Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Χρηστά ήθη. Αισχροκερδής δικαιοπραξία. Προϋποθέσεις της ακυρότητας. Εννοια της απειρίας και της κουφότητας. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής αποτελεί νομική έννοια που ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο. Κριτήρια διάγνωσης της δυσαναλογίας. Στην πώληση η δυσαναλογία κρίνεται...77/2012 ΕΦ ΘΡΑΚ..


Ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα. Αν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με....350/2015 ΑΠ.

77/2012 ΕΦ ΘΡΑΚ ( 594292) 
(ΑΡΜ 2012/1661) Χρηστά ήθη. Αισχροκερδής δικαιοπραξία. Προϋποθέσεις της ακυρότητας. Εννοια της απειρίας και της κουφότητας. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής αποτελεί νομική έννοια που ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο. Κριτήρια διάγνωσης της δυσαναλογίας. Στην..
πώληση η δυσαναλογία κρίνεται μεταξύ του τιμήματος και της αγοραίας αξίας του πράγματος που πωλήθηκε. Πληρεξούσιο του πωλητή προς τον αγοραστή και κατάρτιση της πώλησης από τον αγοραστή με αυτοσύμβαση. Ακυρότητα του πληρεξουσίου και της σύμβασης πώλησης λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη. (Παρατηρήσεις Σ. Κουμάνη, Αρμ 2012/1664) Η περίληψη ελήφθη από το περιοδικό "ΑΡΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ", εκδόσεως του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης.


  
ΕφΘρακ 77/2012

Πρόεδρος: Αργυρώ Δριτσάκου. Δικαστές: Χ. Μπάρτζια, Γ. Μίντσης (Εισηγητής). Δικηγόροι: κ. Κιούση - Κ. Χατζόπουλος.

Σύμφωνα με το άρθρο 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά δε το άρθρο 179 του ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178: «άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά, ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή». Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσης της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά (ΑΠ 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. 

Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο, κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισης (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο (ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 1244/2005). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, όταν αντικείμενο της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας είναι πώληση ακινήτου, το στοιχείο της δυσαναλογίας κρίνεται μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε και της αγοραίας αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου. Το ύψος, όμως, της αγοραίας αξίας, μόνο του χρόνου κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, κρίνεται κατ` ουσίαν από το ουσιαστικό δικαστήριο με διάφορους προσδιοριστικούς παράγοντες, οικονομικούς πολεοδομικούς κλπ, όπως, προκειμένου για αστικά ακίνητα, η μισθωτική αξία, η οικοδομησιμότητα του οικοπέδου, η θέση του κλπ, η δε σχετική κρίση, ως αναγόμενη σε αποδεικτική αξιολόγηση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του άρθρου 179 του ΑΚ εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα κατ` ουσίαν, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 2095/2009 Νόμος και ΑΠ 1272/2004 Νόμος, ΑΠ 1356/1998 ΕλλΔνη 40.303, ΑΠ 307/1998 ΕλλΔνη 35.1295, ΕφΠατρ 1347/1990 ΕλλΔνη 321.1338).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλουσα (συνεχίζουσα τη δίκη μετά το θάνατο του αρχικώς ενάγοντος συζύγου της Σ. Ι. 0., τον οποίο κληρονόμησε), με την από 30.10.07 και υπ` αύξοντα αριθ. εκθ. καταθέσεως 171/30.10.2007 αγωγή, επικαλούμενη κυριότητα ποσοστού 16/30 εξ αδιαιρέτου σε ακίνητο, που επακριβώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφόταν στην αγωγή, το οποίο η ίδια κληρονόμησε από το σύζυγο της και εκείνος από τους δικούς του δικαιοπαρόχους, εκθέτει ότι ο εναγόμενος και ήδη εφεσίβλητος και είναι μισθωτής από ετών ενός καταστήματος συγκυριότητας του αρχικού ενάγοντος που βρίσκεται στο συγκεκριμένο ακίνητο. Ότι ο αρχικώς ενάγων συμφώνησε μαζί του (με τον εναγόμενο) να του πωλήσει ποσοστό 1/30 του ακινήτου εξ αδιαιρέτου, για να τον βοηθήσει να παραμείνει μισθωτής του καταστήματος. Ότι με βάση τη συμφωνία τους αυτή, υπογράφηκε μεταξύ τους το από 4.2.2004 ιδιωτικό συμφωνητικό πώλησης, αντί τιμήματος 3.0008, στο οποίο εσφαλμένα δεν ανεγράφη ποίο ήταν το ποσοστό που θα πωλούνταν. Ότι, στις 5.3.2004, με πρόσκληση του εναγομένου, προσήλθε ενώπιον του συμβολαιογράφου Χ. Ξ, έχοντας την πεποίθηση ότι θα υπογράψει εκεί το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης και χωρίς να χρησιμοποιήσει διερμηνέα, υπέγραψε, όπως εκ των υστέρων ανακάλυψε, πληρεξούσιο, με το οποίο έδωσε την εντολή στον εναγόμενο να προβεί στην μεταβίβαση (και με αυτοσύμβαση) όλου του μεριδίου του εκ 16/30 και ότι εισέπραξε όλο το τίμημα της πώλησης, ενώ ο ίδιος, κατά την υπογραφή της ως άνω συμβολαιογραφικής πράξης, εσφαλμένα υπελάμβανε ότι μεταβίβαζε στον εναγόμενο μόνο ποσοστό 1/30, πεποίθησης που του είχε δημιουργηθεί από τις διαβεβαιώσεις του εναγομένου λόγω της ελλειπούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του, του προκεχωρημένου της ηλικίας του και των προβλημάτων όρασης και ακοής του. Με βάση το παραπάνω πληρεξούσιο, ο εναγόμενος προέβη στις 22.4.2004 σε πώληση με αυτοσύμβαση ποσοστού μόνο 6/30 του ακινήτου εξ αδιαιρέτου, του οποίου η αντικειμενική αξία υπολογίστηκε από τη ΔΟΥ σε 17.238 ευρώ. Ότι, ενόψει των ανωτέρω, το ως άνω πληρεξούσιο και η γενόμενη πώληση πάσχει ακυρότητας λόγω αντίθεσης στα χρηστά ήθη, επικουρικά δε ότι είναι ακυρώσιμες οι συμβολαιογραφικές αυτές πράξεις λόγω απάτης από πλευράς του εναγομένου, ο οποίος τον κάλεσε στο συμβολαιογράφο προκειμένου να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο πώλησης ποσοστού 1/30, όπως ο ίδιος (ενάγων) υπελάμβανε, λόγω ελλειπούς γνώσης της ελληνικής γλώσσας, ενώ ο εναγόμενος είχε σκοπό να του αποσπάσει πληρεξουσιότητα για μεταβίβαση μεγαλύτερου τμήματος της περιουσίας του. Βάσει αυτών, ζήτησε να αναγνωρισθεί ως άκυρο, άλλως να κηρυχθεί άκυρο, το ως άνω πληρεξούσιο και να αναγνωρισθεί ως άκυρο το ως άνω συμβόλαιο πώλησης.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλούμενη οριστική απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ως άνω αγωγή στο σύνολο της ως κατ` ουσία αβάσιμη. Ήδη, κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με την κρινόμενη έφεση της, για τους λόγους που εκτίθενται σ` αυτήν και ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση. Κατόπιν αυτών, πρέπει να εξετασθούν οι λόγοι της κρινόμενης έφεσης ως προς την ουσιαστική τους βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά, που προσκομίζονται από τους διαδίκους σε νόμιμα επικυρωμένο αντίγραφο, τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, που εκδίκασε την ίδια υπόθεση εκδίδοντας την υπ` αριθ. 28/2009 απόφαση του με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης, τα Πρακτικά δε της δίκης αυτής εκτιμώνται από το παρόν Δικαστήριο ως δικαστικά τεκμήρια (άρθ. 395 ΚΠο-λΔ), και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να παραλείπεται κανένα από αυτά, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη (άρθ. 438 ΚΠολΔ) και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθ. 395 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά Ο Σ. 1.0. του Ισά και της Εμινέ, ο οποίος άσκησε την υπό κρίση αγωγή στις 8.11.2007 (βλ. την υπ` αριθμ. 206/8.11.2007 έκθεση επίδοσης της αγωγής) και στη συνέχεια απεβίωσε μετά την άσκηση της (10.12.2007), νόμιμος κληρονόμος του οποίου είναι η εκκαλουσα - σύζυγος του, δυνάμει της υπ` αριθμ. .../18.8.1987 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Κ, η οποία δημοσιεύτηκε νόμιμα με τα υπ` αριθμ. 34/20.2.2008 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και την οποία κληρονομιά αποδέχθηκε, σιωπηρά, ήταν συγκύριος κατά ποσοστό 16/30 εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου και, συγκεκριμένα, ενός οικοπέδου που βρίσκεται στη Γ. Ξάνθης, έκτασης 989,87 τ.μ, στο οποίο υπάρχουν τα παρακάτω κτίσματα: α) μία διώροφη οικοδομή στην βόρεια πλευρά του οικοπέδου που περιλαμβάνει δύο συνεχόμενες οικίες και αποτελείται από οκτώ δωμάτια στον επάνω όροφο, μια αποθήκη και στάβλο στον ισόγειο όροφο, συνολικού εμβαδού ανά όροφο 204,31 τμ. και στο σύνολο 408,62 τμ, β) άλλη διώροφη οικοδομή στην ανατολική πλευρά του οικοπέδου, η οποία περιλαμβάνει στον ισόγειο όροφο ένα κατάστημα εμβαδού 16,36 τμ. και μία αποθήκη εμβαδού 19,68 τμ. και στον επάνω όροφο μία κατοικία εμβαδού 16,36 τμ. και γ) μία ισόγεια αποθήκη στην νότια πλευρά του οικοπέδου εμβαδού 64,45 τμ. Το παραπάνω οικόπεδο με τα κτίσματα συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησίες Ε. Δ, Σ. Α. και με την πλατεία του χωριού, δυτικά με ακίνητο του ιδίου, βόρεια με δημοτική οδό και νότια με ιδιοκτησίες Γ. Κ. και Φ. Μ. Το παραπάνω ποσοστό των 16/30 εξ αδιαιρέτου απέκτησε ως εξής: α) κατά μερίδιο 6/30 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά της μητέρα του Ε. χήρα Ι. Μ. το γένος Φ. και Μ. Χ, κατοίκου εν ζωή Γ, η οποία αποβιώσασα το έτος 1981 άφησε την υπ` αριθμ. 13460/1.7.1972 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου Κ. Κ, η οποία δημοσιεύτηκε με τα υπ` αριθμ. 72/9.6.1987 πρακτικά του παραπάνω δικαστηρίου και την οποία αποδέχθηκε δυνάμει της υπ` αριθμ. 1334/22.12.1987 πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Σ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του ανωτέρω Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο... και αριθμό ... και β) κατά ποσοστό 10/30 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Ι. Μ. Ο. του Μ. και της Α, ο οποίος αποβιώσας το έτος 1972, άφησε την υπ` αριθμ. .../20.1.1972 δημόσια διαθήκη του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Κ. και την οποία αποδέχθηκε νόμιμα με την υπ; αριθμ. 1331/22.12.1987 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξάνθης Κ. Σ, που μεταγραφής νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο... και αριθμό....

Στη δε δικαιοπάροχο του Ε, είχε περιέλθει το παραπάνω ποσοστό των 6/30, κατά ποσοστό 5/30 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του πατέρα της και κατά ποσοστό 1/30 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της μητέρας της Φατμέ χήρα Μ. Χ, την οποία κληρονομία αποδέχθηκε για λογαριασμό της ο Σ. Ι. Ο, με βάση την υπ` αριθμ. 1333/22.12.1987 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ξάνθης, Κ. Σ, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ξάνθης στον τόμο ... και αριθμό ... Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος είναι μισθωτής του καταστήματος 35 τμ. περίπου που βρίσκεται στο ανωτέρω ακίνητο από πολλά έτη (περίπου τριακονταετία) και είχε αναπτύξει και φιλικές σχέσεις με τον συνιδιοκτήτη Σ. 1.0. Εξαιτίας ερίδων και διαπληκτισμών που είχαν δημιουργηθεί μεταξύ των συνιδιοκτητών του ακινήτου, οι οποίοι μάλιστα εξέφρασαν τη θέληση τους να αποβάλλουν τον μισθωτή - εναγόμενο από το μίσθιο κατάστημα και προκειμένου ο παραπάνω να τον προστατεύσει, του πρότεινε περί το τέλος του 2003 να του πωλήσει ποσοστό της συνιδιοκτησίας του, ώστε να καταστεί συγκύριος του μισθίου καταστήματος και έτσι να μην μπορούν οι υπόλοιποι συνιδιοκτήτες να τον αποβάλουν. Αυτή η προφορική συμφωνία τους αποτυπώθηκε εγγράφως με το από 4.2.2004 ιδιωτικό χειρόγραφο συμφωνητικό, που συντάχθηκε ενώπιον του δικηγόρου Ξ. Α. Π, με το οποίο ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας Σ. Ι. 0. αναφέρθηκε αόριστα ότι είναι συγκύριος ποσοστού εξ αδιαιρέτου ενός καταστήματος και ότι συμφώνησε να το πωλήσει στον εναγόμενο αντί 3.000 ευρώ, χωρίς να διευκρινίζει πόσο ακριβώς είναι το πωλούμενο ποσοστό, ορίσθηκε όμως στο συμφωνητικό ότι εδόθησαν ήδη ως προκαταβολή 2.0008 με την υπόσχεση ότι τα υπόλοιπα 1.0008 να καταβληθούν κατά την υπογραφή του συμβολαίου. Στη συνέχεια, ο αγοραστής προσήλθε στο συμβολαιογράφο Ξάνθης Χ. Ξ. και του ανέθεσε να συντάξει το υπ; αριθ. 8947/5.3.2004 πληρεξούσιο, στο οποίο φέρεται ότι ο Σ. Ι. 0. του έδωσε ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να πωλήσει για λογαριασμό του και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα σε οποιονδήποτε, ακόμη και στον εαυτό του, με αυτοσύμβαση, ποσοστό 16/30 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου, ενώ επιπλέον ο πωλητής φέρεται ότι δήλωσε ότι εισέπραξε όλο το τίμημα της πώλησης (δηλαδή και το υπόλοιπο ποσό των 1.0008). Κατόπιν τούτου, ο εναγόμενος συνέταξε ενώπιον του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, με αυτοσύμβαση (ενεργώντας ως πληρεξούσιος του ενάγοντος - πωλητή και για τον εαυτό του - αγοραστή), το υπ` αριθμ. 9094/22.4.2004 οριστικό συμβόλαιο πώλησης, με το οποίο μεταβίβασε λόγω πώλησης στον εαυτό του τα 6/30 του ανωτέρω ακινήτου.

Η αξία του μεριδίου των πωληθέντων 6/30 εξ αδιαιρέτου, που μεταβιβάσθηκε, ανήλθε κατά αντικειμενική εκτίμηση της εφορίας στο ποσό των 17.2388. Επιπλέον, στο ανωτέρω οριστικό συμβόλαιο πώλησης, σε δύο σημεία, αναφέρεται ότι το αληθές τίμημα της πώλησης ήταν 17.2388 το οποίο μάλιστα κατεβλήθη στον πωλητή εκτός γραφείου του συμβολαιογράφου, ενώ στην προκειμένη δίκη και οι δύο πλευρές συνομολογούν ότι το τίμημα της πώλησης ήταν μόλις 3.0008, που πράγματι κατεβλήθησαν στον ενάγοντα - πωλητή. Από τα παραπάνω στοιχεία, που προκύπτουν από έγγραφα, σαφώς προέκυψε μια προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, αφού ο εναγόμενος κατέβαλε το ποσό μόλις των 3.0008 και απέκτησε ακίνητο αντικειμενικής αξίας 17.2388 και πραγματικής - αγοραίας τριπλάσιας τουλάχιστον. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πωλητής, ηλικίας τότε 78 ετών, με μειωμένη όραση και ακοή, και γνωστής παρά μόνο ελάχιστων στοιχείων της ελληνικής γλώσσας (η θυγατέρα του - μάρτυρας απόδειξης - κατέθεσε ότι διάβαζε μόνο ελληνικές πινακίδες και επιγραφές), διακατέχετο από απειρία περί τις συναλλαγές, με αποτέλεσμα να μην μεριμνήσει να ενημερωθεί για την αντικειμενική και πραγματική (αγοραία) αξία του στο πληρεξούσιο αναφερομένου πωλουμένου μεριδίου, του ακινήτου του, αλλά δέχθηκε το πολύ μικρό ποσό που του πρότεινε ο εναγόμενος - αγοραστής. Επιπλέον, ενώ η βούληση του ενάγοντος ήταν να μεταβιβάσει ποσοστό 1/30 εξ αδιαιρέτου από το ιδανικό μερίδιο του, εντέλει στο μεν 8947/5.3.2004 πληρεξούσιο φέρεται ότι δίδει εντολή μεταβίβασης ποσοστού 16/30 στο δε 9094/22.4.2004 συμβόλαιο πώλησης, τελικά, πωλείται με αυτοσύμβαση ποσοστό 6/30 εξ αδιαιρέτου του ιδίου ακινήτου. Επίσης, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, ο εναγόμενος - αγοραστής εκμεταλλεύτηκε την ανωτέρω απειρία του πωλητή, προτείνοντας του ένα πολύ μικρό τίμημα, ενώ του επέβαλε ένα πολύπλοκο σύστημα μεταβίβασης του ακινήτου που ήταν γεμάτο αντιφάσεις (αρχικά ένα ιδιωτικό συμφωνητικό, στο οποίο δεν αναγραφόταν καθόλου ποσοστό μεταβίβασης, κατόπιν ένα πληρεξούσιο, στο οποίο δεν αναγραφόταν το ύψος του τιμήματος, και, τέλος, ένα οριστικό συμβόλαιο με αυτοσύμβαση, χωρίς τη σύμπραξη και ενημέρωση του πωλητή, στο οποίο αφενός ο πωλητής δεν μπόρεσε να αντιληφθεί το ύψος της αντικειμενικής αξίας του πωλούμενου μεριδίου, ώστε να αντιδράσει, αφετέρου δε ανακριβώς και ψευδώς ανεγράφη ότι ο πωλητής εισέπραξε όλο το τίμημα (αντικειμενικής αξίας 17.2388). Τα ανωτέρω (άγνοια πραγματικής αξίας ποσοστού, το οποίο θα μεταβιβαζόταν στον εναγόμενο, ελλειπής γνώση της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του πωλητή συμβαλλομένου, προχωρημένο της ηλικίας του τελευταίου) ήταν σε γνώση του εναγομένου. Κατ` ακολουθία όλων όσων πιο πάνω αποδείχθηκαν, έπρεπε η αγωγή να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ως άνω πληρεξουσίου συμβολαίου και του συμβολαίου και του συμβολαίου πώλησης με αυτοσύμβαση. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όμως, με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επομένως, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις.

Μετά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή ως και κατ` ουσία βάσιμη, αφού έχουν γίνει δεκτοί όλοι οι προταθέντες λόγοι έφεσης (που όλοι έχουν το αυτό περιεχόμενο και κατατείνουν στην αναγνώριση της ακυρότητας του πληρεξουσίου και της δικαιοπραξίας της πώλησης ως αντίθετης στα χρηστά ήθη, κατ` άρθ. 179ΑΚ). Συνακόλουθα, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολο της (και κατά τη διάταξη περί δικαστικής δαπάνης). Ακολούθως, αφού κρατηθεί, να δικασθεί η υπόθεση στο σύνολο της (άρθ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η προαναφερθείσα αγωγή, κατά κύρια βάση της, να γίνει δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί η ακυρότητα λόγω αντίθεσης προς τα χρηστά ήθη (άρθ. 179ΑΚ), των υπ` αριθ. 8947/53.2004 πληρεξουσίου και του, βάσει αυτού, συνταγέντος με αυτοσύμβαση, συμβολαίου πώλησης υπ` αριθ. 9094/22.4.2004, αμφοτέρων του συμβολαιογράφου Ξάνθης Χ.

Δεν υπάρχουν σχόλια: