Ακύρωση πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο δινόταν η πληρεξουσιότητα πώλησης και μεταβίβασης διαμερίσματος, λόγω απάτης. Αγορά ακινήτου με απάτη και μεταγραφή της αγοράς αυτής. Μεταγενέστερη...349/2015 ΑΠ.


Πλειστηριασμός ακινήτου. Ευθύνη για νομικά ελαττώματα. Δικαιώματα του υπερθεματιστή, ο οποίος μολονότι κατέβαλε το πλειστηρίασμα, δεν απέκτησε το πράγμα ελεύθερο από δικαιώματα τρίτων, ..11/2015 ΑΠ

349/2015 ΑΠ ( 646930) 
Ακύρωση πληρεξουσίου εγγράφου με το οποίο δινόταν η πληρεξουσιότητα πώλησης και μεταβίβασης διαμερίσματος, λόγω απάτης. Αγορά ακινήτου με απάτη και μεταγραφή της αγοράς αυτής. Μεταγενέστερη πώληση αυτού σε τρίτον με αντίστοιχη μεταγραφή. Ο πωλητής...
που επιτυγχάνει την προς τον αγοραστή ακύρωση της πώλησης προς αυτόν, δεν μπορεί να διεκδικήσει κατά του πωλητή το ακίνητο, αλλά ούτε και των μετέπειτα αυτού διαδόχων. Αντίθετα, αν δόθηκε από τον κύριο ακινήτου πληρεξουσιότητα για την πώληση αυτού και αυτός το μεταπώλησε σε τρίτο και ακολούθησε μεταγραφή και ακολούθως με αγωγή ακυρώθηκε η πληρεξουσιότητα, λόγω πλάνης ή απάτης ή απειλής, το πωληθέν ακίνητο διεκδικείται από τον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, από τον τρίτο στον οποίο μεταβιβάσθηκε αυτό και τους μετέπειτα αυτού διαδόχους, καθώς επίσης και η ακύρωση κάθε εμπράγματου βάρους επ` αυτού, που χορηγήθηκε από τον τρίτο αγοραστή στον αποκτήσαντα το εμπράγματο αυτό δικαίωμα, χωρίς η καλή πίστη των τρίτων στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή. Απόρριψη αναίρεσης κατά των υπ` αριθ. 2153/2014 και 2309/2013 τελεσιδίκων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 349/2015 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1` Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Δεκεμβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ά. συζύγου Ν. Π., το γένος Χ. Γ., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φραγκίσκου Κοτσώνη και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π. του Ν., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αναστασίου Θεοδωράκη και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποίηση: 1) Π. Κ. του Γ., 2) Ε. σύζυγο Π. Κ., το γένος Α. Τ., 3) Μ. Κ. του Θ., κατοίκων ..., 4) Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "..................... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/9/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4599/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2309/2013 και 2153/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/4/2014 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 1/12/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Κατά δε το επόμενο άρθρο 554, αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι συμπροσβάλλεται, με την αναίρεση, και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της αποφάσεως αυτής. Σύμφωνα με την πρώτη των ως άνω διατάξεων, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε άπρακτη η προθεσμία της ανακοπής, η οποία αρχίζει με την επίδοση της ερήμην αποφάσεως, είτε διότι ο διάδικος παραιτήθηκε του δικαιώματός του να ασκήσει ανακοπή. Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση αφότου εκδοθεί η απόφαση του Εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση. Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναιρέσεως κατά της ερήμην αποφάσεως, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή. Το ανασταλτικό όμως αυτό αποτέλεσμα δεν έχει και η ανακοπή που ασκείται εκπροθέσμως, αφού, η πάροδος της προθεσμίας αυτής καθιστά τελεσίδικη την ερήμην απόφαση, έκτοτε δε αρχίζει να τρέχει η προθεσμία της αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 11/1998). Από αυτά, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις άρθρων 566 παρ.1 και 577 παρ.1 και 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις οποίες μεταξύ των στοιχείων που απαιτούνται για το παραδεκτό της αναιρετικής αίτησης είναι και το να περιέχεται στο έγγραφο αυτής ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης, συνάγεται ότι, αν στην αίτηση για αναίρεση της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας δεν περιέχεται ένας τουλάχιστον σαφής και ορισμένος λόγος αναίρεσης, είτε κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, είτε κατά της συμπροσβαλλόμενης απόφασης που εκδόθηκε ερήμην, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, ως προς εκείνη των συμπροσβαλλομένων αποφάσεων για την οποία υπάρχει η έλλειψη, έστω και ενός λόγου αναίρεσης (ΑΠ 1219/2010). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 2309/2013 απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την από 29-09-2010 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της υπ` αριθμ. 4599/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ερήμην της τρίτης εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας Ά. συζ. Ν. Π., το γένος Χ. Γ. (άρθρο 524 παρ. 4 ΚΠολΔ). Κατά της αποφάσεως αυτής του Εφετείου Αθηνών, η οποία επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα, που δικάσθηκε ερήμην (ως εφεσίβλητη), στις 27-05-2013, η τελευταία άσκησε στις 10-06-2013, δηλαδή εμπροθέσμως (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ), ανακοπή ερημοδικίας, η οποία απορρίφθηκε ως κατ` ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 2153/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επιδόθηκε στην αναιρεσείουσα στις 28-04-2013. Έτσι, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε, δηλαδή κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών στις 23-05-2014 (αρ. καταθ. 379/2014), είναι εμπρόθεσμη (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) τόσο ως προς την απορριπτική της ανακοπής υπ` αριθμ. 2153/2014 απόφαση, όσο και ως προς την ερήμην υπ` αριθμ. 2309/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την εκτίμηση του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ζητείται η αναίρεση τόσον της υπ` αριθμ. 2153/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη η ανακοπή ερημοδικίας του ήδη αναιρεσείουσας κατά της ερήμην της εκδοθείσας ως προς αυτήν υπ` αριθμ. 2309/2013 απόφασης του ίδιου Εφετείου, όσον και η αναίρεση της τελευταίας ερήμην αποφάσεως. Στο δικόγραφο όμως της αναιρετικής αίτησης δεν περιέχεται κανένας λόγος αναίρεσης, ως προς την προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 2153/2014 απόφαση που απέρριψε την ανακοπή ερημοδικίας, ενώ όλοι οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται στην υπ` αριθ. 2309/2013 συμπροσβαλλόμενη ερήμην της αναιρεσείουσας εκδοθείσα απόφαση. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος που με αυτή διώκεται η αναίρεση της εν λόγω υπ αριθμ. 2153/2014 εφετειακής απόφασης, είναι απαράδεκτη, είναι όμως παραδεκτή ως προς την υπ` αριθ. 2309/2013 συμπροσβαλλόμενη ερήμην της αναιρεσείουσας εκδοθείσα απόφαση (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 6 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι θεμελιώνεται λόγος αναιρέσεως για παράνομη ερημοδικία του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η ερημοδικία του είναι πραγματική ή πλασματική ή αν υφίσταται ή όχι δικονομική βλάβη από την άκυρη ερημοδικία του, αρκεί μόνον ότι οι σχετικοί κανόνες εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα (ΑΠ 1863/1980, ΑΠ 1546/2013). Εξάλλου, κατά το άρθ. 242 ΚΠολΔ, που σύμφωνα με το άρθ. 524 παρ. 1 ίδιου Κώδικα, εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη, "1) η συζήτηση αρχίζει μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη δήλωση των παραστάσεών τους. Οι διάδικοι που παρίστανται νόμιμα έχουν δικαίωμα να αναπτύξουν στο ακροατήριο προφορικά τους ισχυρισμούς τους. 2) Στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική, οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνηση. Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από έναν ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται στην περίπτωση κοινής δήλωσης από έναν τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο, στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο. Στις παραπάνω περιπτώσεις η συζήτηση περατώνεται με μόνη την εκφώνηση της υπόθεσης. Μόνο δήλωση βίαιης διακοπής της δίκης είναι παραδεκτή. Μπορεί όμως το δικαστήριο, αν προβάλλονται άλλοι διαδικαστικοί ισχυρισμοί, να αναβάλει την υπόθεση σε σύντομη δικάσιμο με πρακτικό στο οποίο καταχωρίζονται και οι ισχυρισμοί αυτοί. Στη δικάσιμο αυτή καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή, ενώ οι παρόντες οφείλουν να εμφανιστούν χωρίς κλήτευση και αν δεν παραστούν κατά τη νέα δικάσιμο δικάζονται εξ αρχής ερήμην". Περαιτέρω, από τις διατάξεις άρθρου 498 και 524 παρ. 4 εδ. α` ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν την συζήτηση της έφεσης επισπεύδει ο εκκαλών, αντίγραφο της έφεσης με την κάτω απ` αυτήν πράξη για τον προσδιορισμό δικασίμου και την κλήση για την συζήτηση επιδίδεται στον εφεσίβλητο με την επιμέλεια του εκκαλούντος, μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών, πριν από την συζήτηση, η ίδια δε προθεσμία τηρείται και για τον προσδιορισμό κάθε άλλης δικασίμου. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 271 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με την παρ. 4 εδ. α`του άρθρου 524 του ίδιου Κώδικα, αν δεν εμφανιστεί ο εφεσίβλητος κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν η έφεση και η κλήση για συζήτηση επιδόθηκαν σ` αυτόν νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η έφεση και η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκαν εμπρόθεσμα, το δικαστήριο κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση, διαφορετικά συζητεί την υπόθεση ερήμην του εφεσίβλητου, προχωρεί όμως η διαδικασία σαν να ήταν και αυτός παρών. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 παρ.4 εδ. β` και γ` ΚΠολΔ, που έχουν εφαρμογή και στην διαδικασία ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 498 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, επί εφέσεως κατά αποφάσεως που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, αν κατά την προσδιορισμένη για τη συζήτηση της έφεσης δικάσιμο αναβληθεί αυτή (συζήτηση) για μεταγενέστερη δικάσιμο, η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο προς συζήτηση κατά τη νέα αυτή δικάσιμο δεν ισχύει, κατ` εξαίρεση των όσων αναφέρονται στη διάταξη του άρθ. 226 παρ. 4 εδ. γ`, ως κλήτευση όλων των διαδίκων, αλλά μόνον εκείνων που ήταν παρόντες ή δεν εμφανίστηκαν καθόλου κατά την δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή, εφόσον είχαν οι τελευταίοι κλητευθεί κατ` αυτήν και αν πρόκειται για εφεσίβλητους τους είχε επιδοθεί νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο εφεσίβλητος δικάζεται ερήμην και η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν κι αυτός παρών, κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 524 παρ. 4 εδ.α` ΚΠολΔ. Μόνο δε στην περίπτωση που ο διάδικος, κατά την δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή δεν ήταν παρών αλλά είχε καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καλείται κατά τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο μέσα στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, εφόσον δε δεν κλητευθεί, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-09-2007 αγωγή της (εκτός των άλλων) και κατά της ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων αυτών η υπ` αριθ. 4599/2010 οριστική απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή (εκτός των άλλων) και κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της ήδη αναιρεσείουσας. Κατά της απόφασης αυτής η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την από 27-09-2010 έφεσή της η οποία απευθύνετο και κατά της αναιρεσείουσας. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε αρχικά με την επιμέλεια της εκκαλούσας-αναιρεσίβλητης για τις 20-10-2011, κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Με την από 4-11-2011 κλήση της η εκκαλούσα επανέφερε την υπόθεση ενώπιον του άνω Δικαστηρίου, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 9-2-2012, κατά τη δικάσιμο όμως αυτή η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε εκ του πινακίου για την δικάσιμο της 7-2-2013 οπότε και συζητήθηκε, ερήμην της ήδη αναιρεσείουσας, προχώρησε όμως η διαδικασία σαν να ήταν κι αυτή παρούσα, εκδοθείσης της αναιρεσιβαλλομένης υπ` αριθ.2309/2013 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με την οποία, μετά την παραδοχή της έφεσης και την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή κατά το μέρος που απευθύνετο εναντίον της αναιρεσείουσας. Σύμφωνα με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε το Εφετείο ότι <<αναφορικά με την τρίτη των εφεσιβλήτων (ήδη αναιρεσείουσα) Ά. σύζυγο Ν. Π., το γένος Χ. Γ., από την υπ` αριθ. 10723Γ/1-10-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π., την οποία η εκκαλούσα νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 27-9-2010 έφεσης κατά της με αριθμό 4599/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε τη διαφορά των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 20-10-2011 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εφεσίβλητη κατά τα άρθρα 122 παρ. 1, 126 παρ. 1 περ. α`και 127 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, από την υπ` αριθ. 1374Δ/2-12-2011 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π. Π., που προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 4-11-2011 κλήσης για συζήτηση της ανωτέρω εφέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου την 9-2-2012, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην τρίτη των εφεσιβλήτων κατά τα άρθρα 122 παρ. 1, 126 παρ. 1 περ. α` και 127 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 9-2-2012 αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, η δε εκ του πινακίου αναβολή επέχει θέση κλητεύσεως ως προς όλους τους διαδίκους (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ). Η τρίτη των εφεσιβλήτων, όμως, δεν εμφανίσθηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του πινακίου, ούτε κατέθεσε δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση σαν να ήταν και αυτή παρούσα>>. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα αιτίαση από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα παρά το νόμο σχετικά με τις περί επιδόσεως διατάξεις το Εφετείο την δίκασε ερήμην, καθόσον κατά την διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όφειλε η επισπεύδουσα την συζήτηση αναιρεσείουσα να την καλέσει κατά τη δικάσιμο που εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, αφού στη διάταξη αυτή αναφέρεται ότι στην μετ` αναβολή δικάσιμο καλούνται όσοι διάδικοι δεν ήταν παρόντες κατά την αναβολή χωρίς να κάνει καμιά διάκριση και δεν καλούνται μόνο οι διάδικοι που ήταν παρόντες κατ` αυτήν, διότι διαφορετικά παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως και δεν εξασφαλίζεται η αρχή της δίκαιης δίκης που κατοχυρώνονται με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, στην μετ` αναβολή δικάσιμο καλούνται μόνο όσοι κατά την δικάσιμο που είχε δοθεί η αναβολή εκ του πινακίου είχαν καταθέσει δήλωση μη παραστάσεως κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όχι όμως και όσοι ήταν παρόντες ή δεν εμφανίστηκαν καθόλου κατά την δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή, εφόσον είχαν οι τελευταίοι κλητευθεί κατ` αυτήν και αν πρόκειται για εφεσίβλητους τους είχε επιδοθεί νομίμως επικυρωμένο αντίγραφο της εφέσεως, όπως προκύπτει εν προκειμένω με την αναιρεσείουσα, βάσει των όσων ανωτέρω αποδείχθηκαν, η οποία, συνεπώς, νομίμως με την προσβαλλόμενη απόφαση δικάσθηκε ερήμην και προχώρησε η διαδικασία σαν να ήταν κι αυτή παρούσα, χωρίς να στερηθεί της δυνατότητας εκατέρωθεν ακροάσεως και κατ` αντιδικίαν συζητήσεως της υποθέσεως, ούτε να υπάρχει παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, που θεσπίζεται με τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ, αφού κατά την δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή είχε κλητευθεί νομίμως για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως (χωρίς ωστόσο, κατά τα προεκτεθέντα, να εμφανισθεί ή να καταθέσει δήλωση κατ` άρθρον 242 παρ 2 ΚΠολΔ και κατά τη δικάσιμο αυτή), οπότε είχε την δυνατότητα να πληροφορηθεί για την αναβολή της υποθέσεως και την ορισθείσα νέα δικάσιμο γι` αυτήν, δυνατότητα η οποία δεν υπάρχει μόνο για το διάδικο, που κατά την δικάσιμο που δόθηκε η αναβολή δεν ήταν παρών αλλά είχε καταθέσει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει και να καλείται κατά τη νέα μετ` αναβολή δικάσιμο μέσα στις οριζόμενες σχετικά προθεσμίες, διότι ο διάδικος αυτός θεωρεί ότι η υπόθεση συζητήθηκε, με μόνη την εκφώνησή της από το πινάκιο χωρίς την παρουσία του, κατά τα οριζόμενα στην τελευταία αυτή διάταξη. Kατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται (α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, (β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και (γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Αρειος Πάγος ελέγχει την νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί νομίμως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφόσον η αναιρεσιβαλλομένη είναι απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και έγινε νόμιμη επαναφορά του ενώπιον του τελευταίου με την έφεση, ή αναλόγως με τις προτάσεις στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η με τον τρόπο αυτόν πρόταση επιτρέπεται. Το γεγονός εξάλλου ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ. Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο (αναλόγως με την έφεση ή τις προτάσεις του διαδίκου κατ`άρθρον 240 ΚΠολΔ) ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Oλ.ΑΠ 43/1990). Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μεταξύ των οποίων και εκείνος της διατάξεως με αριθμό 11 περ. α`, κατά τους ορισμούς της οποίας αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως στοιχειοθετείται και όταν το αποδεικτικό μέσο περιλαμβάνεται μεν στο άρθρο 339 ΚΠολΔ, όπως οι κατ` άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ` ΚΠολΔ ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, οι οποίες όμως εφόσον αφορούν την υπόθεση που δικάζεται, δεν επιτρέπεται η χρήση τους αν δεν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11α ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης εις βάρος της, τις υπ` αριθ. .../3-12-2008, .../30-12-2008 και .../30-12-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών ........................ , για τις οποίες κλητεύθηκε μεν νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την αναφερόμενη έκθεση επιδόσεως, για τις 30-12-2008 και ώρα 9 π.μ., δόθηκαν όμως ερήμην της, η πρώτη στις 9.20`, η δεύτερη στις 9.30`και η τρίτη 9.40`της άνω ημερομηνίας και όχι στις 9.00`σύμφωνα με την κλήτευση, κατά την οποία είχε προσέλθει για να παρασταθεί ο πληρεξούσιος δικηγόρος της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αξιολογείται προεχόντως ως απαράδεκτος, εφόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι προεβλήθη ο ισχυρισμός αυτός με τις προτάσεις της αναιρεσείουσας ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και έγινε νόμιμη επαναφορά του και ενώπιον του δευτεροβαθμίου, χωρίς παράλληλα να πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά τη δημοσία τάξη, ούτε όμως και προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών της αναιρεσείουσας ενώπιον πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στο οποίο προσκομίσθηκαν με επίκληση από την αναιρεσίβλητη οι ως άνω ένορκες βεβαιώσεις προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της, ότι προεβλήθη τέτοιος ισχυρισμός, πέραν του ότι δεν βεβαιώνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν σε διαφορετικό χρόνο (ως προς την ώρα) από αυτόν που αναφέρεται τόσον στην κλήση προς παράσταση της αναιρεσείουσας για την λήψη τους, όσον και στην έκθεση επιδόσεως αυτής.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει, ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 330 και 932 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) και 4) πρόσφορος αιτιώδη σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 147-149 του ίδιου Κώδικα και 386 του Π.Κ., προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενόμενη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 1516/1999), χωρίς να είναι αναγκαίο η προκληθείσα από την απατηλή συμπεριφορά ζημία να συνδέεται αποκλειστικά με ωφέλεια αντίστοιχη, που επήλθε στο πρόσωπο του εξαπατήσαντος, αφού αυτή μπορεί να αφορά και τρίτο. Εξάλλου, κατά την έννοια της ίδιας πιο πάνω διάταξης, ερμηνευόμενης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνο όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση ζημίας σε άλλον, αλλά και όταν, χωρίς να την αποσκοπεί, προβλέπει και αποδέχεται την επέλευση της ζημίας αυτής, είτε ως αναγκαία, είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του. Αμέλεια υπάρχει, κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνον, που επιβάλλεται από τις περιστάσεις. Τέλος, με τη διάταξη του άρθρου 926 ΑΚ καθορίζονται, στα πλαίσια της αδικοπρακτικής ευθύνης, οι κατηγορίες των περιπτώσεων στις οποίες αναγνωρίζεται από το νόμο ευθύνη περισσότερων προσώπων. Η πρώτη κατηγορία αφορά την περίπτωση της επέλευσης της ζημίας από κοινή πράξη περισσότερων προσώπων. Ως κοινή πράξη, κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης, νοείται κάθε μορφή συμμετοχής στην τέλεση της πράξης ή την επαγωγή της ζημίας, αδιάφορα από το αν οι ενέργειες (πράξεις ή παραλείψεις) των περισσότερων προσώπων έγιναν ταυτόχρονα, παράλληλα ή διαδοχικά. Αρκεί κάθε ενέργεια να συνδέεται αιτιωδώς με το αποτέλεσμα, δηλαδή την επαγωγή της ζημίας, ανεξάρτητα αν αυτή οφείλεται σε δόλο ή αμέλεια. Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 140, 141, 142, 154, 180, 184, 211, 214, 216 Α.Κ., εάν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ένεκα ουσιώδους πλάνης, η δήλωση δεν συμφωνεί με τη βούληση του δηλούντος, δικαιούται αυτός να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας. Τέτοια δε πλάνη, που μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης ( Α.Π. 744/1976, Α.Π. 374/1974), συντρέχει και στην περίπτωση υπογραφής εγγράφου, με την εσφαλμένη ιδέα ότι αυτό περιλαμβάνει ορισμένο περιεχόμενο, ενώ περιλαμβάνει διαφορετικό ( Α.Π. 968/2001, Α.Π. 151/2002, Α.Π. 442/1981, Α.Π. 1548/1998, Μπαλή, Γεν. Αρχ. παρ. 42, Γιαννόπουλου, Γεν. Αρχαί, άρθρο 141 αρ. 2). Η ένεκα πλάνης, απάτης ή απειλής ακύρωση δικαιοπραξίας επέρχεται με δικαστική απόφαση, συνεπεία αγωγής περί τούτου ή ενστάσεως ( Α.Π. 744/1976, ΑΠ. 24/1970), μέχρι δε την ακύρωσή της, η ένεκα πλάνης, απάτης ή απειλής ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια (Α.Π. 654/1967). Εξάλλου η περί πληρεξουσιότητας δήλωση βουλήσεως (άρθρο 211, 216 ΑΚ) μπορεί, όπως κάθε δικαιοπραξία, να είναι προϊόν πλάνης, απάτης ή απειλής και συνεπώς ακυρώσιμη. Αν καταρτίσθηκε ήδη η κύρια δικαιοπραξία, η ακυρωσία της πληρεξουσιότητας δεν καθιστά ακυρώσιμη και τη δικαιοπραξία αυτή, αλλά η ακύρωση της πληρεξουσιότητας αίρει εξ υπαρχής το προαπαιτούμενο της υπάρξεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως οπότε επέρχονται οι συνέπειες των άρθρων 229 επ. ΑΚ και ειδικότερα επί συμβάσεως επέρχεται ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο αντιπροσωπευόμενος ενέκρινε τη δικαιοπραξία ή υπαναχώρησε από τη σύμβαση ο αντισυμβαλλόμενος.

Συνεπώς, επί ακυρωσίμου πληρεξουσιότητας για να δικαιούται ο αντιπροσωπευόμενος πληρεξουσιοδότης να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της κύριας δικαιοπραξίας πρέπει να επικαλείται με την αγωγή του ότι κηρύχθηκε άκυρη η πληρεξουσιότητα με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, κατόπιν αγωγής ή ενστάσεως, ή να ζητεί με την ίδια αγωγή ακύρωση και της πληρεξουσιότητας. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, εάν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 184 του ΑΚ μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με εξ αρχής άκυρη, αίρεται το προαπαιτούμενο της υπάρξεως εξουσίας αντιπροσωπεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 211 ΑΚ, οπότε αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και η ακυρότητα της καταρτισθείσας με τον αντισυμβαλλόμενό του δικαιοπραξία, που συνήφθη με βάση το άκυρο πληρεξούσιο, κατά παραδοχή της ίδιας αγωγής που απευθύνεται κατά του αντισυμβαλλομένου του αντιπροσώπου, εφόσον ο αντιπροσωπευόμενος την αποκρούει και δεν την εγκρίνει. Εξάλλου, η προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 184 ΑΚ, κατά την οποία "η ακύρωση δικαιοπραξίας μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξ αρχής άκυρη" προσθέτει σπουδαίο περιορισμό στα αποτελέσματα αυτά έναντι των τρίτων αναφέροντας ότι "με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα που τρίτος απέκτησε από σύμβαση που ακυρώθηκε". Και ναι μεν από την ακύρωση δεν επηρεάζεται η περαιτέρω παρά του συνάψαντος την ακυρώσιμη δικαιοπραξία μεταβίβαση κινητού σε τρίτο, όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 1036 ΑΚ. Οι διατάξεις όμως κυρίως στις οποίες αναφέρεται και παραπέμπει το άρθρο 184 ΑΚ είναι εκείνες των άρθρων 1203 και 1204 του ίδιου Κώδικα. Κατά τις διατάξεις αυτές αν ακυρωθεί σύμβαση εμπράγματη περί ακινήτου που έχει μεταγραφεί, τα υπό των τρίτων αποκτηθέντα στο μεταξύ εμπράγματα δικαιώματα δεν αναιρούνται. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων η προστασία των τρίτων αυτών από την ακύρωση σκοπείται μόνο υπό τους εξής όρους: α) Ότι η ακύρωση εχώρησε λόγω πλάνης ή απάτης ή απειλής, β) ότι η ακύρωση αυτή αφορά σύμβαση και όχι μονομερή δικαιοπραξία, όπως π.χ. διαθήκη, πληρεξουσιότητα, αποδοχή κληρονομίας ή κληροδοσίας, γ) ότι η ακυρωθείσα σύμβαση είναι εμπράγματη περί ακινήτου, δηλαδή τέτοια που συνιστάται, καταργείται ή μετατίθεται εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου (άρθρο 1192 ΑΚ), υπό την προϋπόθεση ότι είναι μεταγεγραμμένη (άρθρο 1204 ΑΚ), δ) ότι το δικαίωμα του τρίτου πρέπει να είναι εμπράγματο και όχι ενοχικό και ε) ότι το δικαίωμα αυτό του τρίτου πρέπει να αποκτήθηκε (έστω και μετά την τελεσιδικία της απόφασης) πριν δηλαδή σημειωθεί η ακύρωση στο περιθώριο της ακυρωθείσης συμβάσεως. Μετά την σημείωση αυτή δεν αποκτάται πλέον εγκύρως κατά του συνάψαντος την ακυρώσιμη δικαιοπραξία εμπράγματο δικαίωμα, ούτε μπορεί αυτός πλέον να παραχωρήσει τέτοιο δικαίωμα γιατί ο τίτλος έχει ακυρωθεί. Εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, η επελθούσα ακύρωση δεν βλάπτει τα υπό των τρίτων (δηλ. των περαιτέρω ειδικών διαδόχων του ακυρωσίμως συμβληθέντος) αποκτηθέντα εμπράγματα δικαιώματα (όπως λ.χ η κυριότητα ή η υποθήκη). Ο άνω περιορισμός επιβάλλεται από την ιδέα ότι η μεν ακυρότης μιας δικαιοπραξίας είναι ελάττωμα εξωτερικό, δηλ. προερχόμενο από προφανείς παραβάσεις επιτακτικών διατάξεων του νόμου, ελάττωμα που εξ αρχής ενεργεί και μπορεί ευχερώς να ελεγθεί από τον επιμελή και προσεκτικό τρίτο, ενώ οι επιφέρουσες την ακύρωση πλάνη, απάτη, απειλή, είναι λανθάνοντα ελαττώματα, που συνήθως δεν εξέρχονται από τον κύκλο των συμβαλλομένων μερών. Σε αντίθεση, συνεπώς με την ακυρότητα, επί ακυρώσεως προστατεύονται οι τρίτοι, ανεξαρτήτως καλής πίστεως, για τις συναλλαγές που αφορούν εμπράγματα δικαιώματα, ενόψει της δημοσιότητας που λαμβάνουν οι εμπράγματες συμβάσεις. Έτσι, στην περίπτωση αγοράς ακινήτου δι` απάτης και μεταγραφής της αγοράς αυτής, η μεταγενέστερη δε πώληση αυτού σε τρίτον με αντίστοιχη ομοίως μεταγραφή, ο πωλητής που επιτυγχάνει την προς τον αγοραστή ακύρωση της πώλησης προς αυτόν, δεν μπορεί να διεκδικήσει κατά του πωλητή το ακίνητο, αλλά ούτε και των μετέπειτα αυτού διαδόχων. Αντίθετα, αν δόθηκε από τον κύριο ακινήτου πληρεξουσιότητα για την πώληση αυτού και αυτός το μεταπώλησε σε τρίτο και ακολούθησε μεταγραφή, ακολούθως δε με αγωγή ακυρώθηκε η πληρεξουσιότητα - λόγω πλάνης ή απάτης ή απειλής - το πωληθέν ακίνητο διεκδικείται από τον πληρεξουσιοδότη, κύριο του ακινήτου, από τον τρίτο στον οποίο μεταβιβάσθηκε αυτό και τους μετέπειτα αυτού διαδόχους, καθώς επίσης και η ακύρωση κάθε εμπράγματου βάρους επ` αυτού, που χορηγήθηκε από τον τρίτο αγοραστή στον αποκτήσαντα το εμπράγματο αυτό δικαίωμα, χωρίς η καλή πίστη των τρίτων στην περίπτωση αυτή να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή (Μπαλής, Γεν. Αρχαί, παρ. 75 σελ. 207, του ιδίου, Εμπρ. Δικ., παρ. 195, σελ. 421 και 243 σελ.519, Τούσης, Γεν. Αρχές, σελ. 542 και 558, Απ. Γεωγιάδης, Εμπρ. Δικ. σελ. 1220, του ιδίου, Συντ. Ερμ.Αστ. Κωδ., υπό το άρθρο 184, σελ. 327 επ., υπό το άρθρο 229 επ., σελ. 446 επ. και υπό τα άρθρα 1203-1204 σελ. 401 επ., Σημαντήρα, Γεν. Αρχές, αρ. 874, Παπαντωνίου, Γεν. Αρχές σελ. 445). Περαιτέρω,, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999). Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1351/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 2309/2013 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων και κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα ακόλουθα: <διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος, στις 15-2-1988, θετού πατέρα της Ν. Π. του Κ. την πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα), εμβαδού 74,10 τ.μ., με τα στοιχεία Δ-3 του Δ` ορόφου πάνω από το ισόγειο, πολυκατοικίας κείμενης στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, στην ενορία "..." ....... και επί της διασταυρώσεως των οδών ........... αριθ. ........ Ως νηπιαγωγός προσλήφθηκε (η ενάγουσα) να εργασθεί στον παιδικό σταθμό-νηπιαγωγείο της εταιρίας με την επωνυμία ".................." και το διακριτικό τίτλο "...............", που βρίσκεται στην Κυψέλη και στον οποίο εργαζόταν κατά τα έτη 2005 έως 2006 και 2006 έως 2007, οπότε διήνυε το 27ο και 28ο έτος της ηλικίας της. Κατά τον ίδιο χρόνο η ενάγουσα δεν είχε φύγει από την οικογενειακή εστία αλλά διέμενε με τους φυσικούς γονείς της Α. και Ε. Π. και τον αδελφό της Κ. Π. στην Αθήνα, επί της οδού ......... . Το καλοκαίρι του 2006 όταν η καθαρίστρια του παιδικού σταθμού Ά. Π.-Γ., τρίτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) διέκοψε την απασχόλησή της, σύστησε στην ιδιοκτήτρια του σταθμού την δεύτερη εναγομένη Ε. Τ. (μη διάδικο στην παρούσα δίκη), ως πρόσωπο, το οποίο ήταν "καλός άνθρωπος" και είχε ανάγκη προς εργασία λόγω της ένδειας, υπό την οποία τελούσε, δεδομένου ότι ο σύζυγός της με τον οποίο είχαν αποκτήσει τρία παιδιά, ήταν άνεργος. Η δεύτερη εναγομένη εργάσθηκε στο σταθμό ως καθαρίστρια το καλοκαίρι του 2006, όταν, όμως, για την ανανέωση της σύμβασής της από το Σεπτέμβριο του 2006 θα έπρεπε να προσκομίσει όλα τα αναγκαία έγγραφα, μεταξύ των οποίων και αντίγραφο ποινικού μητρώου αυτή εξαφανίσθηκε. Ήδη, όμως, από τον Ιούλιο του 2006 γνωρίστηκε με την ενάγουσα και ανέπτυξε φιλικές σχέσεις, οι οποίες εκτεινόταν και εκτός του πλαισίου του ωραρίου εργασίας στον παιδικό σταθμό και περιλάμβαναν κοινές εξόδους και επισκέψεις της ενάγουσας στην οικία της δεύτερης εναγομένης.... Η τελευταία απέκρυψε από την ενάγουσα ότι ήταν έγγαμη και μητέρα τριών τέκνων, που είχε αποκτήσει με τον πρώτο εναγόμενο (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), παριστάνοντας σε αυτήν ψευδώς ότι πρόκειται περί άγγαμης γυναίκας. Στη συνέχεια δε της σύστησε ως απλώς φίλο της, ανύπαντρο και αξιόλογο νέο τον ίδιο το σύζυγό της, πρώτο εναγόμενο, επιδιώκοντας με εκμετάλλευση της ευπιστίας της και της ελλειμματικής κοινωνικής της πείρας να ιδρυθεί σχέση εμπιστοσύνης των δύο προσώπων, που κατέληξε στη δημιουργία ερωτικής σχέσης.... Ο πρώτος εναγόμενος παρέστησε ψευδώς στην ενάγουσα των εξ ερωτικών αισθημάτων άγαμο άνδρα και πέτυχε την εγκαθίδρυση ερωτικής σχέσης, για την οποία η ενάγουσα πλανιόταν αναφορικά με την αμοιβαιότητα των αισθημάτων των εμπλεκομένων μερών. Στη συνέχεια δε παρέστησε σ` αυτήν σωρεία ψευδών γεγονότων ως αληθινών προκαλώντας της αντίστοιχες πλάνες. Συγκεκριμένα της δήλωσε πως η επαγγελματική του ενασχόληση ως βαθμοφόρου της Κρατικής Ασφάλειας τον είχε εξαντλήσει και για το λόγο αυτό επιθυμούσε να πραγματοποιήσει μια επιχειρηματική κίνηση ιδρύοντας επιχείρηση καφετέριας, οπότε και θα παραιτούνταν από τη θέση του στην ανωτέρω Υπηρεσία, το εγχείρημά του, όμως, αυτό απαιτούσε τη δανειοδότησή του με ποσό περίπου 50.000 ευρώ. Επειδή δε επιθυμούσε να παραμείνει στην εργασία του μέχρι την ίδρυση της καφετέριας ισχυρίσθηκε στην ενάγουσα ότι δεν μπορούσε στο ιδρυτικό στάδιο της επιχείρησης να εμφανίζεται υπό διπλή ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου και του επιχειρηματία. Χρησιμοποιώντας το ανωτέρω ιδιαίτερο τέχνασμα και έχοντας αποκτήσει την πλήρη εμπιστοσύνη της ενάγουσας προς το πρόσωπό του λόγω των ερωτικών προς αυτόν αισθημάτων της, στα οποία ο ίδιος εναγόμενος είχε προσδώσει το ένδυμα προοπτικής μέλλοντος γάμου, πέτυχε να αποσπάσει τη συναίνεσή της στην ίδρυση της επιχείρησης στο όνομά της και την έπεισε να συναφθούν στο όνομά της δανειακές συμβάσεις προς χρηματοδότηση του σχεδίου με το ποσό των περίπου πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Ετσι, την έπεισε να του χορηγήσει αντίγραφο της αστυνομικής της ταυτότητας και του εκκαθαριστικού σημειώματός της, προκειμένου να μπορεί να μεταβαίνει για λογαριασμό της σε διάφορες υπηρεσίες. Με τον τρόπο αυτό ο πρώτος εναγόμενος, αφού απέσπασε από την ενάγουσα προσωπικά της έγγραφα, την ζημίωσε μέσω πιστωτικών καρτών, που εκδόθηκαν στο όνομα της ενάγουσας, κατά το ποσό των 81.286,85 ευρώ συνολικά.... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων ολοκλήρωσαν το εγκληματικό τους σχέδιο σε βάρος της ενάγουσας, στις 26-10-2006, όταν ο πρώτος εναγόμενος οδήγησε την ενάγουσα στο Συμβολαιογραφείο της τέταρτης εναγομένης Μ. Κ. (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη) και απέσπασε την υπογραφή της επί ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, το οποίο η ενάγουσα υπέγραψε χωρίς ν` αναγνώσει και ν` αντιληφθεί το ακριβές περιεχόμενό του και με το οποίο του έδιδε την εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει το ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητό της. Ειδικότερα, κατά την ανωτέρω ημερομηνία (26-10-2006), ήτοι τρεις μήνες από την γνωριμία τους, ο πρώτος εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την ευπιστία και τα ερωτικά αισθήματα της ενάγουσας, η οποία τον εμπιστευόταν τυφλά, οδήγησε την ενάγουσα στο ανωτέρω Συμβολαιογραφείο, όπου η συμβολαιογράφος Μ. Κ. είχε συντάξει το υπ` αριθ. .../2006 πληρεξούσιό της, στο οποίο ήταν ήδη γραμμένα τα στοιχεία ταυτότητας και φορολογικά της ενάγουσας και περιγραφή του ακινήτου δυνάμει της ανωτέρω πράξης αποδοχής κληρονομίας. Τα στοιχεία αυτά η Συμβολαιογράφος ισχυρίζεται ότι είχε λάβει από άγνωστο άτομο με προφορά από την επαρχία, που την επισκέφθηκε στο γραφείο της την προηγούμενη ημέρα (ήτοι στις 25-10-2006), συστήθηκε ως εξάδελφος της ενάγουσας και ζήτησε να συνταχθεί ένα γενικό πληρεξούσιο της ενάγουσας προς τον Π. Κ. (πρώτο εναγόμενο), ο οποίος, της είπε, ότι "ήταν αρραβωνιστικός της και γρήγορα επρόκειτο να παντρευτούν" και ότι "το πληρεξούσιο έπρεπε να υπογραφεί απόγευμα γιατί η κ. Π. εργαζόταν σαν νηπιαγωγός". Η ενάγουσα προσερχόμενη στο Συμβολαιογραφείο είχε πειστεί από τον πρώτο εναγόμενο ότι επρόκειτο να υπογράψει πληρεξούσιο προκειμένου να το χρησιμοποιήσει σε διάφορες υπηρεσίες για να λειτουργήσει η επιχείρηση-καφετέρια. Σύμφωνα με όσα βεβαιώνει τόσο στην ανωτέρω προανακριτική κατάθεσή της όσο και στην ανωμοτί κατάθεσή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο η Συμβολαιογράφος το πληρεξούσιο δεν διαβάστηκε στην ενάγουσα.

Συγκεκριμένα, στην ανωτέρω προανακριτική κατάθεση αναφέρει ότι "της εξήγησα της Π. το περιεχόμενο και το υπέγραψε", ενώ στην κατάθεσή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ότι "τους είπα ότι εδώ έχουμε ένα γενικό πληρεξούσιο που δίνει εντολές για να μεταβιβάζει, για να κάνει, για να νοικιάζει και τα λοιπά", ότι "είπανε μερικές κουβέντες και μετά άρχισα να διαβάζω" και σε επίμονη εντολή συνηγόρου εξήγησε πως έχει εντολή για πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου. Εν τούτοις, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν ενημερώθηκε από τη Συμβολαιογράφο για την συγκεκριμένη, ειδική εντολή πώλησης του ακινήτου της, ούτε ότι η ενάγουσα πήρε το πληρεξούσιο και το κοίταξε, όπως αναφέρει για πρώτη φορά στην κατάθεσή της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι μόλις η Συμβολαιογράφος άρχισε να το διαβάζει ο πρώτος εναγόμενος τη διέκοψε λέγοντας ότι βιάζονται πολύ και ξέρουν το περιεχόμενό του. Στη συνέχεια η ενάγουσα υπέγραψε το πληρεξούσιο πιστεύοντας ότι αυτό περιλαμβάνει περιεχόμενο σχετικά με τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν για τη λειτουργία της καφετέριας...... Ακόμη αποδείχθηκε ότι η οικογένεια της ενάγουσας πληροφορήθηκε την ύπαρξη του πρώτου εναγομένου και τη σχέση της ενάγουσας με αυτόν, η οποία εντέχνως απεκρύβετο μέχρι τότε, μετά την υπογραφή του ανωτέρω πληρεξουσίου, όταν στις 8-11-2006 στάλθηκε στη διεύθυνση κατοικίας της ενάγουσας λογαριασμός πληρωμής δόσης πιστωτικής κάρτας (από τις ανωτέρω εκδοθείσες δήθεν για την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης) κινητού τηλεφώνου, αξίας 708 ευρώ, το οποίο είχε αγοράσει ο πρώτος εναγόμενος. Η ενάγουσα αναγκάσθηκε να αποκαλύψει στον πατέρα της το δεσμό της, το είδος της συναλλαγής και τον λόγο έκδοσης της πιστωτικής κάρτας, δηλαδή τα επιχειρηματικά σχέδια του πρώτου εναγομένου, οπότε η οικογένεια της ενάγουσας προσκάλεσε την ίδια κιόλας μέρα τον πρώτο εναγόμενο σε δείπνο, για να γνωριστούν. Ο τελευταίος εμφανίσθηκε στην οικία της ενάγουσας, διαβεβαίωσε τους οικείους της για τη σοβαρότητα των προθέσεών του και για την προοπτική του μέλλοντος γάμου. Ο πατέρας, όμως, της ενάγουσας, δεν πείσθηκε για την εντιμότητα του πρώτου εναγομένου και επισκέφθηκε τον παιδικό σταθμό, που εργαζόταν η τελευταία, προκειμένου να γνωρίσει και τη δεύτερη εναγομένη, η οποία και είχε αποτελέσει το πρόσωπο που είχε συστήσει στην ενάγουσα τον πρώτο εναγόμενο. Η δεύτερη εναγομένη δεν είχε, όμως, επαναπροσληφθεί στον παιδικό σταθμό κατά τη νέα σχολική χρονιά, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, όταν της ζήτησαν ποινικό μητρώο εξαφανίσθηκε. Ο πατέρας της εναγομένης συνάντησε τη διευθύντρια του σταθμού από την οποία έκπληκτος έμαθε ότι η καθαρίστρια του παιδικού σταθμού, την οποία είχε πάει να συναντήσει, Ε. Τ., ήταν σύζυγος του υποσχεθέντος στην θυγατέρα του μελλοντικό γάμο και είχε μαζί του αποκτήσει και τρία ανήλικα τέκνα. Η ενάγουσα όταν πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό υπέστη ισχυρό κλονισμό και προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του διαβεβαίωσε την ενάγουσα πως ήταν μενόντως νυμφευμένος με την Ε. Τ., πλην, όμως, ευρίσκοντο ήδη στη δεύτερη συζήτηση του συναινετικού διαζυγίου, ο ίδιος δε έτρεφε αισθήματα αγάπης για την ενάγουσα και σκόπευε να πραγματοποιήσει τα υποσχεθέντα. Εν τούτοις, στις 14- 11-2006, ο πρώτος εναγόμενος επέδωσε στην ενάγουσα εξώδικη δήλωση, η οποία βρίθει ψευδών ισχυρισμών και συγκεκριμένα αναφέρει σε αυτήν πως εξαναγκάσθηκε από την ενάγουσα και τον πατέρα της να έρθει σε ερωτικές συνευρέσεις με την πρώτη, ότι του είχε ασκηθεί πίεση, προκειμένου να διαμεσολαβήσει στη λήψη δανείων, ώστε η ενάγουσα να ιδρύσει βρεφονηπιακό σταθμό και ότι παράλληλα είχε εξαναγκασθεί να συμμετάσχει στην ίδρυση καφετέριας ως ιδιοκτήτης, να διαζευχθεί και εν συνεχεία να νυμφευθεί την ενάγουσα, πράγμα το οποίο δήλωνε ότι δεν επρόκειτο να πράξει. Ο πραγματικός σκοπός όμως, τόσο της εξώδικης αυτής δήλωσης, όσο και της όλης προπεριγραφείσας συμπεριφοράς του πρώτου εναγομένου ήταν να εξασφαλίσει τον χρόνο, που χρειαζόταν, για τις επόμενες κινήσεις του και δεν συνάγεται από το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης πρόθεση καταγγελίας της σχέσης εντολής που έλαβε από την ενάγουσα, όπως η τελευταία ισχυρίζεται στην αγωγή της. Πράγματι, στον ενδιάμεσο χρόνο ο πρώτος και η δεύτερη των εναγομένων ολοκλήρωσαν το εγκληματικό τους σχέδιο, αφού ο πρώτος εξ αυτών κατόρθωσε (με τη χρήση του ανωτέρω ειδικού συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου, που είχε υπογράψει η ενάγουσα χωρίς να αναγνώσει και να αντιληφθεί το ακριβές περιεχόμενό του) να πωλήσει και να μεταβιβάσει στις 30-11-2006 στο όνομά της και για λογαριασμό της την οριζόντια ιδιοκτησία- διαμέρισμα, κείμενη στο Δ` όροφο της επί των οδών .................................. στην Αθήνα πολυκατοικίας, εισπράττοντας για λογαριασμό της τίμημα (56.241,90 ευρώ κατά την αναγραφόμενη αντικειμενική του αξία), το οποίο ουδέποτε της απέδωσε, αλλά αντίθετα ιδιοποιήθηκε από κοινού με τη δεύτερη εναγόμενη. Όταν η ενάγουσα πήγε να επισκευθεί τον πρώτο εναγόμενο, στην οικία του επί της οδού ................ , πληροφορήθηκε από το θυρωρό και εν συνεχεία από τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος ότι ο πρώτος εναγόμενος είχε μισθώσει διαμέρισμα τον Ιούλιο του 2006 με το όνομα Γ. Δ. και διέμενε σε αυτό με τη σύζυγό του και τα τρία τέκνα τους μέχρι τέλη Οκτωβρίου του 2006, οπότε και εγκατέλειψαν αιφνιδιαστικά το διαμέρισμα προς άγνωστη κατεύθυνση. Έκτοτε, τόσο ο πρώτος, όσο και η δεύτερη των εναγομένων τυγχάνουν άγνωστης διανομής, έχουν δε εκδοθεί εις βάρος τους και τα υπ` αριθ. 30/08 και 31/08 εντάλματα σύλληψης από τον 6ο τακτικό Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών στο πλαίσιο διερεύνησης της ποινικής πτυχής της υπόθεσης, όπου και έχει ασκηθεί δίωξη για κακουργηματική απάτη σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων. Η τρίτη εναγομένη Ά. σύζυγος Ν. Π., το γένος Χ. Γ. (ήδη αναιρεσείουσα) αποδείχθηκε ότι γνώριζε τη δεύτερη εναγομένη, την οποία σύστησε να εργασθεί στον παιδικό σταθμό, όπου εργαζόταν η ενάγουσα. Στις 30-11-2006 αγόρασε το διαμέρισμα της ενάγουσας επειδή, όπως ισχυρίζεται, πωλήθηκε σε εξαιρετικά συμφέρουσα τιμή, πολύ κατώτερη της πραγματικής του αξίας, την οποία υπολόγιζε στις 100.000 ευρώ. Η εναγομένη από το τίμημα των 56.341,90 ευρώ διέθετε το ποσό των 10.000 ευρώ, εν τούτοις προχώρησε σε αγορά του ακινήτου "με δανεισμό από ιδιώτες, συγγενείς, τον πατέρα της και την αδελφή της..." (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγομένης). Το ακίνητο που αγόρασε δεν το επισκέφτηκε ποτέ, ήξερε ότι ήταν μισθωμένο και γνώριζε ότι το αγόραζε από πρόσωπο εμφανιζόμενο ως πληρεξούσιος του ιδιοκτήτη σε τιμή πολύ κατώτερη της πραγματικής. Εν τούτοις, ισχυρίζεται, ότι είχε εμπιστοσύνη στο πρόσωπου του πρώτου εναγομένου ως οικογενειάρχη με τρία παιδιά, υπέθεσε ότι ο εντολέας που πωλούσε το ακίνητο είχε οικονομική ανάγκη, όπως την διαβεβαίωσε ο πρώτος εναγόμενος χωρίς να ανακοινώσει μέσω αγγελίας την πώληση αλλά με προφορικές κρούσεις "στη γειτονιά", και αγόρασε το ακίνητο ως επένδυση για το μέλλον του παιδιού της (βλ. κατάθεση μάρτυρος εναγομένης). Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καλής πίστης στην αγορά του ακινήτου, ωστόσο, ανατρέπεται για τους εξής λόγους: Α) Η τρίτη εναγομένη είχε αγοράσει το ακίνητο μέσω πληρεξουσίου, χωρίς ποτέ να έρθει σε επαφή με τον πραγματικό κύριο του ακινήτου, ο κύριος δε αυτός εμφανίσθηκε στην τρίτη εναγομένη αγνοώντας το γεγονός της μεταβίβασης και εισπράττοντας το ενοίκιο της οικίας. Ειδικότερα, όταν στις αρχές Δεκεμβρίου 2006 η τρίτη εναγομένη ενημέρωσε τον μισθωτή Α. Ε. ότι ήταν η νέα ιδιοκτήτρια του ακινήτου, πληροφορήθηκε από αυτόν ότι ο πατέρας της ενάγουσας είχε ήδη εισπράξει το ενοίκιο του μηνός Δεκεμβρίου. Για το λόγο αυτό επέδωσε στην ενάγουσα την από 20-12-2006 εξώδικη δήλωση- πρόσκλησή της με την οποία της επεσήμαινε ότι είχε ήδη καταστεί κυρία του ακινήτου με το ανωτέρω συμβόλαιο και την καλούσε να της αποδώσει το ενοίκιο του μηνός Δεκεμβρίου, που είχε εισπράξει καθώς και την εγγύηση που είχε λάβει κατά τη σύναψη της μίσθωσης. Η ενάγουσα, το γεγονός της πώλησης του ακινήτου της, με χρήση από τον πρώτο εναγόμενο του πλαστού κατά τα ανωτέρω πληρεξουσίου πληροφορήθηκε στις 16-12-2006, όταν ο μισθωτής του διαμερίσματος Α. Ε., την πληροφόρησε, ότι η νέα ιδιοκτήτρια του σπιτιού Ά. Π. - Γ. (τρίτη εναγομένη) τον οχλούσε, για να καταβάλει σε αυτήν τα μισθώματα. Όλα τα παραπάνω γεγονότα οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι η αγοραπωλησία είχε κάποιο πρόβλημα που έχριζε εξηγήσεων και διακανονισμού. Β) Εν τούτοις, την 1-1-2007 και ενώ γνώριζε όλα τα παραπάνω προβλήματα σχετικά με το ακίνητο που είχε αγοράσει μέσω πληρεξουσίου, δυνάμει του οποίου εκπροσωπούσε την ενάγουσα ένας εντολοδόχος στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη λόγω της μεταξύ τους σχέσης, υπέγραψε νέο διετές συμφωνητικό μίσθωσης του διαμερίσματος με τον μισθωτή της ενάγουσας, εκδηλώνοντας έτσι, την πρόθεσή της ν` ασκεί πράξεις κυριότητας επί του ακινήτου (νομή και κατοχή του μισθωτή της), τις οποίες ασκεί ακόμη και κατά την έγερση της αγωγής. Γ) Ακόμη, στις 22-1-2007 και ενώ γνώριζε όλα τα παραπάνω, ήδη από το Δεκέμβριο του 2006, προχώρησε στην επιβάρυνση του ακινήτου με προσημείωση υποθήκης υπέρ της πέμπτης εναγομένης τράπεζας (δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), για ποσό 96.000 ευρώ, λαμβάνοντας δάνειο 80.000 ευρώ. Αποδείχθηκε επομένως, ότι η τρίτη εναγομένη, παρόλο που διαπίστωσε πρόβλημα στην αγοραπωλησία, εισέπραξε λόγω δανείου το ποσό των 80.000 ευρώ (ποσό κατά 20.000 ευρώ περίπου ανώτερο από το εμφανιζόμενο τίμημα της αγοραπωλησίας) και επιβάρυνε το ακίνητο της ενάγουσας. Έτσι, η τρίτη εναγομένη έλαβε στην κυριότητά της λόγω της χρήσης του άκυρου κατά τα άνω πληρεξουσίου ένα ακίνητο ως ευκαιρία, κατά τους ισχυρισμούς της, παρά το γεγονός ότι δεν είχε τα απαραίτητα χρήματα για το τίμημα, το οποίο να σημειωθεί δεν κατέβαλε ενώπιον της Συμβολαιογράφου. Στη συνέχεια, εμφανιζόμενη ως κυρία του ακινήτου, εισέπραξε 80.000 ευρώ, προσημειώνοντας το ακίνητο αυτό, ενώ ο προηγούμενος ιδιοκτήτης αυτού είχε ήδη δηλώσει σ` αυτήν άγνοια για την με πληρεξούσιο γενομένη αγοραπωλησία. Όλα τα παραπάνω γεγονότα αποδεικνύουν ότι η τρίτη εναγομένη γνώριζε την απάτη που οι δύο πρώτοι εναγόμενοι είχαν μεθοδικά στήσει σε βάρος της ενάγουσας και συμμετείχε σ` αυτήν με σκοπό ν` αποκομίσει περιουσιακό όφελος από την προσημείωση του ακινήτου. Η ενάγουσα, στις 9-7-2007 προέβη σε ανάκληση του επίδικου πληρεξουσίου, δυνάμει της υπ` αριθ. .../2007 πράξης ανάκλησης του Συμβολαιογράφου Αθηνών .................... και, στη συνέχεια, στις 12-2-2007, κοινοποίησε στην τρίτη εναγομένη την από 23-2-2007 εξώδικη δήλωση και κλήση της, με συνημμένη την ανωτέρω πράξη ανάκλησης, και κάλεσε την εναγομένη να προσέλθει στις 23-3-2007 στο γραφείο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... για να προβούν σε ακύρωση του πωλητηρίου συμβολαίου του διαμερίσματος. Η εναγομένη σε απάντηση της εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας επέδωσε στην τελευταία, στις 15-2-2007, την με ίδια ημερομηνία εξώδικη απάντηση-δήλωση- διαμαρτυρία, με την οποία αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και δήλωσε ότι δεν επρόκειτο να συναινέσει στην ακύρωση του πωλητηρίου συμβολαίου και, επομένως, ότι παραμένει στο ακίνητο ως κυρία αυτού, ασκώντας πράξεις νομής και κατοχής επ` αυτού μέχρι την έγερση της κρινομένης αγωγής. Κατόπιν όλων αυτών αποδείχθηκε ότι το υπ` αριθ. .../26-10-2006 πληρεξούσιο της τέταρτης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) Συμβολαιογράφου Μ. Κ. του Θ. είναι άκυρο ως πλαστό, το περιεχόμενό του δε δεν διαβάστηκε στην ενάγουσα η οποία δεν έδωσε εντολή στον πρώτο εναγόμενο (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) να πωλεί και να μεταβιβάζει ακίνητη περιουσία της, αλλά τελούσε με την πεποίθηση ότι είχε διαφορετικό περιεχόμενο, αποτελούσε δε προϊόν απάτης που τέλεσαν σε βάρος της οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) με την άμεση συνδρομή της τέταρτης εναγομένης (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη).

Συνεπώς, αφού γίνει δεκτό το αίτημα της αγωγής περί ακύρωσης του πληρεξουσίου είναι άκυρη και η με βάση αυτό γενόμενη αγοραπωλησία, δυνάμει του υπ` αριθ. .../2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ..................... , στην οποία η τρίτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα) εμφανίσθηκε ως αγοράστρια με σκοπό την απόκτηση τίτλου κυριότητας ακινήτου προκειμένου να εισπράξει το ποσό των 80.000 ευρώ επιβαρύνοντας το ακίνητο, το οποίο στην συνέχεια δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί εάν παρέμεινε στα χέρια της ολόκληρο ή διενεμήθη μεταξύ των συνεναγομένων. Από την παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων (μεταξύ των οποίων και η αναιρεσείουσα) σε βάρος της ενάγουσας αποδείχθηκε ότι αυτή λόγω της έντονης ψυχικής ταλαιπωρίας και της δοκιμασίας που υπέστη από την όλη συμπεριφορά των εναγομένων, με την εκμετάλλευση της απειρίας και της ευαίσθητης προσωπικότητάς της υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να της επιδικαστεί το ποσό των 5.000 ευρώ, το οποίο το Δικαστήριο κρίνει εύλογο και δίκαιο ...... . Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο, στα πλαίσια του ερευνόμενου αναιρετικού λόγου, αφού εξαφάνισε την προσβληθείσα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, ακολούθως: α) ακύρωσε το υπ` αριθ. .../26-10-2006 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Κ., με το οποίο παρείχετο από την αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) η εντολή και πληρεξουσιότητα στον Π. Κ. του Γ., να προβεί στην πώληση και μεταβίβαση του προπεριγραφέντος ακινήτου της, ένεκα ουσιώδους πλάνης αυτής (αναιρεσίβλητης) που ήταν αποτέλεσμα απάτης της τελευταίας, τελεσθείσα σε βάρος της από τον άνω πληρεξούσιο και την σύζυγό του ......... σύζ. Π. Κ., το γένος Α. Τ., β) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταρτισθείσας με βάση το άνω (ακυρώσιμο) πληρεξούσιο (που κηρύχθηκε άκυρο) δικαιοπραξίας, δυνάμει του υπ` αριθ. .../3-11-2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ............................ , που μεταγράφηκε νόμιμα, βάσει του οποίου μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα στην αναιρεσείουσα (τρίτη εναγομένη) το περιγραφόμενο ως άνω διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της αναιρεσίβλητης, γ) Αναγνώρισε ότι η αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) είναι κυρία μιας αυτοτελούς και ανεξάρτητης οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμέρισμα) με στοιχεία Δ-3 του Δ` πάνω από το ισόγειο ορόφου, πολυκατοικίας κείμενης στην Αθήνα, εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου Αθηναίων, στη ενορία "..........." των Πατησίων και επί της διασταυρώσεως των οδών ..................... αριθ. ........ , εμβαδού 74,10 τ.μ., όπως κατά τα λοιπά στοιχεία αυτού περιγράφεται στην αναιρεσιβαλλομένη, δ) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα (τρίτη εναγομένη) Ά. σύζυγο Ν. Π., το γένος Χ. Γ., να αποδώσει στην αναιρεσίβλητη (ενάγουσα) το αμέσως ανωτέρω περιγραφόμενο ακίνητο και ε) υποχρέωσε την αναιρεσείουσα να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νομιμοτόκως το ποσό των 5.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της αδικοπραξίας που διέπραξε σε βάρος της, με το να μη παραλείψει να προβεί στην εγγραφή της άνω προσημείωσης στο ακίνητό της, ενώ γνώριζε την ακυρότητα του άνω πληρεξουσίου και την συνεπεία τούτου ακυρότητα της μεταβιβαστικής του ακινήτου της δικαιοπραξίας, που καταρτίσθηκε με βάση το πληρεξούσιο αυτό. Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με την αναιρεσείουσα, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, με την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε στις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ως προς ουσιώδη ζητήματα α) της ακυρότητας του παραπάνω πληρεξουσίου, λόγω του ότι η δήλωση βούληση της ενάγουσας, κατά το χρόνο κατάρτισης του πληρεξουσίου αυτού, με το οποίο έδινε στον μη διάδικο στην παρούσα δίκη πρώτο εναγόμενο την εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει το παραπάνω διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της ήταν προϊόν πλάνης αυτής, συνεπεία της απάτης που διέπραξαν εις βάρος της οι δύο πρώτοι (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) εναγόμενοι σύζυγοι, β) της γνώσης της αναιρεσείουσας ως προς την ακυρότητα του πληρεξουσίου αυτού λόγω των ελαττωμάτων που παρουσίαζε και την παρά ταύτα, με βάση αυτό, κατάρτιση μεταξύ αυτής και του ως άνω πρώτου εναγομένου, μεταβιβαστικής της κυριότητος του επίδικου ακινήτου συμβάσεως με το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, στην μεταγραφή του οποίου προέβη στα οικεία βιβλία μεταγραφών, και γ) της ζημίας που προκλήθηκε στην ενάγουσα ενόψει του δανεισμού της αναιρεσείουσας από την προαναφερόμενη τράπεζα, ποσού 80.000 ευρώ, με την εγγραφή επί του εν λόγω ακινήτου προς εξασφάλιση του δανείου προσημείωσης υποθήκης, ποσού 96.000 ευρώ, με αντίστοιχη επιβάρυνση αυτού επί ζημία της ενάγουσας, μολονότι γνώριζε ότι δεν της είχε μεταβιβασθεί εγκύρως η κυριότητα του επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δέχεται το Εφετείο α) ότι το παραπάνω πληρεξούσιο με το οποίο η ενάγουσα έδινε στον (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) πρώτο εναγόμενο την εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει και να μεταβιβάσει το άνω διαμέρισμα της ιδιοκτησίας της ήταν προϊόν πλάνης αυτής, συνεπεία της απάτης που διέπραξαν εις βάρος της οι δύο πρώτοι (μη διάδικοι στην παρούσα δίκη) εναγόμενοι σύζυγοι, προχώρησε δε στην υπογραφή του καθόσον το πληρεξούσιο αυτό ποτέ δεν της διαβάστηκε, ούτε της ανακοινώθηκαν από την συμβολαιογράφο τα αναγραφόμενα στο τελευταίο, ώστε να μη λάβει ακριβή γνώση του περιεχομένου αυτού, με συνέπεια να πιστεύει ότι το περιεχόμενό του ήταν διαφορετικό και συγκεκριμένα ότι με αυτό έδινε την εντολή στον πρώτο εναγόμενο, με τον οποίο είχε συνάψει ερωτικό δεσμό, και είχαν συμφωνήσει να του χορηγήσει σχετικό πληρεξούσιο για να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες προκειμένου να λειτουργήσει στο όνομά της καφετέρια, εν όψει του μέλλοντος γάμου που της είχε υποσχεθεί, αν και ήταν έγγαμος με την δεύτερη εναγομένη, από την οποία τον γνώρισε, και είχαν αποκτήσει τρία ανήλικα τέκνα, γεγονός που της απέκρυβαν, με συνέπεια να την παρασύρουν στην υπογραφή του άνω πληρεξουσίου, το οποίο σε κάθε περίπτωση δεν θα χορηγούσε στον πρώτο εναγόμενο αν γνώριζε τα ανωτέρω και εν πάσει περιπτώσει κατά την υπογραφή του πίστευε εκ πλάνης, που ήταν αποτέλεσμα της παραπάνω απάτης, ότι είχε το προαναφερόμενο περιεχόμενο και όχι την πώληση του εν λόγω ακινήτου της, με αποτέλεσμα το πληρεξούσιο αυτό ως προϊόν πλάνης, συνεπεία της τελεσθείσας εις βάρος της απάτης, να είναι άκυρο, β) ότι ο πρώτος εναγόμενος, εν αγνοία της ενάγουσας, κάνοντας χρήση του άνω άκυρου πληρεξουσίου πώλησε και μεταβίβασε στην τρίτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα το επίδικο ακίνητο, δυνάμει του υπ` αριθ. .../3-11-2006 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών .................... , που μεταγράφηκε νόμιμα, πλην όμως η καταρτισθείσα εκποιητική δικαιοπραξία, ενόψει της ακυρότητας του άνω πληρεξουσίου, ήταν εξ αρχής άκυρη και δεν παρήγαγε κανένα έννομο αποτέλεσμα, γ) ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε από τους δύο πρώτους εναγόμενους, λόγω των σχέσεων που διατηρούσε μαζί τους, ότι το παραπάνω πληρεξούσιο αποτελούσε προϊόν απάτης αυτών σε βάρος της ενάγουσας, σε τούτο δε συνηγορεί και το γεγονός, ότι δεν ερεύνησε πως βρέθηκε στα χέρια του πρώτου εναγομένου το εν λόγω πληρεξούσιο, ούτε γιατί το άνω διαμέρισμα πωλείται σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και μάλιστα, όχι από την ίδια την ιδιοκτήτριά του, την οποία επίσης γνώριζε, αλλά από κάποιο εντολοδόχο της, ούτε ήλθε σε επικοινωνία με την τελευταία, η οποία γνώριζε που εργάζεται, προκειμένου να πληροφορηθεί για την πώληση του διαμερίσματός της και την σχέση της με τον κατέχοντα το πληρεξούσιο με την ειδική εντολή για την πώλησή του, αλλά ούτε και επισκέφθηκε το διαμέρισμα πριν από την αγορά του για να διαπιστώσει την κατάσταση που βρισκόταν και να γνωστοποιήσει στον μισθωτή του την πρόθεση της να το αγοράσει, λαμβάνοντας από τον τελευταίο τις δέουσες πληροφορίες γι` αυτό, ενέργειες που αρμόζουν σε κάθε μέσο συνετό συναλλασσόμενο, προκειμένου να προβεί στην αγορά ενός ακινήτου, σε τρόπον ώστε η γνώση αυτή από την αναιρεσείουσα των άνω ελαττωμάτων του πληρεξουσίου να την καθιστούν κακής πίστεως αγοράστρια και η βάσει αυτού καταρτισθείσα κύρια μεταβιβαστική του ακινήτου δικαιοπραξία να είναι άκυρη και δ) ότι μετά την κατάρτιση της άνω μεταβιβαστικής του επίδικου ακινήτου δικαιοπραξίας και ενώ ήδη η αναιρεσείουσα είχε λάβει πλήρη γνώση της ακυρότητας αυτής, λόγω των ελαττωμάτων του άνω πληρεξουσίου, από τις πληροφορίες που έλαβε από τον μισθωτή του διαμερίσματος τον οποίο επισκέφθηκε και την ίδια την ενάγουσα και τον πατέρας της, ώστε να μην υπάρχει πλέον καμιά αμφιβολία περί της ακυρότητας της μεταβιβαστικής του επίδικου ακινήτου δικαιοπραξίας, εν τούτοις, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια, προέβη στο δανεισμό της από την προαναφερόμενη τράπεζα, ποσού 80.000 ευρώ, με την εγγραφή, στις 23-1-2007, επί του εν λόγω ακινήτου, προς εξασφάλιση του δανείου, προσημείωσης υποθήκης για ποσό 96.000 ευρώ, επιβαρύνοντας έτσι αυτό με την τελευταία, επί ζημία της ενάγουσας, μολονότι γνώριζε ότι δεν της είχε μεταβιβασθεί εγκύρως η κυριότητα του επίδικου ακινήτου και συνεπώς έπρεπε να απέχει από την παραπάνω ενέργεια. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το μέρος που πλήττεται η από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση πραγματικών γεγονότων είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η από 30-04-2014 αίτηση της Ά. συζύγου Ν. Π., το γένος Χ. Γ. για αναίρεση των υπ` αριθ. 2153/2014 και 2309/2013 τελεσιδίκων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και ισχύει από 2-4-2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-04-2014 αίτηση της Ά. συζύγου Ν. Π., το γένος Χ. Γ. για αναίρεση των υπ` αριθ. 2153/2014 και 2309/2013 τελεσιδίκων αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στη Αθήνα στις 30 Ιανουαρίου 2015.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια