Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Αγωγή κήρυξης συμβολαίου γονικής παροχής ως πλαστού και αναγνώρισης της ακυρότητάς του. Σώρευση διεκδικητικής και περί κλήρου αγωγής. Παθητική νομιμοποίηση στη περί κλήρου αγωγή μόνο εκείνου που νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα με κληρονομικό δικαίωμα και όχι εκείνου που τα έλαβε εν ζωή από τον κληρονομούμενο. Συνεισφορά...813/2011 ΠΠΡ ΑΘ.


Ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης. Έννοια πλάνης, προϋποθέσεις ακύρωσης. Υπογραφή συμβολαίου μεταβίβασης ακινήτου από ηλικιωμένη, η οποία γνώριζε επακριβώς το τι υπέγραφε, η απόφασή της περί μεταβιβάσεως του ακινήτου της ήταν απόφαση ενός φυσιολογικού και λογικά..1270/2011 ΑΠ.

813/2011 ΠΠΡ ΑΘ ( 633755) 
Αγωγή κήρυξης συμβολαίου γονικής παροχής ως πλαστού και αναγνώρισης της ακυρότητάς του. Σώρευση διεκδικητικής και περί κλήρου αγωγής. Παθητική νομιμοποίηση στη περί κλήρου αγωγή μόνο εκείνου που νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα με κληρονομικό δικαίωμα και όχι εκείνου που τα έλαβε εν ζωή από τον κληρονομούμενο. Συνεισφορά..
μεταξύ των κατιόντων που κληρονομούν εξ αδιαθέτου. Υπολογισμός της συνεισφοράς. Η υποχρέωση της συνεισφοράς μεταβιβάζεται και στον αγοραστή οποίος γίνεται εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον πωλητή έναντι του δανειστή μόνο επί εκποιήσεως της επαχθείσας στον εκποιούντα κληρονομίας ή ποσοστού της όχι όμως και επί μεταβιβάσεως συγκεκριμένου αντικειμένου της κληρονομίας. Απόδειξη. Δημόσια έγγραφα. Συμβόλαιο γονικής παροχής. Συμβολαιογραφικά έγγραφα. Αποδεικτική ισχύς αυτών. Προϋποθέσεις για το επιτρεπτό της ανταπόδειξης. Διάκριση περιπτώσεων. Αδυναμία υπογραφής συμβολαιογραφικού εγγράφου. Περιπτώσεις. Η επίκληση της ακυρότητας του συμβολαιογραφικού εγγράφου δεν υπόκειται σε παραγραφή αλλά στη διάταξη του αρ. 281 ΑΚ. Έγκυρη η σύσταση γονικής παροχής δια συμβολαιογραφικού εγγράφου καθώς η μετέπειτα αποβιώσασα δεν είχε απολέσει εντελώς την όρασή της, ώστε να είναι εφαρμοστέες οι πρόσθετες διατυπώσεις κατά τη κατάρτιση του συμβολαίου. Υποχρέωση των εναγόμενων καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος προς συνεισφορά. Το δικαστήριο δέχεται την επικουρική βάση της αγωγής περί συνεισφοράς. Βλ. την απόφαση 1427/2015 ΕφΑθ με την οποία απερρίφθη κατ` ουσίαν η έφεση κατά της αποφάσεως αυτής.


  
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός απόφασης

813/2011

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές Μαρία Σωμαράκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία- Ελένη Βαργιά Πρωτόδικη- Εισηγήτρια, Κωνσταντίνο Αδαμαντόπουλο Πρωτόδικη και από την γραμματέα Μαρία Τότσικα.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουάριου 2010, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

Της ενάγουσας: ....... του ......., το γένος ....... και ......., κάτοικος ......., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας του δικηγόρου .....

Των εναγόμενων: 1) ....... χήρας ......., 2) ....... του ......., καιοίκων Αθηνών και 3) ....... του ......., κατοίκου Αθηνών, οι οποίες παραστάθηκαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ....... του ......., δια της πληρεξούσιας τους.....

Η ενάγουσα εταιρία ζητεί να γίνει δεκτή η από 16-10-2007 αγωγή της ( αριθμ. καταθ. 9798/2007) η οποία προσδιορίστηκε για την δικάσιμο της 5-2-2009 κατά την οποία οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ έγγραφα που έχουν συνταχθεί κατά τους νόμιμους τύπους από δημόσιο υπάλληλο ή λειτουργό ή πρόσωπο που ασκεί δημόσια υπηρεσία ή λειτουργία αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά ότι έγιναν από το πρόσωπο που συνέταξε το έγγραφο ή έγιναν ενώπιον του, εάν το πρόσωπο αυτό είναι καθ` ύλην και κατά τόπο αρμόδιο να κάνει αυτή τη βεβαίωση. Κατά το άρθρο 440 του ίδιου κώδικα τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο 438 αποτελούν πλήρη απόδειξη για όλους ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει εκείνος που έχει πλήρη απόδειξη για όλους, ως προς οσα βεβαιώνονται σε αυτό, οτι έγιναν από το συμβολαιογράφο ή ότι έγιναν ενώπιον του όσον και ως προς όσα βεβαιώνονται σε αυτό, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμβολαιογράφος. Στην πρώτη περίπτωση δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, εκτός εάν το έγγραφο προσβληθεί ως πλαστό από δικηγόρο εφοδιασμένο με ειδικό πληρεξούσιο ενώ στη δεύτερη περίπτωση χωρεί ανταπόδειξη χωρίς τη διατύπωση αυτή. Αυτή η διαφοροποίηση υπάρχει διότι ως προς τα γεγονότα του άρθρου 440 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συμιβολαιογράφος, περιέχονται στο συμβόλαιο υποκειμενικές κρίσεις σχηματισθείσες σύμφωνα με την αντίληψη του (ΑΠ 507/2003, ΑΠ 88/2003, ΑΠ 1428/2000, ΑΠ 426/2000, AΠ 443/ 1992, Ηλεκτρονική τράπεζα δεδομένων Νόμος). Στα γεγονότα του άρθρου 440 ΚΠολΔ συγκαταλέγεται και η κρίση του συμβολαιογράφου ότι οι συμβαλλόμενοι γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα. Αντίθετη ερμηνεία, δηλαδή παραδοχή όχι η κρίση αυτή ανήκει στα γεγονότα του άρθρου 438 ΚΠολΔ θα εισήγαγε στο σύστημα αποδείξεως των δημοσίων εγγράφων την έννοια της διανοητικής πλαστογραφίας, καθιστώντας κενό περιεχομένου το άρθρο 438 ΚΠολΔ παρά την αντίθετη βούληση του νομοθέτη, ο οποίος θεσπίζοντας τις δύο ως άνω διατάξεις διαφορετικού περιεχομένου κατέστησε σαφές, ότι το περιεχόμενο των συμβολαιογραφικών εγγράφων που αφορά σε γεγονότα, τα οποία δεν έγιναν από το συμβολαιογράφο ή ενώπιον του δεν προσβάλλεται ως πλαστό αλλά ανατρέπεται ανταποδεικτικώς. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρ. 9 Ν. 670/1977 η σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή δύο μαρτύρων κατά την ανάγνωσιν και υπογραφήν συμβολαιογραφικών εγγράφων είναι υποχρεωτική μόνον επί αδυναμίας υπογραφής παρά τινός των εμφανιζόμενων δι` οιονδήποτε λόγον. Εξάλλου, κατά το εδάφιο α` του άρθρ. 455 ΚΠολΔ, τα δημόσια έγγραφα θεωρούνται γνήσια και επιτρέπεται μόνο να προσβληθούν ως πλαστά.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 του ν. 670/1977, που αφορά τον Κώδικα Συμβολαιογράφων, η σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου η δύο μαρτύρων, κατά την ανάγνωση και υπογραφή συμβολαιογραφικών εγγράφων είναι υποχρεωτική μόνο στη περίπτωση αδυναμίας υπογραφής από κάποιον εμφανιζόμενο εξ αιτίας οποιουδήποτε λόγου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αδυναμία υπογραφής συμβολαιογραφικού εγγράφου μπορεί να υπάρξει τις ακόλουθες περιπτώσεις: α ) Αν ο συμβαλλόμενος η εμφανιζόμενος είναι αγράμματος, β ) Αν επίσης ο ίδιος αδυνατεί να υπογράψει εξαιτίας της ύπαρξης προσωρινού η διαρκούς σωματικού κωλύματός του, όπως λ.χ. όταν πρόκειται για πάθηση του χεριού του, η των χεριών του από κάποιο ατύχημα που του στερεί τη δυνατότητα θέσεως υπογραφής του. γ`) Αν κάποιος από τους συμβαλλόμενους είναι τυφλός, είχε προσωρινά εξ αιτίας ατυχήματος, είτε επειδή υπάρχει διαρκής ολική τύφλωσή του. Τούτο επειδή ο τυφλός δεν μπορεί να ελέγξει μόνος του την ταυτότητα της πράξεώς του. Η υπογραφή όμως του τυφλού δεν βλάπτει σε περίπτωση που συμπράττει και δεύτερος συμβολαιογράφος ή δύο μάρτυρες, οπότε και αποσοβείται η πλοστογραφία, και δ`) Αν τέλος κάποιος από τους συμβαλλόμενους ή του εμφανισθέντες δηλώσει στο συμβολαιογράφο ότι είναι κουφός, άλαλος ή κωφάλαλος. Μάλιστα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 του ίδιου νόμου ορίζεται πως η μη τήρηση της παραπάνω σημειούμενης διάταξης του άρθρου θ παρ. 2 επιφέρει ακυρότητα του συμβολαίου. Κατά την παράγραφο 3 του άρρθρου 12 Συμβολαιογραφικόν έγγραφον άκυρον κατά τας διατάξεις του παρόντος, ισχύει ως ιδιωτικόν, εάν φέρη τας υπογραφάς των συμβαλλόμενων. Το δικαίωμα επίκλησης της ακυρότητας, για την οποία δεν απαιτείται κήρυξη με δικαστική απόφαση δεν υπόκειται σε χρονική οριοθέτηση, δηλαδή παραγραφή ή αποσβεστική προθεσμία αλλά στην ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ (Βαθρακοκοίλης, ΕρΝομΑΚ, Γενικές Αρχές, τ.Α`, έκδ.2001, άρθρο 180, αρ.6). Κατά το άρθρο 147 ν. 2830/2000 (ισχύων Κώδικας Συμβολαιογράφων) συμβολαιογραφικές πράξεις άκυρες ή ακυρώσιμες, κατά τον Κώδικα Συμβολαιογράφων που προϊσχυσε, θεωρούνται από τη δημοσίευση του ν. 2830/2000 έγκυρες, εκτός, εάν έχει εκδοθεί αντίθετη τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Τέλος, με την αγωγή κήρυξης συμβολαίου γονικής παροχής πλάστου και αναγνώρισης της ακυρότητας του σωρεύονται νομιμως η διεκδικητική (Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου, τ. Α`, σελ.308, περ. δ ) και η περί κλήρου αγωγή (Κ.Παπαδόπουλος, Αγωγές κληρονομικού δικαίου, τ. Α`, σελ. 430, περ. στ`) πλην όμως στην περί κλήρου αγωγή εναγόμενος μπορεί να είναι μόνον όποιος νέμεται τα αντικείμενα της κληρονομιάς ως κληρονόμος ή με άλλον τρόπο που προβλέπει το κληρονομικό δίκαιο ή δυνάμει δικαιώματος που έλκει από τον νεμόμενο ως κληρονόμο και όχι ο λαβών με δωρεά εν ζωή από τον κληρονομούμενο (Κ.Παπαδόπουλος, Αγωγές κληρονομικού δικαίου, τ. A`, σελ 398-399) Σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1895 του ΑΚ (όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί από το ν. 1329/1983 και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, αφού η παροχή έγινε πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού σύμφωνα με το άρθρο 88 αυτού, ΕφΑθ 3304/1986 Δνη 27.1183), οι κατιόντες που κληρονομούν εξ αδιαθέτου υποχρεούνται κατά τη διανομή της κληρονομιάς να συνεισφέρουν μεταξύ τούς, ανάμεοα στις άλλες παροχές που απαριθμεί το άρθρο αυτό και εκείνη που έγινε προς αυτούς από τον κληρονομούμενο με πράξη του, όταν ζούσε, είτε με σύσταση προίκας, είχε για την αποκατάσταση δικού τους οίκου, έκτος αν κατά την παροχή της ο κληρονομούμενος όρισε διαφορετικά, καθώς και κάθε δωρεά προς αυτούς εφόσον ο κληρονομούμενος διέταξε τη συνεισφορά ή τον καταλογισμό της στην κληρονομική τους μερίδα. Η μεταξύ των κατιόντων συνεισφορά γίνεται κατά το άρθρο 1899 ΑΚ λογιστικά και αθροιστικά, αφού πρώτα αποτιμάται η αξία της κληρονομιάς καιά το χρόνο του θανάτου του κληρονομούμενου. Στο ποσό που προκύπτει αθροίζονται οι παροχές, που έγιναν σε καθένα από τους κατιόντες και συνεισφέροντες, σύμφωνα με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν. Στο σύνολο αυτό του αθροίσματος υπολογίζεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα του κατιόντος και έπειτα αφαιρειται απ`αυτήν η αξία της παροχής που ο κατιών είναι υποχρεωμένος να συνεισφέρει (ΑΠ 615/74 ΝοΒ 23.171, ΕφΠ 341/1986 ΝοΒ 35.565, ΕφΑθ 392/1982 Δνη 23.592, Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρ. Δικ., παρ. 255, σελ. 369-370). Εάν όμως από το χρόνο που έγινε η παροχή μέχρι το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ο οποίος χρόνος αυτός είναι και ο κρίσιμος κατ’ άρθρο 1831 ΑΚ, για τον υπολογισμό της αξίας της κληρονομιάς, μεσολάβησε νομισματική έκπτωση, υποτίμηση ή σοβαρή διακύμανση, πρέπει, κατά την καθιερούμενη από το 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστεως, η αξία αυτή του χρόνου της παροχής να υπολογιστεί σε δραχμές της αυτής πραγματικής αξίας την οποία αυτές είχαν κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου. Η αξία δηλαδή του χρόνου της παροχής θα αναχθεί, με βάση την άνω αρχή του άρθρου 288 ΑΚ, στο ισάξιο της κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, αφού ληφθεί υπόψη η αγοραστική αξία της χρυσής λίρας Αγγλίας κατά το χρόνο της παροχής και ακολούθως του θανάτου του κληρονομουμένου και η μεταξύ τους σύγκριση, αλλά και η αύξηση στο μεταξύ του τιμαρίθμου (ΑΠ 1924/ 1988 ΝοΒ 37.738, ΑΠ 615/1974 ΝοΒ 23.171, ΕφΠ 341/1986 ΝοΒ 35.565). Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1871, 1884, 1895, 1897, 1899 και 1900 ΑΚ, ο κατιών που έχει αξίωση σε συνεισφορά, που συνεπάγεται τον περιορισμό ή το μηδενισμό του μεριδίου του κατιόντος που έχει υποχρέωση συνεισφοράς, μπορεί να την προβάλει με ένσταση κατά τη διανομή ή ν` ασκήσει, πριν από αυτήν, αναγνωριστική αγωγή, ή να την αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή (ΑΠ 1081/ 1990 Δνη 83.77, Παπαδόπουλος, Αγωγές Κληρον. Δικ., παρ. 249, περ. 3, σελ. 363, Παπαντωνίου, Κληρ. Δίκ., σελ. 372, Βαθρακοκοίλης, Ερμ. Αστ. Κωδ., άρθρο 1895, υελ. 237δ(. Ακόμη η αγωγή υποχρεώσεως συνεισφοράς μπορεί να σωρευθεί με αγωγή αναγνωρίσεως κληρονομικού δικαιώματος, αφού η πρώτη εισάγει παρεμπίπτον ζήτημα για το κληρονομικό δικαίωμα (Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 347, ΑΠ 547/1968 ΝοΒ 17.158). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1900 ΑΚ, αν η αξία της παροχής που πρέπει να συνεισφέρει ο κατιών είναι μεγαλύτερη από τη μερίδα που του ανήκει, δεν έχει υποχρέωση για το επιπλέον. Σε τέτοια περίπτωση η κληρονομιά διανέμεται μεταξύ των λοιπών κληρονόμων, χωρίς να υπολογίζεται η παροχή που έπρεπε να συνεισφέρει ο κατιών. Η υποχρέωση συνεισφοράς είναι ενοχική και μεταβιβάζεται και στον αγοραστή, που καθίσταται εις ολόκληρον υπεύθυνος με τον πωλητή, έναντι του δανειστή, μόνο σε περίπτωση εκποιήσεως της επαχθείσας στον εκποιούντα κληρονομιάς ή ποσοστού αυτής. Δεν ισχύει όμως αυτό επί μεταβιβάσεως συγκεκριμένου αντικειμένου της κληρονομιάς ή ποσοστού επί του αντικειμένου αυτού (Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 363, Βαθρακοκοίλης, ό.π., σελ. 2377, Πολ ΠρΠειρ 5070/1966 ΝοΒ 14.1156).Τέλος, στην αγωγή αναγνωρίσεως υποχρεώσεως συνεισφοράς ενάγων είναι ο κατιών που είχε συμφέρον να ζητήσει τη συνεισφορά της παροχής ή των παροχών που έκανε ο κληρονομούμενος άπο ζούσε σε άλλον κατιόντα ή κατιόντες και εναγόμενος είναι ο κατιών που πήρε παροχή από τον κληρονομούμενο όσο ζούσε (Παπαδόπουλος, ό.π., σελ. 367).Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει με την υπό κρίση αγωγή της ότι είναι τέκνο της αποβιωσάσης κατά την 12-11-2004 μητέρας της ....... χήρας ....... το γένος ....... και ....... και αδελφή του αποβιώσαντος κατά την 22-9-2006 ......., στον οποίο η μητέρα της μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα λόγω γονικής παροχής με το υπ` αριθμ. 629/3-4-2003 συμβόλαιο σύστασης γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών ......., της περιγραφόμενες κατά θέση έκταση και όρια οριζόντιες ιδιοκτησίες. Ότι το συμβόλαιο γονικής παροχής , με το οποίο μεταβιβάσθηκαν οι περιγραφόμενες στην αγωγή οριζόντιες ιδιοκτησίες από την μητέρα τους στον αποβιώσαντα ως άνω αδελφό της ....... και στην συνέχεια μετά την επέλευση του θανάτου του στις εναγόμενες ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, είναι πλαστό διότι αφενός η συμβολαιογράφος ψευδώς βεβαίωσε ότι η συμβαλλόμενη μητέρα της ήταν πρόσωπο μη εξαιρούμενο από το νόμο παρά το γεγονός ότι είχε άμεση αντίληψη ότι ήταν τυφλή ( άρθρο 460 ΚΠολΔ) και αφετέρου ότι η μία εκ των συμβαλλόμενων δεν μπορούσε με τις δικές της αισθήσεις να αντιληφθεί και να βεβαιωθεί για το περιεχόμενο των δικών της δηλώσεων που καταχωρήθηκαν και επικουρικώς ότι είναι άκυρο διότι συντάχθηκε χωρίς την σύμπραξη δεύτερου συμβολαιογράφου ή δύο μαρτύρων καίτοι η συμβαλλόμενη σε αυτό παρέχουσα ήταν τυφλή ( άρθρο 9παρ.1 του Ν. 2830/2000). Επίσης, ισχυρίζονται ότι με την ακύρωση του συμβολαίου γονικής παροχής καθίσταται άκυρη και η συνταχθείσα μεταγενεστέρως υπ` αριθμ. 6253/31-5-2007 πράξη αποδοχής κληρονομίας κατά το μέρος που θίγει το κληρονομικό της δικαίωμα, ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που περιγράφονται σε αυτήν, καθώς και ότι η πρώτη των εναγομένων καθώς και η δεύτερη και τρίτη των εναγομένων εν διαστάσει σύζυγος και τέκνα αντιστοίχως του ακύρως παρέχοντος καθίστανται συγκύριοι λόγω καθολικής διαδοχής του επιδίκου κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη εξ αυτών και κατά 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστη εκ των δεύτερης και τρίτης των εναγομένων έκαστος υπό την ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος κατά την 22-9- 2000 αδελφού της ενάγουσας ....... καθώς και ότι οι εναγόμενοι την παροχή που ο δικαιοπάροχός τους ....... έλαβε πρέπει να την συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας της ......., συνεκτιμώμενου του γεγονότος ότι η αξία της επίδικης παροχής υπερκαλύπτει την μερίδα του στην κληρονομιά της μητρός του. Με βάση το ανωτέρω ιστορικό αιτείται να αναγνωριστεί ως πλαστό το ανωτέρω αναφερόμενο συμβόλαιο γονικής παροχής της ψιλής κυριότητας με παρακράτηση της επικαρπίας και επικουρικός να αναγνωριστεί άκυρο, να κηρυχθεί άκυρη η υπ` αριθμ. 6353/31-5- 2007 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ....... κατά το μέρος που θίγει το κληρονομικό της δικαίωμα ήτοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου των περιγραφομένων σε αυτή ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εναγόμενες κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη, 3/8 εξ αδιαιρέτου η δεύτερη και 3/8 εξ αδιαιρέτου η Τρίτη να της αποδώσουν την νομή του 1/2 εξ αδιαιρέτου των ακινήτων που αναφέρονται στην υπ` αριθμ. 629/3-4-2003 πράξη της ανωτέρω συμβολαιογράφου τα οποία νέμονται αντιπτοιούμενες κληρονομικό της δικαίωμα. Αλλως, επικουρικός σε περίπτωση που δε γίνει δεκτή η κύρια βάση της αγωγής της ζητεί να αναγνωριστεί α) η υποχρέωση των εναγομένων ως καθολικών διαδόχων του ....... του ....... να συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας της ....... την παροχή που περιήλθε στο δικαιοπάροχό τους δυνάμει της υπ` αριθμ. 629/2003 πράξης σύστασης γονικής παροχής, β) ότι η αξία των ακινήτων που έλαβε ως γονική παροχή ο δικαιοπάροχος των εναγομένων ....... υπερκαλύπτει την μερίδα του στην ως άνω κληρονομιά, γ) το κληρονομικό της δικαίωμα στο σύνολο της καταληφθείσης από την μητέρα της κληρονομιάς, δ) η ακυρότητα της υπ` αριθμ. 6252/31-5- 2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ....... και τέλος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν την νομή του 1/8 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Α5 οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιγράφεται στο ιστορικό το οποίο και παρακρατούν αντιποιούμενες κληρονομικό της δικαίωμα και συγκεκριμένα 2/64 η πρώτη, 3/64 η δεύτερη και 3/64 η τρίτη και τέλος να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην δικαστική της δαπάνη. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα το αγωγικό δικόγραφο παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ως καθ` ύλην και κατά τόπον αρμοδίου (άρθρα 18 περ. 1, 22, 25 παρ.2, 29 και 30 ΚΠολΔ) τυγχάνει δε ορισμένη και κατ` ορθή εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου νομικά βάσιμη σύμφωνα με τις διατάζεις των άρθρων 70, 438, 440, 441 και 176 ΚΠολΔ ως προς το κύριο αίτημα, διότι αυτό κατατείνει όχι στην κήρυξη του συμβολοίου γονικής παροχής πλαστού, όπως αναφέρεται στην αγωγή, αλλά στην αναγνώριση ότι η παρέχουσα δεν έβλεπε και συνεπώς δεν εξέφρασε τη δικαιοπρακτική βούληση που αναφέρεται στο συμβόλαιο και ουδέποτε χώρησε η προαναφερθείσα μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής, δεδομένου ότι η αναγνώριση αυτή είναι έλασσον αίτημα σε σχέση με την κήρυξη της πλαστότητας, και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1813, 1820, 1871, 1094 ΑΚ και 176 ΚΠολΔ οι αγωγές περί κλήρου και διεκδικητικής που σωρεύονται αντικειμενικά. Σημειωτέον ότι η σώρευση των ανωτέρω αγωγών στο υπό κρίση αγωγικό δικόγραφο δεν δημιουργεί πρόβλημα, διότι πληρούνται όλοι οι όροι του άρθρου 218 ΚΠολΔ και ιδίως οι αγωγές δεν είναι αντιφατικές μεταξύ τους, εφ` όσον από την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής συνάγεται ότι αμφότερες ασκούνται για την περίπτωση που γίνει δεκτό ένα από τα δύο αιτήματα που βάλλουν κατά της εγκυρότητας του συμβολαίου. Αναφορικά με τη διεκδικητική αγωγή, δεν τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 220 ΚΠολΔ, δηλαδή περίληψη αυτής εγγράφηκε εμπρόθεσμα στο οικείο βιβλίο διεκδικήσεων του Κτηματολογίου Ρόδου (αύξων αριθμός εγγραφής 1326/26.22004) μόνον σε ό,τι αφορά στη διεκδίκηση του πρώτου επιδίκου με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 765Γ όχι όμως και του δευτέρου με αριθμό κτηματολογικής μερίδας 765 ενώ αναφορικά και με τις δύο αγωγές δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 106 ν. 2961/2001 (δεν προσκομίσθηκε πιστοποιητικό δήλωσης φόρου κληρονομιάς), αν και κατ` άρθρο 227 παρ.1 ΚΠολΔ ειδοποιήθηκε σχετικά ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγόντων τη Δευτέρα, 20.3.2006 και ώρα 12.30, να συμπληρώσει τις ανωτέρω τυπικές παραλείψεις εντός τριών ημερών, όπως αποδεικνύεται από τη σημείωση της γραμματέως του Δικαστηρίου σε φύλλο συνημμένο στο εσωτερικό του φακέλου της δικογραφίας. Επομένως, είναι απαράδεκτη η συζήτηση των σωρευομένων διεκδικητικής και περί κλήρου αγωγών. Τέλος, προσκομίζεται και η από 10.2.2005 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων για την αποτυχία της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς (άρθρο 214Α παρ.7 ΚΠολΔ) και επομένως πρέπει στο μέτρο που η αγωγή κρίθηκε παραδεκτή και νομικά βάσιμη να εξετασθεί και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δεδομένου ότι αντίγραφο αυτής καταχωρήθηκε στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου Αθηνών ( βλ. το υπ` αριθμ. 52464/19-10-2007 πιστοποιητικό του Υποθηκοφυλακείου Αθηνών και β) καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος Δικαστικού Ενσήμου Από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, λαμβανομένων υπ’ όψη και των υπ` αριθμ. 420/14-1- 2009, 421/14-1-2009, 422/14-1-2009 ένορκων βεβαιώσεων των μαρτύρων των εναγομένων ......., ....... συζ. ....... και ......., που συντάχθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου ....... του ....... οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεμης κλήτευσης της ενάγουσας εντός δύο τουλάχιστον ημερών πριν από την σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης κατά τα επιτασσόμενα στο άρθρο επιδόσως του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ιωάννη Γ. Πάπαρη) καθώς και της υπ` αριθμ. 229/2009 ένορκης βεβαίωσης που συντάχθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγομένων, εντός δύο τουλάχιστον ημερών πριν από την σύνταξη της ένορκης βεβαίωσης σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο 270 παρ.2 ΚΠολΔ ( βλ. τις υπ` αριθμ. 8513/9-1- 2009 και 85145/9-1-2009 εκθέσεις επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ανδρέα Μιχόπουλου), σε συνδυασμό με τα έγγραφα που έχουν νομίμως μετ` επικλήσεως προσκομισθεί και λαμβάνονται υπόψη, όσα από αυτά δεν παρέχουν πλήρη απόδειξη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον επιτρέπεται η εμμάρτυρη απόδειξη (άρθρα 269 παρ.1, 270 ππρ. 2, 393, 394, 395 και 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και από τα διαμειβόμενα με τις προτάσεις των διαδίκων μερών σε συνδυασμό προς τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 αρ. 4 Κ.Πολ.Δ.) αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 12 Νοεμβρίου 2004 απεβίωσε αδιάθετη η μητέρα της ενάγουσας ....... χήρα ......., το γένος ....... και ......., πού γεννήθηκε στην Αθήνα στις 13-8-1933, η οποία κατοικούσε κατά την διάρκεια της ζωής της. Κατά το χρόνο του θανάτου της κατέλειπε πλησιέστερους συγγενείς της την ενάγουσα και τον ......., τέκνα της από το γάμο της με τον ....... που είχε προαποβιώσει αυτής. Στις 22-9-2006 απεβίωσε αδιάθετος ο αδελφός της ενάγουσας ....... του ....... που είχε γεννηθεί το έτος 1951 και κατοικούσε όσο βρισκόταν εν ζωή στην Αθήνα και επί της οδού ....... . Κατά το χρόνο θανάτου του κατελειπε ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους του την πρώτη εναγόμενη εν διαστάσει από το 1993 σύζυγό του σε ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και τις θυγατέρες του δεύτερη και τρίτη εκ των εναγόμενων σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου την κάθε μία. Από το 1984 περίπου η μητέρα της ενάγουσας αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας οφειλόμενα κυρίως στον σακχαρώδη διαβήτη από τον οποίο έπασχε. Το έτος 1998 ακρωτηριάστηκε στο αριστερό της πόδι στο ύψος μεσότητας μηρού, λόγω διαβητικής γάγγραινας και της τοποθετήθηκε τεχνητό μέλος. Εκτοτε μετακινείτο σε αναπηρικό αμαξίδιο και μετά την πάροδο κάποιου χρονικού διαστήματος μετακινείτο μόνο με την βοήθεια περιπατητήρα. Επιπλέον ο διαβήτης είχε πλήξει και την όρασή της η οποία ήδη από το έτος 1983 είχε μειωθεί σημαντικά και εξ αυτού του λόγου υποβλήθηκε σε επανειλημμένες θεραπείες στην οφθαλμολογική κλινική του ....... «.......». Παράλληλα έπασχε από στεφανιαία νόσο τριών αγγείων, υπέρταση, καρδιακή ανεπάρκεια ενώ ταυτόχρονα είχε υποστεί έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξύ πνευμονικό οίδημια. Από το 2001 έπασχε και από διαβητική νεφροπάθεια. Το 1998 έλαβε επίδομα απόλυτης αναπηρίας οπό ιο ΙΚΑ λόγω τυφλότητας. Κατά την εξέτασή της στις 15-1-2003 από την 8η πρωτοβάθμια υγειονομική επιτροπή του ΙΚΑ η οποία με την υπ` αριθμ. 68/2003 γνωμάτευσή της διαπίστωσε απώλεια όρασης και εκτός των προαναφερόμενων παθήσεων αναγράφει ότι αυτή δεν προσανατολίζεται στο χώρο και ότι δεν αναγνωρίζει επιδεικνυόμενα αντικείμενα. Περαιτέρω της αναγνώρισε ποσοστό αναπηρίας 80% εφόρου ζωής και επιπλέον βοήθημα για την πρόσληψη ετέρου προσώπου επίσης εφόρου ζωής. Η ως άνω γνωμάτευση έγινε δεκτή με την από 27-1-2003 πράξη της διευθύντριας του Περιφερειακού Υποκαταστήματος Συντάξεων Αθηνών ΙΚΑ μέχρι το θάνατό της που επήλθε περίπου 2 χρόνια μετά. Η ως άνω αποβιώσασα είχε στην κυριότητά της α) το με στοιχεία Β-1 διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ισόγειο- πυλωτή ορόφου, αποτελούμενο από έναν ημιυπαίθριο χώρο, εξώστη, σαλόνι- κουζίνα, δύο υπνοδωμάτια, διάδρομο λουτρό και WC, το οποίο συνορεύει βόρεια με το Β2 διαμέρισμα του ίδιου ορόφου, πλατύσκαλο ορόφου και φρέαρ ανελκυστήρα, νότια με πολυκατοικία διαφόρων ιδιοκτητών, ανατολικά με εξώστη προς ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό ....... και δυτικά εν μέρει με ημιυπαίθριο χώρο και πέραν αυτού με τον πίσω ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου. Έχει επιφάνεια 87 τ.μ. ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 51,40/1000 εξ αδιαιρέτου, επιφάνεια οικοπέδου σε 28,10 τ.μ. και ποοοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 52/1000, β) την με στοιχεία Ρ-9 θέση στάθμευσης αυτοκινήτου του ισογείου- πυλωτής που έχει τεθεί σε συνεχή εξυπηρέτηση του διαμερίσματος αυτού και συνορεύει βόρεια με όριο οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό ......., νότια με κοινόχρηστο χώρο πυλωτής, ανατολικά εν μέρει με κοινόχρηστο χώρο πυλωτής και εν μέρει με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και δυτικά με την Ρ-8 θέση στάθμευοης αυτοκινήτου όπως εμφαίνεται αναλυτικά στο από 20-2- 2002 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου του ίδιου μηχανικού, επιφάνειας 10,12 τμ, με ποσοστό συμμετοχής στις δαπάνες κοινοχρήστων 2/1000, γ) την με στοιχεία ΑΠ-7 αποθήκη του υπογείου ορόφου, που συνορεύει βόρεια με την Ρ18 θέοη στάθμευσης αυτοκινήτου, νότια με κοινόχρηστο διάδρομο υπογείου, ανατολικά με την ΑΠ-8 αποθήκη και δυτικά με την Α-6 αποθήκη, όπως η τελευταία εμφαίνεται στο από 20-2-2002 σχεδιάγραμμα κάτοψης ισογείου του ίδιου μηχανικού, επιφάνειας 3,60 τ.μ. με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 1/1000 εξ αδιαιρέτου το οποίο αναλογεί σε επιφάνεια οικοπέδου 0,50 τ.μ. και ποσοστό συμμετοχής σε δαπάνες κοινοχρήστων 2/1000. Τα ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα βρίσκονται σε πολυκατοικία που έχει ανεγερθεί επί οικοπέδου έκτασης 541,05 τμ το οποίο βρίσκεται στην διασταύρωση των οδών ....... και ....... ( πρώην .......) ....... στην περιοχή ....... του Δήμου Αθηναίων. Τα ανωτέρω ακίνητα είχαν περιέλθει στην κληρονομούμενη με ιην υπ` αριθμ. 543/2-8- 2002 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών ....... που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων. Η ως άνω αποβιώσασα μεταβίβασε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες στον υιό της και αδελφό της ενάγουσας λόγω γονικής παροχής κατ` άρθρο 1509 ΑΚ δυνάμει του υπ` αριθμ. 629/3-4-2003 συμβολαιογραφικού εγγράφου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ....... το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Η συμβολαιογράφος βεβαίωσε στην πρώτη σελίδα του ανωτέρω συμβολαίου ότι στις 3 Απριλίου 2003 προσήλθε στο διαμέρισμα της ....... χήρας ......., που βρίσκεται στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας, στην οδό ......., όπου και εμφανίσθηκε εκτός από την ....... χήρα ......., και αφετέρου ο ....... του ....... και της ....... . Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και απ` όσα αναφέρει η εν λόγω Συμβολαιογράφος στην υπ` αριθμ. 422/14-1-2009 ένορκη βεβαίωοή της, στην οποία μεταξύ άλλων εκθέτει ότι όταν πήγε στην οικία της αποβιωσάσας την υποδέχθηκε η ίδια στην πόρτα του διαμερίσματος και την συνόδεψε στο σαλόνι του σπιτιού, όπου και διαπίστωσε ότι εκινείτο μόνη μέσα στο σπίτι στηριζόμενη στο γνωστό ΠΙ, επέμεινε δε να την κεράσει και να την περιποιηθεί. Τονίζει δε ότι άρχισε την ανάγνωση του συμβολαίου, το οποίο διάβασε από την αρχή μέχρι το τέλος καθαρά και δυνατά και στην συνέχεια υπέγραψαν οι συμβαλλόμενοι το τέλος κάθε φύλλου όπως τους υπέδειξε. Η προαναφερόμενη συμβολαιογράφος διευκρινίζει ότι σε όλη την διάρκεια της ανάγνωσης και της υπογραφής του συμβολαίου δεν διαπίστωσε καμία απολύτως αδυναμία υπογραφής των συμβαλλόμενων και ιδιαίτερα της παρέχουσας ......., η οποία υπέγραψε με χέρι σταθερό, χωρίς να ξεφύγει εκτός της σελίδας ή εκτός των περιθωρίων του συμβολαιογραφικού κειμένου γεγονός που θα την έκανε να ανησυχήσει για την δυνατότητα όρασης της παρέχουσας. Εξάλλου όπως τονίζει η εν λόγω Συμβολαιογράφος η γνησιότητα της υπογραφής της δεν αμφισβητήθηκε από κανέναν και προσθέτει ότι το βλέμμα της ήταν στραμμένο στα μάτια της κάθε φορά που της απευθυνόταν. Επιπλέον υποστηρίζει ότι δεν αντιλήφθηκε κανένα πρόβλημα το οποίο θα μπορούσε να επηρεάζει την κρίση της αποβιώσάσης μητέρας της, η οποία αντιλαμβανόταν πλήρως τι ήταν το έγγραφο που υπέγραφε και η ίδια της είχε ζητήσει να συντάξει. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την κατάθεση του συζύγου της τρίτης εναγόμενης ......., ο οποίος μεταξύ άλλων καταθέτει ότι επισκέπτονταν τακτικά στην οικία της την ....... και την έβλεπε να διαβάζει να παρακολουθεί τηλεόραση, να ανοίγει λογαριασμούς και να έχει πλήρη αντίληψη του χώρου και του προσανατολισμού. Το ότι η ως άνω αποβιώσασα δεν ήταν εντελώς τυφλή επιβεβαιώνει και η νονά της τρίτης των εναγομένων. Εξάλλου όπως προκύπτει από το επικυρωμένο αντίγραφο του υπ αριθμ. 629/2003 επίδικου συμβολαίου φαίνεται πίσω από κάθε σελίδα του συμβολαίου να έχει τεθεί η υπογραφή της ......., η οποία χαρακτηρίζεται για την σταθερότητά της και υποδεικνύει άτομο που βλέπει και τι υπογράφει και σε ποιο σημείο χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό ή τρεμούλιασμα. Πέραν των προεκτεθέντων πρέπει να λεχθεί ότι η ως άνω αποβιώσασα όπως άλλωστε αναγράφεται και στο φύλλο υπ` αριθμό 4 του υπ` αριθμ. 629/2003 συμβολαίου είχε συμμετάσχει το έτος 1999 στο υπ` αριθμ. 29926/11-3-1999 συμβόλαιο συνένωσης οικοπέδων με ανταλλαγή ποσοστών εξ αδιαιρέτου αυτών το οποίο είχε, συνταχθεί ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών ......., δηλαδή ένα χρόνο μετά την επικαλούμενη από την ενάγουσα ολική τύφλωση, το οποίο συμβόλαιο είχε υπογράφει απ` όλους τους οικοπεδούχους, συμπεριλαμβονομένης και της ως άνω οναφερομένης αποβιωσάσης. Το προαναφερόμενο συμβόλαιο διορθώθηκε αργότερα με την υπ` αριθμ. 495/30-4- 2002 πράξη της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......., η οποία υπογράφηκε απ` όλους τούς οικοπεδούχους. Από τους παρισταμένους κατά την υπογραφή τον ανωτέρω συμβολαίων κάποιος θα αντιλαμβανόταν ότι η ....... έπασχε από ολική τύφλωση. Συνεπώς, εγκύρως η ....... προέβη στην υπ` αριθμ. 629/3-4-2003 σύσταση γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......., χωρίς να έχει συμπράξει κατά την κατάρτισή του ανωτέρω συμβολαίου δεύτερος συμβολαιογράφος ή να έχουν παραστεί δύο μάρτυρες, όπως ορίζει ο νόμος, αφού αποδείχθηκε πλήρως ότι η ως άνω αποβιώσασα δεν ήταν εντελώς τυφλή. Πέραν των προεκτεθειμένων αφού στο συμβόλαιο δεν γίνεται μνεία για τέτοια αδυναμία της, αλλ` αντίθετα η πωλήτρια φέρεται ότι το υπέγραψε και τούτο δεν προσβλήθηκε ως πλαστό από τον αντισυμβαλλόμενο υιό της, παράγεχαι από το συμβόλαιο ως δημόσιο έγγραφο πλήρης απόδειξη ως προς τη δυνατότητα υπογραφής του από εκείνη, την οποία εξ επαγγέλματος οφείλε να εξετάσει η συμβολαιογράφος. Το προσκομιζόμενο εκ μέρους της ενάγουσας έγγραφο του ΙΚΑ στο οποίο εμφανίζεται τυφλή η ως άνω αποβιώσασα δεν απεικονίζει την πραγματική κατάσταση, αφού σύμφωνα με όση αποδείχθηκαν από τις καταθέσεις των μαρτύρων ο υιός της ....... πέτυχε να λαμβάνει η μητέρα επίδομα ολικής αναπηρίας για το λόγο της τυφλότητας με παρουσίαση πολύ μεγαλύτερου ποσοστού απώλειας όρασης απ` όσο είχε πραγματικά. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές θα πρέπει να απορριφθεί η κύρια βάση της αγωγής ως ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, θα πρέπει να ερευνηθεί η επικουρική βάση της αγωγής, η οποία θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 1871 ΑΚ στρν οποία σωρεύεται ως παρεμπίπτουσα σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας και η αγωγή συνεισφοράς η οποία στηρίζεται στο άρθρο 1895 ΑΚ. Η άνω ....... χήρα ....... που πέθανε χωρίς ν` αφήσει διαθήκη, άφησε ως μοναδικούς κληρονόμους του τα δύο παιδιά της, ήτοι την ενάγουσα και τον υιό της ....... του ......., ο οποίος απεβίωσε στις 22-9-2006 και μετά τον θάνατό του υπεισήλθαν στην κληρονομική του μερίδα η πρώτη των εναγομένων και εν διαστάσει σύζυγός του από το 1993 και οι θυγατέρες του δεύτερη και τρίτη των εναγομένων. Η κληρονομούμενη κατά το χρόνο του θανάτου της ήταν κυρία κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου μιας αυτοτελούς, διαιρεμένης και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας μιας πολυκατοικίας που έχει ανεγερθεί το 1975, σε οικόπεδο έκτασης 890 τ.μ. επί των οδών ....... και ....... στο Δήμο ....... Αττικής, εντός των Ο.Τ. με αριθμούς ....... και ....... και συγκεκριμένα του με στοιχεία Α5 διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, αποτελούμενου από σαλόνι, τραπεζαρία κουζίνα λουτροαποχωρητήριο, οφφίς και κοιτώνα που συνορεύει ΒΑ με οδό ......., ΝΑ με οδό ......., ΝΔ με ιδιοκτησία κληρονόμων ....... και ΒΔ με ιδιοκτησία ....... . Το διαμέρισμα αυτό έχει επιφάνεια 63,51 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 21,747/1000 εξ αδιαιρέτου και αναλογούσα επιφάνεια οικοπέδου 19.379 τ.μ., αξίας κατά το χρόνο θανάτου της 33.710,71 ευρώ το όλο και 8.427,67 το 1/4 εξ αδιαιρέτου και εμπορικής αξίας ποσού (8.427,67 + 30 %) 10.955,97 ευρώ. Το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο περιήλθε στην αποβιώσασα από κληρονομιά του συζύγου της και πατέρα των εναγομένων ....... του ......., ο οποίος είχε προαποβιώσει στις 25-12-1991 αδιάθετος και κληρονομήθηκε από την ως άνω αποβιώσασα κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από τα τέκνα του ( ενάγουσα και .......). Από την σύσταση της υπ` αριθμ 629/3-4-2003 γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......., μέχρι το θάνατο της ....... χήρας ......., το γένος ....... και ....... που έλαβε χώρα στις 12-11-2004 δεν επήλθε ουσιώδης υποτίμηση της δραχμής η οποία να πρέπει να συνυπολογιστεί. Έτσι το άθροισμα της αξίας της κληρονομιάς και της γονικής παροχής(πλασματική ομάδα) με βάση το οποίο υπολογίζεται η εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα των κατιόντων, ανέρχεται στο ποσό των 90.772,16 ευρώ [79.816,19 ( 85.596 για το στοιχείο Β1 διαμέρισμα, 1580,54 ευρώ για την θέση στάθμευσης και 533,27 ευρώ για την αποθήκη= 87.710,11 ευρώ X 7/10= 61.397,07+ 30% ) +10.955,97), η δε εξ αδιαθέτου κληρονομική μερίδα των κατιόντων ανέρχεται στο ποσό τον 45.386,08 ευρώ (90.772.16 :2= 45.386,08 ). Συνεπώς, εφόσον ο ....... έλαβε παροχή αξίας 79.816,19 ευρό, ήτοι περισσότερο από τη μερίδα που του ανήκει, δεν δικαιούται να λάβει κληρονομικό μερίδιο από την πραγματική ομάδα της κληρονομιάς, η οποία ανήκει μετά από αυτά μόνο στην ενάγουσα. Παρά τούτα οι εναγόμενες που υπεισήλθαν στην θέση του ....... μετά τον επισυμβάντα στις 22-9-2006 θάνατό του με την υπ` αριθμό δήλωση αποδοχής κληρονομιάς την αναφερόμενη πράξη αποδοχής, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν το 1/8 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω διαμερίσματος A5 το οποίο έκτοτε νέμονται. Συνεπώς, πρέπει να αναγνωριστεί το κληρονομικό δικαίωμα της ενάγουσας επί του 1/4 εξ αδιαιρέτου του υπό στοιχεία Α5 διαμερίσματος που βρίκσεται στο ....... Αττικής. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή πρέιιει να γίνει δεκτή κατά την επικουρική βάση αυτής ως ουσία βάσιμιη και να αναγνωριστεί α) η υποχρέωση των εναγομένων ως καθολικών διαδόχων του ....... του ....... να συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας της ....... την παροχή που περιήλθε στο δικαιοπάροχό τους δυνάμει της υπ` αριθμ. 629/2003 πράξης σύστασης γονικής παροχής, β) ότι η αξία των ακινήτων που έλαβε ως γονική παροχή ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων ....... υπερκαλύπτει την μερίδα του στην ως άνω κληρονομιά, γ) το κληρονομικό του δικαίωμα στο σύνολο της καταληφθείσης από την μητέρα του κληρονομιάς, 6) η ακυρότητα της υπ` αριθμ. 6252/31-5-2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας ....... και τέλος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν την νομή του 1/8 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Α5 οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιγράφεται στο ιστορικό το οποίο και παρακρατούν αντιποιούμενες κληρονομικό της δικαίωμα και συγκεκριμένα 2/64 η πρώτη, 3/64 η δεύτερη και 3/64 η τρίτη εξ αυτών. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος των εναγομένων λόγω της ήττας τους( άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει όχι κρίθηκε στο σκεπτικό ότι πρέπει να απορρκρθεί.

Δέχεται την αγωγή κατά την επικουρική βάοη αυτής.

Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι υποχρεούνται ως καθολικοί διάδοχοι του ....... του ....... να συνεισφέρουν στην κληρονομιαία περιουσία της μητέρας της ....... την παροχή που περιήλθε στο δικαιοπάροχό τους δυνάμει της υπ` αριθμ. 629/2003 πράξης σύστασης γονικής παροχής, β) ότι η αξία των ακινήτων που έλαβε ως γονική παροχή ο δικαιοπάροχος των εναγόμενων ....... υπερκαλύπτει την μερίδα του στην ως άνω κληρονομία, γ) το κληρονομικό του δικαίωμα στο σύνολο της καταληφθείσης από την μητέρα του κληρονομιάς, δ) η ακυρότητα της υπ` αριθμ. 6252/31-5- 2007 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλλιθέας ....... και τέλος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες της αποδώσουν την νομή του 1/8 εξ αδιαιρέτου της υπό στοιχεία Α5 οριζόντιας ιδιοκτησίας που περιγράφεται στο ιστορικό το οποίο και παρακρατούν αντιποιούμενες κληρονομικό της δικαίωμα και συγκεκριμένα 2/64 η πρώτη, 3/64 η δεύτερη και 3/64 η τρίτη εξ αυτών.

Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας σε βάρος των εναγόμενων τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε στις 7 Δεκεμβρίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στη Αθήνα στις 1 Μαρτίου 2011.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κ.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια: