
350/2015 ΑΠ ( 646931)
Ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα. Αν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, από της εγγραφής της δικαστικής .....
απόφασης στα βιβλία μεταγραφών, αίρεται η κυριότητα του εγγράψαντος την υποθήκη ή προσημείωση αγοραστή επί του μεταβιβασθέντος σ` αυτόν ακινήτου, ώστε να ελλείπει το προαπαιτούμενο της κυριότητος κατά την εγγραφή της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης και να παρέχεται στον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, το δικαίωμα να επιδιώξει από τον τρίτο στον οποίο χορηγήθηκε το εμπράγματο αυτό δικαίωμα την ακυρότητα του τελευταίου, χωρίς η καλή πίστη του τρίτου στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή. Αγωγή ακύρωσης ακυρώσιμου πληρεξουσίου, λόγω πλάνης συνεπεία απάτης, αναγνώριση της ακυρότητας της καταρτισθείσας, βάσει αυτού, μεταβιβαστικής του επίδικου ακινήτου δικαιοπραξίας, καθώς και της ακυρότητας της εγγραφείσας προσημείωσης υποθήκης επί του μεταβιβασθέντος υπέρ τράπεζας, προς εξασφάλιση χορηγηθέντος δανείου. Σφάλμα του Εφετείου ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής, αφού δεν επρόκειτο στην ένδικη διαφορά για ακυρότητα σύμβασης μεταβίβασης ακινήτου νομίμως μεταγεγραμμένου, η οποία έγινε συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής και επιδιώκετο η ακυρότητά της, οπότε στην περίπτωση αυτή να προστατεύονται τα εμπράγματα δικαιώματα που απέκτησαν οι τρίτοι επί του ακινήτου ανεξαρτήτως καλής πίστεως αυτών και δεν ήταν επιτρεπτή η επιδίωξή τους από τον κύριο του ακινήτου. Αναιρεί την υπ` αριθ. 2309/2013 του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει.
Αριθμός 350/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστασίου Θεοδωράκη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...........", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λουκά Κοκκίνη με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Κ. του Γ., 3) Ε. συζύγου Π. Κ., το γένος Α. Τ., 4) Ά. συζύγου Ν. Π., το γένος Χ. Γ., 5) Μ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της ως άνω αναιρεσείουσας, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε, ότι η αναιρεσείουσα παραιτείται από το δικόγραφο της από 8/5/2014 κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 2309/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών ως προς υπό στοιχεία 2-5 αναιρεσίβλητους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4599/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2309/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/5/2014 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 1/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294 εδ. 1, 295 παρ. 1 εδ. α`και 297 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρα 299, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι, ο αναιρεσείων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αναιρέσεως χωρίς συναίνεση του αναιρεσίβλητου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της υποθέσεως (ΑΠ 1830/2006), η παραίτηση δε αυτή γενομένη είτε με δήλωση (του παραιτουμένου) που καταχωρίζεται στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον αναιρεσίβλητο, έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε (ΑΠ 1471/2010, ΑΠ 924/2011, ΑΠ 568/2011), επιφέρουσα αναδρομικά την κατάργηση της δίκης του ενδίκου μέσου. Κατ` ακολουθίαν αυτών, πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η δίκη επί της ενδίκου από 8-5-2014 αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος που απευθύνεται αυτή εναντίον των απολειπομένων εκ των αναιρεσιβλήτων Π. Κ., Ε. Κ., Ά. Π. και Μ. Κ., ενόψει της νομοτύπως από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας Αναστάσιο Θεοδωράκη δηλωθείσας και στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά καταχωρηθείσας παραιτήσεως αυτής (αναιρεσείουσας) από την άνω αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους αναιρεσίβλητους αυτούς.
Κατά τα άρθρα 140, 141, 142, 154, 180 και 184 Α.Κ., εάν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ένεκα ουσιώδους πλάνης, η δήλωση δεν συμφωνεί με τη βούληση του δηλούντος, δικαιούται αυτός να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Τέτοια δε πλάνη, που μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (Α.Π. 744/1976, Α.Π. 374/1974), συντρέχει και στην περίπτωση υπογραφής εγγράφου, με την εσφαλμένη ιδέα ότι αυτό περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο, ενώ περιλαμβάνει διαφορετικό ( Α.Π. 968/2001, Α.Π. 151/2002, Α.Π. 442/1981, Α.Π. 1548/1998, Μπαλή, Γεν. Αρχ. παρ. 42, Γιαννόπουλου, Γεν. Αρχαί, άρθρο 141 αρ. 2). Η ένεκα πλάνης, απάτης ή απειλής ακύρωση δικαιοπραξίας επέρχεται με δικαστική απόφαση, συνεπεία αγωγής περί τούτου ή ενστάσεως ( Α.Π. 744/1976, ΑΠ. 24/1970), μέχρι δε την ακύρωσή της, η ένεκα πλάνης, απάτης ή απειλής ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια (Α.Π. 654/1967). Εξάλλου η περί πληρεξουσιότητας δήλωση βουλήσεως, ως μονομερής δικαιοπραξία, μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη. Αν καταρτίσθηκε ήδη η κύρια δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητας δεν καθιστά ακυρώσιμη και τη δικαιοπραξία αυτή, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητας αίρει εξ υπαρχής το προαπαιτούμενο της υπάρξεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ. ΑΚ και ειδικότερα επί συμβάσεως επέρχεται ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος ενέκρινε τη δικαιοπραξία ή υπαναχώρησε από τη σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος.
Συνεπώς, επί ακυρωσίμου πληρεξουσιότητας για να δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της κύριας δικαιοπραξίας μεταβίβασης ακινήτου, ή εμπραγμάτου βάρους (υποθήκη, προσημείωση) που χορήγησε επ` αυτού σε τρίτον ο αγοραστής, πρέπει να επικαλείται με την αγωγή του ότι κηρύχθηκε άκυρη η πληρεξουσιότητα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής ή ενστάσεως, ή να ζητεί με την ίδια αγωγή ακύρωση και της πληρεξουσιότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, αίρεται το προαπαιτούμενο της υπάρξεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, οπότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και η ακυρότητα της καταρτισθείσας με τον αντισυμβαλλόμενό του δικαιοπραξίας, που συνήφθη με βάση το άκυρο πληρεξούσιο, καθώς και η υπέρ του τρίτου χορηγηθείσα εμπράγματη ασφάλεια από τον αγοραστή, κατά παραδοχή της ίδιας αγωγής που απευθύνεται κατά του αντισυμβαλλομένου του αντιπροσώπου, καθώς και του τρίτου υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εμπράγματη ασφάλεια, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος την αποκρούει και δεν την εγκρίνει. Εξάλλου, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 184 ΑΚ, κατά την οποία "η ακύρωση δικαιοπραξίας μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη" προσθέτει σπουδαίο περιορισμό στα αποτελέσματα αυτά έναντι των τρίτων αναφέροντας ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε". Και ναι μεν από την ακύρωση δεν επηρεάζεται η περαιτέρω παρά του συνάψαντος την ακυρώσιμη δικαιοπραξία μεταταβίβαση κινητού σε τρίτο, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 1036 ΑΚ. Οι διατάξεις όμως κυρίως στις οποίες αναφέρεται και παραπέμπει το άρθρο 184 ΑΚ είναι εκείνες των άρθρων 1203 και 1204 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις αυτές αν ακυρωθεί σύμβαση εμπράγματη περί ακινήτου που έχει μεταγραφεί, τα υπό των τρίτων αποκτηθέντα στο μεταξύ εμπράγματα δικαιώματα δεν αναιρούνται. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων η προστασία των τρίτων αυτών από την ακύρωση σκοπείται μόνο υπό τους εξής όρους: α) Ότι η ακύρωση εχώρησε λόγω πλάνης ή απάτης ή απειλής, β) ότι η ακύρωση αυτή αφορά σύμβαση και όχι μονομερή δικαιοπραξία, όπως π.χ. διαθήκη, πληρεξουσιότητα, αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, γ) ότι η ακυρωθείσα σύμβαση είναι εμπράγματη περί ακινήτου, δηλαδή τέτοια που συνιστάται, καταργείται ή μετατίθεται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου (άρθρο 1192 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι είναι μεταγεγραμμένη (άρθρο 1204 ΑΚ), δ) ότι το δικαίωμα του τρίτου πρέπει να είναι εμπράγματο και όχι ενοχικό και ε) ότι το δικαίωμα αυτό του τρίτου πρέπει να αποκτήθηκε (έστω και μετά την τελεσιδικία της απόφασης) πριν δηλαδή σημειωθεί η ακύρωση στο περιθώριο της ακυρωθείσης συμβάσεως. Μετά την σημείωση αυτή δεν αποκτάται πλέον εγκύρως κατά του συνάψαντος την ακυρώσιμη δικαιοπραξία εμπράγματο δικαίωμα, ούτε μπορεί αυτός πλέον να παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα γιατί ο τίτλος έχει ακυρωθεί. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η επελθούσα ακύρωση δεν βλάπτει τα υπό των τρίτων (δηλ. των περαιτέρω ειδικών διαδόχων του ακυρωσίμως συμβληθέντος) αποκτηθέντα εμπράγματα δικαιώματα (όπως λ.χ η κυριότητα ή η υποθήκη). Ο άνω περιορισμός επιβάλλεται από την ιδέα ότι η μεν ακυρότης μιας δικαιοπραξίας είναι ελάττωμα εξωτερικό, δηλ. προερχόμενο από προφανείς παραβάσεις επιτακτικών διατάξεων του νόμου, ελάττωμα που εξ αρχής ενεργεί και μπορεί ευχερώς να ελεγχθεί από τον επιμελή και προσεκτικό τρίτο, ενώ οι επιφέρουσες την ακύρωση πλάνη, απάτη, απειλή, είναι λανθάνοντα ελαττώματα, που συνήθως δεν εξέρχονται από τον κύκλο των συμβαλλομένων μερών. Σε αντίθεση συνεπώς με την ακυρότητα, επί ακυρώσεως προστατεύονται οι τρίτοι, ανεξαρτήτως καλής πίστεως, για τις συναλλαγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα, ενόψει της δημοσιότητας που λαμβάνουν οι εμπράγματες συμβάσεις. Έτσι, στην περίπτωση αγοράς ακινήτου δι` απάτης και μεταγραφής της αγοράς αυτής, η μεταγενέστερη δε πώληση αυτού σε τρίτον με αντίστοιχη ομοίως μεταγραφή, ο πωλητής που επιτυγχάνει την προς τον αγοραστή ακύρωση της πώλησης προς αυτόν, δεν μπορεί να διεκδικήσει κατά του πωλητή το ακίνητο, αλλά ούτε και των μετέπειτα αυτού διαδόχων. Αντίθετα, αν δόθηκε από τον κύριο ακινήτου πληρεξουσιότητα (ως μονομερής δικαιοπραξία) για την πώληση αυτού και αυτός το μεταπώλησε σε τρίτο και ακολούθησε μεταγραφή, ακολούθως δε με αγωγή ακυρώθηκε η πληρεξουσιότητα - λόγω πλάνης ή απάτης ή απειλής - το πωληθέν ακίνητο διεκδικείται από τον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, από τον τρίτο στον οποίο μεταβιβάσθηκε αυτό και των μετέπειτα αυτού διαδόχων, καθώς επίσης και η ακύρωση κάθε εμπραγμάτου βάρους επ` αυτού, (όπως λ.χ. υποθήκης ή προσημείωσης υποθήκης) που χορηγήθηκε από τον τρίτο αγοραστή στον αποκτήσαντα το εμπράγματο αυτό δικαίωμα, χωρίς η καλή πίστη του τελευταίου στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή (Μπαλής, Γεν. Αρχαί, παρ. 75 σελ. 207, του ιδίου, Εμπρ. Δικ., παρ. 195, σελ. 421 και 243 σελ.519, Τούσης, Γεν. Αρχές, σελ. 542 και 558, Απ. Γεωργιάδης, Εμπρ. Δικ. σελ. 1220, του ιδίου, Συντ. Ερμ.Αστ. Κωδ., υπό το άρθρο 184, σελ. 327 επ., υπό το άρθρο 229 επ., σελ. 446 επ. και υπό τα άρθρα 1203-1204 σελ. 401 επ., Σημαντήρα, Γεν. Αρχές, αρ. 874, Παπαντωνίου, Γεν. Αρχές σελ. 445). Ειδικότερα, προκειμένου περί υποθήκης, στο άρθρο 1271 του Α.Κ. ορίζεται ότι, είναι άκυρη η εγγραφή υποθήκης από ιδιωτική βούληση εφόσον το ακίνητο δεν ανήκει ήδη, κατά τον χρόνο της εγγραφής, σε εκείνον που παραχώρησε την υποθήκη, και ότι η εγγραφή δεν ισχυροποιείται με έγκριση ή επίκτηση μεταγενέστερη από την εγγραφή. Εξάλλου, αν και η εγγραφή της προσημείωσης της υποθήκης τίτλο έχει την δικαστική απόφαση (άρθρο 1274 του Α.Κ., όπως τούτο αντικαταστάθηκε διά του άρθρου 56 παρ. 1 του Εισαγωγικού Νόμου του Κ.Πολ.Δ.) και όχι την ιδιωτική, του οφειλέτη, βούληση, εν τούτοις, ο οφειλέτης, όπως και στην υποθήκη, πρέπει κατά το χρόνο εγγραφής να είναι κύριος του ακινήτου (άρθρο 1271 εδ. α`ΑΚ). Ενόψει δε των όσων προεκτέθηκαν, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, από της εγγραφής της δικαστικής απόφασης στα βιβλία μεταγραφών, αίρεται η κυριότητα του εγγράψαντος την υποθήκη ή προσημείωση αγοραστή επί του μεταβιβασθέντος σ` αυτόν ακινήτου, βάσει του κηρυχθέντος με δικαστική απόφαση ακύρου, λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής ακυρώσιμου πληρεξούσιου και της ταυτόχρονης αναγνώρισης της μεταβιβαστικής του ακινήτου αυτού δικαιοπραξίας, ώστε να ελλείπει το προαπαιτούμενο της κυριότητος κατά την εγγραφή της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης και να παρέχεται στον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, το δικαίωμα να επιδιώξει από τον τρίτο στον οποίο χορηγήθηκε το εμπράγματο αυτό δικαίωμα την ακυρότητα του τελευταίου, χωρίς η καλή πίστη του τρίτου στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή (βλ. ανωτ. Μπαλής, Εμπρ. Δικ., παρ. 195, σελ. 421 και 243 σελ.519, Απ. Γεωργιάδης, Εμπρ. Δικ. σελ. 1220). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από την παραπάνω διάταξη, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, με την από 21-09-2007 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως από αυτήν προκύπτει, ισχυρίσθηκε, ότι δυνάμει της υπ` αριθ. .../2001 πράξης αποδοχής κληρονομίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών .................. , νομίμως μεταγεγραμμένης, απέκτησε την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της περιγραφόμενης στην αγωγή αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, και συγκεκριμένα ενός διαμερίσματος εμβαδού 74,10 τ.μ., που βρίσκεται στον τέταρτο όροφο της κείμενης στην Αθήνα και επί των οδών ...................... πολυκατοικίας και ότι οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη των εναγομένων, δρώντας από κοινού με σκοπό να αποκομίσουν παράνομο περιουσιακό όφελος σε βάρος της περιουσίας της, παρέστησαν σε αυτήν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως αληθή, τα οποία με λεπτομέρεια αναλύονται στην αγωγή, και την έπεισαν να προβεί, λόγω πλάνης, σε πράξεις, που είχαν σαν αποτέλεσμα την πώληση του άνω ακινήτου της, με ζημία αντίστοιχη της αξίας αυτού, ποσού 130.000 ευρώ. Ότι ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, τον οποίο γνώρισε με απατηλά τεχνάσματα της δεύτερης εναγομένης, της οποίας, μολονότι είναι σύζυγος και έχει αποκτήσει μ` αυτόν τρία παιδιά, της τον παρουσίασε ως απλό γνωστό της και άγαμο, ώστε να δημιουργήσει μαζί του ερωτικό δεσμό, αυτός δε την παρέσυρε με ψευδείς βεβαιώσεις να υπογράψει το υπ` αριθ. .../2006 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ. (τέταρτης εναγομένης), με το οποίο του έδινε την εντολή να πωλήσει το παραπάνω διαμέρισμά της, ενώ η ίδια αγνοούσε το αληθές περιεχόμενο αυτού και τελούσε με την πεποίθηση ότι υπογράφει έγγραφο διαφορετικού περιεχομένου. Ότι η τέταρτη εναγομένη συμβολαιογράφος και συντάξασα το πληρεξούσιο, δε διάβασε μεγαλόφωνα ούτε της εξήγησε το περιεχόμενό του πριν από την υπογραφή του και τα βεβαιούμενα από την ίδια (συμβολαιογράφο) ότι το πληρεξούσιο δήθεν διαβάστηκε καθαρά και μεγαλόφωνα για να τα ακούσουν η εντολέας και ο εντολοδόχος είναι ψευδή, προσβάλλει δε (η ενάγουσα) κατά το μέρος του αυτό το πληρεξούσιο ως πλαστό, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο την ως άνω συμβολαιογράφο, αναφέροντας ταυτόχρονα και τα αποδεικτικά της μέσα προς τούτο. Ότι ο πρώτος εναγόμενος, κάνοντας χρήση του ανωτέρω πληρεξουσίου προέβη στην πώληση του ακινήτου της, με το υπ` αριθμ. .../30-11-2006 συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......................... , νόμιμα μεταγραφέντος την 1-12-2006 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών, σε συνεννόηση με την αγοράστρια (τρίτη εναγομένη), η οποία ήταν κακής πίστης, καθόσον γνώριζε την έλλειψη πληρεξουσιότητας του πρώτου εναγομένου και ότι το άνω πληρεξούσιο ήταν προϊόν πλάνης αυτής, συνεπεία της απάτης που διέπραξαν εις βάρος της οι δύο πρώτοι εναγόμενοι σύζυγοι, ακολούθως δε η τρίτη εναγομένη, μετά την κατάρτιση και μεταγραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με το οποίο περιήρχετο σ` αυτήν κατά κυριότητα το άνω ακίνητο, συνήψε με την πέμπτη εναγομένη (και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) Τράπεζα, σύμβαση τοκοχρεωλητικού δανείου ποσού 80.000 ευρώ και συναίνεσε, προς εξασφάλιση του δανείου, στην εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 96.000 ευρώ επί του επίδικου ακινήτου, η οποία ενεγράφη στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών στις 23-1-2007, μετά την έκδοση σχετικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που επέτρεπε την εγγραφή της. Και ότι, παρόλο που ο πρώτος εναγόμενος με την από 15-11-2006 εξώδικη διαμαρτυρία του, που της επιδόθηκε στις 14-11-2006, κατήγγειλε ρητώς, άλλως σιωπηρώς, την μεταξύ τους σύμβαση εντολής, άλλως παραιτήθηκε από την πληρεξουσιότητα, η ίδια δε ανακάλεσε και τυπικά το ως άνω επίμαχο πληρεξούσιο με την υπ` αριθ. .../9-2-2007 πράξη ανάκλησης του Συμβολαιογράφου Αθηνών ................ , η τρίτη εναγομένη (αγοράστρια) την οποία κάλεσε να προσέλθει ενώπιον του εν λόγω Συμβολαιογράφου προκειμένου να προβούν σε ακύρωση του επίδικου συμβολαίου πώλησης, αρνήθηκε να πράξει τούτο, αλλ` αντιθέτως, προχώρησε στη σύναψη με τον ήδη ως τότε μισθωτή του διαμερίσματος στο από 1-1-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, με το οποίο, το εκμίσθωσε σ`αυτόν για δύο ακόμη έτη, λαμβάνοντας με τον τρόπο αυτό τη νομή και κατοχή του επίδικου ακινήτου, την οποία ασκεί έκτοτε μέσω του εν λόγω μισθωτή. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα ζήτησε: Α) Να ακυρωθεί το υπ` αριθ. .../2006 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., ένεκα ουσιώδους πλάνης, που είναι αποτέλεσμα απάτης, άλλως, επικουρικά, να αναγνωρισθεί ότι αυτό έπαυσε να ισχύει από τις 14-11-2006, με την επίδοση σ` αυτήν της από 15-11-2006 εξώδικης διαμαρτυρίας του πρώτου εναγομένου, Β) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης του περιγραφομένου στην αγωγή ακινήτου, που καταρτίσθηκε δυνάμει του υπ` αριθ. .../2006 συμβολαίου αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών .................... , με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, Γ) Να αναγνωρισθεί έναντι της τρίτης εναγομένης η κυριότητά της επί του ανωτέρω ακινήτου και να υποχρεωθεί αυτή να της το αποδώσει, Δ) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της εγγραφείσας στις 23- 1-2007 υπέρ της πέμπτης εναγομένης (αναιρεσίβλητης) Τράπεζας προσημείωση υποθήκης επί του ως άνω ακινήτου, που ενεγράφη, δυνάμει της υπ` αριθ. 4763Ε/2007 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων), Ε) Να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να της καταβάλουν νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας τους, το ποσό των 99.900 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και ΣΤ) Να υποχρεωθεί η τέταρτη εναγομένη (συμβολαιογράφος) να της καταβάλει νομιμοτόκως και με προσωπική κράτηση λόγω της αδικοπραξίας της, το ποσό των 84.900 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ` αριθ. 4599/2010 απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη, αναφορικά με την τρίτη εναγομένη και ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς τους λοιπούς εναγόμενους. Το Εφετείο, κατά την έρευνα της από 27-9-2010 έφεσης της ενάγουσας κατά της πρωτόδικης απόφασης, έκρινε την άνω αγωγή ορισμένη και νόμιμη ως προς τους τέσσερις πρώτους εναγόμενους και ως προς όλα τα αιτήματα αυτής (εν τέλει δε και ως ουσιαστικά βάσιμη και για τα αιτήματα των χρηματικών ικανοποιήσεων κατά ένα μέρος), ενώ απέρριψε αυτήν ως μη νόμιμη, ως προς την πέμπτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "............". Ειδικότερα έκρινε ότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το αίτημα αυτής με το οποίο ζητείται ν` αναγνωριστεί η ακυρότητα της εγγραφείσας την 23-1-2007 από την πέμπτη εναγομένη στο Υποθηκοφυλακείο Αθηνών, με βάση την υπ` αριθ. 4763Ε/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσημείωση υποθήκης, επί του άνω ακινήτου της ενάγουσας, προς εξασφάλιση του δανείου που έλαβε απ` αυτήν η τρίτη εναγομένη για την αγορά του εν λόγω ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, κατ` εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1203 και 1204 του ΑΚ, δεδομένου ότι η πέμπτη εναγομένη Τράπεζα τυγχάνει καλής πίστεως, γεγονός που δεν αμφισβητεί η ενάγουσα. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ως προς την νομική βασιμότητα της αγωγής, αναφορικά με την πέμπτη εναγομένη τράπεζα (ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη), παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140, 141, 142, 154, 180, 184, 229, 239, 1271, 1203 και 1204 ΑΚ, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένδικη αγωγή, δεν είχαν εφαρμογή εν προκειμένω οι διατάξεις των άρθρων 1203 και 1204 του ΑΚ, αφού δεν επρόκειτο κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν για ακυρότητα σύμβασης μεταβίβασης ακινήτου νομίμως μεταγεγραμμένου, η οποία εχώρησε συνεπεία πλάνης, απάτης ή απειλής και επιδιώκετο η ακυρότητά της, οπότε στην περίπτωση αυτή προστατεύονται τα εμπράγματα δικαιώματα που απέκτησαν οι τρίτοι επί του ακινήτου ανεξαρτήτως καλής πίστεως αυτών και δεν ήταν επιτρεπτή η επιδίωξή τους από τον κύριο του ακινήτου, αλλά με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, που απευθύνετο κατά του πρώτου εναγομένου, επεδίωκε κατ` αρχήν την ακύρωση του ακυρώσιμου πληρεξουσίου που χορήγησε σ` αυτόν, λόγω της πλάνης της, που ήταν αποτέλεσμα της απάτης που διήλθαν εις βάρος της οι δύο πρώτοι των εναγομένων, ως συνέπεια δε αυτού ζητούσε παράλληλα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταρτισθείσας, βάσει του ακυρώσιμου αυτού πληρεξουσίου, της καταρτισθείσας μεταβιβαστικής του επίδικου ακινήτου δικαιοπραξίας, απευθύνοντας την αγωγή της και κατά της εναγομένης αγοράστριας αυτού, καθώς και την αναγνώριση της ακυρότητας της εγγραφείσης από την τελευταία προσημείωσης υποθήκης επί του μεταβιβασθέντος σ`αυτήν ακινήτου υπέρ της εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης Τράπεζας, προς εξασφάλιση του δανείου που έλαβε από την τελευταία, σε τρόπον ώστε, νομίμως να επιδιώκεται από την ενάγουσα και η αναγνώριση της τελευταίας αυτής ακυρότητας, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην μείζονα σκέψη, με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, από της εγγραφής της δικαστικής απόφασης στα βιβλία μεταγραφών, αίρεται η κυριότητα του εγγράψαντος την υποθήκη ή προσημείωση αγοραστή επί του μεταβιβασθέντος σ` αυτόν ακινήτου, βάσει του κηρυχθέντος με δικαστική απόφαση ακύρου, λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής, ακυρώσιμου πληρεξούσιου και της ταυτόχρονης αναγνώρισης της ακυρότητας της μεταβιβαστικής του ακινήτου αυτού δικαιοπραξίας, ώστε να ελλείπει το προαπαιτούμενο της κυριότητος κατά την εγγραφή της υποθήκης ή της προσημείωσης υποθήκης και να παρέχεται στον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, το δικαίωμα να επιδιώξει από τον τρίτο στον οποίο χορηγήθηκε το εμπράγματο αυτό δικαίωμα την αναγνώριση της ακυρότητας του τελευταίου, χωρίς η καλή πίστη του τρίτου στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί κατηργημένη η δίκη της κρινομένης από 8-5- 2014 αίτησης αναιρέσεως ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων Π. Κ., Ε. Κ., Ά. Π. και Μ. Κ., κατά παραδοχή δε της αυτής ως άνω αιτήσεως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2309/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απορρίπτεται ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία .................. , ακολούθως δε να παραπεμφθεί κατά τούτο η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013). Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 945 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η πρώτη αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει κατηργημένη τη δίκη επί της από 08-05-2014 αίτησης της Α. Π. του Ν. για αναίρεση της υπ` αριθ. 2309/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που απευθύνεται εναντίον των αναιρεσίβλητων Π. Κ., Ε. Κ., Ά. Π. και Μ. Κ..
Αναιρεί την ίδια ως άνω απόφαση (υπ` αριθ. 2309/2013 του Εφετείου Αθηνών), κατά το μέρος που απορρίπτεται ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία .......... .
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό της παρούσης, ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 30 Μαρτίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου