
1270/2011 ΑΠ ( 564293)
Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης. Έννοια πλάνης, προϋποθέσεις ακύρωσης. Υπογραφή συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου από ηλικιωμένη, η οποία γνώριζε επακριβώς το τι υπέγραφε, η απόφασή της περί μεταβιβάσεως του ακινήτου της ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και ..
λογικά σκεπτομένου ανθρώπου, καθώς δεν προέκυψε, ιατρικώς, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου έπασχε από κάποια ψυχική ή άλλη σχετική νόσο, δεν κατέληξε στην απόφασή της αυτή από πλάνη, καθόσον το συμβόλαιο διαβάστηκε καθαρά και δυνατά στους συμβαλλόμενους από τη συμβολαιογράφο που το συνέταξε και δεν είχε την πεποίθηση ότι απλώς θα υπέγραφε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα τροποποιούσε προγενέστερο πληρεξούσιο. Εξάλλου δεν ήταν η πρώτη φορά που υπέγραφε κάποιο συμβόλαιο, ενώ ταυτόχρονα την περιεχομένη στο συμβόλαιο πράξη μεταβίβασης την είχε εκφράσει και έμπρακτα με άλλες σχετικές πράξεις, αλλά και με την ιδιόγραφη διαθήκη της που είχε συντάξει νωρίτερα. Έγκυρη η σχετική δικαιοπραξία. (Απορρίπτει αναίρεση κατά της υπ΄ αριθμ. 5779/2009 απόφασης ΕφΑθηνών).
Αριθμός 1270/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Α. Π., το γένος Β. Π., κατοίκου ..., 2. Ε. θυγ. Β. Π., κατοίκου ..., 3. Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., ως κληρονόμων εξ αδιαθέτου της αρχικής διαδίκου Ε. χας Μ. Ν., οι οποίοι παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους .....
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Π. του Γ., 2. Κ. συζ. Α. Π., το γένος Κ. Κ., κατοίκων ... και 3. Ι. συζ. Γ. Π., το γένος Π. Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους .....
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-6-2002 αγωγή της αρχικής διαδίκου Ε. χας Μ. Ν., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1731/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4580/2004 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε η 463/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 5779/2009 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-2-2010 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-1-2001 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, "αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή τον δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας", κατά δε τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα, "η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βουλήσεως, ήτοι η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ συνάγεται ότι, απάτη αποτελεί κάθε από πρόθεση συμπεριφορά πού τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει σε άλλον εσφαλμένη αντίληψη ή εντύπωση, με σκοπό να προκαλέσει απόφασή του. Για την ακύρωση δε της δικαιοπραξίας λόγω απάτης προσαπαιτείται δόλια προαίρεση του μετελθόντος την απάτη, χωρίς την οποία ο απατηθείς δεν θα προέβαινε στη δήλωση της βουλήσεώς του, όπως αυτή διατυπώθηκε στη δικαιοπραξία, δεν έχει δε σημασία αν η παραχθείσα πλάνη είναι συγγνωστή ή όχι, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αυτή αφορά τα παραγωγικά αίτια της βουλήσεως, αρκεί να υπάρχει αυτή κατά το χρόνο της δηλώσεως της βουλήσεως του απατηθέντος. Η δόλια παράσταση μπορεί να συνίσταται και σε υπόσχεση τον απατήσαντος για την τήρηση στο μέλλον ορισμένης στάσης του προς τον απατηθέντα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ. 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη αγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του .../1960 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Καρζή, που νόμιμα έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αμαρουσίου, η αρχική ενάγουσα Ε. Ν. κατέστη κυρία ενός οικοπέδου 319,77 τ.μ., που βρίσκεται στα ... και στη διασταύρωση των οδών ... και ... αριθμ. .. , επί του οποίου το έτος 1978 ανήγειρε υπόγεια οικία 70 τ.μ. Διαρκούσης της εκκρεμοδικίας η ενάγουσα απεβίωσε στις 5-11-2003 σε ηλικία 93 ετών (έτος γεννήσεως 1910) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα εγγόνια της Ε. Π., Ε. Π. και Δ. Π., τέκνα της προαποβιωσάσης το έτος 1998 θετής θυγατέρας της Α. συζ. Β. Π., που συνεχίζουν τη διακοπείσα λόγω του θανάτου της δίκη. Η ως άνω θετή θυγατέρα, όσο ζούσε, κατοικούσε με την οικογένειά της στην πιο πάνω οικία, την οποία κατά χρήση είχε σε αυτούς παραχωρήσει η μητέρα της, που είχε την κατοικία της στον Πειραιά. Η αρχική ενάγουσα σπάνια συναντούσε τη θετή θυγατέρα της, λόγω της απόστασης που τις χώριζε αλλά και των προβλημάτων υγείας που η τελευταία αντιμετώπιζε, έπασχε από σκλήρυνση κατά πλάκας, ασθένεια η οποία προκάλεσε το θάνατο της στην ηλικία των 45 ετών. Μετά το γεγονός αυτό οι σχέσεις της με την οικογένεια της θυγατέρας της (γαμβρό και εγγόνια) διακόπησαν, δεδομένου ότι οι σχέσεις της με τον γαμβρό της Β. Π. δεν ήσαν ποτέ καλές. Αποδεικνύεται ακόμη, ότι η τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη Ι. συζ. Γ. Π. από το έτος 1942, σε ηλικία 16 ετών, γνώρισε την ενάγουσα μέσω του αδελφού της Α. Β., ο οποίος ήταν συνάδελφος στην Πολεμική Αεροπορία του συζύγου της Μ. Ν.. Ετσι, εν όψει ότι οι δύο οικογένειες έμεναν στην ίδια περιοχή του Πειραιά, ανέπτυξαν οικογενειακές σχέσεις. Η ενάγουσα μετά το θάνατο του συζύγου της ανέπτυξε ιδιαίτερη φιλία με την εν λόγω εναγομένη, στα πλαίσια της οποίας κυρίως η ίδια, αλλά και ο σύζυγος της Γ. Π., την εξυπηρετούσαν στις καθημερινές της ανάγκες. Συγκεκριμένα, η ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη την βοηθούσε να μεταφέρει τα πράγματα που αγόραζε, τη συνόδευε στις επισκέψεις της στους διάφορους ιατρούς και διαγνωστικά κέντρα, ενώ ο σύζυγός της τη συνόδευε στις τράπεζες και τις δημόσιες υπηρεσίες για τη διεκπεραίωση υποθέσεών της και επίσης τις λίγες φορές που επισκεπτόταν τη θυγατέρα της, πρόθυμα τη μετέφερε με το αυτοκίνητό του. Έτσι, οι σχέσεις της ενάγουσας με το ζεύγος Π. με την πάροδο του χρόνου έγιναν περισσότερο στενές, αφού στα πρόσωπα αυτά η ενάγουσα έβρισκε συμπαράσταση, αγάπη και φροντίδα. Έχοντας, έτσι, απεριόριστη προς αυτούς εμπιστοσύνη, επειδή λόγω της ηλικίας της δεν μπορούσε να μετακινείται, με το .../25-1-1995 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Πειραιώς Β. Π., έδωσε σ` αυτούς ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα, μεταξύ των άλλων, ο καθένας χωριστά ή και μαζί να εισπράττουν από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας ή οποιοδήποτε Δημόσιο Ταμείο, Τράπεζα ή Οργανισμό, τη μηνιαία σύνταξή της, καθώς επίσης τα μερίσματα, τις χορηγούμενες κάθε φορά αναδρομικές αυξήσεις, τα δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων, επιδόματα, νοσήλια. Αποδεικνύεται επίσης, ότι η αρχική ενάγουσα με το .../13-12-2001 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιά Χ. Π., που νόμιμα μεταγράφηκε, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, το παραπάνω αναφερόμενο ακίνητο στους πρώτο και δεύτερη των εναγομένων, και ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Α. Π. και Κ. Κ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ο πρώτος από τους οποίους είναι γιος και η δεύτερη νύφη της τρίτης εναγομένης-αναιρεσίβλητης, αντί τιμήματος 38.969.026 δραχμών, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στο εν λόγω συμβόλαιο, καταβλήθηκε σε μετρητά εκτός του γραφείου της συμβολαιογράφου. Το συμβόλαιο αυτό, το οποίο, όπως βεβαιώνει η συμβολαιογράφος που το συνέταξε, διαβάστηκε καθαρά και δυνατά στους συμβαλλομένους, υπογράφηκε στο κείμενο επί της οδού ... ...... ., στον Πειραιά, συμβολαιογραφείο της. Κατά την κατάρτιση και υπογραφή της πιο πάνω σύμβασης η μεν αρχική ενάγουσα εμφανίστηκε η ίδια, οι δε άνω εναγόμενοι - αναιρεσίβλητοι αγοραστές εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια και αντιπρόσωπό τους τρίτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη, δυνάμει του .../2001 ειδικού πληρεξουσίου της ίδιας συμβολαιογράφου, και η οποία συμβλήθηκε κατ` εντολή και για λογαριασμό τους. Ωστόσο, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα κατά την ημέρα που υπογράφηκε η επίμαχη σύμβαση πωλήσεως μετέβη στο εν λόγω συμβολαιογραφείο, έχοντας την πεποίθηση ότι θα υπέγραφε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα τροποποιούσε κατά το περιεχόμενο το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, που είχε στο παρελθόν χορηγήσει στην τρίτη αναιρεσίβλητη και το σύζυγό της, προκειμένου να διευρυνθούν οι εντολές, που είχε δώσει σ` αυτούς. Σημειωτέον, ότι η αρχική ενάγουσα δεν διευκρινίζει σε τι θα αφορούσαν οι τροποποιήσεις αυτές, αφού το πληρεξούσιο, που από το 1995 είχε χορηγήσει, έδιδε ήδη διευρυμένες δυνατότητες στους ανωτέρω πληρεξουσίους και εντολοδόχους της. Άλλωστε η συμβολαιογράφος Χ. Π. που συνέταξε το προσβαλλόμενο πωλητήριο συμβόλαιο ήταν επιλογή της ίδιας της αρχικής ενάγουσας, αφού ο πατέρας της Β. Π. ήταν για περισσότερα από 25 έτη συμβολαιογράφος της, είχε δε για λογαριασμό της συντάξει αρκετά συμβόλαια, μεταξύ των οποίων το .../1982 δωτηρήριο συμβόλαιο προς τη θετή θυγατέρα της ενός αγροτεμαχίου, το .../1984 δωρητήριο συμβόλαιο ενός διαμερίσματος προς την εγγονή της Ε. Π. και το .../1984 δωρητήριο συμβόλαιο ενός διαμερίσματος προς την εγγονή της Ε.. Με τα δεδομένα αυτά η εν λόγω συμβολαιογράφος δεν θα μπορούσε να συμπράξει στην εναντίον της ενάγουσας απάτη, την οποία αυτή εκ των υστέρων επικαλείται. Εξάλλου, η αρχική ενάγουσα, η οποία είχε εμπειρία από συμβολαιογραφικές πράξεις, αφού στο παρελθόν είχε υπογράψει δωρητήρια συμβόλαια, εργολαβικά, αλλά και πληρεξούσια, εάν ήταν αληθή τα όσα περί εξαπατήσεώς της εκ των υστέρων ισχυρίζεται, οπωσδήποτε θα είχε αντιληφθεί, παρά το προχωρημένο της ηλικίας της, ότι δεν υπέγραψε πληρεξούσιο, αλλά πωλητήριο συμβόλαιο και προφανώς θα ζητούσε αμέσως να της δοθούν εξηγήσεις, καθόσον το πωλητήριο συμβόλαιο που υπέγραψε, σε αντίθεση με το πληρεξούσιο, ήταν πολυσέλιδο και απαιτούσε πολλές υπογραφές, καθώς και την παρουσία δικηγόρων. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η βούληση της ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης συμβάσεως, ήταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, επιβεβαιώνοντας έτσι έμπρακτα τα συναισθήματα αγάπης και ευγνωμοσύνης που έτρεφε για τους γονείς τους, αφού εκείνοι τη φρόντιζαν και την περιποιούνταν επί πολλά έτη και όχι τα εγγόνια της και ο γαμβρός της, με τον οποίον δεν διατηρούσε καλές σχέσεις, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι τη διαχείριση των χρημάτων της είχε αναθέσει όχι σε αυτούς, αλλά στην τρίτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη και το σύζυγό της. Αλλωστε, η ενάγουσα τη βούλησή της να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην τρίτη αναιρεσίβλητη είχε εκφράσει και πριν από την ένδικη σύμβαση στην από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία την εγκαθιστά κληρονόμο της στο επίδικο ακίνητο, διότι, όπως αναφέρει κατά λέξη σε αυτήν "της χρωστάω πάρα πολλά αφού επί 25 χρόνια μου προσφέρει προσωπικές και άλλες παροχές και με φροντίζει σαν πραγματική μάνα χωρίς καμία αμοιβή και αυτά που της αφήνω είναι πολύ λίγα, στα εγγόνια μου Ε. και Ε. έδωσα πάρα πολλά και στην κόρη μου". Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 26-3-2004 και κηρύχθηκε κυρία με την 299/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Και ναι μεν η ενάγουσα διατείνεται, ότι δεν θυμάται πότε και κάτω από ποιες συνθήκες συντάχθηκε η διαθήκη, όμως, η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. έπειτα από γραφολογική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί διά χειρός της διαθέτιδας, είναι δηλαδή γνήσια. Για την πραγματική βούληση της ενάγουσας, ότι επιθυμούσε να μεταβιβάσει κατά κυριότητα το επίδικο ακίνητο στους δύο πρώτους αναιρεσιβλήτους, καθώς και ότι γνώριζε για το περιεχόμενο του συμβολαίου που υπογράφει, ότι δηλαδή πρόκειται για πωλητήριο συμβόλαιο, κατηγορηματικά και με σαφήνεια καταθέτει ο μάρτυρας Η. Φ., που εξετάστηκε με επιμέλεια των εναγομένων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου. Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος παραστάθηκε κατά την υπογραφή του προσβαλλόμενου πωλητηρίου συμβολαίου ως πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, καταθέτει ότι μετά την υπογραφή του συμβολαίου και αφού προηγήθηκαν "κεράσματα" και "καλορίζικα" η ενάγουσα είπε στην τρίτη εναγομένη "να το χαρούν με υγεία τα παιδιά". Γνώριζε δηλαδή η ενάγουσα όχι μόνο ότι μεταβίβαζε το επίδικο αλλά και σε ποιους το μεταβιβάζει. Σχετικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας πριν από την κατάρτιση της επίμαχης σύμβασης και την πρόθεσή της να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους άνω εναγομένους-αναιρεσιβλήτους, καταθέτει με σαφήνεια ο συνταξιούχος συμβολαιογράφος Β. Π. στην ..../3-12-2002 ένορκη βεβαίωση, που έδωσε στη συμβολαιογράφο Πειραιά Ζωή Κατράκη εξ αφορμής άλλης δίκης και όχι επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στην παρούσα δίκη. Συγκεκριμένα, δόθηκε για να χρησιμοποιηθεί σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων μεταξύ των αυτών διαδίκων με αντικείμενο τη συντηρητική κατάσχεση της περιουσίας των ήδη αναιρεσιβλήτων, προκειμένου η αρχική ενάγουσα να εξασφαλίσει την απαίτησή της από την ένδικη σύμβαση πωλήσεως. Τα όσα ανωτέρω αποδείχθηκαν σχετικά με τη βούληση της ενάγουσας δεν αναιρούνται, κατά τρόπο που να μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική δικαστική κρίση, από τη δοθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Β. Π., η οποία δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν διατηρούσε σχέσεις με την πεθερά του και συνεπώς δεν θα μπορούσε να γνωρίζει την επιθυμία της σχετικά με τη διάθεση της περιουσίας της. Εξάλλου, το γεγονός της καταβολής ή μη του τιμήματος, το οποίο, κατά τα αναφερόμενα στο προσβαλλόμενο συμβόλαιο, καταβλήθηκε εκτός συμβολαιογραφείου, δεν επηρεάζει την κρίση του Δικαστηρίου, διότι την κρινόμενη υπόθεση ενδιαφέρει, εάν η ενάγουσα προήλθε στη σύναψη της ένδικης σύμβασης λόγω της απατηλής συμπεριφοράς των αναιρεσιβλήτων. Επίσης, οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι δεν αντιλήφθηκε τι υπέγραφε γιατί έπασχε από μεγάλου βαθμού βαρηκοΐα, καθώς και γιατί η κατάσταση της υγείας της ήταν βεβαρημένη δεν αποδεικνύονται, καθόσον οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζει αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, ενώ σε κάθε περίπτωση από την εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου κλήθηκε να δώσει διασαφήσεις, δεν προκύπτει ότι αυτή στερείτο των αισθήσεών της, ούτε ότι δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, αλλά απλή μείωση της νόησης και των αισθήσεών της, που συνήθως συνοδεύει τη γήρανση και είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό.
Συνεπώς, η απόφασή της να μεταβιβάσει με το επίμαχο πωλητήριο συμβόλαιο το πιο πάνω ακίνητο στους δύο πρώτους εναγομένους-αναιρεσιβλήτους ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά σκεπτόμενου ανθρώπου, την οποία είχε επανειλημμένα εκφράσει και στο παρελθόν και δεν κατέληξε στην υπογραφή του πλανηθείσα από τις απατηλές παραστάσεις της τρίτης εναγομένης- αναιρεσίβλητης, επειδή στη συνέχεια για άγνωστο λόγο μετανόησε. Σημειωτέον, ότι το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πειραιά έπειτα από μήνυση της ενάγουσας με το 1284/2004 βούλευμά του, που έχει ήδη καταστεί αμετάκλητο, αποφαίνεται να μη γίνει κατηγορία κατά των κατηγορουμένων Ι. Π., Α. Π., Κ. Κ. ήδη αναιρεσιβλήτων, Χ. Π. συμβολαιογράφου, καθώς και των παραστάντων κατά την υπογραφή του επίμαχου συμβολαίου δικηγόρων Η. Φ. και Ν. Κ. για τις αξιόποινες πράξεις, κατά τα αναφερόμενα για καθένα ειδικότερα στο βούλευμα, της κακουργηματικής απάτης, πλαστογραφίας με χρήση, υπεξαιρέσεως, ψευδούς βεβαιώσεως, απιστίας και άμεσης συνέργειας στην απάτη και ψευδή βεβαίωση. Εξάλλου με την ΕΓ/06/148/25Δ διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών απορρίφθηκε η εναντίον του συνταξιούχου συμβολαιογράφου Β. Π. από 10- 10-2005 έγκληση της Ε. Π. για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, την οποία φέρεται ότι τέλεσε με την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση που έδωσε, ενώ με την 803/2006 διάταξη του Εισαγγελέα Εφετών απορρίφθηκε η ασκηθείσα, κατά της πιο πάνω απορριπτικής της έγκλησης διάταξης, προσφυγή της εγκαλούσας". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο, έκρινε, ότι η βούληση της ενάγουσας, στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθαν εξαιτίας του επισυμβάντος κατά τη διάρκεια της δίκης θανάτου της οι μόνοι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της και ήδη αναιρεσείοντες, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης σύμβασης, ήταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, και, ότι δεν κατέληξε στην υπογραφή του συμβολαίου αυτού πλανηθείσα από την τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη. Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι η βούληση της αρχικής ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης του αναφερομένου συμβολαίου, ήταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων, ότι η απόφασή της να μεταβιβάσει στους ανωτέρω το επίδικο ακίνητο ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά σκεπτομένου ανθρώπου, ότι δεν κατέληξε στην απόφασή της αυτή πλανηθείσα από τις απατηλές παραστάσεις της τρίτης αναιρεσίβλητης, ότι το συμβόλαιο αυτό διαβάστηκε καθαρά και δυνατά στους συμβαλλόμενους από τη συμβολαιογράφο που το συνέταξε και ότι ουδόλως αποδείχτηκε, ότι η αρχική ενάγουσα μετέβη στο συμβολαιογραφείο, έχοντας την πεποίθηση, ότι απλώς θα υπέγραφε συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, με το οποίο θα τροποποιούσε προγενέστερο πληρεξούσιο. Επομένως, ο τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται περαιτέρω η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης με το να δεχτεί, ότι "η βούληση της ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης της επίμαχης συμβάσεως, ήταν να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη αναιρεσιβλήτους, επιβεβαιώνοντας έτσι έμπρακτα τα συναισθήματα αγάπης και ευγνωμοσύνης που έτρεφε για τους γονείς τους, αφού εκείνοι τη φρόντιζαν και την περιποιούνταν επί πολλά έτη και όχι τα εγγόνια της και ο γαμβρός της, με τον οποίον δεν διατηρούσε καλές σχέσεις, γεγονός που ενισχύεται και από το ότι τη διαχείριση των χρημάτων της είχε αναθέσει όχι σε αυτούς, αλλά στην τρίτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη και το σύζυγό της. Άλλωστε, η ενάγουσα τη βούλησή της να μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο στην τρίτη αναιρεσίβλητη είχε εκφράσει και πριν από την ένδικη σύμβαση στην από 16-10-2000 ιδιόγραφη διαθήκη της, με την οποία την εγκαθιστά κληρονόμο της στο επίδικο ακίνητο, διότι, όπως αναφέρει κατά λέξη σε αυτήν "της χρωστάω πάρα πολλά αφού επί 25 χρόνια μου προσφέρει προσωπικές και άλλες παροχές και με φροντίζει σαν πραγματική μάνα χωρίς καμία αμοιβή και αυτά που της αφήνω είναι πολύ λίγα, στα εγγόνια μου Ε. και Ε. έδωσα πάρα πολλά και στην κόρη μου". Η διαθήκη αυτή δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίαση της 26-3-2004 και κηρύχθηκε κυρία με την 299/2004 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Και ναι μεν η ενάγουσα διατείνεται, ότι δεν θυμάται πότε και κάτω από ποιες συνθήκες συντάχθηκε η διαθήκη, όμως, η δικαστική γραφολόγος Χ. Τ. έπειτα από γραφολογική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εν λόγω διαθήκη έχει γραφεί και υπογραφεί διά χειρός της διαθέτιδας, είναι δηλαδή γνήσια", είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Περαιτέρω, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. β` του ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε, κατά τον χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας (13-12-2001), ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεών του ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, ο δηλών δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή βρισκόταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του, καταστάσεις που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει. Ο δηλών, δηλαδή, κατά τον κρίσιμο χρόνο δεν είχε εύλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρισκόταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρούσε και τις συνέπειες που θα προέκυπταν από αυτή. Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδαφ. β` ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί, ότι "οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, ότι δεν ήξερε τι υπέγραφε, γιατί έπασχε από μεγάλου βαθμού βαρηκοϊα, καθώς και γιατί η κατάσταση της υγείας της ήταν βεβαρημένη δεν αποδεικνύονται, καθόσον οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζει, αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, ενώ σε κάθε περίπτωση από την εξέτασή της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ενώπιον του οποίου κλήθηκε να δώσει διασαφήσεις, δεν προκύπτει, ότι αυτή στερείτο των αισθήσεών της, ούτε ότι δεν είχε επαφή με το περιβάλλον, αλλά απλή μείωση της νόησης και των αισθήσεών της, που συνήθως συνοδεύει τη γήρανση και είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό", παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνίστανται στο ότι "πέραν του προβλήματος στην ακοή της ενάγουσας, αυτή κατά το επίμαχο διάστημα διήγαγε ήδη το 90ο έτος της ηλικίας της και το προχωρημένο της ηλικίας, η γεροντική ηλικία και η εξ αυτής διανοητική εξάντληση αρκούν από μόνα τους για τη στέρηση της ικανότητας αντίληψης του ατόμου". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 131 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες ή την υπαγωγή σ` αυτή των πραγματικών περιστατικών, αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο ( Ολ.ΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου προσκομισθέντος από τους αναιρεσείοντες εγγράφου, ήτοι της από 22-11-2002 βεβαίωσης του ιατρού χειρούργου ωτορινολαρυγγολόγου, στην οποία αναγράφεται, ότι η αρχική ενάγουσα "ευρέθη πάσχουσα από μεγάλου βαθμού βαρηκοϊα". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, η παραδοχή του Εφετείου, "ότι η κατάσταση της υγείας της αρχικής ενάγουσας ήταν βεβαρημένη δεν αποδεικνύεται, καθόσον οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκομίζει, αναφέρονται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου της κατάρτισης της επίμαχης συμβολαιογραφικής σύμβασης", δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου. Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό, που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, αλλά και τελευταίο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς αγωγικούς ισχυρισμούς τους, ότι η απάτη σε βάρος της αρχικής ενάγουσας μεθοδεύτηκε σταδιακά από την τρίτη αναιρεσίβλητη, η οποία από το 1999 άρχισε να προβαίνει σε αυθαίρετες ενέργειες ερήμην αυτής, και ότι παρέστησε ψευδώς σ` αυτή ότι δήθεν χρειαζόταν να τροποποιηθεί το παλιότερο πληρεξούσιο συντάξεως. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς των ήδη αναιρεσειόντων και τους απέρριψε ρητά ως κατ` ουσίαν αβάσιμους. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-2-2010 αίτηση των Ε. συζ. Α. Π. για αναίρεση της 5779/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011.
Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου