Διεκδικητική αγωγή. Ενωση αλλοτρίου κινητού σε ξένο ακίνητο. Αξιώσεις του νομέα του κινητού (ιδίως απόδοση της ωφελείας λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού). Προϋποθέσεις αναζήτησης της επωφελούς δαπάνης κατ΄ αρ. 1103 ΑΚ. Διοίκηση αλλοτρίων. Πότε ζητούνται αξιώσεις λόγω διοίκησης αλλοτρίου πράγματος. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 1077/2006 απόφαση ΕφΘεσ/κης)..1259/2011 ΑΠ..


Ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα. Αν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με....350/2015 ΑΠ.

1259/2011 ΑΠ ( 571454) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2012/266) Διεκδικητική αγωγή. Ενωση αλλοτρίου κινητού σε ξένο ακίνητο. Αξιώσεις του νομέα του κινητού (ιδίως απόδοση της ωφελείας λόγω αδικαιολογήτου πλουτισμού). Προϋποθέσεις αναζήτησης της ..
επωφελούς δαπάνης κατ΄ αρ. 1103 ΑΚ. Διοίκηση αλλοτρίων. Πότε ζητούνται αξιώσεις λόγω διοίκησης αλλοτρίου πράγματος. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 1077/2006 απόφαση ΕφΘεσ/κης).


  
Αριθμός 1259/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1` Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Τίγγα , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Π. συζ. Η. Σ., κατοίκου .... . ... , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της...

Των αναιρεσιβλήτων:1. Χ. Μ. του Γ. και 2. Ο. συζ. Χ. Μ. το γένος Π. Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους ....

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Μαΐου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11962/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1077/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6 Νοεμβρίου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Τίγγας ανέγνωσε την από 12 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1103 ΑΚ, για δαπάνες από τις οποίες αυξήθηκε η αξία του πράγματος (επωφελείς δαπάνες), έχει δικαίωμα αποζημίωσης μόνον ο καλόπιστος νομέας για το πριν από την επίδοση της αγωγής χρονικό διάστημα και μόνον εφόσον σώζεται η αύξηση της αξίας κατά τον χρόνο της απόδοσης του πράγματος, κατά δε το άρθρο 1104 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, για το πράγμα που ενώθηκε με άλλο, ως συστατικό του, ο νομέας έχει το δικαίωμα της αφαίρεσης, το οποίο όμως αποκλείεται μόνον στις περιπτώσεις που αυτό το άρθρο ρητώς ορίζει. Κατά τα άρθρα 1057 και 1063 ΑΚ, αν το κινητό ενωθεί με ακίνητο, έτσι ώστε να γίνει συστατικό του, η κυριότητα του ακινήτου εκτείνεται και στο κινητό (άρθρο 1057), εκείνος όμως που έχασε την κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα εξαιτίας της ένωσης, έχει απαίτηση εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με επιφύλαξη του τυχόν δικαιώματός του για αποζημίωση από αδικοπραξία ή για απόδοση δαπανών ή για αφαίρεση κατασκευάσματος.

Αξίωση για επαναφορά της προηγουμένης καταστάσεως αποκλείεται (άρθρο1063 ΑΚ). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι, σε περίπτωση που κινητό πράγμα ενωθεί με αλλότριο (ξένο) ακίνητο, κατά τρόπο που να καταστεί συστατικό αυτού (άρθρα 953 και 954 ΑΚ), γεγονός που συμβαίνει και στην περίπτωση που ο νομέας του χάνει τη κυριότητα των υλικών αυτών, λόγω της ενώσεώς των με το ξένο ακίνητο δικαιούται, ανεξαρτήτως της καλής ή κακής πίστεώς του και του χρόνου επιδόσεως της διεκδικητικής αγωγής, να απαιτήσει, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, από τον κύριο του οικοπέδου την απόδοση της ωφέλειας που απέκτησε από τη μετάθεση σ` αυτόν της κυριότητας των υλικών, όχι όμως και την απόδοση της ωφέλειας από την εργασία του νομέα ή των προσληφθέντων από αυτόν εργατοτεχνιτών, εργολάβου, μηχανικού κλπ., γιατί η διάταξη του άρθρου 1063 ΑΚ ορίζει μόνον για απαίτηση από την απώλεια της κυριότητας κινητού πράγματος, λόγω ενώσεώς του με ξένο ακίνητο και όχι για δαπάνες. Επιφυλάσσει όμως το άρθρο 1063 ΑΚ στον νομέα κινητού ή ακινήτου πράγματος το δικαίωμα να απαιτήσει αποζημίωση για την όλη δαπάνη ανεγέρσεως της οικοδομής στο ξένο ακίνητο, όταν πρόκειται για ακίνητο, με τους όρους, όμως, και τις προϋποθέσεις του άρθρου 1103 ΑΚ, ήτοι να πρόκειται για καλόπιστο νομέα, η δαπάνη να είναι επωφελής, δηλαδή να επήλθε από αυτήν αύξηση της αξίας του πράγματος, η αύξηση αυτή να σώζεται κατά τον χρόνο της απόδοσης του πράγματος, η δε δαπάνη να έγινε το διάστημα πριν από την επίδοση της διεκδικητικής αγωγής. (Ολ.ΑΠ 1220/1975, ΑΠ 1882/1999, 480/2008). Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 740 ΑΚ, κατά την οποία "οι διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων δεν εφαρμόζονται, αν κάποιος διεξάγει ξένη υπόθεση νομίζοντας ότι πρόκειται πως είναι δική του", συνάγεται ότι, αν κάποιος, διοικεί ξένη υπόθεση, αγνοώντας -αναιτίως ή υπαιτίως- ότι είναι ξένη και νομίζοντας ότι είναι δική του, δεν ευθύνεται με τις διατάξεις περί διοικήσεως αλλοτρίων, αλλά (ευθύνεται) κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού ή (και) των αδικοπραξίων, τα δικαιώματά του όμως έναντι του κυρίου της υποθέσεως, εφόσον αφορούν δαπάνες επί νεμόμενου πράγματος, ρυθμίζονται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 1103, 1104 παρ. 1, 1057 και 1063 του ΑΚ. Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Η παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατά τη διάταξη αυτή, συντελείται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με εσφαλμένη εφαρμογή, η οποία γίνεται, όταν εφαρμόζεται ο κανόνας δικαίου, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του είτε δεν εφαρμόζεται ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και όταν εφαρμόζεται εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχεται και η νομική αοριστία της αγωγής, όταν το δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξιώνει περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα (Ολ.ΑΠ 18/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 8-5-2001 αγωγής της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος που αφορούσε τους αναιρεσιβλήτους, ιστορούσε σ` αυτή η αναιρεσείουσα ότι στο επίδικο ακίνητο, το οποίο αυτή αποπεράτωσε, υπολαμβάνοντας εαυτή αποκλειστική κυρία τούτου, ως αποτελούντος το εργολαβικό της αντάλλαγμα, ενήργησε δαπάνες ως καλόπιστη νομέας, χωρίς όμως να διαχωρίζει ποίες από τις δαπάνες αφορούσαν τα συνενωθέντα με το ακίνητο υλικά που κατέστησαν συστατικά του και ποιές αφορούσαν αμοιβές εργατοτεχνητών, καθιστώντας έτσι μη νόμιμο το αίτημα απόδοσης των δαπανών για τα χρησιμοποιηθέντα υλικά που ενώθηκαν με το ακίνητο και κατέστησαν συστατικά του, ανεξάρτητα από την καλή ή κακή πίστη της, κατ` εφαρμογήν του άρθρου 1063 σε συνδυασμό με 904 επ. ΑΚ, εφόσον δεν προσδιόριζε τις για την αιτία αυτή γενόμενες δαπάνες, κατά τις οποίες κατέστησαν αδικαιολογήτως πλουσιότεροι οι αναιρεσίβλητοι.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε την αγωγή, κατά την ανωτέρω περί αποδόσεως επωφελών δαπανών από κακόπιστο νομέα πράγματος νομική βάση της, ως μη νόμιμη και την έκρινε νόμιμη ως προς τη νομική βάση της από τις διατάξεις των άρθρων 1103 σε συνδυασμό με 904 επ. ΑΚ, που προϋποθέτουν καλή πίστη, την οποία επεκαλείτο η αναιρεσείουσα, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1063 και 904 επ. ΑΚ και ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (Ολ.ΑΠ 1/1999), Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑ.Π. 661/1984).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε τα ακόλουθα: " Με το υπ` αριθμ. .../1983 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευθυμίας Γερασιμίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι κατέστησαν αποκλειστικοί κύριοι ενός οικοπέδου, προερχόμενου από συνένωση γειτονικών οικοπέδων, συνολικού εμβαδού 589,80 τ.μ., που βρίσκεται επί της οδού ... και ... αριθμ. 70-72-74 του Δήμου ....... Με το υπ` αριθμ. .../1983 εργολαβικό συμβόλαιο της ιδίας συμβολαιογράφου, οι προαναφερόμενοι ανέθεσαν στον εργολάβο Α. Σ. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο ως άνω ακίνητο τους, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, υποσχόμενοι να μεταβιβάσουν σε αυτόν ή σε πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε τα 399,37‰ εξ αδιαιρέτου ποσοστά του ενιαίου οικοπέδου τους με τους αντίστοιχους σε αυτά δίπορτους χώρους της υπό ανέγερση οικοδομής, ως αντάλλαγμα για τη δαπάνη ανοικοδομήσεως. Ο προαναφερόμενος εργολάβος άρχισε την κατασκευή του έργου φθάνοντας μέχρι του σταδίου των επιχρισμάτων, οπότε στις 16-10-1985, με εξώδικο καταγγελία τους οι οικοπεδούχοι κήρυξαν αυτόν έκπτωτο από τα δικαιώματα του, διότι, όπως ανέφεραν στην εξώδικο τους, αυτός καθυστερούσε υπαίτια την κατασκευή και παράδοση της οικοδομής μέσα στις συμφωνημένες προθεσμίες και δεν κατέβαλε τις καταπεσούσες ποινικές ρήτρες. Στη συνέχεια, α) με την υπ` αριθμ. ...../9-1-1986 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χατζησιαφαρίκα, οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι (οικοπεδούχοι) και ο προαναφερόμενος εργολάβος ακύρωσαν το υπ` αριθμ. .../1983 προσύμφωνο και εργολαβικό, ο δε εργολάβος απαλλάχθηκε από κάθε ευθύνη και υποχρέωση έναντι αυτών και β) με το αμέσως επόμενο υπ` αριθμ. .... ... ....../9-1-1986 προσύμφωνο και εργολαβικό της ιδίας συμβολαιογράφου, οι πέντε πρώτοι εναγόμενοι ανέθεσαν στην ενάγουσα ως εργολάβο και αυτή ανέλαβε να αποπερατώσει την ως άνω οικοδομή, που αποτελείτο από πιλοτή, 4 κύριους ορόφους και ρετιρέ με δώμα. Με το τελευταίο προσύμφωνο οι προαναφερόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα ή σε τρίτα από αυτήν υποδειχθησόμενα πρόσωπα, ως εργολαβική αμοιβή της, τα 197,014/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου με τους αντιστοιχούντες σ` αυτά διαιρετούς χώρους, ήτοι ολόκληρο τον 4° όροφο, αποτελούμενο από ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 181,11 τ.μ. και καθαρού 161,12 τ.μ. και τον υπόγειο χώρο της οικοδομής, εξαιρουμένων των έξι αποθηκών. Μετά καθυστέρηση μηνών η ενάγουσα εγκαταστάθηκε στο έργο το οποίο αποπεράτωσε. Ο αρχικός εργολάβος, Α. Σ., με το υπ` αριθμ. .../3-3-1983 προσύμφωνο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Εξαδακτύλου, ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει στους έκτο και έβδομη των εναγομένων (αναιρεσιβλήτων) κατ` ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου τον τέταρτο όροφο της ως άνω οικοδομής, που αποτελείτο από ένα διαμέρισμα μικτού εμβαδού 181,11 τ.μ. και καθαρού 161,12 τ.μ., δηλαδή το διαμέρισμα το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, οι οικοπεδούχοι υποσχέθηκαν, στη συνέχεια, να μεταβιβάσουν στην ενάγουσα. Ως τίμημα ορίστηκε το ποσό των 6.300.000 δρχ., έναντι του οποίου οι προαναφερόμενοι κατέβαλαν σ` αυτόν τμηματικά το ποσό των 3.910.000 δρχ. Με το ίδιο προσύμφωνο ορίστηκε ότι το οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας θα γινόταν όταν θα τελείωνε η επικάλυψη του σκελετού του τετάρτου ορόφου της οικοδομής, ταυτόχρονα δε ο εργολάβος εκχώρησε στους ως άνω αγοραστές όλα τα δικαιώματα κατά των παραπάνω οικοπεδούχων, που απέρρεαν από το ως άνω εργολαβικό συμβόλαιο και είχαν σχέση με το διαμέρισμα που υποσχέθηκε να πωλήσει σ` αυτούς. Την εκχώρηση δε αυτή των δικαιωμάτων του εργολάβου κατά των οικοπεδούχων, στους αγοραστές, ανήγγειλαν οι τελευταίοι στους οικοπεδούχους με την από 25-9-1985 αναγγελία τους, που επιδόθηκε μαζί με το άνω .../1983 προσύμφωνο, στις 27-9-1985 (βλ. τις υπ` αριθμ. 533γ`, 534γ`, 535γ`, 536γ` και 537γ727-9-1985 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ...), ενώ την ίδια αναγγελία επέδωσαν στις 27-9-1985 και στον εργολάβο Α. Σ. (βλ. την υπ` αριθμ. 532γ727-9-1985 έκθεση επιδόσεως του ίδιου δικαστικού επιμελητή). Ταυτόχρονα, κάλεσαν τους οικοπεδούχους να προσέλθουν στο συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Ευάγγελο Βαντσίδη για την κατάρτιση και υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, πλην όμως οι οικοπεδούχοι αρνήθηκαν να προσέλθουν και συμπράξουν στην οριστική μεταβίβαση του ως άνω διαμερίσματος στους αγοραστές, αν και συνέτρεχαν όλοι οι όροι για τη μεταβίβαση αυτή. Μετά την άρνηση αυτή των οικοπεδούχων, οι αγοραστές του διαμερίσματος αυτού (αναιρεσεσίβλητοι), προκειμένου να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους σ` αυτό ζήτησαν τη μεσεγγύηση του, η οποία διατάχθηκε με την υπ` αριθμ. 3758/13-11-1985 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Στο μεταξύ, όμως, ο ανωτέρω εργολάβος, κατά παράβαση των υποχρεώσεών του που ανέλαβε έναντι των πιο πάνω αγοραστών με το ως άνω προσύμφωνο (.../1983), αποφάσισε να πωλήσει το ίδιο διαμέρισμα για δεύτερη φορά στην ενάγουσα (Π. Σ.). Για το λόγο αυτό, με την από 16-10-1985 πρόσκλησή του κάλεσε τους οικοπεδούχους να προσέλθουν στις 18-10-1985 στη συμβολαιογράφο Θεσσαλονίκης Γραμματική Καμπά και να υπογράψουν το σχετικό συμβόλαιο, πλην όμως αυτοί, προσελθόντες στο γραφείο της συμβολαιογράφου αρνήθηκαν να συμπράξουν στη μεταβίβαση του άνω διαμερίσματος (βλ την υπ` αριθμ. .../18-10-1985 πράξη της άνω συμβολαιογράφου), για το λόγο ότι τούτο είχε προσυμφωνηθεί να πωληθεί στους προαναφερόμενους, (αναιρεσιβλήτους) πράγμα που εκείνοι γνώριζαν από την επιδοθείσα σ` αυτούς αναγγελία της εκχωρήσεως των δικαιωμάτων του εργολάβου έναντι αυτών. Οπως προαναφέρθηκε, την ίδια όμως ημέρα (16-10- 1985) που επιδόθηκε στους οικοπεδούχους η ως άνω εξώδικη πρόσκληση του εργολάβου, για την εκ νέου πώληση του άνω διαμερίσματος, αυτοί, με ταυτόχρονη εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία προς τον εργολάβο, που επιδόθηκε σ` αυτόν αυθημερόν, τον κήρυξαν έκπτωτο από τα δικαιώματά του από το ως άνω προσύμφωνο και εργολαβικό. Και στη συνέχεια, όπως προαναφέρθηκε, στις 9- 1-1985, οι μεν οικοπεδούχοι και ο εργολάβος υπέγραψαν την υπ` αριθμ. .../9-1-1985 πράξη της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Χατζησιαφαρίκα, με την οποία ακύρωναν το άνω προσύμφωνο και εργολαβικό (...../1983), ενώ οι οικοπεδούχοι με το αμέσως επόμενο .../9-1-1986 προσύμφωνο και εργολαβικό της ιδίας συμβολαιογράφου, ανέθεσαν στην ενάγουσα την εκτέλεση των υπολοίπων εργασιών αποπερατώσεως της οικοδομής, με εργολαβικό αντάλλαγμα το άνω διαμέρισμα. Σημειώνεται ότι, στο τελευταίο τούτο συμβόλαιο, η ενάγουσα συνομολογεί και αποδέχεται ότι το ως άνω διαμέρισμα είχε τεθεί υπό μεσεγγύηση και ότι σε περίπτωση που το βάρος αυτό δεν αρθεί εντός διετίας, οι οικοπεδούχοι είχαν υποχρέωση να της καταβάλουν 8.500.000 δρχ. Περαιτέρω μετά τη σύμφωνα με τα παραπάνω άρνηση των οικοπεδούχων (α` έως ε` εναγομένων) να προσέλθουν και συμπράξουν στην οριστική μεταβίβαση του ως άνω διαμερίσματος στους αγοραστές στ` και ζ` εναγόμενους (αναιρεσιβλήτους) οι τελευταίοι, αφού έθεσαν τούτο υπό δικαστική μεσεγγύηση, στη συνέχεια, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την υπ` αριθμ. 4962/12-12-1985 αγωγή τους κατά των οικοπεδούχων, περί καταδίκης αυτών σε δήλωση βουλήσεως για τη μεταβίβαση σ` αυτούς των εν λόγω ιδανικών μεριδίων του οικοπέδου, στα οποία περιλαμβάνεται το άνω διαμέρισμα. Επί της αγωγής τους αυτής εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 1550/1986 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε αυτή δεκτή, και στη συνέχεια, μετά την άσκηση εφέσεως, απορρίφθηκε με την υπ` αριθμ. 1779/1987 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Κατά της τελευταίας αποφάσεως άσκησαν αναίρεση οι παραπάνω αγοραστές, η οποία έγινε δεκτή με την υπ` αριθμ. 368/1939 απόφαση του Αρείου Πάγου και η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Εφετείο Λάρισας προς περαιτέρω εκδίκαση. Ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής η ενάγουσα άσκησε κύρια παρέμβαση, με αίτημα να καταδικασθούν οι οικοπεδούχοι σε δήλωση βουλήσεως περί μεταβιβάσεως σ` αυτήν του ως άνω διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου, το οποίο, σύμφωνα με το υπ` αριθμ. ...../1986 εργολαβικό αποτελούσε την εργολαβική της αμοιβή, και να απορριφθεί η αγωγή των τότε εναγόντων. Ακολούθως, μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων που διατάχθηκαν με την υπ` αριθμ. 832/1991 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 130/1994 αμετάκλητη απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου (βλ. την υπ` αριθμ. 95/1996 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η κατ` αυτής αίτηση αναιρέσεως), η οποία έκρινε ότι τα υπ` αριθμ. ... και ......./1986 συμβόλαια είναι άκυρα ως εικονικά και ακολούθως, αφού απέρριψε την κύρια παρέμβαση της ενάγουσας, απέρριψε και την έφεση κατά της υπ` αριθμ. 1550/1986 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Οπως δέχθηκε το άνω Εφετείο, τόσο η πράξη ακυρώσεως του αρχικού εργολαβικού συμβολαίου, όσο και το καταρτισθέν νέο εργολαβικό συμβόλαιο με τη (νυν) ενάγουσα, δεν έγιναν σπουδαίως, αλλά κατ` επίφαση και μόνο, με απώτερο σκοπό να ζημιώσουν και να περιγράψουν τα δικαιώματα των ανωτέρω αγοραστών επί του άνω διαμερίσματος, και έτσι, από κοινού και εκ δόλου ορμώμενοι μεθόδευσαν την ανωτέρω λύση, επιλέγοντας και αναθέτοντας την αποπεράτωση των υπολοίπων εργασιών στην εργολάβο Π. Σ. (ενάγουσα), όπισθεν της οποίας με βεβαιότητα κρυπτόταν τόσο ο σύζυγος της Η. Σ., όσο και κυρίως ο έκπτωτος εργολάβος Α. Σ.. Με βάση λοιπόν όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο άγεται στο συμπέρασμα, ότι η ενάγουσα τόσο κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου, με το οποίο ανατέθηκε σ` αυτήν η αποπεράτωση της άνω οικοδομής με εργολαβικό αντάλλαγμα το εν λόγω διαμέρισμα, όσο και κατά το χρόνο αποπερατώσεως της οικοδομής και ειδικότερα του διαμερίσματος αυτού, γνώριζε πολύ καλά ότι τούτο είχε μεταβιβασθεί προηγουμένως από τον αρχικό εργολάβο, με προσύμφωνο, στους στ ` και ζ` των εναγομένων.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ότι ήταν καλής πίστεως, θεωρήσασα εαυτήν αποκλειστική κυρία τούτου, αφού είχε δημιουργηθεί σ` αυτήν η πεποίθηση ότι τούτο θα αποτελούσε το εργολαβικό της αντάλλαγμα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Χαρακτηριστικό της, σύμφωνα με τα παραπάνω, κακόπιστης συμπεριφοράς της είναι το γεγονός ότι, ενώ στις 18-10-1985 ο αρχικός εργολάβος προσπάθησε να πωλήσει σ` αυτήν το εν λόγω διαμέρισμα για δεύτερη φορά, πράγμα που δεν έγινε λόγω της αρνήσεως των οικοπεδούχων (α` έως ε` των εναγομένων), μετά από λίγο καιρό, και συγκεκριμένα στις 9-1-1986, συμφώνησε με τους τελευταίους και ανέλαβε την αποπεράτωση της οικοδομής, με αντάλλαγμα το εν λόγω διαμέρισμα, αν και γνώριζε, όπως η ίδια ομολογεί στο εργολαβικό συμβόλαιο, ότι τούτο διεκδικείται και έχει τεθεί υπό δικαστική μεσεγγύηση και με την ειδικότερη συμφωνία, σε περίπτωση που δεν αρθούν μέσα σε 24 μήνες τα παραπάνω κωλύματα, αυτή θα λάβει από τους οικοπεδούχους το ποσό των 3.500.000 δρχ. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονισθεί ότι, το γεγονός ότι η ως άνω αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Λάρισας (130/1994), η οποία έκρινε ως εικονικό το ως άνω εργολαβικό προσύμφωνο, εκδόθηκε μετά οκτώ έτη από την κατάρτισή του, ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, δεδομένου ότι το εν λόγο Δικαστήριο δεν έκανε τίποτε άλλο από του να διαπιστώσει την υφιστάμενη, κατά το χρόνο υπογραφής του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου, κακή πίστη και δόλια συμπεριφορά της ενάγουσας. Επομένως, ο ισχυρισμός της, που αποτελεί και τη βάση της αγωγής της, ότι δηλαδή ήταν καλής πίστεως και συνεπώς δικαιούται να απαιτήσει τις αναφερόμενες σ` αυτήν δαπάνες, με τις οποίες επήλθε αύξηση στην αξία του διαμερίσματος των έκτου και έβδομης των εναγομένων, (αναιρεσιβλήτων) είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αγωγή της, κατά το μέρος της που στρέφεται εναντίον των τελευταίων. Για το λόγο αυτό, το πρωτοβάθμιο Δικαστήρια που δέχθηκε ότι η ενάγουσα, κατά το χρόνο αποπερατώσεως του ως άνω διαμερίσματος τους ήταν καλής πίστεως και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει κατ` ουσία την αγωγή της κατ` αυτών, έσφαλε, κατά το βάσιμο λόγο της εφέσεώς τους". Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των διατάξεων των άρθρων 1103 σε συνδυασμό με 904 επ. ΑΚ, που εφήρμοσε, καθ` όσον διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, για τη μη ύπαρξη καλής πίστης της αναιρεσείουσας από τότε που απέκτησε τη νομή του ακινήτου, επί του οποίου ισχυρίζεται ότι διενήργησε δαπάνες, τις οποίες αφορούν οι προβαλλόμενες αγωγικές αξιώσεις. Συνιστούσε δε την αποκλείουσα την ευδοκίμηση της αγωγικής αξιώσεως της αναιρεσείουσας, περί αποδόσεως επωφελών δαπανών επί νεμηθέντος ακινήτου, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μη καλή (κακή) πίστη της, η γνώση της ότι το ακίνητο που είχε δοθεί σ` αυτή ως εργολαβικό αντάλλαγμα, είχε προηγουμένως προσυμφωνηθεί να πωληθεί στους αναιρεσιβλήτους. Η κακή πίστη της αναιρεσείουσας από την κτήση της νομής του ακινήτου εκ μέρους της, ως ενδιάθετη πραγματική κατάσταση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εξέλιπε εξαιτίας της εσφαλμένης ως άνω υπ` αριθ. 1779/1987 αποφάσεως του Εφετείου Θεσ/κης, η οποία, άλλωστε, ανατράπηκε στη συνέχεια μετά την άσκηση αναιρέσεως κατ` αυτής και διαγνώσθηκε τελικά αμετάκλητα η σύμπραξη της αναιρεσείουσας, σε συμπαιγνία με τους οικοπεδούχους και τον προηγούμενο εργολάβο, σε εικονική μεταβίβαση του ακινήτου σ` εκείνη προς περιγραφή των δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων.

Επομένως, όσα αντίθετα προβάλλει η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο και τελευταίο, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγο αναιρέσεως, είναι αβάσιμα.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6-11-2006 αίτηση της Π. Σ. για αναίρεση της 1077/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2011.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιουλίου 2011.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια