
Α.Α.
Αριθμός ………/2010
ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Γ’
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Άννα Μιχαλοπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Κωνσταντίνο Γεωργιάδη και Ιωάννη Χατζηχαραλάμπους, Εισηγητή, Εφέτες και τη Γραμματέα Άννα
Αρναούτη...
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 15 Μαρτίου 2010 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……………… ……………… του ……………., κατοίκου Θεσσαλονίκης [οδός …………. αριθμός ……….. — ………………………. ], για τον οποίο παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ……………. ……………… [Α.Μ.Δ.Σ.Θ. …………….].
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ………….. ……………. του …………….., κατοίκου Θεσσαλονίκης [οδός ……….. αριθμός ….. — …………………….. ], για τον οποίο παραστάθηκαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι του Αθανάσιος Παλιοτζίκας [Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 3012] και Θεοδώρα Νέτσκα [Α.Μ.Δ.Σ.Θ. 8597].
Ο ενάγων με την αγωγή του κατά του εναγομένου [αριθ. έκθ. κατάθεσης …………./2007] προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ζήτησε ότι αναφέρει σ’ αυτή. Το Δικαστήριο αυτό με την οριστική του απόφαση ……………../2009 έκανε δεκτή κατά ένα μέρος την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών με την έφεσή του [αριθ. έκθ. κατάθεσης ………./2009].
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και
κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο
στη σειρά της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των
διαδίκων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο
αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ,
όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την
παράγραφο 4 του άρθρου 16 Ν. 2915/2001, που, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 22 σε
συνδυασμό με το άρθρο 15 Ν. 2943/2001,
εφαρμόζεται για τις υποθέσεις των οποίων η
πρώτη συζήτηση προσδιορίστηκε να γίνει μετά την
1—1—2002 και με την οποία ορίστηκε ότι «αν
ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε σαν
να ήταν παρών, η εκκαλουμένη απόφαση
εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από
την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Ο εκκαλών
δικαιούται να προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς
που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως»,
προκύπτει ότι ο διάδικος που δικάστηκε στον
πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών μπορεί να ασκήσει
έφεση, η προθεσμία της οποίας συντρέχει με
εκείνη της ανακοπής. Στην περίπτωση αυτή η
πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια
του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης και
των προσθέτων αυτής λόγων, χωρίς έρευνα των
λόγων της έφεσης και χωρεί νέα κρίση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς
που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, χωρίς να
υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527
ΚΠολΔ. Έτσι εισάγεται καθεστώς αναιτιολόγητης έφεσης, η οποία εξομοιώνεται από πλευράς αποτελεσμάτων προς την αναιτιολόγητη ανακοπή ερημοδικίας, ενώ αυτή έχει καταργηθεί. 1-1 λειτουργία αυτή της έφεσης, όπως Τονίζεται στην οικεία εισηγητική έκθεση (Κεφ. Α’ αριθμ. 12), συνδέεται με τις συνέπειες της ερημοδικίας στον πρώτο βαθμό, λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργημένης ανακοπής ερημοδικίας και επιφέρει, χωρίς έρευνα των λόγων της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης και την αναδίκαση της υπόθεσης από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (βλ. Α.Π. 1015/2005 Ελλ.Δνη 2005 σελ. 1101, Εφ. Δωδ. 136/2009 ΕλλΔνη δημ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 20—11—2009 και με αριθ. εκθ. κατ. ……..2009 έφεση του εναγομένου, ο οποίος δικάστηκε πρωτοδίκως ερήμην σαν να ήταν παρών, κατά της υπ’ αριθμ. ………./2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 έως 676 Κ.Πολ.Δ., με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη η από ………2007 και με αριθμό εκθ. κατ. ……..2007 αγωγή του εφεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του ανωτέρω δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της από το άρθρο 518 παρ.1 του ίδιου κώδικα προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. την από 21—10-2009 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …………… ………………, στο επικυρωμένο αντίγραφο της εκκαλούμενης απόφασης που ο εκκαλών προσκομίζει με επίκληση). Επομένως, η έφεση αυτή πρέπει να γίνει δεκτή, σύμφωνα δε με τις προεκτεθείσες σκέψεις, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν (έφεση) . Ακολούθως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί κατά την ουσιαστική της βασιμότητα. Με την έφεση πρέπει να συνεκδικαστεί και η αντέφεση που ασκήθηκε νόμιμα σύμφωνα με την παρ. Ι του άρθρου 674 Κ.Πολ.Δ., από τον εφεσίβλητο — ενάγοντα, με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του. Ή αντέφεση όμως αυτή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη γιατί με το μοναδικό λόγο της πλήττεται το κεφάλαιο της εκκαλούμενης απόφασης, με το οποίο απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η ένδικη αγωγή κατά το κονδύλιο της αποζημίωσης λόγω απόλυσης που δεν συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο της πληττόμενης με την έφεση απόφασης, με το οποίο έγινε εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών του ενάγοντος από τον εργοδότη του διαρκούσης της σύμβασης εργασίας, χωρίς να γίνει δεκτό ότι έλαβε χώρα άκυρη καταγγελία αυτής εκ μέρους του εργοδότη, ώστε επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία από το δικαστήριο, να δικαιούται να ζητήσει ο ενάγων αποζημίωση απόλυσης. Ο τελευταίος, που ηττήθηκε στη δίκη αυτή καθόσον αφορά την απόρριψη της αντέφεσής του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα του αντεφεσίβλητου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Σύμφωνα με τις με αριθμούς 77/1981, 80/1982, 61/1983, 102/1984, 112/1985 αποφάσεις του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών (αλλά και εκείνες που επακολούθησαν, όπως οι 65/1986, 64/1987 όμοιες, η Σ.Σ.Ε. της 29—6—1988, η απόφαση 65/1989 που ερμηνεύθηκε με την 170/1990 απόφαση του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών και η 34/1991 Π.Δ.Δ.Δ. Αθηνών), οι οποίες κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις Υπουργικές Αποφάσεις 16862/1981, 18434/1982, 14013/1984, 11452/1985 και 13650/1987 αντίστοιχα (βλ. ΔΕΝ 1990.892 επ.), οι σερβιτόροι των ζαχαροπλαστείων, καφενείων, κυλικείων, καφετεριών κλπ. και οι βοηθοί τους αμείβονται με το οριζόμενο κάθε φορά από την οικεία αγορανομική διάταξη ποσοστό φιλοδωρήματος. Ήδη το ποσοστό αυτό ορίζεται (σε 16% στο λογαριασμό των πελατών) με τη διάταξη του άρθρου 54 του ν. 2224/1994. Ακόμη, οι σερβιτόροι των πιο πάνω κατηγοριών επιχειρήσεων αμείβονται, παράλληλα με τα εισπραττόμενα κάθε φορά ποσοστά, και με το λεγόμενο συμβολικό μισθό, που συνίσταται σε ένα μικρό σταθερό ποσό που προσδιορίζεται δραχμικά και αναπροσαρμόζεται περιοδικά με τις συλλογικές ρυθμίσεις. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το ποσό που προκύπτει από το άθροισμα των πιο πάνω αποδοχών υπολείπεται του εκάστοτε ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει την προκύπτουσα κατά μήνα διαφορά. Συνεπώς ο νόμιμος ελάχιστος μισθός των σερβιτόρων είναι αυτός που αναλογεί στα υποχρεωτικά φιλοδωρήματα, εκτός αν υπολείπεται του εκάστοτε προβλεπόμενου ως άνω ημερομισθίου του ανειδίκευτου εργάτη, οπότε ως νόμιμος (ελάχιστος) μισθός θεωρείται το κατώτατο αυτό ημερομίσθιο ασφαλείας (βλ. ΑΠ 357/2004, ΕλΔ 2005 σελ.1427, ΑΠ 551/2001 ΔΕΝ 57 σελ.1430, ΕφΑθ 3757/2007, ΕλλΔνη 2007 σελ.884). Εξάλλου, με την 19040/1981 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, που εκδόθηκε μετά από εξουσιοδότηση του ν. 1901/1980, του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 4547/1966 και άρθρου 1 ν. 1082/1980, από το έτος 1981 και μετά ρυθμίστηκε με πάγιο τρόπο το θέμα που αφορά τη χορήγηση των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 της απόφασης αυτής οι σερβιτόροι και οι βοηθοί τους που αμείβονται με ποσοστά, λαμβάνουν επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα, αυξημένα όμως στα ποσοστά που με λεπτομέρεια ορίζονται στην απόφαση αυτή. Το προϊόν της παραπάνω αύξησης των ποσοστών περιέρχεται στον οικείο εργοδότη, ο οποίος υποχρεούται να καταβάλει ως επίδομα Χριστουγέννων ποσό ίσο με το 25πλάσιο και ως επίδομα Πάσχα ποσό ίσο με το 15πλάσιο του τεκμαρτού ημερομισθίου της ασφαλιστικής κλάσης του ΙΚΑ, στην οποία κάθε σερβιτόρος ή βοηθός του ανήκει ή ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1200/1991, ΕΕΔ 51. 497, ΕφΠειρ 190/2000, ΕλΔ
43.813). Περαιτέρω, κατά το β.δ/μα της 15.11.1949, που εκδόθηκε βάσει της παρ. 4 του άρθρου 3 του α.ν. 539/1945 «περί χορηγήσεως κατ έτος εις τους μισθωτούς αδειών μετ’ αποδοχών», οι μισθωτοί, που αμείβονται με ποσοστά που εισπράττονται από τους πελάτες της επιχείρησης, δικαιούνται, κατά τη διάρκεια της αδείας τους, από την επιχείρηση, αποδοχών που υπολογίζονται με βάση το εκάστοτε τεκμαρτό ημερομίσθιο το οποίο καθορίζεται από το ΙΚΑ (ΑΠ 215/1992 ΕΕργΔ 53. 639, ΕφΠειρ 190/2000 ο.π.). Εξάλλου, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησης και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη (Α.Π. 2016/2007 δημοσ. Νόμος, Α.Π. 184/2007 δημοσ. Νόμος, Α.Π. 66/2007] δημοσ. Νόμος) . Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 223 και 295 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής και ότι ο περιορισμός αυτός συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής κατά το αίτημα που περιορίστηκε, το οποίο θεωρείται από την αρχή ότι δεν ασκήθηκε. Με την παραίτηση, όμως, δεν πρέπει να προκαλείται αοριστία ως προς το υπόλοιπο τμήμα της αγωγής, που εμποδίζει τη συγκεκριμενοποίηση της διαφοράς, η οποία έχει αχθεί σε δικαστική κρίση. Όταν το αγωγικό αίτημα συντίθεται από περισσότερα κονδύλια, ο περιορισμός του επιχειρείται παραδεκτά μόνον εφόσον διευκρινίζεται σε ποια κονδύλια αφορά, ή όταν περιορίζεται κατά σαφή δήλωση του ενάγοντος αναλόγως κατά ποσοστό του όλου αιτήματος, και επέρχεται. έτσι αντίστοιχη μείωση όλων των κονδυλίων (Ολ.ΑΠ 30/2007, ΑΠ 1314/2009 δημ. Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 4—12—200? και με αριθμ. εκθ. κατ. ………./5—12—2007 αγωγή του, όπως αυτή περιορίστηκε νόμιμα και μεταβιβάστηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την έφεση, ο ενάγων ιστορούσε ότι την 1-4-1992 προσλήφθηκε από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργαστεί ως σερβιτόρος στην επιχείρηση κυλικείου που ο τελευταίος διατηρούσε και εκμεταλλευόταν στο ισόγειο του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης, επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα ήτοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή, επί οκτώ (8) ώρες την ημέρα ήτοι από 7.30 μέχρι 15.30, έναντι των εκάστοτε ημερήσιων αποδοχών του, οι οποίες συμφωνήθηκαν σε ποσοστό 11% στο λογαριασμό των πελατών, μετά την αφαίρεση φόρων και δημοτικών τελών. Ότι σε εκτέλεση της σύμβασης εργασίας του, με τους ως άνω όρους και συνθήκες, απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου μέχρι την 1.8.2007, ότε και επέστρεψε στην εργασία του από την ετήσια άδεια αναψυχής του και διαπίστωσε ότι ο εναγόμενος είχε διακόψει τη λειτουργία της επιχείρησής του χωρίς να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ότι με τον τρόπο αυτόν ο εργοδότης του κατέστη υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας του και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1.8.200? μέχρι 31.5.2008. Ότι καθ΄ όλο το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου ο τελευταίος δεν του κατέβαλε τον οριζόμενο από τις οικείες ΣΣΕ μηνιαίο συμβολικό μισθό, τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας. Ζήτησε δε, επικαλούμενος έγκυρη σύμβαση εργασίας και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητάς της, τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβάλει, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 2.7.2007 το ποσό των 12.499,41 ευρώ για συμβολικούς μισθούς, το ποσό των 8.836,47 ευρώ για επιδόματα εορτών και το ποσό των 8.918,60 ευρώ για επιδόματα και αποδοχές αδείας του, καθώς και το ποσό των 18.468,66 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας του διαστήματος από 1.8.2007 έως 31.5.2008, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ένα από τα ανωτέρω κονδύλια ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, εκ των οποίων να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 8.836,47 ευρώ των επιδομάτων εορτών και ποσό 3.163,55 ευρώ από το συνολικό ποσό των 8.918,60 ευρώ του κονδυλίου των αποδοχών και επιδομάτων αδείας. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αγωγή κατά τα λοιπά της κονδύλια, κατά τα οποία απορρίφθηκε με την εκκαλούμενη απόφαση, εφόσον δεν προσβάλλεται με έφεση του ενάγοντος, δεν μεταβιβάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Νε το περιεχόμενο και το αίτημα αυτό η αγωγή, κατά την κυρία βάση της είναι αρκούντως ορισμένη, καθότι στο δικόγραφό της εκθέτονται με σαφήνεια τα γεγονότα που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Ειδικότερα δε περιγράφεται, με επαρκή ακρίβεια, η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας που συνδέει τους διαδίκους, ο χρόνος της σύναψής της, οι συμβατικές ημερήσιες αποδοχές του ενάγοντος, το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησης του ενάγοντος και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εναγομένου εργοδότη, χωρίς να την καθιστά αόριστη η μη αναφορά των χρηματικών παροχών που έλαβε, δεδομένου ότι δεν ζητείται διαφορά μισθού, ώστε το Δικαστήριο μπορεί να τάξει τις δέουσες αποδείξεις και. ο εναγόμενος να προβάλει τους αναγκαίους προς υπεράσπισή του ισχυρισμούς. Κατά το κονδύλιό της όμως των αποδοχών και επιδομάτων αδειών ύψους 8.918,60 ευρώ που ο ενάγων με δήλωσή του στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την οποία ανέπτυξε με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του, περιόρισε μερικώς το αρχικά καταψηφιστικό αίτημα της, σε εν μέρει καταψηφιστικό και εν μέρει αναγνωριστικό, μετατρέποντας, όπως προαναφέρθηκε, μέρος του ποσού των 8.918,60 ευρώ, ήτοι κατά το ποσό των 5.755,07 ευρώ, κατά το οποίο υπερβαίνει τις 3.163,53 ευρώ σε αναγνωριστικό, διευκρινίζοντας ότι ζητεί να του επιδικαστεί το ποσό των 3.163,53 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος του οφείλει το υπόλοιπο π0σό των 5.755,07 ευρώ, τα ποσά αυτά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε ένα επί μέρους ποσό ήταν καταβλητέο, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, είναι απορριπτέα και κατά τις δύο βάσεις της ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της. Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτόν ο ενάγων δεν προσδιόρισε στη δήλωσή του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως αυτή διευκρινίσθηκε με τις προτάσεις του, σε ποια ειδικότερα ποσά του ως άνω κονδυλίου της αγωγής αφορά ο περιορισμός αυτός, από το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα, σε εν μέρει καταψηφιστικό και σε εν μέρει αναγνωριστικό. Ενόψει δε και του ότι κάθε επί μέρους ποσό ζητείται με το νόμιμο τόκο από διαφορετική δήλη ημέρα καταβολής του, το αίτημα αυτό της αγωγής με το οποίο, μετά τον πιο πάνω περιορισμό του από καταψηφιστικό σε εν μέρει αναγνωριστικό, ζητείται η αναγνώριση και επιδίκαση διαφορετικών αξιώσεων, χωρίς να αναφέρεται ή να συνάγεται από τη σχετική δήλωση και τις πρωτόδικες προτάσεις του ενάγοντος ότι περιορίζεται ανάλογα το επί μέρους κονδύλιο, είναι αόριστο στο σύνολό του, αφού δεν διευκρινίζεται ακριβώς ποίων αξιώσεων ζητείται η αναγνώριση και ποίων η καταψήφιση, και δεν είναι δυνατό να διαγνωσθεί σε περίπτωση που θα κριθούν νόμω και ουσία βάσιμες κάποιες από τις αξιώσεις αυτές αν πρόκειται για αξιώσεις των οποίων ζητήθηκε η αναγνώριση ή η καταψήφιση και ιδίως να αποφασιστεί ποιες από τις γενόμενες δεκτές υπόλοιπες αξιώσεις πρέπει να αναγνωριστούν και ποιες να επιδικαστούν στον ενάγοντα (βλ. ΑΠ 1314/2009 ο.π.). Ακόμη, απορριπτέα ως μη νόμιμη (προόρως ασκηθείσα), είναι η αγωγή κατά την κυρία βάση της (δεν ζητείται με την επικουρική), και κατά το μέρος του κονδυλίου της με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να καταβάλει στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας του έτους 2008 πριν από την παρέλευση του έτους αυτού, αφού ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να τα χορηγήσει ακόμη και τον τελευταίο μήνα του έτους. Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου και να απορριφθεί η αγωγή κατά το πρώτο από τα ανωτέρω κονδύλιό της ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της και κατά το δεύτερο εξ αυτών ως μη νόμιμη. Κατά τα λοιπά της κονδύλια και κατά την κυρία βάση της, η αγωγή είναι νόμιμη καθώς στηρίζεται στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, καθώς και σ’ αυτές των άρθρων 648, 651, 653, 655, 656, 680, 341, 345, 346 και 349 ΑΚ, 70 και 176 ΚΠολΔ, και αφού για το παραδεκτό της συζήτησή της, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 Ε.Ν.ΚΠολΔ, δεν απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου αφού το καταψηφιστικό της αίτημα δεν υπερβαίνει το ποσό των 12.000,00 ευρώ της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, πρέπει να εξεταστεί και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από καμία διάταξη νόμου δεν απαγορεύεται η μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου σύναψη ειδικής συμφωνίας για τμηματική καταβολή των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ή για καταλογισμό σε αυτά των ποσών που καταβάλλονται πάνω από τα ελάχιστα νόμιμα όρια αποδοχών, δεν συνάγεται δε το αντίθετο από το άρθρο 8 ν.4321/1963, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 ν.4469/1965, που αφορά τους οικοδόμους, με το οποίο ορίστηκε ότι είναι άκυρη κάθε συμφωνία για καταβολή ή προκαταβολή, πριν από τον καθοριζόμενο χρόνο, δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα ή για συμψηφισμό των από τις παροχές αυτές απαιτήσεων με τις επί πλέον των κάθε φορά ισχυόντων για κάθε κατηγορία ελαχίστων ορίων μισθού καταβαλλόμενες αποδοχές, διότι η διάταξη αυτή, η οποία εντάσσεται μέσα στο νόμο αυτό και προβλέπει τη σύσταση Ειδικού Λογαριασμού Οικοδόμων, είναι προφανές ότι δεν μπορεί να έχει γενική εφαρμογή για όλους τους μισθωτούς της χώρας και συνεπώς δεν πλήττει τις κατ’ αυτήν συμφωνίες όλων των μισθωτών, αλλά μόνο τις συμφωνίες των στα άρθρα 1 και 3 ν.4321/1963 προσώπων, ήτοι των οικοδόμων. Αντίθετα, από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο νομοθέτης, τελώντας σε επίγνωση ότι δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση συμφωνίας για τμηματική καταβολή των επιδομάτων εορτών ή ειδικής συμφωνίας για καταλογισμό σ’ αυτά των επί πλέον των ελαχίστων ορίων αποδοχών συμφωνούμενων ποσών και θέλοντας να εισάγει εξαίρεση από της αρχής αυτής ως προς τους οικοδόμους, προδήλως λόγω των ειδικών συνθηκών εργασίας τους, θέσπισε την ως άνω απαγορευτική διάταξη (Ολ.ΑΠ 452/1971, ΑΠ 392/2005 ΔΕΕ 2006 σελ. 313). Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό του ισχυρισμό (δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής του), ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα σερβιτόρο, να του καταβάλλει ως αμοιβή του ποσοστό 11% επί των ημερησίων ακαθαρίστων εισπράξεών του και στο ποσό αυτό να συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και τα επιδόματα δώρων εορτών καθώς και κάθε άλλο επίδομα (όπως και ο συμβολικός μισθός), καθώς το ποσό που του καταβλήθηκε ήταν υπέρτερο των νομίμων αποδοχών του. Ο ισχυρισμός αυτός και αληθής υποτιθέμενος πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, το νόμιμο ποσοστό της αμοιβής του ενάγοντος ως σερβιτόρου ορίζεται με τη διάταξη του άρθρου 54 του ν. 2224/1994, και ανέρχεται σε 16% στο λογαριασμό των πελατών. Οι δε νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται στο άθροισμα του ποσού που εισέπραξε το συγκεκριμένο μήνα από το ποσοστό των 16% στο λογαριασμό των πελατών και του ποσού του συμβολικού μισθού, που συνίσταται σε ένα μικρό σταθερό ποσό που προσδιορίζεται δραχμικά και αναπροσαρμόζεται περιοδικά με τις συλλογικές ρυθμίσεις. Επομένως, οι ανωτέρω νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος είναι υπέρτερες αυτών που υποστηρίζει ο εναγόμενος ότι του καταβλήθηκαν. Συνακόλουθα, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτά που υποστηρίζει ο εναγόμενος με τον ως άνω ισχυρισμό του, ήτοι ότι στο ποσό που θα εισέπραττε ο ενάγων ως σερβιτόρος από το ποσοστό των 11% στο λογαριασμό των πελατών, συμφωνήθηκε να συμπεριλαμβάνονται μεταξύ των άλλων και τα επιδόματα δώρων εορτών καθώς και κάθε άλλο επίδομα (όπως και ο συμβολικός μισθός) είναι αληθινά, δεν υφίσταται διαφορά υπέρ των καταβαλλομένων και σε βάρος των νομίμων αποδοχών του, στην οποία να καταλογισθούν τα επιδόματα δώρων εορτών και ο συμβολικός μισθός, και για το λόγο αυτόν ο εν λόγω ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955 “πάσα αξίωση μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσ0ν η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας”. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, χωρίς δηλαδή να προταθεί η ακυρότητα με αγωγή ή ένσταση, ανταγωγή ή αντένσταση (η υποβολή αίτησης ασφαλιστικού μέτρου δεν αρκεί, γιατί η αίτηση αυτή δεν είναι αγωγή προς οριστική διάγνωση), η καταγγελία καθίσταται ισχυρή και τόσο το δικαίωμα επίκλησης και προσβολής της ως άκυρης, όσον και οι αξιώσεις του μισθωτού που προϋποθέτουν την ακυρότητα αποσβένυνται, η δε σχετική αγωγή, ένσταση κλπ απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ως απαράδεκτες ουσιαστικά (Α.Π. 1514/2008 δημ. Νόμος, Α.Π. 404/2008 δημ. Νόμος). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το ανωτέρω ουσιαστικό απαράδεκτο καλύπτει όχι μόνο την καταψηφιστική αγωγή, αλλά και την αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης αγωγή, η οποία αποτελεί τη βάση της καταψηφιστικής αγωγής (Α.Π. 2081/2007 Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, με το σχετικό ισχυρισμό του που αναπτύσσει με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου της έφεσής του ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η αξίωση του ενάγοντος για αναγνώριση της υποχρέωσής του να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας έχει αποσβεστεί γιατί έχει υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955. Και τούτο διότι, όπως αυτός υποστηρίζει, ο ενάγων ιστορεί στην αγωγή του πως η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε ακύρως από τον εργοδότη του την 1- 8-2007, και εφόσον η υπό κρίση αγωγή κοινοποιήθηκε σ’ αυτόν στις 6—12-2007, η αξίωση του αντιδίκου του για αναγνώριση της υποχρέωσής του να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας έχει αποσβεστεί. Ο ισχυρισμός του αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, γιατί στηρίζεται επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης. Και τούτο διότι όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων δεν στηρίζει την αγωγή του, καθόσον αφορά το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας, σε άκυρη εκ μέρους του αντιδίκου του καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, επί της οποίας και μόνον έχει εφαρμογή η ως άνω διάταξη, αλλά στην άρνηση του εργοδότη του να αποδεχτεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του διαρκούσης της σύμβασης εργασίας του, για την οποία δεν υποστηρίζει ότι καταγγέλθηκε ακύρως από αυτόν, περίπτωση στην οποία δεν έχει εφαρμογή η εν λόγω διάταξη.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 670, 671, 457 παρ. 2 και 3, 460 ΚΠολΔ συνάγονται τα ακόλουθα: α) Το δικαστήριο, στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία όμως εκτιμά ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες ως προς την αποδεικτική τους ισχύ. Έτσι είναι μεν δυνατόν να ληφθούν υπόψη στη διαδικασία αυτή και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα ή άκυρα και μη συντεταγμένα κατ’ αποδεικτικό τύπο, όχι όμως και τα πλαστά ή τα μη γνήσια. β) Τα ιδιωτικά έγγραφα, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει επί δημοσίων εγγράφων (άρθρ. 455 ΚΠολΔ), δεν έχουν το τεκμήριο της γνησιότητας. Η επίκληση και προσαγωγή προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, του ιδιωτικού εγγράφου εμπεριέχει, εντεύθεν, τον ισχυρισμό του διαδίκου περί της γνησιότητάς του, ο δε αντίδικος τούτου έχει το βάρος της δηλώσεως περί αρνήσεως της γνησιότητας και ο πρώτος της απόδειξης αυτής, όταν αμφισβητηθεί. γ) Εφόσον το ιδιωτικό έγγραφο είναι ενυπόγραφο, αδιάφορα αν φέρει την υπογραφή εκείνου κατά του οποίου προσάγεται ή τρίτου, το παραγόμενο από τη μη αμφισβήτηση της γνησιότητας υπογραφής αμάχητο τεκμήριο περί της γνησιότητας του υπερκείμενου περιεχομένου του εγγράφου που καλύπτεται από την υπογραφή ανατρέπεται μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού, του επικαλούμενου την πλαστότητα βαρυνομένου με την απόδειξή της (ΚΠολΔ 463). Και αν μεν αποδειχθεί κατά την ίδια διαδικασία κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση και προσάγεται το έγγραφο η πλαστότητα του περιεχομένου του ως άνω εγγράφ0υ, τούτο κατά το πλαστό μέρος του δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, ενώ αν προκύψει ότι τούτο είναι γνήσιο, τότε το έγγραφο είναι ληπτέο υπόψη (ΑΠ 2/2008 ΕλλΔνη 2008 σελ. 1024, ΑΠ 1323/1996 ΕΕργΔ 1998 σελ. 376) . Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης (ο εναγόμενος δεν εξέτασε μάρτυρα), που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα πρακτικά συνεδρίασής του που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους έστω και αν κάποια από αυτά δεν μνημονεύονται ειδικά, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος διατηρούσε και
εκμεταλλευόταν στο ισόγειο του Δικαστικού Μεγάρου Θεσσαλονίκης κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος ήτοι επιχείρηση καφέ — ζαχαροπλαστείου. Το κατάστημά του αυτό μίσθωνε, με σύμβαση μίσθωσης που κατάρτιζε με το Ταμείο Χρηματοδότησης Δικαστικών Κτιρίων (ΤΑΧΔΙΚ), κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού. Στην επιχείρησή του αυτή απασχολούοε τουλάχιστον πέντε (5) εργαζομένους, δύο (2) εκ των οποίων ήταν σερβιτόροι. Για τις ανάγκες της επιχείρησής του, τον Ιούλιο του 1992, προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου προκειμένου να τον απασχολήσει ως σερβιτόρο, με τη συμφωνία να εργάζεται πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, επί τέσσερις (4) ώρες την ημέρα ήτοι από 9.00 μέχρι 13.00, και να αμείβεται με ποσοστό 11 % επί των καθαρών εισπράξεων. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων εργάστηκε στην επιχείρηση του εναγομένου απασχολούμενος επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα ήτοι από Δευτέρα έως και Παρασκευή, κατά πλήρες όμως ωράριο, ήτοι επί οκτώ ώρες (8) ώρες την ημέρα, από 7.30 μέχρι τις 15.30. Και τούτο διότι η επιχείρηση του εναγομένου άνοιγε και ήταν σε θέση να εξυπηρετήσει τους πελάτες της δικηγόρους και διαδίκους μετά τις 8.00 το πρωί και μέχρι τις 15.00 το απόγευμα, πλην όμως ο ενάγων, όπως και οι λοιποί συνάδελφοί του για να προετοιμάσουν το πρωί το κατάστημα ώστε να υποδεχθούν τους πελάτες του αναπτύσσοντας τα τραπεζοκαθίσματα που είχαν συγκεντρώσει το απόγευμα προκειμένου να καθαριστεί ο χώρος αλλά και να προβούν σε κάθε άλλη συναφή ενέργεια ώστε αυτό να είναι έτοιμο προς χρήση, αναλάμβαναν εργασία τριάντα (30) λεπτά πριν από τις οκτώ (8) το πρωί και σχολούσαν τριάντα (30) λεπτά μετά από τις τρεις (3) το απόγευμα. Και ενώ ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εναγομένου με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, ο τελευταίος προς εξυπηρέτηση της επιχείρησής του αλλά και προς καταστρατήγηση των διατάξεων του εργατικού δικαίου περί καταβολής αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας από μέρους του της σύμβασης εργασίας του (άρθρο 5 παρ. 1 του
νόμου 3198/1955), τον υποχρέωσε: α) να
υπογράφει σε τακτά χρονικά διαστήματα δήλωση οικειοθελούς αποχώρησης από την εργασία του και β) να του δώσει την εντολή να συντάσσει και υπογράφει για λογαριασμό του κάθε φορά νέα σύμβαση εργασίας μερικής απασχόλησης, μέχρι και το έτος 2004 αορίστου χρόνου και στη συνέχεια ορισμένου χρόνου με κατά κανόνα τετράμηνη διάρκεια. Με τον τρόπο αυτό ο εναγόμενος συνέταξε κατ’ εντολή του ενάγοντος διαδοχικές συμβάσεις μερικής απασχόλησής του, τις οποίες και κατέθεσε από 8—10—2004 και μετέπειτα στην Επιθεώρηση Εργασίας του Δυτικού Τομέα Θεσσαλονίκης με αριθμούς πρωτοκόλλου 4500/8-10-2004, 1681/9—5—2004, 3321/16—3—2006, 175/11—1— 2006 και 283/12—1—2007 (βλ. το υπ’ αριθμ.
πρωτ. 2006/27—9—2007 έγγραφο της ως άνω
Επιθεώρησης Εργασίας και τις από 19-4-2004, 27—
9—2004, 9—1—2006, 2—5—2006 και 8—1—2007
συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης που επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα ο ενάγων, καθώς και το από 3-7-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό — δήλωση, που επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος). Μάλιστα, στις συμβάσεις αυτές αναφέρεται ότι ο ενάγων αμείβεται ως ωρομίσθιος με σταθερές ωρομίσθιες αποδοχές (ωρομίσθιο) και όχι με ποσοστό 11 % επί των καθαρών εισπράξεων, όπως πράγματι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων, με τις εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του, προσβάλει παρεμπιπτόντως τις ως άνω έγγραφες συμβάσεις εργασίας μερικής απασχόλησης ως πλαστές, χωρίς να αποδίδει την πλαστογραφία τους σε κάποιο πρόσωπο, υποστηρίζοντας ότι δεν τις υπέγραψε αυτός. Τα εν λόγω έγγραφα, που κατά την κρίση του Δικαστηρίου είναι ουσιώδη για τη διάγνωση της υπόθεσης, επιμένει να τα χρησιμοποιεί ο ενάγων (άρθρο 464 ΚΠολΔ). Καθόσον δε αφορά την πλαστότητά τους, το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής δέχεται ότι οι εν λόγω συμβάσεις εργασίας του ενάγοντος συντάχτηκαν και
υπογράφηκαν για λογαριασμό και κατ’ εντολή του από τον εναγόμενο, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού του περί πλαστότητάς τους ως ουσιαστικά αβάσιμου. Οι συμβάσεις όμως αυτές, ως προς τις ώρες εργασίας του ενάγοντος και τη συμφωνηθείσα διάρκειά τους, δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Για το λόγο αυτόν Πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συνδέεται με τον ενάγοντα με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μερικής απασχόλησης και όχι με μία αορίστου πλήρους απασχόλησης. Με τους ως άνω όρους και συνθήκες ο ενάγων απασχολήθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου μέχρι την 1-7- 2007. Στις 2.7.2007 ο εναγόμενος χορήγησε στον ενάγοντα τις ημέρες της ετήσιας άδειας αναψυχής του αυτούσιες. Όταν όμως ο τελευταίος επέστρεψε από την άδειά του την 1-8—2007, βρήκε το κατάστημα του εναγομένου κλειστό. Αναζήτησε δε τον εργοδότη του Προκειμένου να διευθετηθεί το ζήτημα της απασχόλησής του, πλην όμως αυτός απέφυγε να τον συναντήσει, αλλά και να απαντήσει στις τηλεφωνικές του κλήσεις. Ο εναγόμενος, έκλεισε την επιχείρησή του στις 26- 7—2007 όταν του επιδόθηκε η από το ΤΑΧΔΙΚ η από
13—6—2007 καταγγελία της σύμβασης μισθώσεως του καταστήματός του και Προτού υποχρεωθεί δικαστικά να αποδώσει τη χρήση του μισθίου του στον εκμισθωτή του, χωρίς να ειδοποιήσει προς τούτο τον ενάγοντα, γιατί δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει οικονομικά (βλ. την από 20—7-2007 εξώδικη δήλωσή του προς το ΤΑΧΔΙΚ που αυτός επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα). Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, με τον οποίο υποστηρίζει ότι η άρνησή του να απασχολήσει τον εναγόμενο οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, άλλως σε γεγονός που συνιστά ανωτέρα βία, ώστε δεν κατέστη υπερήμερος από υπαιτιότητά του περί την αποδοχή της εργασίας του (βλ. ΑΠ 465/2010 δημ. Νόμος), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Παρά ταύτα όμως ο εναγόμενος δεν κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας πλήρους απασχόλησης αορίστου χρόνου του ενάγοντος, του οποίου δεν αποδέχτηκε τις προσφερόμενες υπηρεσίες, ώστε περιήλθε σε υπερημερία εργοδότη — δανειστή και του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1—8—2007 μέχρι 31—5—2008.
Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου, όπως αυτός εκτιμάται από το Δικαστήριο, με τον οποίο υποστηρίζει ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος άκυρα, και συγκεκριμένα κατά παράβαση του άρθρου 5 ν.3198/1995, ήτοι χωρίς έγγραφο (προφορικά) και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης την 1-8-2007, καταγγελία την οποία ο αντίδικός του δεν προσβάλει για την ακυρότητά της, οπότε η σύμβαση εργασίας του λύθηκε και συνεπώς δεν οφείλει στον αντίδικό του μισθούς υπερημερίας έστω και αν αρνείται να αποδεχτεί τις προσφερόμενες σε εκτέλεση αυτής υπηρεσίες του, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακόμη, ο εργοδότης του δεν κατέβαλε στον ενάγοντα και του οφείλει ακόμη το συμβολικό μισθό καθώς και τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας του επιδίκου χρονικού διαστήματος από 1— 1—2002 μέχρι 31—7—2007. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι, μ3ολικός μισθός του ενάγοντος σύμφωνα με τις ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας
προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων», από 31.5.2002 (ΔΕΝ 2002 σελ.919}, από 9.5.2003 [ΔΕΝ 2003 σελ.922], από 22.6.2004 [ΔΕΝ 2004 σελ.1076], από 25.4.2005 [ΔΕΝ 2005 σελ.694] και από 29.5.2006 [ΔΕΝ 2006 σελ.776] ανέρχεται: α) από 1—1—2002 στο ποσό των 120,70 ευρώ το μήνα, β) από 1—7— 2002 στο ποσό των 132,12 ευρώ το μήνα, γ) από
1-1—2003 στο ποσό των 128,54 ευρώ το μήνα, δ) από 1—1—2004 στο ποσό των 133,68 ευρώ το μήνα, ε) από 1—7—2004 στο ποσό των 136,35 ευρώ το μήνα, στ) από 1—1—2005 στο ποσό των 139,36 ευρώ το μήνα, ζ) από 1—7-2005 στο ποσό των 143,96 ευρώ το μήνα, η) από 1-1-2006 στο ποσό των 148,28 ευρώ το μήνα, 8) από 1—7—2006 στο ποσό των 152,73 ευρώ το μήνα, ι) από 1-1—2007 στο ποσό των 157,31 ευρώ το μήνα, και ια) από 1-7- 2007 στο ποσό των 162,03 ευρώ το μήνα. Το ως άνω ποσό του συμβολικού μισθού προσαυξάνεται σύμφωνα με την από 3—8—2003 ΣΣΕ «Για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων», με το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας, που ορίζεται σε ποσοστό 10% επ’ αυτού για κάθε τριετία και μέχρι πέντε τριετίες συνολικά. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι ο ενάγων λάμβανε κατά το δεύτερο εξάμηνο κάθε έτους την ετήσια άδεια αναψυχής του διάρκειας ενός μηνός, για την οποία ζητεί με την υπό κρίση αγωγή την καταβολή σχετικής αποζημίωσης, δικαιούται συμβολικό μισθό για έντεκα (11) μήνες ετησίως, καθώς κατά το μήνα που δεν εργαζόταν δικαιούταν αποζημίωση α
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου