Ακίνητα. Πώληση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικοδομή υπό κατασκευή. Σύμβαση μεταξύ του εργολάβου και του αγοραστή. Φύση της συμβάσεως αυτής. Συνιστά τόσο τη σύμβαση της πωλήσεως όσο και της μισθώσεως έργου. Φύση της πώλησης. Ερμηνεία συμβάσεων. Κρίση ότι η επίδικη σύμβαση φέρει αμιγώς το χαρακτήρα της πώλησης. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 7092/2004 ΕφΑθ)...1051/2009 ΑΠ


Δάση. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα, με αιτιολογημένη απόφαση. Από την αμφισβήτηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής γεννάται ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη με ανακοπή στο Ειρηνοδικείο. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979 προθεσμία για την κήρυξη της αναδάσωσης είναι ενδεικτική. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Πότε...4656/2011 ΣΤΕ..

1051/2009 ΑΠ ( 501882) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΝΟΒ 2011/285) Ακίνητα. Πώληση οριζόντιας ιδιοκτησίας σε οικοδομή υπό κατασκευή. Σύμβαση μεταξύ του εργολάβου και του αγοραστή. Φύση της συμβάσεως αυτής. Συνιστά τόσο τη σύμβαση της πωλήσεως όσο και της μισθώσεως έργου. Φύση..
της πώλησης. Ερμηνεία συμβάσεων. Κρίση ότι η επίδικη σύμβαση φέρει αμιγώς το χαρακτήρα της πώλησης. (Επικυρώνει την υπ΄ αριθμ. 7092/2004 ΕφΑθ).


  
Αριθμός 1051/2009 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Α1` Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1 και 2. Χ2, κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους .... Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου .... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της .., με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ.2ΚΠολΔ και 2. Ψ2, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της ... Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 16 Οκτωβρίου 2002 ανακοπή, από 20 Απριλίου 2003 ανακοπή - πρόσθετοι λόγοι και από 12 Μαΐου 2003 ανακοπή - πρόσθετοι λόγοι των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5082/2003 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 7092/2004 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 15 Μαρτίου 2005 αίτησή τους ως και τους από 26 Μαρτίου 2007 πρόσθετους επ` αυτής λόγους αναίρεσης. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 30 Απριλίου 2007 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. 

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως ως και των πρόσθετων λόγων αυτής, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 200, 288, 361, 513 και 681 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση οριζοντίου ιδιοκτησίας σε πολυκατοικία υπό κατασκευή, αν με τη σύμβαση ο πωλητής και συγχρόνως κατασκευαστής του διαμερίσματος αναλαμβάνει την υποχρέωση να ολοκληρώσει αυτό και το παραδώσει έτοιμο προς χρήση στον αγοραστή, φέρει, κατ` αρχήν, τον χαρακτήρα μικτής συμβάσεως, ήτοι της συμβάσεως πωλήσεως και της συμβάσεως μισθώσεως έργου, εκτός εάν κατά την αληθή δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων πωλητού και αγοραστού και εν όψει όλων των επί μέρους περιστάσεων η σύμβαση αυτή φέρει αμιγώς τον χαρακτήρα της πωλήσεως, οπότε η σύμβαση αυτή διέπεται από τις περί πωλήσεως διατάξεις. Κατά δε το άρθρο 513 ΑΚ με την κατάρτιση της συμβάσεως της πωλήσεως ο μεν πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πωλήσεως και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Η γέννηση της αξιώσεως του πωλητού κατά του αγοραστού προς καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος δεν εξαρτάται από την προηγούμενη από αυτόν προσήκουσα εκπλήρωση ή προσφορά της δικής του παροχής, ήτοι της παραδόσεως του πωληθέντος πράγματος, προς τον αντισυμβαλλόμενο αγοραστή, ο οποίος στην περίπτωση της μη εκπληρώσεως της παροχής από τον πωλητή, μπορεί να του προβάλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος κατ` άρθρο 374 ΑΚ στην περίπτωση κατά την οποία αυτός επιδιώξει την καταβολή του τιμήματος. Αντίθετα, επί συμβάσεως μισθώσεως έργου ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος εις προεκπλήρωση της ιδικής του παροχής. Η αξίωσή του κατά του εργοδότου προς καταβολή της συμφωνηθείσης εργολαβικής αμοιβής, εφόσον δεν συμφωνήθηκε κάτι το αντίθετο, γεννάται μόνο αν κατασκεύασε και παρέδωσε στον εργοδότη το συμφωνηθέν έργο ή του το προσέφερε προσηκόντως. Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 12-13/95). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε, ανελέγκτως, μετ` εκτίμηση των αποδείξεων, τα εξής: πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ` αριθ. ... συμβόλαιο της Συμ/φου Αθηνών Αργυρώς Καλλιάτσου, που έχει νομίμως μεταγραφεί οι ΑΑ και ΒΒ, (κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών κειμένων σε πολυκατοικία του Δήμου ..., επί της εκεί οδού ... αριθ. ... , που είχε ανεγείρει σε οικόπεδό τους η Ψ1, σύζυγος του πρώτου εξ αυτών και συγκεκριμένα διαμερίσματος υπό στοιχεία Ε-1, αποθήκης υπό στοιχεία Υ-5 και θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου οχήματος υπό στοιχεία P- 5), καθώς και η ανωτέρω εργολάβος Ψ1 πώλησαν και μεταβίβασαν κατά κυριότητα, οι ανωτέρω ΑΑ και ΒΒ τις εν λόγω οριζόντιες ιδιοκτησίες τους στους ανακόπτοντες. Ως τίμημα των πωλήσεων αυτών συμφωνήθηκε το ποσό των δρχ. 26.728.380, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί αποκλειστικά στην παραπάνω εργολάβο Ψ1, από αμφοτέρους τους αγοραστές εις ολόκληρο από καθένα τούτων, τμηματικά, σε πέντε άτοκες δόσεις, ήτοι 1) δρχ. 6.500.000 την 30-7-2001, 2) δρχ. 6.500.000 την 30-9-2001, 3) δρχ. 6.500.000 την 30-10-2001, 4) δρχ. 6.500.000 την 15-12-2001 και 5) δρχ. 728.380 την 30-12-2001. Συμφωνήθηκε δε ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι αγοραστές καθυστερήσουν την πληρωμή δύο συνεχών από τις ανωτέρω δόσεις του τιμήματος, η Ψ1 θα δικαιούταν να εισπράξει από τους αγοραστές, εντόκως, τόσο τις ληξιπρόθεσμες δόσεις όσο και εκείνες που δεν θα έχουν γίνει ληξιπρόθεσμες, με αναγκαστική εκτέλεση του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου, το οποίο, τα μέρη, με κοινή συμφωνία τους, όρισαν ότι θα είναι τίτλος εκτελεστός και εκκαθαρισμένος. Με το ίδιο συμβόλαιο, οι αγοραστές κατήρτισαν και σύμβαση μισθώσεως έργου γιατί, στον ανωτέρω χρόνο της πωλήσεως των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, αυτές δεν ήταν πλήρως αποπερατωμένες και συγκεκριμένα ευρίσκονταν στο στάδιο των ελαιοχρωματισμών. Με την εργολαβική αυτή σύμβαση, η ανωτέρω Ψ1, ως εργολάβος, ανέλαβε έναντι των αγοραστών, ως εργοδοτών, να αποπερατώσει πλήρως τις ιδιοκτησίες αυτές, με δαπάνες της και να τις παραδώσει στους εργοδότες μέχρι την 30-6-2001, δηλαδή μέσα σε προθεσμία δύο μηνών και δέκα ημερών από την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης ακόμη δε και να αποπερατώσει πλήρως την κατασκευή των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων της πολυκατοικίας και να τους παραδώσει έτοιμους προς χρήση, μέχρι και την 30-6- 2001. Περαιτέρω, με την ίδια εργολαβική σύμβαση, συμφωνήθηκε και ότι:1) όταν οι ιδιοκτησίες θα ήταν έτοιμες προς παράδοση, τότε η εργολήπτρια θα έπρεπε να καλέσει τους εργοδότες να τις παραλάβουν σε ορισμένη ημέρα και ώρα με πρόσκληση που θα έπρεπε να επιδοθεί στους αγοραστές τουλάχιστον πριν πέντε (5) ημέρες από την ημεροχρονολογία της παραλαβής τους, 2) κατά την παράδοση / παραλαβή θα υπογραφόταν σχετικό πρωτόκολλο και 3) σε περίπτωση κατά την οποία οι εργοδότες δεν θα παρουσιάζονταν κατά την ορισμένη ημέρα και ώρα για να παραλάβουν το έργο, τότε θα θεωρούνταν ότι το είχαν παραλάβει ανεπιφύλακτα, έστω και χωρίς υπογραφή του ανωτέρω πρωτοκόλλου. Στη συνέχεια το Εφετείο δέχεται ότι οι ανακόπτοντες δεν κατέβαλαν τις δόσεις του τιμήματος κατά τις προαναφερόμενες τακτές ημερομηνίες και η καθ` ης η ανακοπή /εργολάβος επέσπευσε εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση, προς ικανοποίηση της ανωτέρω απαιτήσεώς της, με το προαναφερόμενο συμβόλαιο (αριθ. ...) ως εκτελεστό τίτλο, αφού περιέχει αξίωση δεκτική αναγκαστικής εκτέλεσης, κοινοποιώντας στην δικηγόρο Αθηνών Παναγιώτα Πέτρογλου, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο των ανακοπτόντων, ήδη αναιρεσειόντων, όπως προκύπτει από το με αριθ. ... επιδοτήριο του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή ..., αντίγραφο εξ απογράφου του συμβολαίου αυτού με επιταγή προς εκούσια συμμόρφωση στο περιεχόμενό του. Οι ανακόπτοντες, με την υπό κρίση από 16-10- 2002 ανακοπή τους, υποστηρίζουν ότι η αντίδικός τους δεν είχε από το παραπάνω συμβόλαιο απαιτητή και ληξιπρόθεσμη αξίωση προς καταβολή του τιμήματος, επειδή - σύμφωνα με τους προαναφερόμενους όρους του συμβολαίου - η πληρωμή τούτου τελούσε υπό τους όρους, άλλως, αναβλητικές αιρέσεις, ότι προηγουμένως: 1) η καθ` ής η ανακοπή θα περάτωνε την κατασκευή των οριζοντίων ιδιοκτησιών εμπροθέσμως, δηλαδή το αργότερο μέχρι την 30 Ιουνίου 2001 και 2) θα καλούσε τους ανακόπτοντες προς παραλαβή τους σε συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, με πρόσκλησή τους πέντε τουλάχιστον ημέρες, πριν από την ημερομηνία παράδοσης, γιατί από τα ποσά των δόσεων, τμήμα μόνον είναι τίμημα της πώλησης, το δε υπόλοιπο ύψους δρχ. 7.000.000, είναι εργολαβική αμοιβή. 

Επομένως, κατά τους ανακόπτοντες, η επίσπευση αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος τους είναι άκυρη, γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 915 του ΚΠολΔικ και συγκεκριμένως γιατί κατά την επίδοση του απογράφου δεν αποδεικνύονταν με δημόσιο έγγραφο ότι πληρώθηκαν οι συμβατικοί όροι, άλλως αναβλητικές αιρέσεις, υπό τους οποίους τελούσε το απαιτητό της αξιώσεως της Ψ1 και, για το λόγο αυτό ακύρως η συμβολαιογράφος κήρυξε το συμβόλαιό της αυτό εκτελεστό, κατά το άρθρο 918 παρ. 2 περιπτ. Β` ΚΠολΔικ. Με τα δεδομένα αυτά, το Εφετείο έκρινε ότι: 1) με το εν λόγω συμβόλαιο εμφανίζονται να καταρτίζονται δύο συμβάσεις και συγκεκριμένα αφενός πώληση των οριζοντίων ιδιοκτησιών (ΑΚ 513) και αφετέρου σύμβαση έργου (ΑΚ 681) προς αποπεράτωσή τους, ότι στη σύμβαση πωλήσεως, εμφανίσθηκαν ως πωλητές, αφενός οι οικοπεδούχοι, 1. ΑΑ και ΒΒ, αφού αυτοί ήταν οι κύριοι των ιδιοκτησιών αυτών και αφετέρου η Ψ1, (που είχε ανεγείρει ως εργολάβος την οικοδομή, με το σύστημα της αντιπαροχής) για μόνον τον λόγο ότι οι ιδιοκτησίες αυτές έπρεπε να της μεταβιβασθούν κατά κυριότητα, ως συμφωνημένο εργολαβικό αντάλλαγμα (αντιπαροχή), κατά τις διατάξεις των άρθρων 681 και 694 παρ. 1 ΑΚ, ότι συνεπώς, - εφόσον αυτές θα πωλούνταν προς τρίτους, που υπέδειξε στους οικοπεδούχους, - αυτή δικαιούνταν κατ` ουσίαν και να λάβει το τίμημα από την πώλησή τους και για το λόγο αυτό εμφανίσθηκε στην πώληση ως (συμ) πωλήτρια και συμφωνήθηκε ότι σ` αυτήν και μόνον θα καταβάλλονταν το εξής αυτής τίμημα, κατόπιν εκχωρήσεως των οικείων αξιώσεων των άλλων πωλητών προς την Ψ1, ενώπιον των οφειλετών, οι οποίοι πληροφορήθηκαν με τον τρόπο αυτόν την μεταβολή του δανειστή, δηλαδή έλαβε χώρα η αναγγελία της εκχώρησης σ` αυτούς με τα εντεύθεν έννομα αποτελέσματα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 455 και 460 του ΑΚ. Από το άλλο μέρος, εμφανίζεται στο ίδιο συμβόλαιο να συνάπτεται και εργολαβική σύμβαση, για την αποπεράτωση της κατασκευής των πωληθέντων ακινήτων με μόνη συμβαλλομένη την εργολάβο Ψ1. Ειδική για την εργολαβία αμοιβή της τελευταίας δεν καθορίσθηκε, γιατί είχε συνυπολογισθεί στην τιμή πώλησης των ακινήτων, αφού η ίδια ήταν στην ουσία και μόνη πωλήτριά τους προς τους ήδη ανακόπτοντες, ότι από το κείμενο του συμβολαίου αυτού δεν προκύπτει, αμέσως ή εμμέσως, ότι οι συμβληθέντες είχαν εξαρτήσει την καταβολή του τιμήματος της πωλήσεως από την προηγούμενη παράδοση του έργου στους αγοραστές/εργοδότες, αλλά αντίθετα, από το κείμενο αυτό, προκύπτει ότι, κατά την σαφή βούληση των μερών - στην ουσία πρόκειται για μία σύμβαση και συγκεκριμένα αυτήν της πωλήσεως των οριζοντίων ιδιοκτησιών και μάλιστα με μόνη πωλήτρια την εργολάβο, γιατί οι οικοπεδούχοι τυπικά μόνον εμφανίσθηκαν ως πωλητές, αφού αυτή είναι η συνήθης πρακτική στις περιπτώσεις αυτές - την οποία, συνήθη τακτική γνωρίζει το δικαστήριο ως πασίδηλο, ώστε ν` αποφεύγεται η προηγούμενη μεταβίβαση των ιδιοκτησιών της αντιπαροχής στον εργολάβο, προκειμένου αυτός στην συνέχεια να τις μεταβιβάσει στους αγοραστές, γιατί με τον τρόπο αυτόν ο εργολάβος αποφεύγει να καταβάλει τον φόρο της προς αυτόν μεταβίβασης στο Δημόσιο, αφού επρόκειτο για ιδιοκτησίες της αντιπαροχής στην Ψ1 και τα χρήματα από τις πωλήσεις αυτές της ανήκαν, σύμφωνα με το περιεχόμενο της εργολαβικής συμβάσεως. Γι` αυτό και, με ειδική ρήτρα στο συμβόλαιο, το τίμημα από τις εν λόγω πωλήσεις εκχωρήθηκε σ` αυτήν. Με βάση αυτά το Εφετείο έκρινε ότι σαφής ήταν η βούληση των συμβαλλομένων να συνάψουν στην ουσία μία μόνον σύμβαση και ειδικότερα πώληση μελλόντων (ελπιζομένων) πραγμάτων, γιατί αυτός ήταν ο κύριος σκοπός τους, με συνέπεια οι ερμηνευτικοί κανόνες του άρθρου 683 ΑΚ να είναι ανεφάρμοστοι, επειδή προϋποθέτουν ότι είναι αμφίβολη η βούληση των μερών, γεγονός το οποίο εν προκειμένω δεν συμβαίνει, εν όψει και του ότι: 1) η κατασκευή των ιδιοκτησιών αυτών από την Ψ1 δεν ήταν αποτέλεσμα εργολαβικής συμβάσεως μεταξύ αυτής και των ανακοπτόντων, αλλά μεταξύ αυτής και των οικοπεδούχων, δηλαδή είχε αποφασισθεί ανεξαρτήτως της συμβάσεως πωλήσεώς τους στους ήδη ανακόπτοντες, κατά συνέπεια δε της παραδοχής αυτής η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως πώληση ελπιζομένου πράγματος κι όχι ως μικτή σύμβαση, στην οποία μετέχει ισοτίμως και η εργολαβική, αφού - περαιτέρω - δεν απέμενε για την περάτωση της κατασκευής τους παρά ελάχιστο χρονικό διάστημα, γι` αυτό και η παράδοσή τους συμφωνήθηκε να συντελεσθεί εντός προθεσμίας μόλις ογδόντα ημερών από τη σύναψη της συμβάσεως και ακολούθως προκύπτει ότι τα πωλούμενα ήταν στην ουσία αποπερατωμένα, γι` αυτό και η σύναψη εργολαβικής συμβάσεως κατασκευής τους παρίστατο ως άνευ αντικειμένου και, 2) η συμφωνία αποπερατώσεως των πωλουμένων ακινήτων δεν ήταν αυτοτελής, ως εργολαβική σύμβαση, πλήρως αυτονομημένη από την πώληση, αλλά είχε αποκλειστικώς παρακολουθηματικό και συνεπώς δευτερεύοντα χαρακτήρα, εν σχέσει προς αυτόν της πωλήσεώς τους, η οποία αποτέλεσε και τον κύριο σκοπό των συμβληθέντων. 

Oτι κατ` ακολουθίαν τούτων, αφού δηλαδή πρόκειται κατ` ουσίαν για μία σύμβαση (την εκ της πωλήσεως) και όχι και για εργολαβική σύμβαση, παρέπεται ότι ουδεμία υπήρχε πρόθεση των συμβαλλομένων να εξαρτήσουν την καταβολή του τιμήματος από την προηγούμενη παράδοση των διαμερισμάτων, ως όρο ή αναβλητική αίρεση καταβολής του τιμήματος, και γι` αυτό - όπως προαναφέρθηκε - ουδεμία σχετική μνεία γίνεται στο συμβόλαιο ούτε άλλως πως συνδέεται η καταβολή του τιμήματος με την κλήση των αγοραστών από μέρους της πωλήτριας Ψ1 προς παράδοση των πωλουμένων σ` εκείνους. Προσθέτει δε το Εφετείο ότι κατά το άρθρο 513 ΑΚ, στην πώληση χωρίς την συνομολόγηση αναβλητικής αίρεσης, ως προς την καταβολή του τιμήματος, τούτο είναι αμέσως καταβλητέο (ΑΚ 323), γιατί η αξίωση του πωλητή είναι αμέσως απαιτητή και μάλιστα χωρίς να απαιτείται για την γέννηση της αξιώσεως αυτής ο πωλητής να έχει εκπληρώσει την δική του υποχρέωση, προς παράδοση του πωληθέντος στον αγοραστή, αφού στην περίπτωση αυτή απλώς δίδεται στον τελευταίο το δικαίωμα ν` αρνηθεί την εκπλήρωση της παροχής του, μέχρις ότου ο πωλητής εκπληρώσει την δική του, δηλαδή να προβάλει την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος, κατά το άρθρο 374 του ΑΚ, αλλά όμως στη προκειμένη περίπτωση δεν ασκείται η ένσταση αυτή, γιατί οι ανακόπτοντες δεν προβάλλουν ότι δεν τους παραδόθηκε το πράγμα, παρά υποβάλλουν τελείως διαφορετικόν ισχυρισμό και συγκεκριμένα ότι δεν είχαν συμβατική υποχρέωση να καταβάλουν το τίμημα, επειδή η υποχρέωσή τους αυτή τελούσε υπό την προδιαληφθείσα αναβλητική αίρεση. Αντιθέτως, ότι στη σύμβαση έργου, κατά παρέκκλιση βασικής αρχής των αμφοτεροβαρών συμβάσεων, που ορίζει πως οι εκατέρωθεν αξιώσεις εκπληρώνονται αμοιβαδόν το άρθρο 694 παρ. 1 εδαφ. α` του ΑΚ, ορίζει ότι η αξίωση του εργολάβου προς καταβολή της αμοιβής καθίσταται, κατά κανόνα, πλην εξαιρέσεων που εν προκειμένω δεν συντρέχουν-(ΑΚ 699 και 700), απαιτητή, μόνον εφόσον αυτός παραδώσει στον αντισυμβαλλόμενό του εργοδότη ολοκληρωμένο το συμφωνημένο έργο, υπό άλλη διατύπωση : ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος σε προεκπλήρωση. Ότι επομένως, αφού στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για κατάρτιση καθαράς πωλήτριας σύμβασης, δεν έχει εφαρμογή η τελευταία αυτή διάταξη του ΑΚ για προεκπλήρωση της παροχής από μέρους της Ψ1, ως εργολάβου και πρέπει να απορριφθεί ο υπό κρίση λόγος της ανακοπής των αγοραστών, γιατί δεν στηρίζεται ούτε στις νόμιμες, αλλά ούτε και στις συμβατικές ρυθμίσεις και συγκεκριμένως στο κείμενο του εν λόγω συμβολαιογραφικού εγγράφου." Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο: 1) Δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 513 και 681 ΑΚ), του άρθρου 201 ΑΚ και αυτή του άρθρου 915 ΚΠολΔ, η οποία είναι ουσιαστικού δικαίου (Ολομ. ΑΠ 2/1995), και ούτε στέρησε, ως προς αυτές, την απόφαση από νομική βάση, λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και με σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε. 2) Δεν παρέλειψε να κηρύξει άκυρες τις επίσης προαναφερόμενες πράξεις εκτελέσεως που έγιναν με βάση το παραπάνω πωλητήριο ως εκτελεστό τίτλο, αφού δεν πρόκειται για απαίτηση, τελούσα υπό αναβλητική αίρεση ή όρους και μπορούσε να γίνει η εκτέλεση με βάση αυτό, χωρίς πλήρωση τέτοιας αιρέσεως ή όρου και απόδειξη της πληρώσεως αυτής με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο. Επομένως, οι περί των αντιθέτων πρώτος, δεύτερος και τρίτος πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, από τους αριθμούς 1,19 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης το Εφετείο με την απόρριψη της αιτήσεως επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και την, κατ` ακολουθίαν απόρριψη των ενδίκων ανακοπών κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως ως απαραδέκτων, λόγω της εκπροθέσμου ασκήσεώς των, δεν στέρησε τους ανακόπτοντες αναιρεσείοντες του δικαιώματος ακροάσεως και της παροχής δικαστικής προστασίας και έτσι δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1, 25 του Συντάγματος ούτε και εκείνες του άρθρου 6 και 13 της ΕΣΔΑ και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Τούτο δε γιατί από τις διατάξεις αυτές δεν αποκλείεται στον νομοθέτη να θέτει όρους και περιορισμούς, υπό τους οποίους ασκείται το κατοχυρούμενο από τις ανωτέρω διατάξεις δικαίωμα προς παροχή εννόμου προστασίας από τα δικαστήρια, όπως και ορισμός προθεσμιών για την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια κατά τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το δικαίωμα αυτό να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του. (Ολ ΑΠ 8/2003). Στην προκειμένη δε περίπτωση το Εφετείο έκρινε ως επελθούσα την έκπτωση από δικονομικού δικαιώματος ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, λόγω παρελεύσεως άπρακτης της προθεσμίας προς άσκηση αυτού, που δεν οφειλόταν σε γεγονός που συνιστά ανώτερη βία. Eτσι όμως που έκρινε το Εφετείο, δε παραβίασε τις άνω ουσιαστικές διατάξεις και ο έβδομος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/01 και 12/00). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή ασκούν επιρροή για την άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων. 

"Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΟλΑΠ 11/96). Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (OλΑΠ 25/03). Εξάλλου, κατά το άρθρο 152 παρ. 1 του ΚΠολΔ, ο διάδικος που δεν μπόρεσε να τηρήσει κάποια προθεσμία εξαιτίας ανωτέρας βίας ή δόλου του αντιδίκου του έχει δικαίωμα να ζητήσει την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Τούτο υπό την έννοια προσδόσεως, με δικαστική απόφαση, στην εκπρόθεσμη διαδικαστική πράξη, της εννόμου ενεργείας που αυτή θα είχε αν ήταν εμπρόθεσμη. Ως ανώτερη βία νοείται το παρακωλυτικό της τηρήσεως της προθεσμίας γεγονός, που ήταν απρόβλεπτο και δεν μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να αποτραπεί ούτε με μέτρα άκρας επιμελείας και συνέσεως (ΟλΑΠ 29/1992). Στην προκειμένη περίπτωση με τους τέταρτο, πέμπτο και έκτο προσθέτους λόγους αναιρέσεως, που συμπληρώνουν τους τρίτο και τέταρτο λόγους του κυρίου δικογράφου, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα ουσιώδη ισχυρισμό, των αναιρεσειόντων προς θεμελίωση της υποβληθείσης αιτήσεώς των για την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ότι δεν μπόρεσαν να τηρήσουν την νόμιμη προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά της υπ` αριθμ. ... εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως του ακινήτου τους του δικαστικού επιμελητού ... από λόγο ανωτέρας βίας, συνισταμένης στο ότι η πραγματική επίδοση της εν λόγω κατασχετηρίου εκθέσεως, έγινε σ` αυτούς, που ήταν κάτοικοι ... στις 7.4.03, ενώ πληροφορήθηκαν την εν λόγω πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως στις 9.4.03, ήτοι κατά την ημέρα της διενεργείας του πλειστηριασμού. Προς θεμελίωση δε του λόγου αυτού ανωτέρας βίας επικαλέσθηκαν και το ότι σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9 του με αριθμό 1348/2000 Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ενώσεως στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνεται υπόψη όχι ο χρόνος της πλασματικής επιδόσεως της κατασχετηρίου εκθέσεως στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών (8.1.03), όπως εσφαλμένα έκρινε το πρωτόδικο δικαστήριο, αλλ` εκείνος της πραγματικής επιδόσεως και γνώσεως αυτής. Δεδομένου δε ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός έγινε στις 9.1.03, ήταν εκ των πραγμάτων ανέφικτη η τήρηση της προθεσμίας για την άσκηση της ένδικης ανακοπής. Από τις αιτιολογίες όπως της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απήντησε στον ανωτέρω λόγο εφέσεως, κρίνοντας ως απαράδεκτο τον σ` αυτό διαλαμβανόμενο λόγο ανωτέρας βίας, αλλά και ως κατ` ουσίαν αβάσιμο, με την παραδοχή ότι η μη έγκαιρη γνώση των αναιρεσειόντων της γενομένης κατασχέσεως δεν συνιστά λόγο, καθ` εαυτή ανωτέρας βίας που να καθιστά βάσιμη την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και ότι για την έναρξη της προθεσμίας προς άσκηση ανακοπής κατά της εκθέσεως αναγκαστικής κατασχέσεως δεν απαιτείται και η προηγούμενη αυτής επίδοση. 

Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. 

Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθούν η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως. Μετά από αυτά, δεν συντρέχει λόγος υποβολής, κατά το άρθρο 234 Συνθ.ΕΚ, προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων περί του εάν η πλασματική επίδοση, του άρθρου 134 ΚΠολΔ συμβιβάζεται με τον υπ` αριθμό 1348/2000 Κανονισμό της Ε.Ε. και την απαγόρευση διακρίσεων που καθιερώνονται με τις διατάξεις περί ευρωπαϊκής ιθαγένειας και ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων και ευρωπαίων πολιτών.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αυτό των αναιρεσειόντων. Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ). Για τους λόγους αυτούς 

Απορρίπτει την από 21-3-2005 αίτηση και τους από 26-3-2007 προσθέτους λόγους των Χ1, κλπ περί αναιρέσεως της υπ` αριθμό 7092/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. 

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2009. Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Μαΐου 2009. Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια