
11/2015 ΑΠ ( 641672)
Πλειστηριασμός ακινήτου. Ευθύνη για νομικά ελαττώματα. Δικαιώματα του υπερθεματιστή, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου ....
στον καθ` ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες. Αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αλλά ο καθ` ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος. Ο καθ` ου η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης δανειστών ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα. Έννομο συμφέρον του υπερθεματιστή να ζητήσει στρεφόμενος κατά του καθ` ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε, όχι όμως και να στραφεί κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα και να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, ενόσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ` αυτόν. Αντίστοιχα δεν δικαιούται να ζητήσει με την ανακοπή του άρθρ. 583 ΚΠολΔ την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, χωρίς να έχει ήδη ακυρωθεί ο πλειστηριασμός ή να ζητείται παράλληλα η ακύρωσή του, αφού ο συμβολαιογράφος δεν δικαιούται, για όσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ο πλειστηριασμός, να παρακρατήσει και να μην διανείμει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος, με σκοπό να επιστραφεί αυτό ακολούθως στον υπερθεματιστή, εφόσον αυτός με την ανακοπή του δεν το διεκδικεί συγχρόνως από τον καθ` ου η εκτέλεση ως αχρεωστήτως καταβληθέν ή δεν έχει ήδη βεβαιωθεί τελεσίδικα η σχετική αξίωσή του, οπότε και χωρίς τυπική ακύρωση ο πίνακας είναι έκτοτε ανενεργός. Σφάλμα του Εφετείου που έκρινε νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη την ένδικη ανακοπή και τη σωρευόμενη σ` αυτή αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει ως μη νόμιμες. Αναιρεί την υπ` αριθ. 561/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Παραπέμπει.
Αριθμός 11/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Αλτάνα Κοκκοβού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και από τον Προϊστάμενο της Ζ` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Ν., κατοίκου ...... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μπιλίση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/5/2011 ανακοπή - αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13330/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 561/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/5/2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλτάνα Κοκκοβού ανέγνωσε την από 27/2/2014 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Δημητρίου Κράνη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 561/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και να αναιρεθεί η ως άνω απόφαση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ερήμην του τέταρτου και της πέμπτης των εφεσιβλήτων, αντιμωλία δε των λοιπών διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθ. 561/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία, αφού δέχθηκε την από 9.7.2012 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης και εξαφάνισε ως προς όλους τους διαδίκους την υπ` αριθ. 13330/2012 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την από 16.5.2011 ανακοπή της από το άρθρ. 583 ΚΠολΔ και τη σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή της με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) τόσο την ανακοπή όσο και την αγωγή της αναιρεσίβλητης και αφενός μεν ακύρωσε τον προσβαλλόμενο υπ` αριθ. .../2011 πίνακα διανομής πλειστηριάσματος της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............. , αφετέρου δε αναγνώρισε ότι οι εφεσίβλητοι, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που κατετάγησαν ως δανειστές στον ως άνω πίνακα, δεν δικαιούνται να εισπράξουν από το διανεμόμενο με τον πίνακα αυτό πλειστηρίασμα το μέρος των 37.500 ευρώ, το οποίο αντίθετα δικαιούται να αναλάβει η αναιρεσίβλητη, αφού αυτή, στην οποία κατακυρώθηκε η κυριότητα του όλου ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε, απέκτησε στην πραγματικότητα μόνο τα 5/8 του ακινήτου, καθόσον τα υπόλοιπα 3/8 αυτού, στα οποία αντιστοιχεί το παραπάνω μέρος του πλειστηριάσματος, βαρύνονται με χρονικά προηγούμενη αναγκαστική κατάσχεση υπέρ της Τράπεζας .. . Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρ. 1017§2 ΚΠολΔ, σε περίπτωση πλειστηριασμού πράγματος κινητού ή ακινήτου υπάρχει ευθύνη για τα νομικά ελαττώματα του πράγματος μόνον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και μόνον αν αυτός γνώριζε κατά τον κρίσιμο χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος, ενώ δεν αποκλείεται ευθύνη και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Νομικό ελάττωμα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί κάθε δικαίωμα τρίτου, το οποίο βαρύνει το πράγμα και μπορεί να προβληθεί και εναντίον του υπερθεματιστή, εμποδίζοντας έτσι την ελεύθερη προς αυτόν μεταβίβαση της κυριότητας του πράγματος και την άσκηση των εξουσιών που απορρέουν από αυτήν (ΑΠ 580/2006), αφού με τον πλειστηριασμό δεν εξαλείφονται τα δικαιώματα των τρίτων στο πράγμα, αλλά παραμένουν και ο υπερθεματιστής αποκτά κατά το άρθρ. 1005 ΚΠολΔ το δικαίωμα μόνο στην έκταση που το είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Συνεπώς ο υπερθεματιστής, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε εντούτοις το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, όπως συμβαίνει όταν το πράγμα δεν ανήκει εξ ολοκλήρου στον καθ` ου η εκτέλεση ή βαρύνεται με προσωπικές δουλείες, δικαιούται αφενός μεν να στραφεί εναντίον εκείνου που επέσπευσε τον πλειστηριασμό και να ασκήσει κατ` αυτού, εφόσον, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού, ο ίδιος μεν αγνοούσε, εκείνος όμως γνώριζε και όχι απλώς αγνοούσε, έστω από υπαιτιότητά του, την ύπαρξη του νομικού ελαττώματος (Ολ ΑΠ 1177/1984, ΝοΒ 1985.95, ΑΠ 470/2013), όσα δικαιώματα του παρέχονται από τις διατάξεις των άρθρ. 514 - 516, 382 του ΑΚ, που ρυθμίζουν την ευθύνη του πωλητή για νομικά ελαττώματα του πωλούμενου πράγματος (ΑΠ 1313/2009), αφού ο πλειστηριασμός είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση πώλησης, ενεργούμενη υπό το κύρος της Αρχής και τελειούμενη με την κατακύρωση (Ολ ΑΠ 12/2008, ΑΠ 1036/2009, 1022/2009, 866/2004), αφετέρου δε να ασκήσει τις αξιώσεις του από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό εναντίον όποιου ενέχεται προς απόδοσή του κατά τις διατάξεις των άρθρ. 904 - 913 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες προϋπόθεση για τη θεμελίωση της σχετικής αξίωσης είναι η ύπαρξη πλουτισμού του λήπτη χωρίς νόμιμη αιτία και η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία άλλου, στερείται δε νόμιμης αιτίας και επομένως είναι αδικαιολόγητος ο πλουτισμός που δεν καλύπτεται από έγκυρη βούληση του ζημιωθέντος ή κατ` εξαίρεση από τη θέληση του νομοθέτη, ενώ νόμιμη αιτία δικαιολόγησης του πλουτισμού, εκτός από τη βούληση του ζημιωθέντος ή του νομοθέτη, είναι και το αντάλλαγμα που τυχόν παρέχει ο λήπτης του πλουτισμού, δηλαδή η οικονομική θυσία του έναντι του αποκτώμενου πλουτισμού, η οποία, αν είναι ισάξια μ` αυτόν, ανταποκρίνεται πλήρως στην εξισωτική αποστολή του θεσμού του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2266/2013). Ειδικότερα, ο υπερθεματιστής δικαιούται, κατ` εφαρμογή της διάταξης του άρθρ. 380 του ΑΚ, στην οποία παραπέμπει το άρθρ. 382 του ίδιου Κώδικα, να θεωρήσει, σε περίπτωση νομικού ελαττώματος του πράγματος, ότι έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής του πλειστηριάσματος και με βάση τη διάταξη του άρθρ. 389§2 του ίδιου επίσης Κώδικα να αρνηθεί την καταβολή του και να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν το έχει ήδη καταβάλει (ΑΠ 453/2006, 872/1973), χωρίς μάλιστα να είναι αναγκαίο να επιδιώξει προηγουμένως την ακύρωση του πλειστηριασμού, εφόσον γίνει δεκτή η άποψη ότι δικαιούται να ζητήσει για την αιτία αυτή την ακύρωσή του [Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2 (1982) V §657 σ. 2168]. Έτσι αν έχει ήδη γίνει η διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές, υπόχρεοι να επιστρέψουν στον υπερθεματιστή το πλειστηρίασμα που κατέβαλε αυτός για πράγμα βαρυνόμενο με νομικό ελάττωμα, δεν είναι οι δανειστές, αφού αυτοί εισέπραξαν μεν από το πλειστηρίασμα εν όλω ή εν μέρει τις απαιτήσεις τους κατά του καθ` ου η εκτέλεση, με αντίστοιχη όμως απόσβεση των απαιτήσεών τους (άρθρ. 416, 417 ΑΚ) και συνεπώς υπό την έννοια αυτή δεν κατέστησαν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του επισπεύδοντος, όπως αντίθετα έγινε ο καθ` ου η εκτέλεση, αφού με τη διανομή του πλειστηριάσματος στους δανειστές του και την απόσβεση έκτοτε εν όλω ή εν μέρει των εναντίον του απαιτήσεών τους απαλλάχθηκε αντίστοιχα του χρέους του προς αυτούς, έναντι όμως ανύπαρκτου ή κατώτερου από μέρους του ανταλλάγματος, γι` αυτό ο ίδιος και όχι οι δανειστές του νομιμοποιείται παθητικά στην ασκούμενη από τον υπερθεματιστή αγωγή επιστροφής του πλειστηριάσματος (ΑΠ 1523/2006, 860/1977 ΝοΒ 1978.695, 110/1982 ΝοΒ 1982.1258). Ο καθ` ου η εκτέλεση νομιμοποιείται παθητικά ως εναγόμενος και όταν δεν έχει συνταχθεί πίνακας κατάταξης δανειστών ή οι δανειστές δεν έχουν εισπράξει ακόμη τις απαιτήσεις τους από το πλειστηρίασμα, αφού, κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, με την καταβολή του πλειστηριάσματος από τον υπερθεματιστή στο συμβολαιογράφο που διενήργησε τον πλειστηριασμό, αυτό αποτελεί έκτοτε στοιχείο της περιουσίας του καθ` η εκτέλεση [Μπέης Δ 1978.576, Μπρίνιας, ΑναγκΕκτ2 (1979) ΙΙ §349 σ. 893, V (1982) § 656 σ. 2166, Νικολόπουλος στον ΚΠολΔ Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΙΙ (2000) άρθρ. 1017 αριθ. 4, Νίκας, ΔικΑναγκΕκτ ΙΙ (2012) § 49 αριθ. 56 σ. 427] και η απόφαση που τον υποχρεώνει να το επιστρέψει στον υπερθεματιστή ισχύει και μπορεί κατά τα άρθρ. 325 αριθ. 3 και 919 αριθ. 1 ΚΠολΔ να εκτελεστεί και κατά του συμβολαιογράφου, που κατέχει το πλειστηρίασμα για λογαριασμό του καθ` ου η εκτέλεση ως θεματοφύλακας. Με δεδομένο, ωστόσο, ότι με την οριστική κατάταξη των δανειστών στο σχετικό πίνακα αυτοί αποκτούν κατά του συμβολαιογράφου του πλειστηριασμού και κατ` επέκταση και κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο ο συμβολαιογράφος υποχρεούται να καταθέσει κατά το άρθρ. 965§4 ΚΠολΔ το πλειστηρίασμα, ενοχική αξίωση προς απόδοση σ` αυτούς του μέρους του πλειστηριάσματος, στο οποίο οι ίδιοι κατατάχθηκαν, ορθά επίσης υποστηρίζεται ότι αυτοί γίνονται κατά την εν λόγω αξίωση και μέχρι την είσπραξή της, οπότε τότε μόνον αποσβήνεται η αντίστοιχη απαίτησή τους κατά του καθ` ου η εκτέλεση, αδικαιολόγητα πλουσιότεροι σε βάρος του υπερθεματιστή και δικαιούται, συνεπώς, αυτός να στραφεί και εναντίον τους και να ζητήσει να του εκχωρήσουν την ως άνω αξίωσή τους με καταδίκη τους σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατά το άρθρ. 949 ΚΠολΔ [Σταθόπουλος στον ΑστΚωδ Γεωργιάδη/Σταθόπουλου IV (1982) άρθρ. 904 αριθ. 129 σ. 638 - 639]. Σε κάθε περίπτωση ο υπερθεματιστής έχει μεν έννομο συμφέρον, επικαλούμενος την ύπαρξη νομικού ελαττώματος στο πράγμα που πλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε σ` αυτόν, να ζητήσει, στρεφόμενος κατά του καθ` ου η εκτέλεση, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του τελευταίου να του επιστρέψει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος που αδικαιολόγητα, λόγω του νομικού ελαττώματος, κατέβαλε, δεν δικαιούται, όμως, στρεφόμενος κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στο σχετικό πίνακα, να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης του πλειστηριάσματος για το οποίο κατατάχθηκαν, ενόσω δεν έχει ακόμη εκχωρηθεί η αξίωσή τους σ` αυτόν. Αντίστοιχα δεν δικαιούται να ζητήσει με την ανακοπή του άρθρ. 583 ΚΠολΔ την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, χωρίς να έχει ήδη ακυρωθεί ο πλειστηριασμός ή να ζητείται παράλληλα η ακύρωσή του, αφού, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρ. 970, 971, 974 - 980 ΚΠολΔ, ο συμβολαιογράφος δεν δικαιούται, για όσο εξακολουθεί να είναι σε ισχύ ο πλειστηριασμός, να παρακρατήσει και να μην διανείμει το όλο ή μέρος του πλειστηριάσματος, με σκοπό να επιστραφεί αυτό ακολούθως στον υπερθεματιστή, εφόσον αυτός με την ανακοπή του δεν το διεκδικεί συγχρόνως από τον καθ` ου η εκτέλεση ως αχρεωστήτως καταβληθέν ή δεν έχει ήδη βεβαιωθεί τελεσίδικα η σχετική αξίωσή του, οπότε και χωρίς τυπική ακύρωση ο πίνακας είναι έκτοτε ανενεργός. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσίβλητη, ισχυριζόμενη με την ένδικη ανακοπή της από το άρθρ. 583 ΚΠολΔ, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ 561§2 ΚΠολΔ), ότι το ακίνητο του καθού η εκτέλεση οφειλέτη Γ. Π., που εκπλειστηριάστηκε και κατακυρώθηκε σ` αυτή με την υπ` αριθ. .../23.2.2011 έκθεση της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ............ για το ποσό των 100.001 ευρώ, το οποίο ήδη κατέβαλε, είχε νομικό ελάττωμα και ειδικότερα βαρυνόταν κατά τα 3/8 αυτού με χρονικά προηγούμενη αναγκαστική κατάσχεση υπέρ της Τράπεζας .... , αφενός μεν ζήτησε την ακύρωση του υπ` αριθ. .../6.5.2011 πίνακα κατάταξης δανειστών, που συνέταξε η ίδια συμβολαιογράφος, αφετέρου δε, επικαλούμενη κατά των δανειστών του πίνακα αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά το ποσό των 37.500 ευρώ, που είναι το αντίστοιχο με την αξία των 3/8 του ακινήτου μέρος του καταβληθέντος γι` αυτό πλειστηριάσματος, ζήτησε, με τη σωρευόμενη στην ανακοπή της αγωγή της, όπως την περιόρισε με τις πρωτόδικες προτάσεις της, να αναγνωριστεί ότι οι ως άνω δανειστές, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν δικαιούνται να εισπράξουν από το διανεμόμενο με τον πίνακα αυτό πλειστηρίασμα το μέρος των 37.500 ευρώ, το οποίο αντίθετα δικαιούται να αναλάβει η ίδια, αφού σ` αυτή κατακυρώθηκε μεν η κυριότητα του όλου ακινήτου που εκπλειστηριάστηκε, απέκτησε όμως στην πραγματικότητα μόνον τα ελεύθερα βάρους 5/8 του ακινήτου. Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται, στρεφόμενη κατά των δανειστών που κατατάχθηκαν στον προσβαλλόμενο ως άνω πίνακα, να ζητεί να αναγνωριστεί ότι αυτοί δεν έχουν δικαίωμα είσπραξης ποσού 37.500 ευρώ από το όλο πλειστηρίασμα στο οποίο κατατάχθηκαν και ότι αντίθετα δικαιούται να το αναλάβει αυτή από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο οποίο η συμβολαιογράφος του πλειστηριασμού το κατέθεσε, αφού δεν ισχυρίζεται ότι συνεπεία οριστικοποίησης του πίνακα κατάταξης οι δανειστές απέκτησαν οι ίδιοι αντίστοιχη απαίτηση κατά του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων και ότι η απαίτηση αυτή της έχει ήδη εκχωρηθεί, ούτε πολύ περισσότερο προσδιόρισε το μερικότερο ποσό, κατά το οποίο κάθε δανειστής πρέπει, κατά την άποψή της, να απόσχει από την είσπραξη του όλου ποσού των 37.500 ευρώ, με βάση ενδεχομένως και την ποσοστιαία αναλογία κάθε μερικότερου ποσού κατάταξης στο συνολικό πλειστηρίασμα. Κατά την ίδια έννοια η αναιρεσίβλητη δεν δικαιούται να ζητεί την ακύρωση του πίνακα κατάταξης των δανειστών, ενώ δεν έχει ακυρωθεί ο πλειστηριασμός που αφορά ο πίνακας και ούτε έχει ζητήσει με αγωγή της κατά του καθ` ου η εκτέλεση να της επιστραφεί ως αχρεωστήτως απ` αυτή καταβληθέν το πλειστηρίασμα κατά το μέρος των 37.500 ευρώ, που αποτελεί και αυτό στοιχείο της περιουσίας του καθ` ου η εκτέλεση και όχι των δανειστών του.
Συνεπώς, κρίνοντας νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη το Εφετείο την ένδικη ανακοπή και τη σωρευόμενη σ` αυτή αναγνωριστική αγωγή της αναιρεσίβλητης, ενώ έπρεπε να τις απορρίψει ως μη νόμιμες, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων που προαναφέρθηκαν, γι` αυτό και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εκτιμάται ορθά ως λόγος από τον αριθμό 1 (και όχι και 14) του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Συνακόλουθα, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Τέλος, η αναιρεσίβλητη, πρέπει, λόγω της ήττας της, να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατά το σχετικό περί τούτου αίτημα αυτού, μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 561/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου