
3212/2013 ΕΙΡ ΑΘ ( 615381)
Ιδιωτική ασφάλιση. Αγωγή από λήπτη ασφάλισης προς την ασφαλιστική εταιρεία, για να λάβει αποζημίωση, λόγω ζημίας από την επέλευση ασφαλιστικής περίπτωσης, με βάση «ισχυρή» ασφαλιστική σύμβαση και επικουρικά αδικαιολόγητο πλουτισμό. Βάσιμη η αγωγή κατά την ..
κύρια βάση της. Απορριπτέα η επικουρική. Ενστάσεις από την εναγομένη, περί μη τηρήσεως ασφαλιστικού βάρους από τον ενάγοντα, ακυρώσεως του συμβολαίου και εξόφλησης. Παράβαση ασφαλιστικού βάρους από τον ενάγοντα λήπτη, που υποχρεούται κατά τη σύναψη να δηλώσει στην ασφαλιστική εταιρεία, κάθε στοιχείο αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, που αναλαμβάνει η τελευταία και να απαντήσει σε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Ειδικό ερωτηματολόγιο στον ενάγοντα, που απέκρυψε «εκ δόλου» γεγονός, που γνώριζε, ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν την γνώση εκ μέρους του ασφαλιστή της παράβασης του λήπτη της ασφάλισης. Ο νόμος δεν ορίζει ρητά τι συμβαίνει στην περίπτωση αυτή. Κατ ανάλογη εφαρμογή των αρθρ. 3 παρ.6,7 του Ν. 2496/97 ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, αμέσως μόλις μάθει το γεγονός, χωρίς να απαιτείται εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης. Οπότε, επέρχεται λύση από τη γνωστοποίηση της εναγομένης, προς την κλινική, ότι η ασφαλιστική περίπτωση δεν καλύπτεται κι η τελευταία απαλλάσσεται της καταβολής αποζημίωσης. Αντενστάσεις του ενάγοντα α)περί μη επίδρασης του γεγονότος που αποκρύφτηκε από τον ίδιο, στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, β)του ότι δεν δεσμεύεται από τους όρους και εξαιρέσεις της ασφαλιστικής σύμβασης, που δεν υπέγραψε, γ) περί καταχρηστικότητας του βάρους. Απορριπτέες: α) ο νόμος δεν ανάγει σε προϋπόθεση την σύνδεση του ασφαλιστικού βάρους με την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, για την ελευθέρωση του ασφαλιστή από την παροχή ασφαλίσματος. Αρκεί η απόκρυψη εκ δόλου, περιστατικού, που είναι ουσιώδες για την ανάληψη του κινδύνου, β) εφόσον η σύμβαση είναι ισχυρή και λειτούργησε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, οι συμβαλλόμενοι δεσμεύονται από τους όρους αυτής, άσχετα αν ο λήπτης υπέγραψε ή όχι τους όρους, εφόσον κατά το χρόνο λειτουργίας της αποδέχτηκε αυτή, γ) Τα ασφαλιστικά βάρη είναι διαφορετικά από τις «ρήτρες» προ -διατυπωμένων ΓΟΣ της σύμβασης και δεν υπόκεινται σε έλεγχο για τη διαφάνειά τους, σε σχέση με το ν. 2251/1994 περί καταναλωτή. Ο ενάγων απέκρυψε «εκ δόλου» ότι υπέστη εγχείριση εξεργασίας λάρυγγα, κι απάντησε «όχι» στο σχετικό ερωτηματολόγιο της εναγομένης, κατά την έναρξη της σύμβασης. Υπέστη επέμβαση, άλλες 2 φορές για την ίδια αιτία. Την α φορά η εναγομένη, που δεν γνώριζε την «εκ δόλου» απόκρυψη του γεγονότος, κάλυψε την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Την β φορά, η εναγομένη έλαβε γνώση του γεγονότος, από το ιστορικό του ασθενούς, που λήφθηκε από τον ιατρό της κλινικής, δήλωσε ότι δεν υποχρεούται να καλύψει την επέλευση του κινδύνου και έληξε στη συνέχεια το τμήμα της ασφάλισης, που ήταν σχετικό με την νοσοκομειακή περίθαλψη του ενάγοντα. Η ασφαλιστική σύμβαση ζωής, είχε ήδη λήξει 2 χρόνια πριν την άσκηση της αγωγής, με αίτηση του ενάγοντα προς την εναγομένη, επήλθε εκκαθάριση των μεταξύ τους απαιτήσεων και ο ενάγων αποζημιώθηκε πλήρως. Δεκτές οι ενστάσεις. Απορρίπτει αγωγή.
ΑΡΙΘΜΟΣ 3212/2013
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Αθηνών, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την παρουσία της Γραμματέως ΚΩΤΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16/04/2013, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:
ΤOY ΕΝΑΓΟNTA: .................., κατοίκου Αγίου Δημητρίου Αττικής, οδός .................., αριθ. ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου του Κωνσταντίνο Σταθόπουλο
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Tης Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία «..................», που εδρεύει στην Καλλιθέα, .................., αριθ. ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου της Νικολάου Μαρκόπουλου.
Ο ενάγων με την από 15/10/2008 και αριθ. Κατ. 4185/2009 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, ζήτησε τα κατ αυτή. Δικάσιμος για τη συζήτηση της ορίστηκε η 12/02/10 και μετά από αναβολή η 20/10/11, οπότε και ματαιώθηκε. Με την από 21/10/11 και αριθ. κατ. 10683/2011 κλήση επαναφέρθηκε προς συζήτηση, για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Προσκομίστηκαν δε τα υπ αριθ. 13287877/19.04.13 και 22591935/17.04.13 τετραπλότυπα του Δ.Σ.Α αντίστοιχα, όπως και το δικαστικό ένσημο, στο οποίο υπόκειται το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής (βλ τα υπ αριθ. 337049, 337050, 348741 και 348742/16.04.13, σειρά Α, ποσού 6,00 €, 6,00 €, 30,00€ και 30,00€ αντίστοιχα αγωγόσημα με επικολλημένα επί αυτών τα ανάλογα ένσημα για το ΤΝ, ήδη ΤΑΝ, και το ΤΠΔΑ).
Για την προκείμενη συζήτηση της αγωγής αυτής, Το Δικαστήριο αφού:
Ακουσε όσα αναπτύχθηκαν στο ακροατήριο
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το αρθρ. 1 παρ.1 του Ν. 2496/1997, με την ασφαλιστική σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση (ασφαλιστής) αναλαμβάνει την υποχρέωση, να καταβάλει έναντι ασφαλίστρου στον συμβαλλόμενό της (λήπτη της ασφάλισης) ή σε τρίτο, αποζημίωση για τη ζημία που θα υποστεί από την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης κατά τη διάρκεια της ασφάλισης. Μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης η υποχρέωση του ασφαλιστή να παρέχει ασφαλιστική προστασία μετατρέπεται σε υποχρέωση χρηματικής παροχής για τον κίνδυνο που πραγματοποιήθηκε.
Σύμφωνα με το αρθρ. 3 του Ν. 2496/1997, παρ. 1, εδα, 6 εδ. α και β, 7 εδ. β και γ, σε συνδυασμό με τα αρθρ. 36 παρ. 24 περ. α ιδίου νόμου και αρθρ. 211 επ, 214 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Σε περίπτωση παράβασης, από δόλο, της υποχρέωσής του, που προβλέπεται στην παρ. 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση, μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ετσι, επέρχεται η λύση της σύμβασης και ο ασφαλιστής δεν υπέχει υποχρέωση καταβολής του ασφαλίσματος. Στην περίπτωση της παρ 6 του αρθρ. αυτού η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις παρ. 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής.
Περαιτέρω, ποιες είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να απαιτείται εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης από τον ασφαλιστή, όταν ο τελευταίος αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί αιτία καταγγελίας, την οποία απέκρυψε ο λήπτης της ασφάλισης εκ δόλου, έτσι γίνεται δεκτό, ότι επιβάλλεται αναλογική εφαρμογή της διάταξης περί καταγγελίας και ο ασφαλιστής απαλλάσσεται και μάλιστα αμέσως, μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, της υποχρέωσής του για καταβολή ασφαλίσματος. Η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες, που ορίζει ο νόμος, όπως συνάγεται από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις του Ν. 2496/1997, άσχετα αν το γεγονός που αποκρύφτηκε από το λήπτη της ασφάλισης επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Διότι η σύνδεσή του δεν ανάγεται κατά το νόμο σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 442/2012 ΔΕΕ 2013, 67- ΑΠ 720/2007, Νόμος- ΑΠ 1119/2003 ΕλλΔνη 46,407- ΕφΑθ 3489/2011 ΔΕΕ 2012, 49-ΕφΠειρ 643/2010 ΔΕΕ 2011, 208). Σύμφωνα με τα παραπάνω σε περίπτωση που ο λήπτης της ασφάλισης δόλια δεν γνωστοποίησε στον ασφαλιστή γεγονός, που είναι αντικειμενικά ουσιώδες, για την εκτίμηση του κινδύνου και η ασφαλισμένη περίπτωση επέλθει, πριν ο ασφαλιστής λάβει γνώση της παραπάνω παράβασης, τότε ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης χωρίς να απαιτείται καταγγελία.
Με την από 15/10/08 και αριθ. κατ 4185/09 αγωγή του, εκθέτει ο ενάγων ότι: Με την εναγομένη συνήψε το 1997 την από 05/09/97 ασφάλιση κλάδου ζωής. Η εναγομένη με βάση το υπ αριθ. ......./1997 ασφαλιστήριο συμβόλαιο τον ασφάλισε με βασική ασφάλεια ζωής. Οι καλύψεις που περιλαμβάνονταν στην παραπάνω σύμβαση περιλάμβαναν ισόβια ασφάλεια ζωής, με ρήτρα μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ασφάλιση απαλλαγής καταβολής ασφαλίστρων εξαιτίας ανικανότητας και ασφάλιση ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης υπό τον τίτλο «ΜΑΧΙΜΑ». Η διάρκεια της ασφάλισης συμφωνήθηκε ισόβια. Οσον αφορούσε την κάλυψη για νοσοκομειακή περίθαλψη περιλάμβανε έξοδα νοσοκομείου και χειρουργικών επεμβάσεων, εργαστηριακές και παρακλινικές εξετάσεις, φάρμακα, αμοιβές ιατρών συνεπεία ασθενείας ή ατυχήματος καθώς και έξοδα εξωνοσοκομειακών εξετάσεων, χωρίς κανένα περιορισμό ποσού. Στις 26/11/04 εισήχθη στο νοσοκομείο «..................» που αποτελούσε συνεργαζόμενη κλινική με την εναγομένη. Την εισαγωγή του ανήγγειλε αμέσως στην εναγομένη και η δαπάνη νοσηλείας του ανήλθε στο συνολικό ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ (3.789,00€), όπως το ποσό αυτό αναλύεται ειδικά στην αγωγή. Στη συνέχεια νοσηλεύτηκε εκ νέου στις 22/12/04 στην ίδια κλινική και η δαπάνη νοσηλείας του ανήλθε στο ποσό των πέντε χιλιάδων εκατόν εβδομήντα οκτώ ευρώ (5.178,00€), όπως και το ποσό αυτό αναλύεται επίσης στο δικόγραφο. Το σύνολο των χρημάτων που κατέβαλε για τις παραπάνω νοσηλείες του ανήλθε τελικά στο ποσό των οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα επτά ευρώ (8.967,00€). Η εναγομένη, όμως καθυστερούσε την πληρωμή των παραπάνω εξόδων με διάφορες δικαιολογίες και αρνείται να καταβάλλει το παραπάνω ποσό παρά τις οχλήσεις του. Επιδιώκει, δε, με την αγωγή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το παραπάνω ποσό, κύρια εξαιτίας της ισχυρής σύμβασης ασφάλισης, άλλως λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
Ετσι έχουσα η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά φέρεται στο Δικαστήριο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 14 παρ. 1α, 25 Κ.Πολ.Δ) κατά την τακτική διαδικασία, είναι βάσιμη κατά το νόμο κατά την κύρια βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις των αρθρ. 1, 2, 7 παρ. 7, 9, 11 παρ. 1, 2, 19 του Ν. 2.496/1997 «περί ασφαλιστικής συμβάσεως», με τα οποία καταργήθηκαν τα αρθρ. 189 επ ΕμΝ, 293, 361, 340, 345, 341, 346 Α.Κ, 907, 908, 176 Κ.Πολ.Δ, σε όλα τα αιτήματα και θα πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω και στην ουσία της, για να αποδειχτεί και η κατ αυτή βασιμότητά της, εφόσον για το παραδεκτό της συζητήσεώς της καταβλήθηκαν τα νόμιμα τέλη χαρτοσήμου και τα υπέρ τρίτων ένσημα και προσκομίστηκε το δικαστικό ένσημο, στο οποίο υπόκειται το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής. Ενώ, η επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, που αφορά και στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, είναι απορριπτέα, εφόσον, ο ενάγων δεν ισχυρίζεται ότι η ασφαλιστική του σύμβαση με την εναγομένη, ήταν κατά το χρόνο εκείνο για οποιονδήποτε λόγο άκυρη, αλλά αντίθετα ότι ήταν έγκυρη.
Η εναγομένη αρνείται την αγωγή και προβάλλει τις ενστάσεις: 1) απαλλαγής της υποχρέωσης από την καταβολή του ασφαλίσματος, για την ευρεία νοσοκομειακή περίθαλψη, για το λόγο ότι ο ενάγων εκ δόλου, δεν δήλωσε, αλλά απέκρυψε, κατά την αίτησή του για την σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης γεγονότα, που ήταν γνωστά σε εκείνον, που ήταν ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου από την ίδια, 2) ένσταση εξοφλήσεως, διότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο ακυρώθηκε και στις 01/09/06 ο ενάγων έλαβε το αντίτιμο εξαγοράς του σχετικού ασφαλιστηρίου, αφού υπολογίστηκαν οι μεταξύ τους ένθεν και ένθεν απαιτήσεις, 3) ένσταση εκ του αρθρ. 332 παρ.α ΑΚ, οι οποίες νόμιμα προβάλλονται (αρθρ. 3 παρ. 6, 7 Ν 2496/97, 416 ΑΚ) και θα πρέπει να εξεταστούν και στην ουσία τους, των λοιπών απορριπτόμενων ως αβασίμων κατά το νόμο. Ενώ, η ένσταση περί απώλειας εκ μέρους του ενάγοντα της προθεσμίας προς εναντίωση του, σε σχέση με τους όρους της ασφαλιστικής σύμβασης, και της για ικανό χρόνο διάρκειας και λειτουργίας της, δεν είναι σχετική με την κρίση επί του συγκεκριμένου προκειμένου θέματος.
Από την κατάθεση των μαρτύρων των διαδίκων, όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τους ισχυρισμούς και τις ομολογίες, που περιλαμβάνονται στις προτάσεις τους και από όλη γενικά τη διαδικασία αποδείχτηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου αυτού, τα εξής:
Στις 05/09/1997 ο ενάγων υπέβαλε αίτηση προς την εναγομένη για ασφάλιση ζωής, που περιλάμβανε και επί πλέον καλύψεις, όπως και νοσοκομειακή ευρεία κάλυψη. Στην αίτηση περιλαμβανόταν ερωτηματολόγιο 21 ερωτήσεων, που είχε συνταχθεί από την εναγομένη και ειδικές ερωτήσεις, που αφορούσαν το ιατρικό ιστορικό του ενάγοντα. Μεταξύ αυτών των ερωτήσεων περιλαμβανόταν η αριθ. 11, αν ο ενάγων έχει ή είχε οποιαδήποτε πάθηση ματιών, αυτιών, μύτης ή ιγμόρειων, λαιμού. Περαιτέρω, στην αριθ. 16 ερώτηση αν έχει κάνει ακτινογραφίες, ηλεκτροκαρδιογραφήματα, εγχειρίσεις ή νοσηλείες σε νοσοκομείο ή κλινικές… Στις ερωτήσεις αυτές ο ενάγων ήταν υπόχρεος, να απαντήσει με κάθε ειλικρίνεια και να αναφέρει τα σχετικά προβλήματα, σε σχέση με τις παραπάνω ερωτήσεις. Για την ειλικρινή, δε, απάντηση με κάθε λεπτομέρεια και τη μη απόκρυψη των περιστατικών, που σχετίζονταν με την κατάσταση της υγείας του και το ιατρικό του ιστορικό, υπήρχε σαφής δήλωση, περιλαμβανόμενη στο ίδιο έντυπο, την οποία υπέγραφε, με δική του ευθύνη, ο ενάγων, ότι απάντησε με κάθε ειλικρίνεια σε όλες τις ερωτήσεις, χωρίς να αποκρύψει τίποτε. Περαιτέρω, υπήρχε και β μέρος που και πάλι αφορούσε το ιατρικό ιστορικό του ενάγοντα και περιλάμβανε 19 ερωτήσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβανόταν η υπ αριθ. 13 Α ερώτηση, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων θα έπρεπε να απαντήσει αν έχει κάνει ακτινογραφίες, ηλεκτροκαρδιογραφήματα, εγχειρίσεις ή νοσηλεία σε νοσοκομείο ή κλινική. Ο ενάγων απάντησε αρνητικά, «όχι». Στην με αριθ. 15 Α ερώτηση, αν είχε κύστη κόκκυγα, αιμορροΐδες, περιεδρικό συρίγγιο, κιρσούς, άλλες παθήσεις, όγκους κλπ, απάντησε και πάλι αρνητικά «όχι». Ωστόσο, ήδη, ο ενάγων είχε υποστεί το 1996 και λίγο πριν υποβάλλει την αίτηση για ασφάλιση στην εναγομένη, σε χειρουργική επέμβαση νέο-εξεργασίας λάρυγγα, λόγω μορφώματος, που εμφανίστηκε, την οποία και απέκρυψε κι αντίθετα με την αλήθεια ανέφερε, ότι δεν είχε υποστεί καμία χειρουργική επέμβαση, ούτε εμφάνισε καμία πάθηση. Το παραπάνω περιστατικό γνώριζε ο ενάγων και όχι μόνο δεν το ανακοίνωσε, αλλά το απέκρυψε. Ηταν, δε, αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, που αναλάμβανε η εναγομένη, και για τον ίδιο λόγο το περιέλαβε στο ερωτηματολόγιό της, όπως και κάθε πάθηση ή χειρουργική επέμβαση. Στις 26/11/04 η εναγομένη πληροφορήθηκε, ότι ο ενάγων είχε εισαχθεί στην «..................», για εξεργασία λάρυγγα. Τότε πληροφορήθηκε, ότι ο ενάγων είχε υποστεί και το 1996 εγχείριση, για την ίδια αιτία, λίγο πριν υποβάλλει, προς αυτήν, την αίτησή του, για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Επίσης, από ότι προκύπτει, ο ενάγων είχε υποστεί και το 2001 και πάλι επέμβαση για νέο-εξεργασία λάρυγγα, την οποία και είχε καλύψει η εναγομένη, που κατέβαλε τα έξοδα. Η εναγομένη, που πληροφορήθηκε το παραπάνω γεγονός για πρώτη φορά, από την φόρμα της ιατρικής εκτίμησης, όταν ο ενάγων εισήχθη στην Ευρωκλινική, γνωστοποίησε στην παραπάνω κλινική, ότι η περίπτωση του ενάγοντα δεν καλύπτεται. Στη συνέχεια, κατήγγειλε την μεταξύ αυτής και του ενάγοντα σύμβαση. Εφόσον, δε, η ασφαλιστική περίπτωση επήλθε πριν από την εκ μέρους της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας γνώση της παράβασης από τον ενάγοντα, του προαναφερόμενου ασφαλιστικού βάρους, επήλθε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα πρόταση, απαλλαγή της εναγομένης, κατ εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 3 παρ. 6 εδ. β του Ν. 2496/97, από την υποχρέωσή της για καταβολή του ασφαλίσματος, έκτοτε. Συνεπώς, δεν ήταν υπόχρεη να καταβάλλει κανένα ποσό για νοσηλεία του ενάγοντα, από εκεί και πέρα. Η περίπτωση της νοσηλείας του ενάγοντα στις 26/11/04 για επέμβαση εξεργασίας λάρυγγα και χορδεκτομή, συνεπώς, δεν καλυπτόταν από την εναγομένη, που δεν ήταν υπόχρεη να καταβάλλει ασφάλισμα. Κατά τον ίδιο τρόπο δεν καλυπτόταν ούτε κι η νοσηλεία του ενάγοντα στην ίδια κλινική, στις 26/12/04, άσχετα αν αφορούσε την ίδια ή άλλη πάθηση. Εφόσον, η εναγομένη δεν ήταν έκτοτε υπόχρεη σε καταβολή ασφαλίσματος, αφού πληροφορήθηκε την εκ δόλου απόκρυψη του ενάγοντα και την παράβαση του ασφαλιστικού βάρους, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του, για τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης. Το παραπάνω γεγονός, άλλωστε, ότι η πάθηση αυτή του λάρυγγα του ενάγοντα προϋπήρχε και ο τελευταίος είχε υποστεί επέμβαση, «νέο εξεργασίας λάρυγγα» το 1996, δεν αρνήθηκε ο μάρτυρας του, αλλά αντίθετα. Το πραγματικό αυτό γεγονός, η αναληθής ενημέρωση της εναγομένης εκ μέρους του ενάγοντα, και η επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, πριν να πληροφορηθεί την αναλήθεια των δηλώσεων του ενάγοντα, αρκούσαν για τη θεμελίωση της ένστασής της, περί απαλλαγής, ανεξάρτητα από την καταγγελία, που χώρησε στη συνέχεια και την οποία επικαλείται. Αλλωστε, αποδεικνύεται, ότι για τον ίδιο λόγο ο ενάγων είχε υποστεί τρεις φορές επέμβαση. Περαιτέρω, όπως αποδείχτηκε, ο ενάγων ζήτησε, στις 03/08/06, με αίτησή του, την ακύρωση της ασφαλιστικής σύμβασης και την εξαγορά του συμβολαίου. Οπως προκύπτει, δε, από την από 01/09/2006 απόδειξη, παραλαβής επιταγής, που προσκομίζει η εναγομένη, μετά από σχετική εκκαθάριση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, ο ενάγων έλαβε από την ίδια το ποσό των δύο χιλιάδων διακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και 80 λεπτά (2.255,80€), προς πλήρη εξόφληση του, ως αντίτιμο εξαγοράς του ενδίκου ασφαλιστηρίου. Η εναγόμενη είχε ήδη προβεί μέχρι τότε, από ότι αποδεικνύεται, σε καταβολές προς τον ενάγοντα, όσον αφορούσε το πρόγραμμα υγείας. Με την παραλαβή του παραπάνω ποσού ο ενάγων δήλωσε, ότι είχε εξοφληθεί ολοσχερώς και πλήρως κάθε απαίτησή του, την οποία είχε έναντι της εναγομένης. Στη συνέχεια, όμως, παρά τα παραπάνω, δύο (2) και πλέον έτη, μετά την πλήρη ακύρωση του ασφαλιστηρίου του συμβολαίου, που ζήτησε ο ίδιος ο ενάγων και τέσσερα (4) και πλέον έτη από την γνωστοποίηση της εναγομένης, προς αυτόν, αλλά και προς την «..................», ότι δεν καλύπτει πλέον το παραπάνω πρόγραμμα ευρείας νοσοκομειακής περίθαλψης του, αποφάσισε να ασκήσει την προκείμενη αγωγή κατά της εναγομένης. Στην αγωγή τίποτε από τα παραπάνω δεν ανέφερε. Για τον ίδιο λόγο και δεν προσκόμισε και το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, που είχε ήδη ακυρωθεί από το 2006. Η σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης, ωστόσο, η οποία και ήταν ενεργή στις 26/11/04, οπότε η εναγομένη πληροφορήθηκε την εκ δόλου παράβαση του ενάγοντα, αποδεικνύεται από τα λοιπά στοιχεία, όπως και από όσα έγγραφα προσκόμισε η εναγομένη, αλλά και από τις ομολογίες των διαδίκων. Οι αντενστάσεις του ενάγοντα, ότι δεν υπέγραψε τους όρους του ασφαλιστηρίου και συνεπώς δεν υπέχει ευθύνη, είναι αβάσιμες κατά το νόμο και απορριπτέες. Οι γενικοί και ειδικοί όροι του ασφαλιστηρίου δεσμεύουν τον ασφαλιζόμενο, ακόμη και αν δεν τους υπέγραψε (ΕφΑθ 1903/2010 ΔΕΕ 2012, 952), εφόσον η ασφαλιστική σύμβαση παραμένει σε ισχύ και ο ασφαλισμένος λαμβάνει ωφελήματα εξ αυτού. Περαιτέρω, απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί του, ότι η παραπάνω πάθηση του, που δεν ανέφερε στην εναγομένη, δεν έχει επίδραση στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, που δεν οφείλεται στην πάθησή του. Η απαλλαγή του ασφαλιστή, στην περίπτωση που ο ασφαλισμένος παρέβη το ασφαλιστικό βάρος πληροφόρησής, που είχε, και δεν ανακοίνωσε στον τελευταίο την αλήθεια, επέρχεται εκ του νόμου, που δεν διακρίνει, αν η πάθηση, που προϋπήρχε της σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, επέδρασε ή όχι στην ασφαλιστική περίπτωση. Τα ασφαλιστικά βάρη, τέλος, είναι διαφορετικά από τις ρήτρες, που διατυπώνονται ως ΓΟΣ στις συμβάσεις και υπόκεινται σε έλεγχο για τη διαφάνεια τους, όπως και για καταχρηστικότητα σε σχέση με το ν. 2251/1994 περί καταναλωτή. Το ασφαλιστικό βάρος της πληροφόρησης του ασφαλιστή, για το ιατρικό ιστορικό του ασφαλιζόμενου, που γνωρίζει μόνο ο τελευταίος, στο οποίο ο ασφαλιστής δεν έχει πρόσβαση, προκύπτει, από το ότι ο ασφαλιστής πρέπει να γνωρίζει τον κίνδυνο, που αναλαμβάνει, και τα ουσιώδη στοιχεία αυτού. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση της επιβολής του βάρους στον ασφαλιζόμενο, ενώ όσον αφορά τις συνέπειες από την παράβασή του από τον τελευταίο αυτές διαγράφονται από τον ίδιο το νόμο. Συνεπώς απορριπτέος είναι ο σχετικός ισχυρισμός.
Κατ ακολουθία των ανωτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση της εναγομένης, ότι με βάση το νόμο δεν ήταν υπόχρεη να καταβάλλει ασφάλισμα στον εναγόμενο, που εκ δόλου παρέβη την υποχρέωσή του και απέκρυψε το πρόβλημα, που είχε με «νέο- εξεργασία» λάρυγγα, για την οποία και είχε εγχειριστεί το 1996, που ήταν ουσιώδης όρος για την ανάληψη του κινδύνου από τον ασφαλιστή, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικαστεί ο ενάγων στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της εναγομένης κατ αρθρ. 176 ΚΠολΔ, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζοντας με δικονομικά παρόντες τους διαδίκους.
Απορρίπτει την αγωγή.
Καταδικάζει τον ενάγοντα στην καταβολή της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, την οποία ορίζει στα εκατόν ογδόντα ευρώ (180,00€).
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 17 Ιουλίου 2013, ενώ απουσίαζαν οι διάδικοι.
Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΚΩΤΟΥΛΑ ΒΑΣΙΛΙΚΗ
Ε.Φ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου