
204/2013 ΑΠ ( 613304)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Πολιτική δικονομία. Ένδικα μέσα. Έφεση. Απαράδεκτη η άσκηση αυτής κατά εν μέρει οριστικής πρωτόδικης απόφασης, ακόμα και κατά των οριστικών διατάξεων αυτής πριν από την έκδοση οριστικής απόφασης για την όλη δίκη, εκτός και αν συντρέχει περίπτωση απλής ομοδικίας ή αντικειμενικής σώρευσης αγωγών ..
που συνεκδικάζονται και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή ορισμένους ομοδίκους και μη οριστική ως προς τους λοιπούς ή προς άλλη συνεκδικαζόμενη αγωγή. Άσκηση αγωγής εξ αναγωγής μεταξύ περισσότερων συνοφειλετών. Προϋποθέσεις. Διάκριση περιπτώσεων. Ευχέρεια του εναγόμενου της βασικής αγωγής να προσβάλλει με έφεση την εκκαλουμένη τόσο για τη βασική αγωγή, όσο και για την αγωγή εξ αναγωγής, ώστε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να δύναται να ερευνήσει την εξ αναγωγής αγωγή, μόνο αν το οικείο τμήμα της πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως έχει πληγεί σχετικώς. Αυτοκινητικό ατύχημα. Εκτροπή ΙΧΕ αυτοκινήτου της πορείας του και πρόσκρουσή του επί παρακείμενων κτισμάτων από αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού. Θανατηφόρος τραυματισμός του οδηγού του ΙΧΕ και δύο εκ των συνεπιβαινόντων. Τραυματισμός λοιπών συνεπιβαινόντων. Αγωγές ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης κατά της ασφαλιστικής εταιρείας. Παρεμπίπτουσα αγωγή αυτής κατά έτερης ασφαλιστικής εταιρείας στην οποία κατά τους ισχυρισμούς της είχε ασφαλισθεί το ζημιογόνο όχημα λόγω αυτοδίκαιης λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης με αυτήν και μεταβίβασης του οχήματος σε τρίτον. Παράλειψη του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου να ερευνήσει το εμπρόθεσμο άσκησης της έφεσης αναφορικά με την επίδοση της εν μέρει οριστικής απόφασης επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, αλλά και το κύρος της ίδιας της επίδοσης. Παρά το νόμο κήρυξη παραδεκτής της έφεσης της αναιρεσίβλητης μόνο ως προς τη μεταγενέστερη δεύτερη εκκληθείσα απόφαση, κατά της οποίας η έφεση είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως. Στοιχειοθέτηση της αναιρετικής πλημμέλειας κατ’ αρ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο αναιρεί την υπ` αριθμ. 1750/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 204/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ` Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Δεκεμβρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...........", η οποία μετονομάσθηκε σε "..........." που εδρεύει στην ....... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σωτήριο Καλαμίτση, βάσει δηλώσεως κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...........", νόμιμα εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην ..... , και η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Σπυρίδωνα Χέλμη, βάσει δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 28-12-2000 (2), 10-1-2002, 16-11-2001 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση, την από 2-4-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-11-2002 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1681/2005 εν μέρει οριστική και 2602/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1750/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-4-2011 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή, ανέγνωσε την από 27-11-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το μέρος της που έκρινε τυπικά δεκτή την από 15-6-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης και κατ` ουσίαν, όσο η ίδια έφεση αφορούσε την παραδοχή κατά ένα μέρος της από 2-4-2001 παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 513 § 1 περίπτωση β` εδάφιο τελευταίο ΚΠολΔ αν η πρωτόδικη απόφαση είναι εν μέρει οριστική, δεν επιτρέπεται έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της πριν εκδοθεί οριστική απόφαση για την όλη δίκη. Ο κανόνας αυτός κάμπτεται στην περίπτωση κατά την οποία υπάρχει απλή ομοδικία (υποκειμενική σώρευση αγωγών) ή αντικειμενική σώρευση αγωγών που συνεκδικάζονται και η πρωτόδικη απόφαση είναι οριστική ως προς έναν ή ορισμένους ομοδίκους, μη οριστική δε ως προς τους λοιπούς ή προς άλλη συνεκδικαζόμενη αγωγή. Διότι από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2, 76 και 517 εδ. β` ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση αυτή κατά την οποία ενώνονται σε κοινή διαδικασία περισσότερες έννομες σχέσεις δίκης, που συνδέουν διάφορα υποκείμενα, χωρίς να χάνεται ή να επηρεάζεται η ανεξάρτητη δικονομική θέση του καθένα απέναντι στους λοιπούς, η έναντι κάθε ομοδίκου οριστική διάγνωση έχει αυτοτέλεια και η ως προς αυτόν κρίση περατώνει έναντι αυτού τη δίκη. Εκτοτε, συνεπώς, η απόφαση είναι ως προς αυτόν εκκλητή, και πριν ακόμη εκδοθεί οριστική απόφαση έναντι των λοιπών ομοδίκων (Ολ.ΑΠ 902/1982, 401/1981). Περαιτέρω, το δικαίωμα αναγωγής στην εσωτερική σχέση μεταξύ περισσοτέρων συνοφειλετών κατά κανόνα ασκείται με αγωγή. Η αγωγή έχει τη μορφή αυτοτελούς ή παρεμπίπτουσας αναλόγως αν (α) ο συνοφειλέτης στην εξωτερική σχέση αποκατέστησε όλη τη ζημία του ζημιωθέντος ή κατέβαλε περισσότερα από τη μερίδα η (β) αν ο συνοφειλέτης που ενήχθη είτε μόνος είτε μαζί με άλλους συνοφειλέτες στη δίκη αποζημιώσεως δεν έχει ακόμη καταβάλει τίποτε και για την περίπτωση ήττας του εγείρει αγωγή αναγωγής κατά των λοιπών συνοφειλετών. Η δυνατότητα ασκήσεως αγωγής εξ αναγωγής στη δεύτερη περίπτωση στηρίζεται στην ΚΠολΔ 69 §1 εδ.ε`. Στην "α" περίπτωση το δικαίωμα αναγωγής ασκείται με αυτοτελή αγωγή, ενώ στη "β" περίπτωση ασκείται με παρεμπίπτουσα αγωγή. Εξάλλου για τη γένεση της εξ αναγωγής αξιώσεως δεν απαιτείται προηγούμενη δικαστική διάγνωση της υποχρεώσεως του εναγόμενου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος τρίτου. Αν συνεκδικάζονται η αγωγή αποζημιώσεως και η αγωγή εξ αναγωγής εκδίδεται μία δικαστική απόφαση. Περιέχει διατάξεις τόσο για την πρώτη όσο και για τη δεύτερη.
Σε περίπτωση που ενάγεται ένας μόνο από τους συνοφειλέτες που καταδικάζεται να πληρώσει στο ζημιωθέντα ολόκληρη αποζημίωση, η καταδίκη του εξ αναγωγής εναχθέντος γίνεται υπό τον όρο (βλ. ΚΠολΔ άρθ. 69 παρ. 1 περ. δ` και ε`) της προηγούμενης καταβολής του ποσού της αποζημιώσεως που υπερβαίνει την αναλογία του αρχικά εναχθέντος στην εξ αναγωγής εσωτερική σχέση απέναντι στον εναγόμενο.
Η δικαστική πρωτόδικη απόφαση που περιέχει διατάξεις τόσο επί της βασικής αγωγής όσο και επί της αγωγής εξ αναγωγής είναι εκκλητή, με τις λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, αυτοτελώς για καθένα από τα παραπάνω κεφάλαιά της. Αυτό σημαίνει, ότι ο εναγόμενος της βασικής αγωγής μπορεί με έφεση να πλήξει την εκκαλουμένη τόσο για τη βασική αγωγή όσο και για την αγωγή εξ αναγωγής. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί κατά νόμο να ερευνήσει τη δεύτερη αν το οικείο τμήμα της πρωτόδικης οριστικής αποφάσεως δεν έχει πληγεί σχετικώς. Και τούτο γιατί δεν έχει μεταβιβασθεί στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 1750/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών προκύπτουν τ` ακόλουθα ως προς τη βασιμότητα του μοναδικού ερευνώμενου αναιρετικού λόγου από τον αριθ.14 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ: Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ασκήθηκαν, εκτός άλλων δικογράφων αγωγών που συνεκδικάσθηκαν τότε αλλά δεν αφορούν την ένδικη αναιρετική δίκη, και: (Α) η από 28-12-2000 (αριθ. κατ. 2239/239/2001) αγωγή των εναγόντων 1) Λ. Τ., 2) Π. συζ. Λ. Τ., 3) Α. θυγ. Λ. Τ.. 4) Κ. Λ. Τ., 5) Κ. Αχ. Κ. και 6) Π. συζ. Κ.. Κ. με την οποία εξέθεταν ότι ο Ι. Τ., γιος των δύο πρώτων, αδελφός της τρίτης και του τέταρτου και εγγονός των πέμπτου και έκτης, επέβαινε στο υπ` αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ασφαλισμένο στις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες με την επωνυμία ".........." η πρώτη και "..........." η δεύτερη, το οποίο οδηγούσε ο Γ. Δ. και στο οποίο συνεπέβαιναν και οι φίλοι τους Θ. Ρ., Ι. Α. και Δ. Κ. και το οποίο εκινείτο επί της Λεωφόρου ............... , με κατεύθυνση από Κερατέα προς Μαρκόπουλο όταν από υπαιτιότητα του οδηγού του (Γ.Δ.) εξετράπη της πορείας του και προσέκρουσε σε παρακείμενα δέντρα και κτίσματα, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό εκτός του ίδιου του οδηγού, του ως άνω συγγενούς τους, Ι. Τ. και του Θ. Ρ. καθώς και τον τραυματισμό των λοιπών συνεπιβαινόντων, Ι. Α. και Δ. Κ.. Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρίες ως ασφαλίζουσες το ως άνω όχημα να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον η καθεμιά: 1) στον πρώτο και τη δεύτερη 25.000.000 δρχ στον καθένα, 2) στον καθένα από τους τρίτη και τέταρτο από 20.000.000 δρχ. και 3) στον καθένα από τους πέμπτο και έκτη 5.000.000 δρχ. ως χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και επιπλέον στη δεύτερη (μητέρα) το ποσό των 1.180.000 δρχ για έξοδα κηδείας και κατασκευή τάφου, νομιμοτόκως τα ως άνω ποσά από την επίδοση της αγωγής (Β) η από 28-12-2000 (αριθ. κατ. 2229/237/2001) αγωγή του Δ. Κ., με την οποία, επικαλούμενος τα αυτά ως άνω πραγματικά περιστατικά ως προς το ατύχημα και τον κατ` αυτό βαρύτατο τραυματισμό του, ζήτησε να υποχρεωθούν οι ίδιες ως άνω εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες, στις οποίες ήταν ασφαλισμένο το ζημιογόνο αυτοκίνητο να καταβάλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον το ποσό των 20.345.387 δρχ ως αποζημίωση του για τις θετικές και αποθετικές ζημίες που υπέστη και ως χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής του. (Γ) η από 2-4-2001 (αριθ. κατ. 46735/3050/2001) παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "...........", με την οποία εξέθετε ότι στις 20-1-2000 το υπ` αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο στερούμενος άδειας ικανότητας οδηγού Γ. Δ. και στο οποίο επέβαιναν οι Θ. Ρ., Ι. Τ., Δ. Κ. και Ι. Α. και προκάλεσε ατύχημα στο ............. .. ...... ............... , εκ των οποίων (επεβαινόντων) τραυματίστηκε θανάσιμα ο οδηγός Γ. Δ., ο Θ. Ρ. και ο Ι. Τ. και βαρειά οι δύο άλλοι, ανήκε στον Α. Σ., ο οποίος το είχε ασφαλίσει στην ίδια (ενάγουσα) με το υπ` αριθ. .../2 ασφαλιστήριο από 6-11- 1999 έως 6-11-2000. Oτι ο Α. Σ. πώλησε έναντι 750.000 δρχ. το εν λόγω όχημα στην εταιρία "........... .................. .....................", στην οποία παρέδωσε το όχημα, κατά μεν τον πωλητή, στις 15-12-1999, κατά δε το νόμιμο εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρίας Κ. Μ., στις 28-12-1999, εκδόθηκε δε σχετικό τιμολόγιο και δελτίο αποστολής και επομένως είχε εκφύγει της κυριότητας του παραπάνω και στη συνέχεια στις 31-12- 1999 η "............." πώλησε το ίδιο όχημα στον Α. Δ.. Οτι η άδεια κυκλοφορίας επ` ονόματι του Α. Δ. εκδόθηκε στις 21-1-2000. Ο τελευταίος όμως είχε ασφαλίσει από 31-12-1999 το όχημα στην ασφαλιστική εταιρία "..... ......", η οποία είχε εκδώσει την υπ` αριθ. 017270 βεβαίωση ασφάλισης. Λόγω του ότι δεν είχε εκδοθεί η νέα άδεια κυκλοφορίας για λόγους που αφορούν το Υπουργείο Συγκοινωνιών, η ασφάλιση έγινε επ` ονόματι του Α. Δ., αλλά και επ` ονόματι του προηγούμενου Α. Σ., εν αγνοία του τελευταίου. Oτι ο Α. Σ.ς στις 22-12-1999 είχε ζητήσει εγγράφως από την ίδια (ενάγουσα) να ακυρώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, αυτή δε εξέδωσε πρόσθετη πράξη ακύρωσης ισχύουσα από 22-12-1999. Oτι η μεταξύ αυτής και του Α. Σ. σύμβαση ασφάλισης είχε λυθεί αυτοδικαίως, το αργότερο από 16-1-2000, δηλαδή μετά τη συμπλήρωση 15 ημερών από την παράδοση του οχήματος στο Δ., άλλως από 8- 1-2000, δηλαδή μετά από πάροδο 16 ημερών από τη λύση της σύμβασης που υπήρχε μεταξύ τους. Oτι, συνεπεία του ότι το ατύχημα συνέβη στις 20-1-2000, δηλαδή μετά την πάροδο των 16 ημερών, το ζημιογόνο όχημα δεν ήταν πλέον ασφαλισμένο σ` αυτή, λόγω λύσεως της ως άνω σύμβασης. Με βάση τα ως άνω περιστατικά και επικαλούμενη το περιεχόμενο των δύο πρώτων από τις παραπάνω αγωγές στις οποίες είναι και η ίδια εναγομένη και στις οποίες ενσωμάτωνε στο δικόγραφο, ζήτησε, ισχυριζόμενη ότι δεν ευθύνεται για τους λόγους που ειδικότερα στην παρεμπίπτουσα αγωγή αναφέρει, αλλά και λόγω του ότι δεν συντρέχει λόγος πολλαπλής ασφάλισης εν προκειμένω, μετά τη μετατροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης να της καταβάλει εντόκως ό,τι υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες των ως άνω δύο (πρώτων) αγωγών ως κεφάλαιο, τόκους και δικαστικά έξοδα σε περίπτωση ευδοκίμησης των αγωγών τους, άλλως το 50% του ποσού που θα υποχρεωθεί να τους καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκδικάζοντας τις ως άνω αγωγές, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφόρων για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης του (άρθρα 681, 666, 667 και 670 έως 676 ΚΠολΔ), εξέδωσε κατ` αρχήν την υπ` αριθ. 1681/2005 εν μέρει οριστική του απόφαση με την οποία, κρίνοντας: α) ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού θανάσιμου τραυματισμού των δύο εκ των επιβαινόντων και του τραυματισμού των λοιπών επιβαινόντων είναι ο οδηγός του υπ` αριθ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Γ. Δ., θανασίμως τραυματισθείς και ο ίδιος, β) ότι δεν υπέχει υποχρέωση προς αποζημίωση των εναγόντων ο Α. Σ. καθόσον αυτός ήταν μεν ιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το είχε όμως ήδη από 28-12-1999 παραδώσει στην εταιρία "......" προς πώληση και δεν ευθύνετο για την καθυστέρηση ολοκλήρωσης των διαδικασιών της μεταβίβασης της κυριότητας του αυτοκινήτου, που περατώθηκε την 21-1-2000 με έκδοση νέας αδείας κυκλοφορίας στο όνομα του Α. Δ. και γ) ότι το ζημιογόνο αυτοκίνητο εκαλύπτετο ασφαλιστικώς κατά το χρόνο του ατυχήματος για την εκ της κυκλοφορίας του αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη, κατόχου και οδηγού έναντι τρίτων τόσο από την ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "........... ............όσο και από την εταιρία με την επωνυμία "...... ....... .." 1) δέχθηκε κατά ένα μέρος την πρώτη από 28-12-2000 αγωγή, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρίες "...................." και εις ολόκληρον την καθεμία να καταβάλουν στους ενάγοντες, στον πρώτο 73367,57 ευρώ, στη δεύτερη 76.830,52 ευρώ, στους τρίτο και τέταρτο από 29.347 ευρώ και στους πέμπτο και έκτη 14.673,50 ευρώ στον καθένα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, 2) δέχθηκε κατά ένα μέρος τη δεύτερη από 28-12-2000 αγωγή του Δ. Κ., υποχρεώνοντας τις εναγόμενες ασφαλιστικές εταιρείες ("......................") και εις ολόκληρον την καθεμία να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.292,46 ευρώ, ενώ ως προς το αιτούμενο κονδύλιο για χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διατάσσοντας τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης σχετικά με την κατάσταση της υγείας του ενάγοντος. 3) απέρριψε κατ` ουσίαν την από 2-4-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "........." κατά την κύρια βάση της, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της παρεμπιπτόντως εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "............" να της καταβάλει το 100% των ποσών που θα υποχρεωθεί να καταβάλει αυτή (η παρεμπίπτως ενάγουσα) στους ενάγοντες των ως άνω δύο πρώτων αγωγών, ενώ δέχθηκε την παρεμπίπτουσα αγωγή αυτή ως προς την επικουρική της βάση, αναγνωρίζοντας ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ήμισυ όσων υποχρεώνεται η τελευταία να καταβάλει, εις ολόκληρον με την εναγομένη, στους ενάγοντες των δύο παραπάνω αγωγών με το νόμιμο τόκο από την επομένη της καταβολής. Στη συνέχεια, και μετά τη διενέργεια της διαταχθείσης ως άνω πραγματογνωμοσύνης το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την υπ` αριθ. 2602/2007 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του Ι. Κ. όσον αφορά το κονδύλιο της ηθικής βλάβης (ΑΚ 932), υποχρεώνοντας τις εναγόμενες εταιρίες ".... ........." να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 35000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά των ως άνω αποφάσεων ασκήθηκαν τρεις εφέσεις, οι οποίες ήχθησαν προς κρίση ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, και δη: α) η από 3-1-2006 (αριθ. κατ. 119/2006) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "........ ..." εναγομένης στις δύο κύριες αγωγές με την οποία παραπονέθηκε για την εν μέρει παραδοχή τους και ζήτησε, για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της 1681/2005 απόφασης, ώστε να απορριφθούν στο σύνολο τους οι δύο αγωγές, β) η από 27-12-2007 (αριθ. κατ. 34/2008) έφεση της ίδιας ως άνω εταιρίας ως εναγομένης στη δεύτερη των ως άνω αγωγών κατά του ενάγοντος σ` αυτή Δ. Κ. και κατά αμφοτέρων των ως άνω αποφάσεων, με την οποία παραπονέθηκε για την εν μέρει παραδοχή της και ζήτησε την εξαφάνιση των εκκαλουμένων και την απόρριψη της αγωγής και γ) η από 15-6- 2007 (αριθ. κατ. 5925/2007) έφεση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "........." ήδη αναιρεσίβλητη ως εναγομένης και στις δύο πρώτες από τις άνω κύριες αγωγές και ως παρεμπιπτόντως ενάγουσας στην ως άνω υπό στοιχείο (Γ) παρεμπίπτουσα αγωγή κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης εναγομένης εταιρείας την επωνυμία "...... ........" και κατά των ως άνω αποφάσεων, με αριθμό 1681/2005 και 2602/2007 ζητώντας την εξαφάνισή τους, ώστε να απορριφθούν οι εναντίον της δύο κύριες αγωγές, άλλως να γίνει δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της, κατά την απορριφθείσα πρωτοδίκως κυρία βάση της άλλως να περιορισθεί η ευθύνη της μέχρι του ποσού των 2.201 ευρώ που άξιζε το ζημιογόνο αυτοκίνητο. Με βάση τα προαναφερθέντα με την υπ`αριθ. 1681/005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περατώθηκε οριστικά και ως προς όλα τα κεφάλαιά της η ανοιγείσα παρεμπίπτουσα αγωγή της ...... . ... .. δίκη μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας Ασφαλιστικής εταιρείας, αφού εξετάστηκε το σύνολο των αντικειμένων της αγωγής αυτής και κρίθηκαν και τα δύο αιτήματά της, κύριος και επικουρικό, ώστε κανένα κεφάλαιο της δίκης επί της παρεμπίπτουσας αυτής αγωγής δεν παρέμεινε εκκρεμές, παρά τις μη οριστικές διατάξεις της υπ` αριθ. 1861/2005 απόφασης, ως προς τις επί μέρους αξιώσεις του κυρίως ενάγοντος Δ. Κ. και Ι. Α., ο οποίος επίσης άσκησε αυτοτελή αγωγή. Δεν αναιρείται δε η προαναφερθείσα κρίση από το γεγονός ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης είχε σαν αντικείμενο τις δύο κύριες αγωγές των κληρονόμων του θανατωθέντος Ι. Τ. και του τραυματισθέντος Δ. Κ., εφ` όσον η παρεμπίπτουσα αγωγή ασκήθηκε παραδεκτά δικονομικά στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 69 παρ.1 εδ. ε ΚΠολΔ και στο ίδιο πλαίσιο έγινε δεκτή οριστικά με την υπ` αριθ. 1681/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκαν με οριστικές διατάξεις κατά τα προαναφερθέντα: α) η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Γ. Δ., β) η ασφαλιστική κάλυψη του ένδικου ατυχήματος και από τις δύο αντίδικες ασφαλιστικές εταιρείες και γ) η απόρριψη κατ` ουσίαν της κύριας βάσης της παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης και η παραδοχή της επικουρικής βάσης της. Το γεγονός δε ότι στη διάταξη της 1681/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης, γίνεται αναφορά στις κύριες αγωγές Δ. Κ. και κληρονόμων Ι. Τ. δεν αναιρεί τον οριστικό χαρακτήρα της αντίστοιχης διάταξης, παρά την έκδοση τότε παρεμπίπτουσας απόφασης καθόσον αφορά την επί μέρους αγωγική αξίωση του Δ. Κ. από τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, για την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αφού και η επί μέρους αυτή αξίωση περιλαμβανόταν στην αναγνωρισθείσα υποχρέωση επί της παρεμπίπτουσας αγωγής της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας στο να καταβάλει σ` αυτήν η αναιρεσείουσα το 50% οποιουδήποτε ποσού θα υποχρεωνόταν να καταβάλει συνολικά στους κυρίως ενάγοντες Δ. Κ. και κληρονόμους Ι. Τ.. Για τους προαναφερθέντες άλλωστε λόγους η επακολουθήσασα υπ` αριθ. 2602/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μετά τη διενέργεια της διαπραχθείσας πραγματογνωμοσύνης, δεν είχε οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο παρά μόνον τις αγωγικές αξιώσεις του Δ. Κ. από το άρθρο 932 ΑΚ και του Ι. Α. από το άρθρο 931 ΑΚ. Κατά τη συζήτηση στο Εφετείο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη, της από 15-6- 2007 έφεσης της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσείουσα προέβαλλε το απαράδεκτό της λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, από το γεγονός ότι η εκκληθείσα υπ` αριθμ. 1681/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ήταν οριστική και εκκλητή αυτοτελώς, παρήλθε δε από την επίδοσή της στην αναιρεσίβλητη ........ η τριακονθήμερου προθεσμία για την προσβολή της με έφεση. Το Εφετείο Αθηνών με την αναιρεσιβαλλόμενη υπ` αριθμ. 1750/2009 απόφασή του έκρινε την έφεση ως εκπροθέσμως ασκηθείσα στο σύνολό της, με την αιτιολογία ότι η υπ` αριθ. 1681/2005 απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ήταν καθόσον αφορά την παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά ένα μέρος μόνον οριστική και όχι αυτοτελώς εκκλητή, και ότι οριστική ήταν η μεταγενέστερη δεύτερη εκκληθείσα με αριθμό 2602/2007, η οποία δεν είχε επιδοθεί μέχρι την άσκηση της ίδιας έφεσης, η οποία είχε ασκηθεί εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως. Eτσι που έκρινε το Εφετείο, χωρίς να ερευνήσει το εμπρόθεσμο άσκησης της έφεσης της αναιρεσίβλητης σε αναφορά προς την επίδοση της υπ` αριθ. 1681/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αλλά και ως προς το κύρος της ίδιας επίδοσης που αμφισβητήθηκε από την αναιρεσίβλητη ως εκκαλούσα, παρά το νόμο κήρυξε παραδεκτή την έφεση της αναιρεσίβλητης σε αναφορά μόνο προς την υπ` αριθμ. 2602/2007 απόφαση. Επομένως, τα όσα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα με το μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τις διατάξεις 532, 513 §1 περ.β` εδ.α` και 518 παρ.1 ΚΠοινΔ κρίνονται βάσιμα. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος της που, αφού, έκρινε παραδεκτή και εμπροθέσμως ασκηθείσα την από 15-6-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ".........", κατά τα κεφάλαιά της που αφορούν την από 2-4-2001 παρεμπίπτουσα αγωγή της κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με την επωνυμία "... .... ... .." και ήδη μετονομασθείσα σε ".......", εξαφάνισε τις εκκληθείσες αποφάσεις κατά τα κεφάλαια που απέρριψαν ως κατ` ουσίαν αβάσιμη την ως άνω παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά την κύρια βάση της, στη συνέχεια δε δικάζοντας κατ` ουσίαν την υπόθεση απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την ίδια παρεμπίπτουσα αγωγή κατά την κύρια βάση της. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατόν η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές (άρθρ. 580 παρ.3 εδ.Β` ΚΠολΔ), αφού η υπόθεση χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση για ζητήματα που δεν κρίθηκαν από την αναιρούμενη απόφαση, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) κατά δε εις το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ` αριθ. 1750/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά τα εις το σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που ορίζει σε τρεις (3.000) χιλιάδες ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου