηκε νόμιμα. Η αξία της οροφοκτησίας αυτής κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανήρχετο σε 61.860.000 δρχ. ή 181.540,71 ευρώ, (206,20 τ.μ. Χ 300.000 δρχ. το τ.μ. = 61.860.000 δρχ.),
2) Ένα διαμέρισμα Δ1 ορόφου στην ... επί των οδών ..., επιφανείας 196 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 39.200.000 δρχ. ή 115.040,35 ευρώ, λαμβανομένης υπόψη της παλαιότητας του ακινήτου (έτος κατασκευής 1976) (196 τ.μ. Χ 200.000 δρχ. το τ.μ. = 39.200.000 δρχ. ),
3) Ένα ισόγειο γραφείο κατάστημα στην ίδια ως άνω πολυκατοικία (που βρίσκεται στην ...), επιφανείας 31,50 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 4.725.000 δρχ. ή 13.866,47 ευρώ, (31,50 τμ Χ 150.000 δρχ. το τ.μ. = 4.725.000 δρχ. ),
4) Ένα γκαράζ κλειστό στο ισόγειο της ίδιας πολυκατοικίας, επιφανείας 23 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 2.000.000 δρχ. ή 5.869,40 ευρώ,
5) Μία ισόγειο αποθήκη στην ίδια ως άνω πολυκατοικία, επιφανείας 4,20 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης, της αγωγής 500.000 δρχ. ή 1.467, 35 ευρώ. Τα ανωτέρω υπό στοιχεία 2, 3, 4 και 5 ακίνητα ο εναγόμενος τα απέκτησε με την υπ' αριθμ. 11.447/1976 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας-Πότας ..., και με την υπ' αριθμ. 24.820/1989 πράξη τροποποίησης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα.
6) 'Ενα ισόγειο κατάστημα στο ... επί των οδών ..., επιφανείας 138 τ.μ., μετά παταριού 69 τ.μ. και υπογείου 130 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 37.260.000 δρχ. ή 109.347, 02 ευρώ, (138 τ. μ. Χ 270.000 δρχ. το τ.μ. = 37.260.000 δρχ.),
7) ένα βοηθητικό χώρο στον ακάλυπτο χώρο της ίδιας ως άνω Πολυκατοικίας στο ..., επιφανείας 30 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 840.000 δρχ. ή 2.465,15 ευρώ. Τα ανωτέρω υπό στοιχεία 6 και 7 περιουσιακά στοιχεία ο εναγόμενος τα απέκτησε με την υπ. αριθ. 21.976/1982 πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Μπούμπα και με την υπ' αριθμ. 23.223/1984 πράξη τροποποίησης της ίδιας συμβολαιογράφου,
8) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εκτάσεως 1.000 τ.μ., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου οικισμού του Συνεταιρισμού ".. ..." στη θέση ... και ήδη εντός σχεδίου της κοινότητας ... και επί της οδού ..., το οποίο περιήλθε στον εναγόμενο κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με το υπ' αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αχαρνών Βασιλείου Αποστολάκη και κατά το υπόλοιπο 1/2 έξ αδιαιρέτου με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο ανταλλαγής της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Μπούμπα, αντηλλάγη το ανωτέρω 1/2 εξ αδιαιρέτου του επί της οδού ... της κοινότητας ...οικοπέδου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 23.000.000 δρχ. ή 67.498,16 ευρώ, λαμβανομένου υπ' όψη ότι το ακίνητο αυτό μεταβιβάσθηκε μεταγενέστερα από τον εναγόμενο, κατά το έτος 1997, αντί 23.000.000 δρχ.
9) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στην κοινότητα Αφιδνών, επιφανείας 2.066,48 τ.μ., κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρας Ράλλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 8.000.000 δρχ. ή 23.477,62 ευρώ κατά το ανωτέρω ποσοστό,
10) Μία αγροτική έκταση στην Θέση ... της κτηματικής περιφέρειας της κοινότητας ..., στην περιοχή ..., επιφανείας 13.000 τ.μ., με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Μπούμπα, που μεταγράφηκε νόμιμα, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 19.000.000 δρχ. ή 55.759,35 ευρώ, λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω αγροτεμάχιο μεταβιβάσθηκε στις 7.7.1995 από τον εναγόμενο στην αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία .......... ............ με το υπ' αριθμ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Στασινόπουλου, αντί 19.000.000 δρχ.
11) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο στη Θέση"Ανάκασα", εντός σχεδίου του Δήμου ..., επί των οδών ., επιφανείας 245 τ.μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Μπούμπα, αξίας κατά το ανωτέρω ποσοστό κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 3.075.000 δρχ. ή 9024,21 ευρώ, (246 τ.μ. Χ 50.000 δρχ. το τ.μ. = 12.300.000: 4 (1/4 εξ αδιαιρέτου) = 3.075.000 δρχ.),
12) ένα τμήμα οικοπέδου, επιφανείας 160 τ.μ., κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, προσκυρωμένο στο υπό στοιχ. 11 οικόπεδο, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ..., αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 2.000.000 δρχ. ή 5.869,40 ευρώ (160 τ.μ. Χ 50.000 δρχ. το τ.μ. = 8.000.000: 4 (1/4εξ αδιαιρέτου) = 2.000.000 δρχ.),
13) Ένα οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, εντός σχεδίου του Δήμου Αγ. Αναργύρων επί των οδών ... και Βασ. Αλεξάνδρου, εκτάσεως 509 τ.μ., κατά ποσοστό 3/6 εξ αδιαιρέτου, με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγιώτας Μπούμπα, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής 12.725.000 δρχ. ή 37.344,09 ευρώ (509 τ.μ. Χ 50.000 δρχ. το τ.μ. = 25.450.000 : 3/6 = 12.725.000 δρχ.),
14) Το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, μάρκας ... ..., έτους πρώτης κυκλοφορίας 1985, αξίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου 3.000.000 δρχ. ή 8.804,10 ευρώ". Έτσι δέχθηκε το Εφετείο ότι η αξία της αποκτηθείσας κατά το γάμο περιουσίας του εναγομένου ανερχόταν στο συνολικό ποσό των 637.373,38 ευρώ (181.540,71 + 115.040,35 + 13.866, + 5.869,40 + 1.467,35 + 109.347,02 + 2.465,15 + 67.498,16 + 23.477,62 55.759,35 + 9.024,21 + 5.869,40 + 37.334,09 + 8.804,10)",από το οποίο αφήρεσε την αξία των υπό στοιχεία 6 και 7 ακινήτων, ποσού 180.291,43 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο 457.081,98 ευρώ. Επίσης, δέχθηκε το Εφετείο ότι "η ενάγουσα, μολονότι ουδέποτε εργάσθηκε στην ανωτέρω εταιρία συνέβαλε στην ανωτέρω αύξηση της περιουσίας του συζύγου της γιατί αφοσιώθηκε στην περιποίηση τούτου ως και των τέκνων ασχολούμενη και εκτός του κοινού συζυγικού οίκου για όλο το χρονικό διάστημα μέχρι τη λύση του γάμου τους, δηλαδή παρείχε υπηρεσίες πέραν της νομίμου υποχρεώσεως της προς συνεισφορά της στις ανάγκες λειτουργίας της οικογενειακής στέγης και προώθησης των οικογενειακών θεμάτων γενικώς.
Συνεπώς από τα ανωτέρω δεν αποδείχθηκε, ως πρωτοδίκως ισχυρίστηκε ο εναγόμενος και προβάλλει εκτενή αυτοτελή λόγον έφεσης ότι η ενάγουσα δεν συνέβαλε καθόλου στην επαύξηση της περιουσίας του. Επαναλαμβάνεται ότι αυτή καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης είχε τη φροντίδα του κοινού τους οίκου, ιδιαιτέρως δε συμπαραστάθηκε στον εναγόμενο, όταν αυτός κατά το έτος 1984 ασθένησε από καρκίνωμα στην αριστερή χορδή και μετέβη στο ..., προκειμένου να υποβληθεί αρχικά σε ακτινοβολία και εν συνεχεία, επειδή η θεραπεία με ακτινοβολίες δεν είχε αποτέλεσμα, σε χειρουργική επέμβαση λαρυγκεκτομής και αφαίρεσης αριστερής φωνητικής χορδής, συνοδεύοντάς τον στο ... και παρέχοντας του κάθε βοήθεια. Επίσης καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου η ενάγουσα προσέφερε στον εναγόμενο βοηθητικές διεκπεραιωτικές υπηρεσίες προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών του αναγκών καλόπιστα και άνευ καταβολής οιασδήποτε αμοιβής ως π.χ. διεκπεραίωση γραφειοκρατικών τρεχουσών υποθέσεων σε τράπεζες, Δ.Ε.Κ.Ο., εφορίες, πολεοδομίες, ασχολείτο δε οικειοθελώς με διακόσμηση λουτρών διαμερισμάτων, επίδειξη τούτων σε ενδιαφερόμενους αγοραστές κλπ. ως σαφώς και μετά λόγου γνώσεως καταθέτουν οι μάρτυρες. Άμεσος αποδέκτης των υπηρεσιών αυτών είναι η ανωτέρω εταιρεία του εναγομένου των οποίων όμως αυτός είναι τελικά ωφελημένος κατά το ποσοστό συμμετοχής του σε αυτή. Ωσαύτως τουλάχιστον εννέα γνωστοί, φίλοι και συγγενείς της ενάγουσας ανέθεσαν πολεοδομικές-οικοδομικές εργασίες στον εναγόμενο επ' αμοιβή χάρη στη γνωριμία-φιλία ή συγγένειά των με αυτήν. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα είχε αναλάβει την φροντίδα της προαποβιωσάσης σε ηλικία 5 ετών θυγατέρας τους Β2, η οποία έπασχε εκ γενετής από ψυχοσωματική καθυστέρηση, νεφροπάθεια, "τύφλωση, καρδιοπάθεια, έλλειψη συντονισμού στην επιγλωτίδα της, βλάβη στο σύστημα θερμοκρασίας του σώματος της κλπ." προσφέροντάς της επί 24ώρου βάσεως τις υπηρεσίες της. Σε όλα τα ανωτέρω πρέπει να συνυπολογισθούν οι καρποί των ακινήτων της προίκας της ενάγουσας τους οποίους απήλαυσε ο εναγόμενος ως προικολήπτης.
Συνεπώς η σχετική προαναλυθείσα ένσταση του εναγομένου ορθώς πρωτοδίκως απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη μολονότι δεν συνυπολογίσθησαν οι ανωτέρω αποτιμητές σε χρήμα υπηρεσίες της ενάγουσας κατά την διάρκεια του έγγαμου βίου οι καρποί της προικός ως και διάφορα μικροποσά που δόθησαν στον εναγόμενο προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (π.χ. 70.000 δρχ. ως προικοδότηση θυγατέρας αξιωματικού της Πολ. Αεροπορίας), μισθοί της ενάγουσας ότε εργάσθηκε δι' ολίγους μήνες ως υπάλληλος γραμματείας της σχολής ... τo 1988".
Τέλος το Εφετείο δέχθηκε ότι η ενάγουσα συνεισέφερε στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών περισσότερα από όσα, βάσει της αναλογίας των δυνάμεων των διαδίκων είχε υποχρέωση να συνεισφέρει, ώστε κατά το υπερβάλλον αυτό μέρος της συνεισφοράς της συνέβαλε αποφασιστικά στην περιουσιακή επαύξηση του συζύγου της κατά το ποσοστό του τεκμηρίου που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 εδ. β' περίπτωση α' του ΑΚ, δηλαδή κατά το 1/3 και ότι συνακόλουθα το μέρος της περιουσιακής αύξησης του συζύγου της που προέρχεται από τη δική της συμβολή ανέρχεται στο ποσό των 152.360,66 (457.081,98:3) ευρώ, το οποίο και της επιδίκασε, κάνοντας κατά ένα μέρος δεκτή την αγωγή της.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, με το να επιδικάσει το ποσό των 152.360,66 ευρώ υπέρ της αναιρεσίβλητης, ως συμμετοχή στα κατά τη διάρκεια του γάμου αποκτήματα του αναιρεσείοντος συζύγου της δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 ΑΚ, τις οποίες εφήρμοσε, καθ' όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα:
1) Δεν καθίσταται ανεπαρκής η αιτιολογία όσον αφορά την προσδιοριζόμενη αξία του αστικού ακινήτου του αναιρεσείοντος (στην οδό ...), συνολικής επιφάνειας 206 Χ 3 τ.μ., σε 39.200.000 δρχ. ή 115.040,35 ευρώ, επειδή δεν έγινε επιμερισμός του ποσού που αντιστοιχεί στο υπόγειο, στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο του οικοδομήματος, αφού λόγω της συνέχειας των οικοδομημένων αυτών χώρων και της ενότητας της ιδιοκτησίας τους δικαιολογείται ενιαία εκτίμηση της αξίας τους. Επομένως ο τέταρτος, κατά το τρίτο μέρος του, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος,
2) Με το να δεχθεί το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη συνεισέφερε προς αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών περισσότερα από όσα κατ' αναλογία των δυνάμεων αυτής και του αναιρεσείοντος συζύγου της είχε υποχρέωση να συνεισφέρει και συνέβαλε έτσι στην περιουσιακή επαύξηση του συζύγου της κατά το τεκμαιρόμενο, με τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, ποσοστό του 1/3 αναφέροντας τις προσωπικές υπηρεσίες της αναιρεσίβλητης τόσο για την ικανοποίηση των καθαυτό οικογενειακών αναγκών, όσο και για την περιποίηση του συζύγου και των κοινών τέκνων τους, αλλά και για την ενίσχυση αυτού στις επαγγελματικές δραστηριότητές του, από τις οποίες προέκυψε η επαύξηση της περιουσίας του κατά τη διάρκεια του γάμου τους και δεν ήταν αναγκαία η χρηματική αποτίμηση κάθε επί μέρους κατηγορίας υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσείοντος.
Επομένως οι αντίθετοι: α) εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. έκτος και έβδομος λόγοι αναιρέσεως, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1389, 1390 και 1400 του ΑΚ και β) εκ του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ. όγδοος κατά το πρώτο μέρος του, ένατος, δέκατος, ενδέκατος και δέκατος τρίτος λόγοι αναιρέσεως, ότι παραβίασε το Εφετείο εκ πλαγίου τις αυτές ουσιαστικές διατάξεις με ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι, κατά το μέρος δε που υπό την επίκληση των λόγων αυτών αναιρέσεως πλήσσεται η εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών γεγονότων, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.). Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκείται ως αμυντικό ή επιθετικό μέσο με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης (Ολ. ΑΠ 3/1997). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/199) ή παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, που δεν ασκούσε επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.Α.Π 2/1989). Επομένως, με το να δεχθεί το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι υπήρξε συμμετοχή της αναιρεσίβλητης στην περιουσιακή επαύξηση του αναιρεσείοντος κατά το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό του 1/3, ότι δεν απομειωνόταν λόγω ατελούς κατασκευής ή οικοδομή των 206,20 τ.μ. του αναιρεσείοντος και επί πλέον αυτός καρπώθηκε τις προσόδους των προικώων πραγμάτων της αναιρεσίβλητης συζύγου του, δηλαδή περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούσαν τους κατ' ένσταση προβληθέντες ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: α) ότι η αναιρεσίβλητη είχε μικρότερη συμβολή του 1/3 στην επαύξηση της περιουσίας του και δεν καρπωνόταν αυτός τους προσόδους των προικώων πραγμάτων της και β) ότι το ακίνητό του των 206,20 τ.μ. είχε απομείωση της αξίας του λόγω κατασκευαστικών ατελειών, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να λάβει υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δικ., τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του και όγδοος κατά το δεύτερο μέρος του λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 30.9.2008 αίτηση αναιρέσεως και από 13.10.2009 πρόσθετους λόγους της Χ και β) την από 30.5.2008 αίτηση αναιρέσεως του Ψ.
Απορρίπτει την από 30.5.2008 αίτηση του Ψ για αναίρεση της 1821/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Δέχεται τους πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του και δεύτερο από το αναιρετήριο και δεύτερο από το αναιρετήριο και πρώτο από το πρόσθετο δικόγραφο λόγους αναιρέσεως της σχετικής αιτήσεως της Χ.
Αναιρεί την 1821/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω κεφάλαια στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας από δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια