Σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Προϋποθέσεις. Θεμελίωση χωριστής κυριότητας στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού και αναγκαστικής συγκυριότητας που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου......1832/2014 ΑΠ.


Αναγνωριστική αγωγή ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης. Άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση αυτής έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, καθώς και οι τετιμημένοι με.....708/2015 ΑΠ

1832/2014 ΑΠ ( 647248) 
Σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Προϋποθέσεις. Θεμελίωση χωριστής κυριότητας στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού και αναγκαστικής συγκυριότητας που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του ...
όλου ενιαίου οικοπέδου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου. Η σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, χωρεί με σύμβαση μεταξύ του κυρίου του όλου οικοπέδου και του αποκτώντος ή μεταξύ των συγκυρίων αυτού, που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη μεταγραφή του, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αλλά η σχετική βούληση των προαναφερομένων μπορεί να συναχθεί από διάφορα στοιχεία του όλου περιεχομένου της συμβάσεως, μεταξύ των οποίων είναι και ο χωρισμός του ενιαίου οικοπέδου σε τμήματα και ο προσδιορισμός του κάθε τμήματος, που περιέρχεται στην αποκλειστική χρήση κάθε συνιδιοκτήτη όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνον επί ήδη νομίμως συνεστημένης χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου ή επί αυτοτελών οικοδομημάτων σε ενιαίο οικόπεδο. Οι συστάσεις χωριστών ιδιοκτησιών σε περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που ανεγέρθησαν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες, καθώς και σε ορόφους ή μέρη το οικοδομημάτων αυτών, οι οποίες έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του ΝΔ/τος 1024/1971 είναι έγκυρες, εφόσον δεν ακυρώθηκαν μέχρι τον τελευταίο αυτό χρόνο αμετάκλητα και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειες. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4525/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 1832/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Α. του Κ., κατοίκου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παπαδημητρίου.

Του αναιρεσιβλήτου: Ζ. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Θανόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/1994 του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 30/9/1994 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η 6555/1995 μη οριστική απόφαση που απέρριψε την πρώτη αγωγή και διέταξε αποδείξεις για την δεύτερη αγωγή. Στη συνέχεια ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 31/7/1996 αγωγή του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η 6.../1997 μη οριστική απόφαση που διέταξε αποδείξεις. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 68/2003 μη οριστική με την οποία συνεκδικάσθηκαν η αγωγή του αναιρεσείοντος και η δεύτερη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, 6718/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5172/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Επί της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1344/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4525/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/11/2012 αίτησή του και τους από 8/2/2014 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 14/1/2014 έκθεσή της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την από 10/3/2014 συμπληρωματική έκθεση της με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των προσθέτων λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά το άρθρο 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλομένης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναιρέσεως. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, ως χρόνος συζήτησης της αναίρεσης, πριν από τον οποίο πρέπει να ασκηθούν οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης θεωρείται η αρχικώς ορισθείσα δικάσιμος κατά το άρθρο 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και όχι τυχόν μεταγενέστερη δικάσιμος, η οποία έχει ορισθεί από το δικαστήριο μετά από ματαίωση ή αναβολή της συζητήσεως της υποθέσεως κατ` άρθρο 575 Κ.Πολ.Δ., η μη τήρηση δε της προθεσμίας αυτής συνεπάγεται το απαράδεκτο του δικογράφου των προσθέτων λόγων, το οποίο λαμβάνεται υπόψιν και αυτεπαγγέλτως, Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση και όταν ακόμη τη συζήτηση επισπεύδει ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος δεν έχει καλέσει τον αναιρεσείοντα για να παραστεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως και ο τελευταίος δεν έχει λάβει γνώση της δικασίμου, εκτός αν αυτός ζητήσει με τις προϋποθέσεις των άρθρων 152 επ Κ.Πολ.Δ. την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, επικαλούμενος ότι απώλεσε την προθεσμία για την εμπρόθεσμη άσκηση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως από λόγο ανώτερης βίας ή από δόλο του αντιδίκου. Επομένως εφ` όσον αρχική δικάσιμος για την εκδίκαση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ορίσθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, που επίσπευσε τη συζήτηση, η 22-1-2014, το από 8-2-2014 δικόγραφο των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του δικαστηρίου τούτου μετά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε ερήμην του αναιρεσείοντος, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (19-3-2014), είναι απαράδεκτο, αφού ο αναιρεσείων, επικαλείται με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων, την έλλειψη κλήτευσής του για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, πλην όμως δεν ζητάει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις των άρθρων 152 επ Κ.Πολ.Δ. για την απώλεια της παραπάνω προθεσμίας. Με την αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 4525/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ` αντιμωλία των διαδίκων επιλαμβανόμενο εφέσεως του αναιρεσείοντος και των προσθέτων λόγων αυτής κατά της 6718/2004 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε αγωγή του τελευταίου, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος του επιδίκου ακινήτου, δικαίωμα που απέκτησε παραγώγως αλλά και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) καθώς και ότι είναι έγκυρη η μεταγραφή του συμβολαίου αγοράς αυτού, που στηρίζει τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητάς τους με αγωγή του αναιρεσιβλήτου αναγνωριστική συγκυριότητας ακινήτου και ακυρότητας των συμβάσεων πωλήσεως με τις οποίες απέκτησε ο αναιρεσείων και οι δικαιοπάροχές του το επίδικο ακίνητο, και το οποίο απέρριψε κατ` ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε κατ` ουσίαν την αγωγή του αναιρεσείοντος και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή κυριότητας του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως δέχθηκε κατ` ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που έκρινε ως βάσιμη κατ` ουσίαν τη σωρευόμενη στην αγωγή του αναιρεσιβλήτου αξίωση για την αναγνώριση της ακυρότητας των μεταβιβαστικών της κυριότητας του επιδίκου με αιτία την πώληση συμβάσεων, την οποία απέρριψε κατ` ουσίαν. Σημειώνεται ότι το Εφετείο επελήφθη της υποθέσεως, ως δικαστήριο της παραπομπής μετά την έκδοση της 1344/2009 απόφασης του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η η 5172/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που είχε απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτής..

Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ΝΔ/τος 1024 / 1071 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" ορίζεται ότι "εν τη εννοία του άρθρου 1 του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του Αστικού Κώδικος δύναται να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία και επί πλειόνων αυτοτελών οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου ανήκοντος εις ένα ή πλείονας για τα οικόπεδα, που βρίσκονται εντός εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, ως και επί ορόφων ή μερών των οικοδομημάτων τούτων, επιφυλασσομένων των πολεοδομικών διατάξεων". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋπόθεση για τη σύσταση της κατά τη διάταξη αυτή διαιρεμένης ιδιοκτησίας, της λεγόμενης κάθετης ιδιοκτησίας, είναι η ύπαρξη δύο ή περισσοτέρων αυτοτελών οικοδομημάτων είτε ανεγερθέντων ή μελλόντων να ανεγερθούν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε ένα ή περισσότερους κυρίους, οπότε μπορεί να συσταθεί τέτοια χωριστή ιδιοκτησία είτε σε ολόκληρο το αυτοτελές οικοδόμημα (απλή κάθετη συνιδιοκτησία), είτε σε ορόφους ή διαμερίσματα ορόφων των αυτοτελών τούτων οικοδομημάτων, οπότε συνυπάρχει κάθετη συνιδιοκτησία και οριζόντια ιδιοκτησία (σύνθετη κάθετη συνιδιοκτησία). Και στις δύο περιπτώσεις η κάθετη συνιδιοκτησία διέπεται κατά τα λοιπά από τις διατάξεις των άρθρων 1 επ. του Ν. 3741/1929 "περί της ιδιοκτησίας κατ` ορόφους", ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, με το άρθρο 54 Εισ.Ν.ΑΚ και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ότι επί οριζόντιας ιδιοκτησίας η οποία αποτελεί σύνθετο, αλλά ενιαίο εμπράγματο δικαίωμα ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα σε όροφο οικοδομής ή διαμέρισμα ορόφου, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα, που αποκτάται αυτοδικαίως, κατ` ανάλογη μερίδα στα μέρη του όλου ακινήτου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, οι οποίες, ισχύουν απαραλλάκτως και επί της κάθετης ιδιοκτησίας, καθ` όσον ο παραπάνω Ν.1024/1971 δεν επέφερε καμμία μεταβολή στη νομική κατασκευή του θεσμού της οριζόντιας ιδιοκτησίας, όπως διαμορφώθηκε από τις προαναφερόμενες διατάξεις. Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ.1, 4 παρ.1, 5 του Ν.3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ προκύπτει ότι, επί κάθετης ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή κυριότητα στο αυτοτελές οικοδόμημα ή σε όροφο ή διαμέρισμα αυτού, παρεπομένως δε και αναγκαστική συγκυριότητα που αποκτάται αυτοδικαίως κατ` ανάλογη μερίδα στα κοινά μέρη του όλου ενιαίου οικοπέδου, που χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους συνιδιοκτήτες χρήση, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το έδαφος του ενιαίου οικοπέδου. Εξάλλου από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ, 14 του Ν.3741/1929 και 1, 2 του ΝΔ/τος 1024/1971 προκύπτει ότι η σύσταση οριζόντιας ή κάθετης ιδιοκτησίας, χωρεί, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Ν.Δ./τος 1024/1971 με σύμβαση μεταξύ του κυρίου του όλου οικοπέδου και του αποκτώντος ή μεταξύ των συγκυρίων αυτού, που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη μεταγραφή του, χωρίς να απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αλλά η σχετική βούληση των προαναφερομένων μπορεί να συναχθεί από διάφορα στοιχεία του όλου περιεχομένου της συμβάσεως, μεταξύ των οποίων είναι και ο χωρισμός του ενιαίου οικοπέδου σε τμήματα και ο προσδιορισμός του κάθε τμήματος, που περιέρχεται στην αποκλειστική χρήση κάθε συνιδιοκτήτη όχι όμως και με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, η οποία είναι δυνατή μόνον επί ήδη νομίμως συνεστημένης χωριστής κυριότητας επί ορόφου ή διαμερίσματος ορόφου ή επί αυτοτελών οικοδομημάτων σε ενιαίο οικόπεδο (ΑΠ 56/2011, ΑΠ ...6/2003, ΑΠ 994/2008, ΑΠ 630/2006, ΑΠ 2037/1990). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του ΝΔ/τος 1024/1971 προκύπτει ότι οι συστάσεις χωριστών ιδιοκτησιών σε περισσότερα αυτοτελή οικοδομήματα, που ανεγέρθησαν σε ενιαίο οικόπεδο, που ανήκει σε έναν ή περισσότερους ιδιοκτήτες, καθώς και σε ορόφους ή μέρη το οικοδομημάτων αυτών, οι οποίες έγιναν μέχρι την έναρξη ισχύος του ίδιου ΝΔ/τος (15/11/1971) είναι έγκυρες, εφόσον δεν ακυρώθηκαν μέχρι τον τελευταίο αυτό χρόνο αμετάκλητα και παράγουν επομένως όλες τις έννομες συνέπειες, διέπονται δε έκτοτε τις διατάξεις των άρθρων 1επ. Ν.3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ. Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 14 του ΝΔ/τος 3741/1929, 1002 ΑΚ και 2 του ΝΔ/τος 1024/1971 συνάγεται ότι οροφοκτησίες λύονται 1) με σύμβαση μεταξύ όλων των οροφοκτητών που υπόκειται στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγράφεται και 2) με μονομερή εν ζωή δήλωση που γίνεται συμβολαιογραφικώς και μεταγράφεται ή με διάταξη τελευταίας βουλήσεως εκείνο που έχει και στις δύο περιπτώσεις όλες τις οροφοκτησίες. Επειδή κατά το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Ο λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό το πρόσχημα ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε ο σχετικός λόγος θα απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού πλήττει την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του τα ακόλουθα περιστατικά: Δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων υπ` αριθμ. ..., ..., ... και ... αγοραπωλητηρίων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών .............. , περιήλθε στον κοινό απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Οικοδομικό Συνεταιρισμό με την επωνυμία "............" κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, εξ αγοράς από τους αληθινούς κυρίους Η., Χ., Α. και Κ. Η., Σ. Π. και Φ. Χ., ένα ακίνητο, συνολικής εκτάσεως 2.713 στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ... και ήδη της Κοινότητας ..., αποτελούμενο από πέντε μερικότερες εδαφικές εκτάσεις, οι οποίες εμφαίνονται με τα στοιχεία Α, Β, Γ, Δ και Ε στα διαγράμματα του τοπογράφου μηχανικού Κ. Σ., που έχουν προσαρτηθεί στο υπ` αριθμ. ... συμβόλαιο του παραπάνω συμβολαιογράφου. Το αγορασθέν πιο πάνω ακίνητο εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως της Κοινότητας ... Αττικής, με το από 23- 5-1962 Β.Δ/γμα (Φ.Ε.Κ. 70/8-6-1962), και κατόπιν τούτου ο ........ κατέτμησε την εναπομείνασα μετά τη ρυμοτόμηση του έκταση σε αυτοτελή οικόπεδα, κείμενα σε οικοδομικά τετράγωνα, με ελάχιστο εμβαδόν το κάθε οικόπεδο 1.600 τ.μ., ώστε να πληρούνται οι όροι αρτιότητας των οικοπέδων που καθορίστηκαν με το ως άνω Β. Δ/γμα, ήτοι ελάχιστο πρόσωπο 16 μέτρα, ελάχιστο βάθος 25 μέτρα και ελάχιστη επιφάνεια 1.500 τετραγωνικά μέτρα, με σκοπό την εν συνεχεία μεταβίβαση αυτών, κατόπιν κληρώσεως, στα μέλη του. Μεταξύ των οικοπέδων αυτών ήταν και τα υπ` αριθμ. 3 και 4 όμορα οικόπεδα του υπ` αριθμ. 111 παλαιού Οικοδομικού Τετραγώνου και μετέπειτα του υπ` αριθμ. 127 νέου Οικοδομικού Τετραγώνου, εκτάσεως 1.600 τ.μ., πλέον ή έλαττον, το καθένα, τα οποία εμφαίνονται υπό τον παλαιό αριθμό Ο.Τ. 111 στο προσαρτημένο στο υπ` αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ..... τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Σ. και υπό το νέο αριθμό ... στο προσαρτημένο στην υπ` αριθμ. ... πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου από 1962 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Κ.. Σύμφωνα δε με τα τοπογραφικά αυτά διαγράμματα τα ως άνω οικόπεδα συνορεύουν Α) το υπ` αριθμ. 3 οικόπεδο βόρεια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το υπ` αριθμ. 4 οικόπεδο, νότια επί πλευράς μέτρων 48,50 με το υπ` αριθμ. 2 οικόπεδο, ανατολικά επί προσώπου μέτρων 35,32 με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ... και δυτικά εν μέρει επί πλευράς μέτρων 17,25 με το υπ` αριθμ. 6 οικόπεδο και εν μέρει επί πλευράς μέτρων 18 με το υπ` αριθμ. 7 οικόπεδο, και Β) το υπ` αριθμ. 4 οικόπεδο βόρεια εν μέρει επί πλευράς μέτρων 20 με το υπ` αριθμ. 5 οικόπεδο και εν μέρει επί προσώπου μέτρων 19 με τη ..., νότια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το ως άνω υπ` αριθμ. 3 οικόπεδο και ανατολικά εν μέρει επί προσώπου μέτρων 15,74 με την οδό ... και εν μέρει επί πλευράς μέτρων 34,80 με το υπ` αριθμ. 5 οικόπεδο. Κατά το έτος 1965, ο ως άνω Οικοδομικός Συνεταιρισμός, με το υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ..... , που μεταγράφηκε νόμιμα στις 25-1-1965 στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 4 και με αύξοντα αριθμό ..., πώλησε και μεταβίβασε στο μέλος αυτού ... ..., απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος- εναγομένου και ήδη εφεσίβλητου Ζ. Μ., την κυριότητα του 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω περιγραφόμενου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, έχει συνολική έκταση 1.600 τ.μ., πλέον ή έλαττον, και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το υπ` αριθμ. 4 οικόπεδο. Στο συμβόλαιο αυτό ορίσθηκε ότι το ως άνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που μεταβιβάσθηκε στον απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου, αντιστοιχεί στο υπ` αριθμ. 5 τμήμα του άνω υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, που έχει έκταση 800 τ.μ., πλέον ή έλαττον, εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στα προσαρτημένα στα παραπάνω συμβόλαια τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Κ. Σ. και Ν. Κ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μέτρων 46 με το υπ` αριθμ. 10 τμήμα του ιδίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, νότια επί πλευράς μέτρων 48,50 με το υπ` αριθμ. 4 τμήμα του υπ` αριθμ. 2 οικοπέδου, ανατολικά επί προσώπου μέτρων 18,17 με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ... και δυτικά επί πλευράς μέτρων 18 με το υπ` αριθμ. 6 τμήμα του υπ` αριθμ. 5 οικοπέδου. Κατά το έτος 1975, ο ίδιος ως άνω .............. , με το υπ` αριθμ. ... "μεταβιβαστικό κυριότητας διηρημένης ιδιοκτησίας οικοπέδου" συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ............ , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, και κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του ήδη ισχύοντος τότε Ν. Δ/τος 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", στο μέλος αυτού Σ. συζ. Ρ. Σ., το γένος Π. Σ., άμεση δικαιοπάροχο του ενάγοντος- εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Γ. Α., την κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω υπ` αριθμ. 3 ενιαίου οικοπέδου. Ορίσθηκε δε στο συμβόλαιο αυτό ότι το μεταβιβαζόμενο στην άνω δικαιοπάροχο του εκκαλούντος ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αντιστοιχεί στο υπ` αριθμ. 10 τμήμα του ως άνω υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, που έχει έκταση 800 τ.μ, πλέον ή έλαττον, εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στα ίδια ως άνω τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Κ. Σ. και Ν. Κ. και συνορεύει βόρεια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το υπ` αριθμ. 11 τμήμα του υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, νότια επί πλευράς 46 μέτρων με το παραπάνω υπ` αριθμ. 5 τμήμα του ιδίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, ανατολικά επί προσώπου 17,15 μέτρων με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ... και δυτικά επί πλευράς 17,25 μέτρων με το υπ` αριθμ. 9 τμήμα του υπ` αριθμ. 6 οικοπέδου. Με το πρώτο πιο πάνω υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ του ................ (πωλητή) και του ...υ ... (αγοραστή), το παραπάνω υπ` αριθμ. 3 ενιαίο οικόπεδο χωρίσθηκε, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του, σε δύο (2) ίσα τμήματα και ειδικότερα στα ως άνω περιγραφόμενα υπ` αριθμ. 5 και 10 τμήματα, έκαστο των οποίων αντιστοιχούσε στο χ/τ εξ αδιαιρέτου του ενιαίου αυτού οικοπέδου. Έτσι με το μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο συστήθηκε παράλληλα μεταξύ του πωλητή Οικοδομικού Συνεταιρισμού και του νέου συγκυρίου αγοραστή ... ... κάθετη διηρημένη ιδιοκτησία επί των δύο παραπάνω υπ` αριθμ. 5 και 10 διακεκριμένων τμημάτων του ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, επί των οποίων θα ανεγείρονταν αυτοτελή οικοδομήματα, με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία στο όλο ενιαίο οικόπεδο, η οποία τότε δεν ρυθμίζονταν αυτοτελώς από το νόμο, αφού δεν ίσχυε ακόμη το ως άνω Ν.Δ. 1024/1971. Η σύσταση όμως αυτή κάθετης διηρημένης ιδιοκτησίας, για την οποία δεν απαιτείται, όπως προεκτέθηκε, η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, εφόσον δεν ακυρώθηκε αμετακλήτως μέχρι την 15-11-1971, ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ως άνω Ν.Δ/τος, είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, έγκυρη και ισχυρή και παράγει όλες τις έννομες συνέπειές της. Ακολούθως, με το υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ............ , που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ως άνω αγοραστής ...ς ...ς μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του (1/2) στο άνω υπ` αριθμ 3 οικόπεδο και το υπ` αριθμ. 5 τμήμα που αντιστοιχούσε σ` αυτό, το οποίο αποτελούσε, κατά τα προαναφερόμενα, αυτοτελή κάθετη διηρημένη ιδιοκτησία, στο Σ. Δ., ο οποίος στη συνέχεια πώλησε και μεταβίβασε το εξ αδιαιρέτου μερίδιο του αυτό και το υπ` αριθμ. 5 τμήμα που αντιστοιχούσε σ` αυτό στον εφεσίβλητο Ζ. Μ., με το υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ν. Ιωνίας ...................... , που μεταγράφηκε νόμιμα στις 22-8-1990 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. .... Ο εφεσίβλητος, επομένως, κατέστη συγκύριος, εξ αγοράς από τον αληθινό συγκύριο Σ. Δ., του παραπάνω υπ` αριθμ. 3 ενιαίου οικοπέδου κατά το ως άνω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε στο υπ` αριθμ. 5 διακεκριμένο τμήμα του οικοπέδου αυτού. Εξάλλου, με το υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .............. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο … και με αυξ. αριθμ. ... ο ως άνω ..... πώλησε και μεταβίβασε στο μέλος αυτού και μη διάδικο Ε. Τ. του Ι. την κυριότητα του ιΑ εξ αδιαιρέτου του παραπάνω περιγραφόμενου υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, έχει συνολική έκταση 1.600 τ.μ., πλέον ή έλαττον, και συνορεύει νότια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το επίδικο πιο πάνω υπ` αριθμ. 3 οικόπεδο. Στο συμβόλαιο αυτό ορίσθηκε ότι το ως άνω ποσοστό συγκυριότητας, που μεταβιβάσθηκε στον αγοραστή Ε. Τ., αντιστοιχεί στο υπ` αριθμ. 12 τμήμα του άνω υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, που έχει έκταση 800 τ.μ., πλέον ή έλαττον, εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στα ίδια παραπάνω τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Κ. Σ. και Ν. Κ. και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς μέτρων 31,50 με το υπ` αριθμ. 11 τμήμα του ιδίου υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, δυτικά επί προσώπου μέτρων 19 με εγκεκριμένη ανώνυμη οδό και ήδη οδό ..., βόρεια επί πλευράς μέτρων 34,80 με το υπ` αριθμ. 13 τμήμα του υπ` αριθμ. 5 οικοπέδου και νότια επί πλευράς μέτρων 27 με το υπ` αριθμ. 9 τμήμα του υπ` αριθμ.6 οικοπέδου. Επίσης, με το υπ` αριθμ. ... "μεταβιβαστικό κυριότητας διηρημένης ιδιοκτησίας οικοπέδου" συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών ............ , που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ίδιος ως άνω ..... μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, και κατά τις διατάξεις του ίδιου ως άνω Ν. 3741/1929 και του Ν.Δ/τος 1024/1971, στο μέλος αυτού Χ. συζ. Ο. Χ., το γένος Π. Σ., άμεση επίσης δικαιοπάροχο του εκκαλούντος και αδελφή της προαναφερθείσας δικαιοπαρόχου του Σ. Σ., την κυριότητα του υπολοίπου 1/2 εξ αδιαιρέτου του παραπάνω υπ` αριθμ. 4 ενιαίου οικοπέδου. Στο συμβόλαιο δε αυτό ορίσθηκε ότι το μεταβιβαζόμενο στην άνω δικαιοπάροχο του εκκαλούντος ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αντιστοιχεί στο υπ` αριθμ. 11 τμήμα του υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, που έχει έκταση 800 τ.μ., πλέον ή έλαττον, εμφαίνεται με τα στοιχεία αυτά στα ίδια πιο πάνω τοπογραφικά διαγράμματα των μηχανικών Κ. Σ. και Ν. Κ. και συνορεύει νότια επί πλευράς μέτρων 46,80 με το παραπάνω υπ` αριθμ. 10 τμήμα του υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, βόρεια εν μέρει επί πλευράς μέτρων 31,50 με το υπ` αριθμ. 12 τμήμα του ιδίου υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου και εν μέρει επί πλευράς μέτρων 20 με το υπ` αριθμ. 13 τμήμα του υπ` αριθμ. 5 οικοπέδου, ανατολικά επί προσώπου μέτρων 15,74 με την οδό ... και δυτικά επί πλευράς μέτρων 9,75 με το υπ` αριθμ. 9 τμήμα του υπ` αριθμ. 6 οικοπέδου. Και με το παραπάνω υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο μεταξύ του ............... (πωλητή) και του Ε. Τ. (αγοραστή), το ανωτέρω υπ` αριθμ. 4 ενιαίο οικόπεδο χωρίσθηκε, όπως και το όμορο υπ` αριθμ. 3 οικόπεδο, σε δύο ίσα τμήματα και ειδικότερα στα ως άνω περιγραφόμενα υπ` αριθμ. 11 και 12 τμήματα, έκαστο των οποίων αντιστοιχούσε στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του όλου ενιαίου αυτού οικοπέδου.

Συνεπώς και με το μεταβιβαστικό αυτό συμβόλαιο συστήθηκε παράλληλα μεταξύ του Οικοδομικού Συνεταιρισμού και του νέου πιο πάνω συγκυρίου αγοραστή Ε. Τ. κάθετη διηρημένη ιδιοκτησία επί των δύο διακεκριμένων πιο πάνω υπ` αριθμ. 11 και 12 τμημάτων του ενιαίου υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, επί των οποίων θα ανεγείρονταν αυτοτελή οικοδομήματα, με ποσοστό συγκυριότητας 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία στο όλο ενιαίο αυτό οικόπεδο. Και η σύσταση αυτή κάθετης διηρημένης ιδιοκτησίας, εφόσον δεν ακυρώθηκε αμετακλήτως μέχρι την προαναφερθείσα ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του ν.δ. 1024/1971 (15-11-1971), είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, έγκυρη και ισχυρή και παράγει όλες τις έννομες συνέπειες της. Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 1975, οι προαναφερθείσες αγοράστριες ..., προτιθέμενες να πωλήσουν τις κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες, που είχαν αγοράσει με τα ως άνω συμβόλαια, στον εκκαλούντα Γ. Α., ο οποίος όμως ενδιαφέρονταν να αγοράσει ένα ενιαίο οικόπεδο, ενώ αυτές αποτελούσαν τμήματα των όμορων πιο πάνω υπ` αριθμ. 3 και 4 ενιαίων οικοπέδων, κατήρτισαν νέα συμβόλαια με τον ............, με τα οποία εμφάνισαν τις κάθετες αυτές ιδιοκτησίες τους, που ήταν όμορες, ως τμήματα του ίδιου ενιαίου οικοπέδου και συγκεκριμένα του υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου. Έτσι, στις 21-4-1975 καταρτίσθηκε μεταξύ του ................ και της αγοράστριας Χ. Χ. το υπ` αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μαραθώνα ........ , που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στις 23-4-1975 στον τόμο ... και με αυξ. αριθμ. ..., με το οποίο οι παραπάνω συμβληθέντες προέβησαν σε ακύρωση της συμβάσεως πωλήσεως που είχε καταρτιστεί μεταξύ τους με το προαναφερόμενο υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .................. , διότι, όπως οι ίδιοι δήλωσαν στο συμβόλαιο αυτό, κατά τη σύνταξη και υπογραφή του αγοραπωλητηρίου αυτού συμβολαίου εκ λάθους ανεγράφη σ` αυτό ότι το πωληθέν υπ` αριθμ. 11 τμήμα αποτελεί τμήμα του υπ` αριθμ. 4 οικοπέδου, καθόσον οικόπεδο με τον αριθμό 4 δήθεν δεν υφίστατο στο υπ` αριθμ. 127 τετράγωνο, και ότι η αληθινή βούληση αυτών ήταν να μεταβιβασθεί το υπ` αριθμ. 11 τμήμα του υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου. Στο συμβόλαιο αυτό ακύρωσης της πώλησης, οι παραπάνω συμβληθέντες προσάρτησαν το από 15 Απριλίου 1975 απόσπασμα τοπογραφικού διαγράμματος από έτους 1962 του μηχανικού Θ. Α., τροποποιητικού, όπως αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό, των σχεδιαγραμμάτων των μηχανικών Κ. Σ. και Ν. Κ., στα οποία (σχεδιαγράμματα) γίνεται αναφορά, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, σε όλα τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια μεταξύ του ............................. και των ως άνω αγοραστών για τον ακριβή προσδιορισμό κατ` έκταση, θέση, όρια και πλευρικές διαστάσεις των οικοπεδικών τμημάτων που αντιστοιχούν στα μεταβιβαζόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου επί των ενιαίων οικοπέδων. Στο παραπάνω απόσπασμα του τροποποιητικού" διαγράμμματος του μηχανικού Θ. Α. εμφανιζόταν ότι τα ως άνω υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικά τμήματα, τα οποία ο ..................... είχε πωλήσει και μεταβιβάσει, με τα προαναφερόμενα αγοραπωλητήρια συμβόλαια, στις αγοράστριες ... ως αυτοτελείς κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες των όμορων υπ` αριθμ. 3 και 4 ενιαίων οικοπέδων αντίστοιχα, αποτελούσαν και τα δύο τμήματα του υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, ενώ τα υπ` αριθμ.. 5 και 12 τμήματα, τα οποία ο Οικοδομικός Συνεταιρισμός ήδη από τα έτη 1965 και 1964 είχε πωλήσει και μεταβιβάσει, κατά τα προαναφερόμενα, στον απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου ... ... και στο μη διάδικο Ε. Τ. ως αυτοτελείς κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες των ίδιων ως άνω υπ` αριθμ. 3 και 4 όμορων οικοπέδων αντίστοιχα, εμφανιζόταν στο απόσπασμα αυτό ότι αποτελούσαν, το μεν πρώτο τμήμα του όμορου με αυτό υπ` αριθμ. 2 οικοπέδου, το δε δεύτερο τμήμα του όμορου επίσης με αυτό υπ` αριθμ. 5 οικοπέδου, έτσι ώστε να φαίνεται ότι δεν υφίστατο πράγματι οικόπεδο με τον αριθμό 4. Στη συνέχεια καταρτίσθηκαν μεταξύ αφενός του .........και αφετέρου των αγοραστριών Χ. Χ. και Σ. Σ. αντίστοιχα, τα υπ` αριθμ. ... και ... νέα αγοραπωλητήρια συμβόλαια του ανωτέρω συμβολαιογράφου ......... , με τα οποία, αφού οι πιο πάνω συμβληθέντες εμφάνισαν ότι το υπ` αριθμ. 3 οικόπεδο αποτελούνταν από τα υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικά τμήματα, όπως αυτά εμφαίνονταν στο προαναφερόμενο απόσπασμα του τροποποιητικού διαγράμματος του μηχανικού Θ. Α., ακολούθως ο ...................... , μεταβίβασε, λόγω πωλήσεως, και κατά τις διατάξεις του ν. 3741/1929 και του Ν.Δ/τος 1024/1971, τα οικοπεδικά αυτά τμήματα και το 1/2 εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούσε στο καθένα από αυτά στις παραπάνω αγοράστριες, ως τμήματα του ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου. Μετά δε τη μεταγραφή των νέων αυτών αγοραπωλητηρίων συμβολαίων οι ως άνω αγοράστριες, με το υπ` αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Χαλανδρίου .................. , που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, και κατά τις διατάξεις του ίδιου ως άνω ν. 3741/1929 και του Ν.Δ/τος 1024/1971, τα παραπάνω υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικά τμήματα, με το αντίστοιχο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί του άνω υπ` αριθμ. 3 ενιαίου οικοπέδου, στον εκκαλούντα Γ. Α., όπως τα τμήματα αυτά εμφαίνονταν στο ίδιο ως άνω απόσπασμα του τροποποιητικού διαγράμματος του μηχανικού Θ. Α., ήτοι ως τμήματα του ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου. Όμως ο .......................... δεν ήταν κύριος ενιαίου οικοπέδου, αποτελούμενου από" τα ως άνω υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικά τμήματα, αφού αυτά αποτελούσαν, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, τμήματα και δη αυτοτελείς κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες, που είχαν συσταθεί νομίμως με τα προαναφερόμενα υπ` αριθμ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια, το πρώτο του υπ` αριθμ. 3 ενιαίου οικοπέδου και το δεύτερο του όμορου υπ` αριθμ. 4 ενιαίου οικοπέδου, με ποσοστό συγκυριότητας το καθένα αντίστοιχα επί των ενιαίων αυτών οικοπέδων 1/2 εξ` αδιαιρέτου. Τα εν λόγω οικοπεδικά τμήματα και τα επί των ενιαίων υπ` αριθμ. 3 και 4 οικοπέδων ποσοστά εξ αδιαιρέτου που αντιστοιχούσαν στα τμήματα αυτά, ενοποίησαν ανεπίτρεπτα ο ........................................... και οι δικαιοπάροχες του εκκαλούντος Χ. Χ. και Σ. Σ., με τα νέα πιο πάνω υπ` αριθμ. ... και ... αγοραπωλητήρια συμβόλαια, και συνέστησαν με τα ίδια συμβόλαια επί του οικοπέδου που προέκυψε από την ενοποίηση των δύο αυτών οικοπεδικών τμημάτων νέες κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες, οι οποίες μεταβιβάσθηκαν στη συνέχεια, λόγω πωλήσεως, στον εκκαλούντα, ενώ ταυτόχρονα με τα αυτά συμβόλαια απέκλεισαν από το καθεστώς της οροφοκτησίας τα υπ` αριθμ. 5 και 12 τμήματα των ώς άνω υπ` αριθμ. 3 και 4 ενιαίων οικοπέδων, τα οποία ο .................................... , κατά τα προαναφερόμενα, είχε ήδη πωλήσει και μεταβιβάσει με το αντίστοιχο ποσοστό εξ αδιαιρέτου επί των οικοπέδων αυτών, στον απώτερο δικαιοπάροχο του εφεσίβλητου ... ... και στο μη διάδικο Ε. Τ. αντίστοιχα. Με τον τρόπο αυτό, με τα νέα ως άνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, ο ..... ................ και οι δικαιοπάροχες του εκκαλούντος κατάργησαν μονομερώς τη νομίμως συνεστημένη κάθετη διηρημένη ιδιοκτησία τόσο επί του ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου όσο και επί του όμορου υπ` αριθμ. 4 ενιαίου οικοπέδου και συνέστησαν επί των υπ` αριθμ. 10 και 11 τμημάτων των ενιαίων αυτών οικοπέδων νέες κάθετες διηρημένες ιδιοκτησίες, χωρίς την απαιτούμενη σύμπραξη και των υπολοίπων συγκυριών των εν λόγω οικοπέδων, ήτοι του τότε συγκυρίου και αμέσου δικαιοπαρόχου του εφεσίβλητου ..................... και του μη διαδίκου Ε. Τ.. Οι συμβάσεις όμως , αυτές κατάργησης της οροφοκτησίας και σύστασης νέων καθέτων διηρημένων ιδιοκτησιών, που περιέχονται στα παραπάνω αγοραπωλητήρια συμβόλαια, εφόσον έγιναν χωρίς τη σύμπραξη και των ως άνω συγκυριών, είναι άκυρες και ουδεμία έννομη συνέπεια επάγονται. Λόγω δε της ακυρότητας των συμβάσεων αυτών οι δικαιοπάροχες του εκκαλούντος Χ. Χ. και Σ. Σ. δεν κατέστησαν συγκύριες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η καθεμία του αποτελούμενου από την ενοποίηση των ως άνω υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικών τμημάτων ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου, αλλά ούτε και κυρίες των νέων καθέτων διηρημένων ιδιοκτησιών, που συστήθηκαν ακύρως επί των οικοπεδικών αυτών τμημάτων. Συνακόλουθα ο εκκαλών, αφού οι δικαιοπάροχες του δεν ήταν κυρίες των ακινήτων που του μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, με το παραπάνω αριθμ. ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν έγινε και αυτός με παράγωγο τρόπο αποκλειστικός κύριος των ακινήτων αυτών, ήτοι του αποτελούμενου από τα υπ` αριθμ. 10 και 11 οικοπεδικά τμήματα ενιαίου υπ` αριθμ. 3 οικοπέδου και των καθέτων διηρημένων ιδιοκτησιών που συστήθηκαν επί του οικοπέδου αυτού. Αλλά ούτε με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, απέκτησε κυριότητα επί του παραπάνω ενιαίου οικοπέδου και επί των επιμέρους καθέτων ιδιοκτησιών αυτού ο εκκαλών, αφού οι κάθετες αυτές ιδιοκτησίες δεν έχουν συσταθεί, όπως προεκτέθηκε, νομίμως και άρα δεν ήταν κατά νόμο δυνατή, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη, η κτήση της κυριότητας τους με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 του ΝΔ/τος 1024/1971, 1, 2, 13 του Ν.3741/1929, 953, 954, 1002, 1117, 1041, 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού. Περαιτέρω το Εφετείο δε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων που εφάρμοσε εκθέτοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Συνεπώς όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το 1α μέρος του πρώτου λόγου και το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, αποδίδοντας στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την από τον αρ. 19 του ίδιου άρθρου πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης αυτής, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κτήσης της κυριότητας του αναιρεσείοντος παραγώγως και πρωτοτύπως είναι αβάσιμα. Ο 1γ λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απαράδεκτος καθ` όσον με τις σχετικές αιτιάσεις αυτού υπό την επίκληση των παραπάνω πλημμελειών από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το υπόλοιπο μέρος με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1, 2 του Ν.Δ/τος 1024/1971, 1, 2, 13 του Ν. 3721/1929, 953, 954, 1002, 1117 ΑΚ και 7 του Ν.Δ/τος 7-7- 1923, από τις οποίες προκύπτει ότι κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτόν " όταν επισπεύδεται ένταξη στο σχέδιο πόλης από Συνεταιρισμό πριν από την κατάρτιση των επί μέρους συμβολαίων μεταβίβασης στους δικαιούχους, θα πρέπει να προηγείται σύνταξη από το Συνεταιρισμό, διαγράμματος γενικής ισχύος, το οποίο θα απεικονίζει τα προς διανομή οικόπεδα, καθώς και τη διάταξη των επί μέρους καθέτων ιδιοκτησιών εντός αυτού και ότι όταν τα επί μέρους συμβόλαια μεταβιβάσεως δε συμφωνούν με το διάγραμμα ή δεν το προσαρτούν ως αναπόσπαστο τμήμα τους είναι άκυρα", στην οποία πλημμέλεια υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθ` όσον ενώ δέχθηκε ότι είναι έγκυρος ο τίτλος με τον οποίο απέκτησε ο αναιρεσίβλητος την συγκυριότητα στο επίδικο ακίνητο και με βάση αυτήν τη παραδοχή δέχθηκε κατ` ουσίαν την αγωγή του δεν ερεύνησε τη συνδρομή της παραπάνω προϋπόθεσης αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι προαναφερόμενες διατάξεις. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθ` όσον στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι δεν υπάρχει παραδοχή σ` αυτήν ότι την ένταξη στο σχέδιο πόλης της ευρύτερης έκτασης στην οποία βρίσκεται και το επίδικο, επέσπευσε ο απώτερος δικαιοπάροχος των διαδίκων, συνεταιρισμός. Επειδή ο από τον αριθμό 11 περ.α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήρο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσον που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ2366/2009, ΑΠ405/2008). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α` του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι` αυτά. Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατά το μέρος αυτού με το οποίο αποδίδεται η αιτίαση από τον αρ. 11α του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ότι δηλαδή το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο δέχθηκε ότι στους τίτλους του αναιρεσιβλήτου και των δικαιοπαρόχων του που στηρίζουν την αγωγική αξίωση της απόκτησης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου παραγώγως περιλαμβάνονται τα τμήματα 5 και 10 του οικοπέδου 3 του 127ου οικοδομικού τετραγώνου, έλαβε υπόψη μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσον και ειδικότερα τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Κ. Κ., που συντάχθηκε το 1962, ανυπόγραφο και ενεπικύρωτο, είναι προεχόντως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ο ισχυρισμός για τη μη σύννομη λήψη αυτού, που στηρίζει τον αναιρετικό λόγο, ο οποίος δεν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προτάθηκε στο Εφετείο από τον αναιρεσείοντα κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. επειδή το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απόδειξη τον παραπάνω ουσιώδη ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι στους τίτλους του περιλαμβάνονται τα προαναφερόμενα ακίνητα είναι αβάσιμος αφού όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο στην παραδοχή του αυτή που οδήγησε και στο πόρισμά του για την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατέληξε από την εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που περιέχονται στις εισηγητικές εκθέσεις των εισηγητών δικαστών, που διορίσθηκαν με τις προδικαστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου των εκθέσεων των πραγματογνωμόνων, που διορίσθηκαν με τις ίδιες αποφάσεις, των εκθέσεων των τεχνικών συμβούλων, καθώς και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και όχι μόνον από το προαναφερόμενο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα.

Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/2000). Ως πράγματα νοούνται και οι λόγοι έφεσης ή αντέφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 17/2012, ΑΠ 37/2008). Με τους δεύτερο, και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδει ο αναιρεσείων στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) με το δεύτερο λόγο τον αγωγικό ισχυρισμό του περί κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ενιαίου ακινήτου με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, τον οποίο με σχετικό λόγο έφεσης επανέφερε ενώπιον του διατυπώνοντας παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που τον απέρριψε κατ` ουσίαν και 2) με τον τρίτο λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με τον οποίο διατυπώθηκε παράπονο για εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού του περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγικής αξίωσης του αναιρεσιβλήτου που είχε προβάλλει με τις πρωτόδικες προτάσεις ως εναγόμενος προς αντίκρουση της αγωγής του. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι καθ` όσον από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους σχετικούς λόγους έφεσης και τους απέρριψε, δεχόμενο ειδικότερα ότι είναι άκυρες οι συμβάσεις κατάργησης της κάθετης συνιδιοκτησίας που νομίμως είχε συσταθεί στο 3 και 4 οικόπεδο καθώς και η σύσταση των νέων καθέτων ιδιοκτησιών και συνεπώς δεν ήταν δυνατή η κτήση της κυριότητας αυτών με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, το δε ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης του ενδίκου δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου απέρριψε ως απαράδεκτο. Περαιτέρω από την διάταξη του άρθρου 106 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο ενεργεί μόνον ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε το άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν.3994/2011 "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής, Με τις προτάσεις που κατατίθενται κατά την παρ. 1 του άρθρου 237 ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής η οποία συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 Κ.Πολ.Δ. αρχής της τήρησης προδικασίας επέρχεται όταν στις προτάσεις, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994). Σύμφωνα δε με την παρ. 2 του πιο πάνω άρθρου 224 Κ.Πολ.Δ. επιτρέπεται στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει, ή να διορθώσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης, όσα ουσιώδη γεγονότα αποτυπώθηκαν ανεπαρκώς ή ασαφώς στην αγωγή του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 8 περ β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Ειδικότερα η παράβαση αυτή συντελέσθηκε κατά τον αναιρεσείοντα επειδή το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει τον ισχυρισμό του, που είχε προτείνει με τις προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφερε ενώπιόν του με λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο υπό την επίκληση του άρθρου 182 ΑΚ, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι δε μεταβιβάσθηκε σ` αυτόν η κυριότητα με το 82/1975 συμβόλαιο αγοράς που αναφέρθηκε παραπάνω και στηρίζει τον παράγωγο τρόπο, η κυριότητα του επιδίκου ακινήτου δηλαδή του 3 ενιαίου οικοπέδου του ..., στο οποίο έχει γίνει σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και αποτελείται από τα τμήματα 10 και 11 αυτού καθένα των οποίων αντιστοιχεί στο 1/2 εξ αδιαιρέτου του μείζονος ενιαίου ακινήτου, λόγω ακυρότητας της μεταβιβαστικής της κυριότητας σύμβασης έπρεπε επικουρικώς να ερευνηθεί από το δικαστήριο ότι με το ίδιο συμβολαιογραφικό έγγραφο εγκύρως μεταβιβάσθηκε σ` αυτόν η κυριότητα δυο χωριστών καθέτων ιδιοκτησιών δηλαδή της 10 και 11 που ανήκουν σε διαφορετικά οικόπεδα (του 3 και 4 του ... αντιστοίχως) αφού οι δικαιοπάροχές του πωλήτριες, υπήρξαν κυρίες των αυτοτελών αυτών καθέτων ιδιοκτησιών. Ο ισχυρισμός όμως αυτός ήταν απαράδεκτος καθ` όσον με αυτόν γίνεται προσθήκη νέων περιστατικών, με τα οποία μεταβάλλεται η ιστορική βάση της αγωγής και το συναρτώμενο με αυτήν αίτημα, η οποία θεμελιώνεται ως προς τον παράγωγο τρόπο στην απόκτηση της κυριότητας με τον παραπάνω τίτλο, έγκυρο κατά τον ενάγοντα, ενός ενιαίου οικοπέδου, στο οποίο έχει συσταθεί κάθετη οροφοκτησία και όχι δύο καθέτων ιδιοκτησιών κάθε μια των οποίων ανήκει σε διαφορετικό οικόπεδο τη μεταβίβασης της κυριότητας των οποίων θα ήθελαν ο ενάγων και οι δικαιοπάροχές του πωλήτριες, αν γνώριζαν την ακυρότητα του ίδιου τίτλου ως προς τη μεταβίβαση της κυριότητας του ενιαίου ακινήτου. Επομένως το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω απαράδεκτο ισχυρισμό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 8 του Ν.559 Κ.Πολ.Δ. και ο περί του αντιθέτου τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012, παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, ως ηττηθείς διάδικος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2012 αίτηση αναίρεσης του Γ. Α., κατά της 4525/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια