Παραδεκτό συζήτησης έφεσης όταν ο πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαίνων κλήθηκε να παραστεί στη συζήτηση. Ναυτική ασφάλιση. Καταγγελία της ναυτικής ασφάλισης. Αναζήτηση ασφαλίσεων. Αξίωση ασφαλίσματος. Εννομο....480/2014 ΕΦ ΠΕΙΡ


Ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα. Αν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με....350/2015 ΑΠ.

480/2014 ΕΦ ΠΕΙΡ ( 626035) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, Δ/ΝΗ 2015/470) Παραδεκτό συζήτησης έφεσης όταν ο πρωτοδίκως προσθέτως παρεμβαίνων κλήθηκε να παραστεί στη συζήτηση. Ναυτική ασφάλιση. Καταγγελία της ναυτικής ασφάλισης. Αναζήτηση ασφαλίσεων. Αξίωση ασφαλίσματος. Εννομο συμφέρον πρόσθετης παρέμβασης. Εφαρμοστέο...
δίκαιο κατά το άρθρο 25 ΑΚ. Institute Yacht Clauses 1.11.1985. Αγγλικό δίκαιο Marine Insurance Act 1906. Νομολογία Αγγλικών Δικαστηρίων και επιστημονική ερμηνεία. Διεθνής συναλλακτική συνήθεια Institute of London Underwiters. Εντυποι όροι Ασφαλίσεως. Υπέρτατη καλή πίστη (uberima fides) και άρθρο 17 Μ.Ι.Α. Εννοια uberima fides. Ανακοινώσεις ασφαλισμένου και ουσιώδη περιστατικά (άρθρα 18, 20) Μ.Ι.Α. Αναδρομική ισχύς ακυρωσίας. Παράθεση νομολογίας του Αγγλικού Court of Appeal του Ανωτάτου Ακυρωτικού. Ουσιώδεις όροι και Warranty - express warranty, implied Narranty. Εξαιρέσεις άρθρο 34 Μ.Ι.Α. Διεθνής Σύμβαση Βρυξελλών 1910 για την επιθαλάσσια αρωγή και ναυαγιαίρεση ν. ΓΩΠΣΤ/1911, ΚΙΝΔ, Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου 1989β ν. 2391/1996 για την επιθαλάσσια αρωγή. Αμοιβή. Κριτήρια αμοιβής. Εξαντλητική απαρρίθμηση κριτηρίων όχι ενδεικτική. Παθητική νομιμοποίηση εναγομένου επιθαλάσσιας αρωγής, κύριος, εφοπλιστής μισθωτής γυμνού πλοίου. Ρητή η σιωπηρή αποδοχή της αρωγής εκ μέρους του πλοιάρχου του πλοίου που δέχεται την αρωγή. Εντολή. Παράλληλη εφαρμογή άρθρων 247, 248, 249, 251, 254 ΚΙΝΔ. Περισσότεροι αρωγοί. Επιμερισμός της αμοιβής επί συμφωνίας και εν ελλείψει συμφωνίας. Συζητητικό σύστημα ΚΠολΔ τρόπος επίκλησης εγγράφου κατ΄ έφεση. Δεν αρκεί γενική αναφορά εγγράφων. Επίκληση ενόρκων βεβαιώσεων κατ΄ έφεση. Ενορκες βεβαιώσεις στην αλλοδαπή. Προθεσμίες κλήτευσης διαδίκου. Πρόσθετες ένορκες βεβαιώσεις. Οριο ενόρκων βεβαιώσεων και για τους 2 βαθμούς δικαιοδοσίας και άρθρο 20 του Συντάγματος. Τρόπος επίκλησης της ένορκης βεβαίωσης. Λήψη υπόψη ενόρκων καταθέσεων, της ποινικής διαδικασίας. Διεθνής Σύμβαση της Ρώμης 1980. Εξώδικος συμβιβασμός. Καλυπτόμενη από τη σύμβαση ασφάλισης δαπάνη. Υποκατάσταση ασφαλιστικής εταιρείας στα δικαιώματα του ασφαλισμένου για αποκατάσταση της ζημίας. Εξαφάνιση εκκαλουμένης στο σύνολό της χάριν του ενιαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης. Δικαστικά έξοδα και εφαρμογή Ν. Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν. 4194/2013). (Παρατηρήσεις Δ.Χατζημιχαήλ Δ/ΝΗ 2015,470).


  
Αριθμός 480/2014 ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Ναυτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Παρέσσα Τσαντεκίδου, Πρόεδρο Εφετών, Χρήστο Τζανερρίκο, Αριστέα Τσαμαδια - Εισηγήτρια, Εφέτες, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Δερμάτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16 Ιανουαρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΚΑΛΟΥΣΑΣ - ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία « ................................, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανάργυρο Κουτσούκο, με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία « ............», που εδρεύει στον Ταύρο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Μάρκο Δάρα.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ τον......................................................, κάτοικο Αίγινας.

Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς άσκησαν, 1) η εφεσίβλητη εταιρεία με την επωνυμία ..............................» την από 6-8-2008 και με αριθ. εκθ. καταθ. 8398/ 2008 αγωγή, 2) η εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία « ...................την από 5-11-2008 και με αριθ. εκθ. καταθ. 11056/ 2008 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε πρόσθετη παρέμβαση, και 3) ο ............................. (ο οποίος δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), την από 12-11-2008 και με αριθ. εκθ. καταθ. 11363/ 2008 πρόσθετη παρέμβαση, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθ. 246/ 2010 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε την αγωγή και απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγομένη - εκκαλούσα εταιρεία με την επωνυμία " ....................................................με την από 8-3-2010 και με αριθ. εκθ. καταθ. 286/ 2010 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 681/ 2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 8/3/2010 (αρ. καταθ. 286/ 2010) έφεσης κατά της υπ` αριθμό 246/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.

Ηδη με την από 13-05-2013 και με αριθ. εκθ. καταθ. 556/ 2013 κλήση της εναγόμενης - καλούσας - εκκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία «επαναφέρεται προς εκδίκαση η προκειμένη υπόθεση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως φέρεται με την από 13-5-2013 και με αριθμό πρωτοκόλλου Εφετείου Πειραιώς 556/16-5-2013 κλήση της εκκαλούσας-εναγομένης, μετά την έκδοση της υπ`αριθμ.681/2012 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση, η ένδικη από 8-3- 2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου 286/8-3-2010 και αριθμό πρωτοκόλλου Εφετείου Πειραιώς 279/8-3-2010 έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας κατά της με αριθμό 246/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), το οποίο συνεκδίκασε την από 6-8-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 8398/7-8-2008 αγωγή της ενάγουσας και ήδη εφεσιβλήτου με την από 12-11-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 11363/2008 πρόσθετη υπέρ της εναγομένης παρέμβαση του .......................... κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων. Η υπό κρίση έφεση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 500, 511, 513, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1, 520 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εφόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στην εναγομένη-εκκαλούσα στις 11-02-2010, όπως προκύπτει από την υπ`αριθμ.2373Δ/11-02-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Γεράσιμου Βαλλιανάτου και η υπό κρίση έφεση κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 8-3-2010, όπως προκύπτει από την υπ`αριθμ.286/8-3-2010 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου του γραμματέα του ως άνω Δικαστηρίου (άρθρο 500 Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτώς προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την τροποποίηση του με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011, ΦΕΚ Α`165/25-7-2011), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), κατά την ίδια διαδικασία, εφόσον ο προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ της εναγομένης κλήθηκε για να παραστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από την υπ`αριθμ.2725Δ/17-5-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Αικατερίνης Αγγελοπούλου.

Με την από 6-8-2008 αγωγή, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ζήτησε να υποχρεωθεί, η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 41.591,58 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, για ασφάλισμα, λόγω επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως και αναλογικώς επιστραφέντα, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως εκ μέρους της εναγομένης, μη δεδουλευμένα ασφάλιστρα, ενώ με το από 12-11-2008 αυτοτελές δικόγραφο ο προσθέτως παρεμβαίνων παρενέβη υπέρ της εναγομένης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση ως απαράδεκτη, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος και δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 41.591,58 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη με την κρινομένη έφεσή της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αγωγή της εφεσιβλήτου.

Ι. Με τη διάταξη του άρθρου 25 εδ. α Α.Κ., σύμφωνα με την οποία οι ενοχές από σύμβαση ρυθμίζονται από το δίκαιο στο οποίο τα μέρη υποβλήθηκαν, καθιερώνεται η αρχή της αυτονομίας της βούλησης ως προς την υποβολή μιας σύμβασης, αναφερομένης σε διεθνή συναλλαγή, στο δίκαιο ορισμένης Πολιτείας. Η αυτονομία, όμως, αυτή δεν είναι απόλυτη, υπό την έννοια ότι δεν δύναται να επιλεγεί δίκαιο προς το οποίο δεν συνδέεται κάποιο από τα στοιχεία της σύμβασης, έστω και χαλαρά. Δεν έχει σημασία εάν ο σύνδεσμος, κρινόμενος αντικειμενικά, είναι πολύ ασθενέστερος από τους συνδέσμους που παρουσιάζει η σύμβαση με άλλα δίκαια, διότι αξία έχει η ύπαρξη του συνδέσμου και όχι η εγγύτητα αυτού. Αλλωστε υπάρχει η τάση για τη μέγιστη δυνατή διεύρυνση της έννοιας του συνδέσμου, ώστε να διευρύνεται και ο κύκλος των δικαίων, μεταξύ των οποίων δύναται να γίνει η επιλογή. Οπως, μάλιστα, παρατηρείται σε ορισμένους κλάδους του εμπορίου, των μεταφορών και των ασφαλίσεων υπάρχει η τάση για διεθνή τυποποίηση ή ενοποίηση, ο σκοπός δε αυτός επιτυγχάνεται, εκτός των διεθνών συμβάσεων, με την υποβολή των σπουδαιότερων τύπων των σχετικών συμβάσεων στο ίδιο δίκαιο, ανεξαρτήτως ιθαγένειας ή κατοικίας των συμβληθέντων ή τόπου σύναψης ή εκτέλεσης της σύμβασης. Στους προαναφερθέντες κλάδους, όπου οι γενικώς χρησιμοποιούμενοι τύποι των συμβάσεων διατυπώνονται και συντάσσονται σύμφωνα προς τα έθιμα του αγγλικού εμπορίου, η υπαγωγή στο αγγλικό δίκαιο είναι εύλογη και φυσική. Για την περίπτωση ασφάλισης θαλαμηγών σκαφών, η ασφάλιση σχεδόν κατά κανόνα παρέχεται με βάση τους όρους της Ρήτρας Θαλαμηγών Σκαφών του Ινστιτούτου με την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1.11.1985. Συνεπώς, ένας εσωτερικός σύνδεσμος μιας τοιαύτης συμβάσεως με το αγγλικό δίκαιο δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως απαράδεκτος. Εξάλλου, οι όροι του ασφαλιστηρίου, γενικοί ή ειδικοί, έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία και είναι υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς στη σύμβαση ασφαλίσεως, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (Α.Π. 1584/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Το αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφαλίσεως περιέχεται κωδικοποιημένο στον αγγλικό νόμο περί θαλάσσιας ναυτικής ασφαλίσεως του 1906 (Marine Insurance Act 1906), οι δε διατάξεις του, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς υπό της νομολογίας των αγγλικών δικαστηρίων (case Law) και τους άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του δικαίου (Authorities), ισχύουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα. Οι διατάξεις του ως άνω αγγλικού νόμου (Μ.Ι.Α. 1906) έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφαλίσεως πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφαλίσεως πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, πέραν των διατάξεων του ανωτέρω εφαρμοστέου νόμου και υπό εντύπων κωδικοποιημένων όρων ασφαλίσεως εκπονημένων κατά κανόνα υπό του συλλογικού φορέως των άγγλων ασφαλιστών, εδρεύοντος στο Λονδίνο υπό την επωνυμία «Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου» (Institute of London Underwriters). Σε περίπτωση συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως, διεπομένης υπό του αγγλικού δικαίου, αυτή ερμηνεύεται βάσει των διατάξεων του περί ναυτικής ασφαλίσεως νόμου, του κοινού δικαίου και της αγγλικής πρακτικής, σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε εντύπους όρους ασφαλίσεως του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και, κατά τη συμφωνία των μερών, ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο. Για την περίπτωση ασφαλίσεως θαλαμηγών σκαφών, η ασφάλιση, σχεδόν κατά κανόνα, παρέχεται βάσει των όρων της Ρήτρας Θαλαμηγών Σκαφών του Ινστιτούτου με την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1-11-1985 (Α.Π. 1650/2001 ΕλλΔνη 43.1039, Εφ.Πειρ.566/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ.618/2005 ΕΝΔ 2005.250, Εφ.Πειρ.525/2003 ΕΝΔ31.377, Εφ.Πειρ.996/1999 ΕΝΔ 29.165).

III. Βασική και θεμελιώδης αρχή του δικαίου της ναυτικής ασφαλίσεως αποτελεί η αρχή της υπέρτατης καλής πίστεως (uberrima Fides), η οποία θεσπίζεται στο άρθρο 17 του ως άνω νόμου (Μ.Ι.Α. 1906). Τούτο διαλαμβάνει ότι : "Μία σύμβαση ναυτικής ασφαλίσεως είναι σύμβαση βασιζόμενη στην υπέρτατη καλή πίστη (the utmost good Faith) και εάν η υπέρτατη καλή πίστη δεν τηρηθή, υφ΄οιουδήποτε συμβαλλομένου, δύναται ν` ακυρωθή υπό του άλλου συμβαλλομένου μέρους". Δια της ως άνω διατάξεως θεσπίζεται ρητώς αμοιβαία υποχρέωση μεταξύ των συμβαλλομένων μερών για την επίδειξη της υπέρτατης καλής πίστεως εντός των πλαισίων της μεταξύ τους συναλλαγής, από του σταδίου των διαπραγματεύσεων για την κατάρτιση της συμβάσεως ναυτικής ασφαλίσεως μέχρι και μετά τη λήξη αυτής, περιλαμβανομένου του σταδίου της υποβολής απαιτήσεως εκ μέρους του ασφαλισμένου (βλ. υπόθεση Black King Shipping Corporation and Wayang Panama SAV Mark Ronald Maskie (The Litsion Pride) (1985) (1) (Lloyd`s Rep 437), παρέχει δε, σε περίπτωση παραβιάσεώς της από το ένα μέρος, το δικαίωμα στο άλλο να ακυρώσει, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, τη σύμβαση και μάλιστα αναδρομικώς και κατά πάντα χρόνο, ακόμα και μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου. Η έννοια της «απόλυτης καλής πίστεως» εκτείνεται πολύ πέρα από την έννοια του δόλου, και συγκεκριμένα, έχει ως αφετηρία απλώς την αποσιώπηση ή απόκρυψη ενός ουσιώδους περιστατικού ή τη λανθασμένη ή τη πεπλανημένη δήλωση ή τη, σε επίγνωση του ασφαλισμένου, μη τήρηση ορισμένων βασικών προϋποθέσεων, αδιάφορα αν αυτές οι εσφαλμένες απεικόνισες έγιναν με δόλια πρόθεση, από απλή αμέλεια, εκ παραδρομής ή από αδιαφορία. Ειδικότερες εκφάνσεις της αρχής της υπέρτατης καλής πίστεως, εφαρμοζόμενες κυρίως στο προσυμβατικό στάδιο, αποτελούν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 18 και 20 Μ.Ι.Α. 1906 βασικές υποχρεώσεις (ασφαλιστικά βάρη), που γεννώνται στο πρόσωπο του ασφαλισμένου κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και προ της συνάψεως της ασφαλιστικής συμβάσεως για προσυμβατικές ανακοινώσεις ουσιωδών περιστατικών και ακρίβεια γενομένων δηλώσεων. Ο ασφαλιστής βασίζεται αποκλειστικώς και μόνο στην καλή πίστη του ασφαλισμένου να πληροφορηθεί τα περιστατικά, τα οποία προσδιορίζουν το χαρακτήρα και τη φύση του προτεινομένου προς ασφάλιση κινδύνου, προκειμένου να τον εκτιμήσει και να αποφασίσει εάν θα τον αναλάβει ή όχι και έναντι ποίου ασφαλίστρου. Το άρθρο 18 προβλέπει τα εξής: "Ανακοινώσεις του ασφαλιζόμενου [1] Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παρούσης παραγράφου, ο ασφαλιζόμενος οφείλει να ανακοινώσει στον ασφαλιστή προ της καταρτίσεως της συμβάσεως οιονδήποτε ουσιώδες περιστατικό (material circumstance) γνωρίζει, αυτός δε (ασφαλιζόμενος) θεωρείται ότι γνωρίζει οιονδήποτε περιστατικό, το οποίο όφειλε να γνωρίζει κατά τη συνήθη πορεία των εργασιών του. [2] Οιονδήποτε περιστατικό είναι ουσιώδες εάν δύναται να επηρεάσει την κρίση συνετού ασφαλιστού στον καθορισμό του ασφαλίστρου ή στην απόφαση του εάν θα αναλάβη τον κίνδυνο. [3] Κατά πόσον κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό, το οποίο δεν ανεκοινώθη είναι ή όχι ουσιώδες κρίνεται κατά περίπτωση". Σύμφωνα δε με το άρθρο 20 του Μ.Ι.Α. 1906: 1. Οποιαδήποτε ουσιώδης απεικόνιση που δίνεται από τον ασφαλιζόμενο ή τον πράκτορα του στον ασφαλιστή, κατά τη διαπραγμάτευση του συμβολαίου και πριν αυτό οριστικοποιηθεί, πρέπει να είναι αληθής. Εάν είναι αναληθής, ο ασφαλιστής έχει τη δυνατότητα να ακυρώσει το συμβόλαιο. 2. Η απεικόνιση είναι ουσιώδης, εφόσον θα επηρέαζε την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή ως προς τον προσδιορισμό του ασφαλίστρου ή ως προς την ανάληψη του κινδύνου, όπως π.χ. σε περίπτωση δήλωσης από τον ασφαλιζόμενο αξίας μεγαλύτερης από την πραγματική αναφορικά με θαλαμηγό σκάφος. Η υποχρέωση του ασφαλιζόμενου συνεχίζεται και για κάθε μεταγενέστερη ανανέωση ήδη συναφθείσας ασφάλισης. Η συνέπεια της μη τηρήσεως εκ μέρους οποιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών του καθήκοντος επιδείξεως της υπέρτατης καλής πίστεως ορίζεται υπό του νόμου (Μ.Ι.Α. 1906), ο οποίος δίδει το δικαίωμα στο έτερο συμβαλλόμενο μέρος να ακυρώσει την ασφαλιστική σύμβαση (the contract may be avoided the other party). Καθίσταται δηλονότι αυτή ακυρώσιμος κατ` επιλογήν του βλαπτόμενου μέρους. Το δικαίωμα ακυρώσεως δύναται να ασκηθεί κατά πάντα χρόνο, μετά τη λήξη της ασφαλιστικής περιόδου εισέτι, εφόσον δε ασκηθεί έχει αναδρομική ισχύ, υπό την έννοια ότι η ασφαλιστική σύμβαση θεωρείται ως μη γενομένη εξ αρχής (ab in initio) (βλ. Arnould`s Law of Marine Insurance 16 (tm) ed (1981) P. 438, Α.Π.308/2009, Α.Π.1657/2006 ΕΝΔ 37.118 και ΕλλΔνη 49.1383, αντιστοίχως, Εφ.Πειρ.530/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ.773/2005 αδημ. σε ν.π., Εφ.Πειρ.890/2003 ΕΝΔ 31.372) και γεννάται υποχρέωση των συμβαλλομένων μερών προς επιστροφή των εκατέρωθεν παροχών, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση εξαπατήσεως ή δολίας παραπλανήσεως, οπότε το βλαπτόμενο μέρος δικαιούται να παρακρατήσει την παροχή του ετέρου (άρθρο 84 Μ.Ι.Α. 1906). Τις ίδιες ακριβώς συνέπειες (ακυρώσιμη ασφαλιστική σύμβαση) έχει η εκ μέρους του ασφαλισμένου παράλειψη ανακοινώσεως (non disclosure), που αναφέρεται στο άρθρο 18 του Μ.Ι.Α. 1906, στον ασφαλιστή ουσιωδών περιστατικών κατά τις διαπραγματεύσεις προ της καταρτίσεως της ασφαλιστικής συμβάσεως, ως και η εκ μέρους αυτού εσφαλμένη ή πεπλανημένη απεικόνιση (misrepresentation) του άρθρου 20 του Μ.Ι.Α. 1906 προς τον ασφαλιστή. Στις δύο παραπάνω περιπτώσεις το δικαίωμα ακυρώσεως του ασφαλιστηρίου γεννάται αποκλειστικώς και μόνοστο πρόσωπο του ασφαλιστού και όχι στο πρόσωπο αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, εφόσον ο ασφαλισμένος δεν δύναται να προτείνει ακυρότητα της συμβάσεως εξ αιτίας δικής του παράνομης συμπεριφοράς. Ειδικότερα η υπό της άνω διατάξεως του άρθρου 18 [2] επιβαλλομένη υποχρέωση στον ασφαλιζόμενο να ανακοινώσει-αναγγείλει-αποκαλύψει (disclose) οιονδήποτε περιστατικό του είναι γνωστό, τον θέτει προ διλήμματος, υπό την έννοια ότι πρέπει να αποφασίσει τι είδους πληροφορίες, που έχουν σχέση με τον κίνδυνο, οφείλει να αποκαλύψει. Οταν ο ασφαλιστής επιδιώκει να ακυρώσει το ασφαλιστήριο εκ λόγων αποσιωπήσεως ουσιώδους περιστατικού, τα επιχειρήματα φυσικά εστιάζονται στο συγκεκριμένο στοιχείο της μη ανακοινωθείσης (αποκρυβείσης) πληροφορίας. Ο έλεγχος περί του πότε ένα περιστατικό είναι ουσιώδες (the test of materiality) και το συναφές ζήτημα ως προς την έννομη συνέπεια της μη ανακοινώσεως τούτου είναι τα δύο κύρια θέματα στο πεδίο του ασφαλιστικού δικαίου που εγένοντο αφορμή για αρκετή συζήτηση. Επί αρκετό χρονικό διάστημα το θέμα του ουσιώδους περιστατικού εθεωρείτο ότι είχε λυθεί στην υπόθεση THE CTI [Container Transport International Inc V Oceanus Mutual Underwriting Association] [1984] 1 Lloyd`s Rep. 476. Τα ζητήματα αυτά ωστόσο επανήλθαν δριμύτερα στην υπόθεση Pan Atlantic Insurance Co Ltd V Pine Top Insurance Co [THE PINE TOP] [1994] 2 Lloyd΄s Rep. 427. To Εφετείο [Court of Appeal] στην υπόθεση The CTI έκρινε ότι υπήρχε μόνο ένα τεστ για τον καθορισμό της συνέπειας της μη αποκαλύψεως κάποιου ουσιώδους περιστατικού. Το μέτρο συγκρίσεως, όπως τούτο καθορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 18 [2], είναι ο μέσος συνετός ασφαλιστής, όχι ο πραγματικός, ο συγκεκριμένος ασφαλιστής. Το δικαστήριο έκρινε ότι ένα περιστατικό είναι ουσιώδες μόνο εάν η αποκάλυψή του θα είχε αποφασιστικώς επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστού. Το κατά πόσο ο συγκεκριμένος ή πραγματικός ασφαλιστής ωθήθηκε εκ της μη αποκαλύψεως του γεγονότος στην κατάρτιση της συμβάσεως εθεωρείτο άσχετο. Η απόφαση έκρινε ότι εφαρμόζεται μόνο ένα κριτήριο. Το ουσιώδες περιστατικό και το δικαίωμα ακυρώσεως καθωρίζοντο από την πραγματική επίδραση της μη αποκαλύψεως της πληροφορίας στο μέσο συνετό ασφαλιστή. Ο κανών δικαίου επέβαλε ότι, εάν η μη αποκαλυφθείσα πληροφορία οδηγούσε το μέσο συνετό ασφαλιστή είτε να απορρίψει είτε να δεχθεί να αναλάβει τον κίνδυνο υπό επαχθέστερους όρους, τούτο και μόνο αρκούσε, ώστε να μεταβιβάσει στο συγκεκριμένο ασφαλιστή το δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση. Εάν και κατά πόσο ο συγκεκριμένος ασφαλιστής παρακινήθηκε στην πραγματικότητα από τη μη αποκαλυφθείσα πληροφορία να συνάψει τη σύμβαση εθεωρείτο αμελητέο. Εν αντιθέσει προς την υπόθεση Thei CTI, στην υπόθεση The Pine Top εκρίθη ότι δεν υφίσταται ένα, αλλά δύο στάδια ερεύνης. Το πρώτο είναι να κριθεί εάν το περιστατικό είναι ουσιώδες και το δεύτερο το δικαίωμα του ασφαλιστού να ακυρώσει τη σύμβαση. Στην τελευταία αυτή υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο [House of Lords] αντιμετώπισε το ζήτημα εάν ο ασφαλιστής θα ηδύνατο να ακυρώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο λόγω μη αναγγελίας ουσιώδους πληροφορίας εκ μέρους του ασφαλισμένου. Οσον αφορά τον όρο "περίσταση" [περιστατικό] (circumstance) του άρθρου 18 {2} η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου περιεστράφη πρώτον ως προς το εάν η επίδραση στον υποθετικό μέσο συνετό ασφαλιστή πρέπει να είναι αποφασιστική και δεύτερον ως προς το εάν, σε περίπτωση αποκρύψεως, το περιστατικό είναι τέτοιο ώστε να ωθήσει τον ασφαλιστή να συμβληθεί ή όχι. Επί του πρώτου ζητήματος το Ανώτατο Δικαστήριο, ερμηνεύον την ως άνω διάταξη, αφού απέρριψε το τεστ περί αποφασιστικής επιδράσεως, έκρινε ότι εκείνο το οποίο οφείλει να ανακοινώσει ο ασφαλισμένος είναι η πληροφορία, η οποία είναι αντικειμενικώς ουσιώδης, εκείνη δηλονότι η οποία πρέπει να αποκαλυφθεί, καν εισέτι επί τη ανακοινώσει της στο συνετό ασφαλιστή, εκείνος θα ανελάμβανε τον κίνδυνο υπό τους αυτούς όρους. Επί του δευτέρου ζητήματος το Ανώτατο Δικαστήριο απεφάνθη ότι ο ασφαλιστής οφείλει να αποδείξει, όχι μόνο ότι η μη αποκαλυφθείσα πληροφορία είναι ουσιώδης, υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά, επίσης, ότι αυτός πράγματι ωθήθηκε να συνάψει τη σύμβαση με τους συγκεκριμένους όρους. Εάν η μη αποκάλυψη ή η ανακριβής δήλωση δεν παρακίνησε πράγματι τον ασφαλιστή στη σύναψη συμβολαίου, δηλονότι θα συνήπτε ούτος τη σύμβαση καν εισέτι γνώριζε τα αληθή γεγονότα, δεν θα επιτραπεί στον ασφαλιστή να βασισθεί επ` αυτού του γεγονότος ως λόγου προς ακύρωση της συμβάσεως. Είναι φανερό από την υπόθεση The Pine Top ότι ο ασφαλιστής δεν έχει ένα απεριόριστο δικαίωμα να ακυρώσει τη σύμβαση, αλλά πρέπει πρώτον να αποδείξει το ουσιώδες της μη ανακοινωθείσης πληροφορίας και δεύτερον ότι παρακινήθηκε να συνάψει τη σύμβαση με τους σχετικούς όρους (βλ.Susan Hodges LAW OF MARINE INSURANCE edition 1996 chapter 6 Pg 83 et seq. Esrec. 88-92, Malcom Clarke- INSURERS-INFLUENCED BUT YET NOT INDUCED (1994) LMCLQ 473 etseq, Α.Π.1657/2006 ΕΠΊΣΚΕΔ 2006.1065, Α.Π.1651/2005 ΕΝΔ 33.241, Εφ.Πειρ.285/2011, Εφ.Πειρ.232/2011, Εφ.Πειρ.9/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ. 144/2005 αδημ. σε ν.π.). Στην περίπτωση, όμως, απαλλαγής του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του, λόγω παραβίασης της αρχής της υπέρτατης καλής πίστης από τον ασφαλισμένο, είτε επειδή ο τελευταίος απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία, όσον αφορά το αντικείμενο της ασφάλισης, είτε προέβη σε ανακριβείς δηλώσεις σχετικά με αυτό, το βάρος αποδείξεως της αποκρύψεως (non disclosure) ουσιωδών στοιχείων βαρύνει τον ασφαλιστή, ο οποίος πρέπει να αποδείξει ότι : α) το ουσιώδες στοιχείο υπήρχε κατά την περίοδο της συνάψεως της συμβάσεως, β) το γνώριζε ο ασφαλισμένος, γ) το εν λόγω στοιχείο αποκρύφθηκε και δ) η απόκρυψη του στοιχείου λειτούργησε παρελκυστικά και παρέσυρε τον ασφαλιστή στη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως με τους συμφωνημένους συγκεκριμένους όρους. Επίσης, ο ασφαλιστής, κατά τα προεκτεθέντα, φέρει το βάρος αποδείξεως για ανακριβείς δηλώσεις του ασφαλισμένου, που τον παρέσυραν στη σύναψη της ασφαλιστικής συμβάσεως (Εφ.Πειρ.4/2013 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ 1141/2004 ΕΕμπΔ 2004.573). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 33 και 35 του νόμου Μ.Ι.Α. 1906 και των ρητρών INSTITUTE YACHTS CLAUSES, στη σύμβαση ασφαλίσεως πλοίου επιτρέπεται στους συμβαλλόμενους να θεωρούν ορισμένους όρους αυτής ουσιώδεις "warranty", οι οποίοι περιέχονται ρητά στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο (express warranty) ή και εξυπακούονται (implied warranty) και αποτελούν υποσχετικές εγγυήσεις του ασφαλισμένου στον ασφαλιστή, για την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων σε σχέση με την κατάσταση του ασφαλισμένου πλοίου, κατά τρόπο ώστε η παράβαση οιουδήποτε από αυτούς τους όρους από τον τελευταίο να συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από τις υποχρεώσεις του που πηγάζουν από το ασφαλιστήριο. Η επέλευση της αυστηρής αυτής έννομης συνέπειας δεν εξαρτάται από το αν η μη συμμόρφωση συνετέλεσε καθ` οιονδήποτε τρόπο στην επέλευση της ζημίας, ούτε επηρεάζεται από το αν η παράβαση ήρθη ενδεχομένως προ πάσης ζημίας. Η απαλλαγή από την ευθύνη είναι αυτόματη και δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε δήλωση του ασφαλιστή περί περατώσεως της ασφαλιστικής σύμβασης. Γενικός κανόνας είναι ότι τίποτε δεν δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση. Αναφέρεται, συγκεκριμένως, ότι καμία αιτία οσονδήποτε επαρκής, κανένα κίνητρο οσονδήποτε αγαθό, καμία ανάγκη οσονδήποτε επαρκής, καμία ανάγκη οσονδήποτε αναπόφευκτη δεν δικαιολογεί τη μη συμμόρφωση προς ρητή εγγύηση. Εξαιρέσεις από το γενικό αυτό κανόνα προβλέπονται στο άρθρο 34, το οποίο ορίζει τα εξής: "1. Μη συμμόρφωση προς μία εγγύηση δικαιολογείται, όταν, λόγω αλλαγής των συνθηκών, η εγγύηση παύει να είναι εφαρμοστέα στις συνθήκες της συμβάσεως ή όταν η συμμόρφωση προς την εγγύηση καθίσταται παράνομη δυνάμει οποιουδήποτε μεταγενέστερου νόμου. 2. Οταν μια εγγύηση παραβιάζεται, ο ασφαλισμένος δεν μπορεί να προβάλλει την άμυνα ότι έγινε επανόρθωση της παραβιάσεως και συμμόρφωση προς την εγγύηση πριν από τη ζημία. 3. Ο ασφαλιστής μπορεί να παραιτηθεί από την επίκληση παραβιάσεως της εγγυήσεως. Μόνη η παράβαση, καθ` εαυτήν, παρέχει στον ασφαλιστή το δικαίωμα να αρνηθεί την ευθύνη από την ασφαλιστική σύμβαση, έτσι ώστε ο ασφαλιστής να ελευθερώνεται από την ημερομηνία της παραβάσεως. Το βάρος δε της απόδειξης της παράβασης φέρει ο ασφαλιστής".

VI. Στην ελληνική νομοθεσία υπάρχουν τρία νομοθετικά κείμενα που ρυθμίζουν τις έννομες σχέσεις ιδιωτικού δικαίου που απορρέουν από την επιθαλάσσια αρωγή. Αυτά είναι κατά χρονολογική σειρά : α)η Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών του 1910 για την επιθαλάσσια αρωγή και τη ναυαγιαίρεση, η οποία κυρώθηκε με το ν. ΓΩΠΣΤ/1911, β) οι διατάξεις του δέκατου τρίτου τίτλου του ΚΙΝΔ «περί των εκ της επιθαλασσίου αρωγής απαιτήσεων» και γ) η Διεθνής Σύμβαση του Λονδίνου του 1989 για την επιθαλάσσια αρωγή, με τις συνημμένες δύο ερμηνευτικές δηλώσεις, οι οποίες κυρώθηκαν με το ν. 2391/1996. Η τελευταία Διεθνής Σύμβαση άρχισε να ισχύει διεθνώς και στην Ελλάδα στις 3 Ιουνίου 1997, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 29 αυτής (βλ. ανακοίνωση ΥΠΈΞ της 19-6/4-7-1996 στον ΚΝοΒ 1996 σελ. 978). Κατά το άρθρο 2 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, αυτή καταλαμβάνει τις δικαστικές ή διοικητικές διαδικασίες, που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτήν, οποτεδήποτε οι διαδικασίες αυτές εισάγονται σε Κράτος- Μέλος, δηλαδή διέπει, μεταξύ άλλων, και τις σχετικές υποθέσεις που εισάγονται στα ελληνικά δικαστήρια, ανεξάρτητα από την ιθαγένεια του αρωγού ή του βοηθούμενου πλοίου και χωρίς να απαιτείται άλλο στοιχείο αλλοδαπότητας της διαφοράς (Α. Αντάπαση : Θαλάσσια αρωγή και διάσωση, 1992, Ι σελ. 151). Εξάλλου, εφόσον η Ελλάδα δεν διατύπωσε καμία επιφύλαξη από αυτές που προβλέπει το άρθρο της Σύμβασης (CM1 Yearbook 1999, σελ. 457-459), οι διατάξεις αυτές διέπουν και τις εσωτερικές θαλάσσιες αρωγές, δηλαδή αυτές που παρέχονται σε εσωτερικά ύδατα και από (ή σε) πλοία εσωτερικής ναυσιπλοΐας. Η διεθνής αυτή σύμβαση καταργεί το δίκαιο της Σύμβασης των Βρυξελλών του 1910 και όσες διατάξεις του ΚΙΝΔ ρυθμίζουν τα θέματα, τα οποία υπάγονται στη ρύθμιση της νέας Σύμβασης (σχόλια Ι. Κοροτζή σε Ναυτική Δικαιοσύνη 2002, σελ. 54-55). Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1,12 και 13 της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να γεννηθεί το δικαίωμα αμοιβής από πράξεις επιθαλάσσιας αρωγής είναι πράξη ή δραστηριότητα παροχής βοήθειας σε πλοίο ή οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο σε ύδατα κατάλληλα για ναυσιπλοΐα ή σε οποιαδήποτε άλλα ύδατα, κίνδυνος απώλειας ή βλάβης και ωφέλιμο αποτέλεσμα. Οσον αφορά τον κίνδυνο απώλειας ή βλάβης του βοηθούμενου πλοίου, αυτός πρέπει να είναι πραγματικός, έστω και μη άμεσος, αλλά αναμενόμενος με πιθανότητα, που προϋπάρχει από τις σωστικές υπηρεσίες και δεν προκαλείται από αυτές, χωρίς να απαιτείται και αδυναμία ελκτικής ικανότητας ή αυτοδύναμης πρόωσης του πλοίου που κινδυνεύει (Εφ.Πειρ.6/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ.751/2007 ΕΝΔ 36.52, Εφ.Πειρ.953/2005 ΕΝΔ 34.193, Εφ.Πειρ.961/2000 ΕΝΔ 29.50). Επίσης είναι αρκετό το γεγονός ότι, κατά το χρόνο που δόθηκε η βοήθεια, το αντικείμενό της αντιμετώπισε οποιαδήποτε ατυχία ή πιθανότητα ατυχίας, η οποία θα μπορούσε να το εκθέσει σε απώλεια ή βλάβη, εάν οι υπηρεσίες της αρωγής δεν παρέχονταν. Ο κίνδυνος πρέπει ακόμη να είναι σοβαρός, η ύπαρξη δε και ο βαθμός αυτού πρέπει να εκτιμηθούν με τη συνολική εξέταση των περιστάσεων που συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοιες περιστάσεις, που, ενδεικτικά, μπορούν να υποδηλώσουν κίνδυνο, είναι: 1))η εγκατάλειψη του ταξιδιού 2)η χρήση των σημάτων κινδύνου, εφόσον με αυτά ζητείται βοήθεια εξαιτίας π.χ. των βλαβών του πλοίου 3)ολική ή ουσιώδης απώλεια των μέσων προώθησης με την παρούσα μείωση της ικανότητας του πλοίου να αντιπαρέλθει δυσκολίες 4) η απώλεια αγκύρων και αλυσίδων κ.α. (Ι. Κοροτζή: Το Δίκαιο της Επιθαλάσσιας Αρωγής κατά τον ΚΙΝΔ και τη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1910, έκδοση 1988, σελ. 46-48, 52-53, 57-58). Η εκ του νόμου αξίωση αμοιβής προϋποθέτει ωφέλιμο αποτέλεσμα της αρωγής και περιορίζει την αξίωση αμοιβής μέχρι της αξίας των σωθέντων (άρθρα 12, 13 παρ. 3). Αμοιβή αρωγής είναι το εκ του νόμου οφειλόμενο και υπό του δικαστηρίου καθοριζόμενο αντάλλαγμα, καταβλητέο στον ή στους αρωγούς από τους κυρίους των διασωθέντων περιουσιακών στοιχείων (άρθρα 13, 15 παρ. 1). Κριτήρια για τον καθορισμό της αμοιβής από την επιθαλάσσια αρωγή, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει την αξία του σωθέντος πλοίου, αποτελούν περιοριστικώς: α)η διασωθείσα αξία του πλοίου και των άλλων περιουσιακών στοιχείων, β)) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να αποτρέπει ή να ελαχιστοποιήσει βλάβη του περιβάλλοντος, γ) το μέγεθος της επιτυχίας που επιτεύχθηκε από τον αρωγό δ)η φύση και η έκταση του κινδύνου, ε) η επιτηδειότητα και οι προσπάθειες που κατέβαλε ο αρωγός για να σώσει το πλοίο στ) ο χρόνος που διατέθηκε, οι δαπάνες και οι απώλειες που είχε ο αρωγός, ζ) ο κίνδυνος ευθύνης και άλλοι κίνδυνοι τους οποίους διέτρεξε ο αρωγός ή ο εξοπλισμός του ή το έγκαιρο των υπηρεσιών που παρασχέθηκαν, θ) η δυνατότητα διάθεσης και χρησιμοποίησης πλοίων ή άλλου εξοπλισμού που προορίζονται για επιχειρήσεις αρωγής και ι) ο βαθμός ετοιμότητας και επάρκειας του εξοπλισμού του αρωγού και η αξία αυτού (Εφ.Πειρ.24/2011, Εφ.Πειρ.831/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, Εφ.Πειρ.4/2008 ΕΝΔ 2008.139, Εφ.Πειρ.322/2007 ΕΝΔ 2007.297, Εφ.Πειρ. 1172/2005 ΕΝΔ 2006.187, Εφ.Πειρ.953/2005 ΕΝΔ 2006.193, Εφ.Πειρ.696/2000 ΕΕμπΔ 2001.578). Τα κριτήρια αυτά αναφέρονται από το νόμο (τη Διεθνή Σύμβαση) εξαντλητικά (περιοριστικά) και όχι ενδεικτικά και υπόκεινται στον κανόνα ότι αποβλέπουν στην ενθάρρυνση του αρωγού (προθυμία, ικανότητα, εξοπλισμό του, Λ. Γεωργακόπουλου: Ναυτικό Δίκαιο, 2006, παρ. 32, 35, Εφ.Πειρ.297/2009 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής, δηλαδή παθητικό υποκείμενο της δημιουργούμενης από την παροχή της αρωγής σχέσης, είναι μόνο οι δικαιούχοι των αντικειμένων της διάσωσης, καθόσον μάλιστα μόνο ως προς αυτούς μπορεί να λεχθεί ότι η θαλάσσια αρωγή είχε ωφέλιμο αποτέλεσμα. Ετσι παθητικά υποκείμενα της θαλάσσιας αρωγής είναι κατά κανόνα ο κύριος του διασωθέντος πλοίου είτε το εκμεταλλεύεται ο ίδιος είτε-όχι (Α. Αντάπαση, όπ.π., σελ. 450), ο εφοπλιστής, ο μισθωτής, γυμνού πλοίου (Ι. Κοροτζή, όπ.π., σελ. 216). Ειδικότερα, όταν ο πλοίαρχος του κινδυνεύοντος πλοίου αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά την αρωγή ή συνάψει ρητά ή σιωπηρά σύμβαση ρυμούλκησης ενεργεί για λογαριασμό και του κυρίου του πλοίου και του μισθωτή, καθόσον με τη σύμβαση της ναυτολόγησης του αναλαμβάνει την «επιμέλεια αλλότριας υπόθεσης», κύριο χαρακτηριστικό των ρυθμίσεων της εντολής (Α. Αντάπαση, όπ.π., σελ 451 και σημ. 41, Ι. Κοροτζή, όπ.π., σελ. 85-86, Εφ.Πειρ.516/2010, Εφ.Πειρ.4/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 247, 248, 249, 251 παρ. 3 και 254 ΚΙΝΔ, οι οποίες εφαρμόζονται παράλληλα με την ως άνω Διεθνή Σύμβαση, αλλά και του άρθρου 13 αυτής, αμοιβή αpωγής (σώστpα) είvαι το εκ του νόμου οφειλόμενο και από το δικαστήριο καθοριζόμενο αντάλλαγμα (αν δεν επιτευχθεί συμφωνία), το καταβλητέο στον αρωγό από τους κυρίους των διασωθέντων περιουσιακών στοιχείων, το οποίο (δικαστήριο), για τον καθορισμό του, λαμβάνει ως βάση, κατά πρώτο λόγο, το αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε, τις προσπάθειες και το ζήλο εκείνων που βοήθησαν, τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεξαν το πλοίο το οποίο βοηθήθηκε, οι επιβάτες, το πλήρωμα και το φορτίο, οι σώστες και το αρωγό πλοίο, το χρόνο που διατέθηκε, τα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε και κατά δεύτερο λόγο την αξία των πραγμάτων που διασώθηκαν μετά την πάροδο του κινδύνου η οποία, (αμοιβή), δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να υπερβεί την αξία των πραγμάτων που διασώθηκαν (Εφ.Πειρ. 194/2009, Εφ.Πειρ.751/2007 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Αν η αρωγή παρασχέθηκε από περισσότερους αρωγούς και δεν υπάρχει συμφωνία των μερών που ορίζει διαφορετικά, το άρθρο 15 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως ορίζει ότι ο επιμερισμός της αμοιβής μεταξύ των αρωγών γίνεται με βάση τα κριτήριατου άρθρου 13. Δεν κάνει λόγο το άρθρο 15 παρ. 1 για την περίπτωση που τα μέρη έχουν συμφωνήσει δναφορεηκά. Ομως, γενικότερα, η συμφωνία των μερών επικρατεί της εφαρμογής των κριτηρίων του άρθρου 13, δυναμένη πάντως να προσβληθεί με βάση τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 της Διεθνούς Συμβάσεως (Εφ.Πειρ.318/2010 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), η δε οφειλόμενη γι` αυτήν αμοιβή κατανέμεται μεταξύ τους, ανάλογα με τη συμβολή του καθενός από αυτά στη διάσωση του πλοίου που κινδύνευσε (Εφ.Πειρ.906/2009 ΕΝΔ 2010.68, Εφ.Πειρ. 4/2008 ΕΝΔ 2008.139).

V. Από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, αλλά και μόνον εκείνα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεv προσκoμίσθηκαv νοούνται και εκείνες των οποίων δεν εγινε σαφής και ορισμένη, επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου που είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.Α.Π.23/2008, Α.Π.1127/2013, Α.Π.87/2013, Α.Π.48/2013, Α.Π.1365/2012, Α.Π.1352/2012, Α.Π.1182/2012, Α.Π.133/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι, συνεπώς, νόμιμη η κατ` έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα, που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσκομίσει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου ή με ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ.Α.Π.9/2000, 14/2005). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 (αλλά και το ν. 3994/2011) και εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., και στην κατ` έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη, το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή μέσα στην προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 237, πρόσθετων βεβαιώσεων το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Με τη διάταξη αυτή εισήχθη στην τακτική διαδικασία, ενώπιον κάθε πρωτοβάθμιου ή δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η χρήση από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου (ενώ πλέον, κατά το άρθρο 36 του ν. 3994/13.7.2011, περιλαμβάνονται στα, κατά το άρθρο 339 Κ.Πολ.Δ., περιοριστικά αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα), εφόσον βέβαια για το αποδεικτικό θέμα επιτρέπονται μάρτυρες και τηρήθηκε η οριζόμενη από τη διάταξη αυτή προϋπόθεση, για την έγκυρη λήψη τους, δηλαδή η προηγούμενη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, κλήευση του αντιδίκου του διαδίκου, που τις επικαλείται και τις προσκομίζει, παράλληλα δε τέθηκε όριο, ως προς τον αριθμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που κάθε διάδικη πλευρά μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Το όριο των τριών ενόρκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.) ή της ανταγωγής (άρθρο 268 Κ.Πολ.Δ.), δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (κύρωση με ν.δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές της δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει με τον περιορισμό των ενόρκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει, εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου, τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές, κατά κανόνα, υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας (Α.Π.1103/2011). Αν πρoσκoμισθούν από έvα διάδικο μέρος περισσότερες από τρεις ένορκες βεβαιώσεις, το δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη τις τρεις πρώτες κατά τη σειρά επίκλησής τους, γιατί οι πέραν των τριών πρώτων προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ και δ του Κ.Πολ.Δ., ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ως τέτοιο δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Α.Π.1103/2011). Εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, οι ένορκες βεβαιώσεις αποτελούν ξεχωριστά αποδεικτικά μέσα και δεν περιλαμβάνονται στα, κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ., έγγραφα, πρέπει να γίνεται ειδική μνεία τους στην απόφαση, η οποία (μνεία), αν δεν γίνεται, ούτε προκύπτει απο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) λήφθηκαν υπόψη, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π.197/2013, Α.Π.854/2012). Εξάλλου, η επίκληση από το διάδικο της ένορκης βεβαίωσης πρέπει,να γίνεται με τις προτάσεις της συζητήσεως μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ειδική, ούτως ώστε να προκύπτει από αυτή ο αριθμός, ο εξετασθείς μάρτυρας και ο εξετάσας και να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εκ της μη κλητεύσεως ακυρότητα θεραπεύεται (Α.Π. 1456/2013, Α.Π.1461/2013, Α.Π.638/2012, Α.Π.1136/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπό των διαδίκων επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου και των εγγράφων, που οι διάδικοι επαναπροσκομίζουν μετά νομίμου, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, επικλήσεως, μεταξύ των οποίων είναι η υπ` αριθμ. 490/24-3-2008 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου του Sebastian Schaeffer, που προσκομίζει η ενάγουσα και λήφθηκε στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης, η οποία λαμβάνεται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (Ολ.Α.Π.239/1975, Α.Π.339/2009, Α.Π.591/2002, Εφ.Λαμ. 114/2009, Εφ.Πειρ.381/2006, Εφ.Δωδ.292/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) και οι ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας, που σχετίζεται με το ένδικο ατύχημα, αλλά και τα εν γένει έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, που σχηματίσθηκε (Εφ.Λαμ. 18/2011 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία), καθώς και των υπ` αριθμ. 1891, 1892/5-11-2009 και 1912/9-11-2009 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς των, .................................., που ελήφθησαν κατόπιν νομότυπου και εμπροθέσμου, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κλητεύσεως των αντιδίκων, όπως προκύπτει από τις υπ`αριθμ.1682Β/2-11-2009 και 1675Β/2-11-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Αννας-Μαρίας Αντωνελάκη, που προσκομίζει η ενάγουσα και των υπ` αριθμ. 44986 και 44987/5-11-2009 ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον του συμβολαιογράφου Πειραιώς Ανδρέα Χρονόπουλου των και. .............. της υπ` αριθμ. 720/6-11-2009 ενόρκου βεβαιώσεως ενώπιον της συμβολαιογράφου Αίγινας ...................... του ..........................., που, επίσης, ελήφθησαν κατόπιν νομοτύπου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων, όπως προκύπτει από τις υπ`αριθμ.7701Γ και 7702Γ/2-11-2009 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Αικατερίνης Αγγελοπούλου, που προσκομίζει, μετά νομίμου επικλήσεως, η εναγομένη, μη λαμβανομένων υπόψη των υπολοίπων τριών ενόρκων βεβαιώσεων, που επικαλείται και προσκομίζει, διότι, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, οι, πέραν των τριών πρώτων, προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και, ως τέτοιο, δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και των φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφσβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), προκειμένου τα ως άνω να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη (άρθρο 438 Κ.Πολ.Δ.) είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 524 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), χωρίς να παραλείπεται κάποιο άλλο, πλην των υπερβαινουσών τον προβλεπόμενο αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων, για την κατ` ουσία διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει αναφορά ειδικώς παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Δυνάμει του υπ`αριθμ.6001717/2004 ασφαλιστηρίου συμβολαίου, που συνήψε η ενάγουσα ναυτιλιακή εταιρεία, δια της μεσίτριας εταιρείας με την επωνυμία ".........................."με την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία, καλύφθηκε ασφαλιστικά το υπό ελληνική σημαία μηχανοκίνητο τουριστικό σκάφος αναψυχής με το όνομα "......................." με αριθμό νηολογίου Πειραιώς ............... και διεθνές διακριτικό σήμα ................, κ.ο.χ. 48,09, μήκους 17,45 μ., πλάτους 4,90 μ. και βάθους 2,02 μ., έτους ναυπήγησης 2003 και οι δύο (2) οκτακύλινδρες μηχανές πετρελαίου, MAN D 2848LE 403, ισχύος 588 KW εκάστης, που διέθετε, καθώς και ο υπόλοιπος εξοπλισμός αυτού, πλοιοκτησίας της ενάγουσας, το οποίο είναι εφοδιασμένο με την με αριθμό Φ.3344.1/4097/2003 άδεια επαγγελματικού πλοίου αναψυχής. Η σύμβαση θαλάσσιας ασφάλισης ανανεώθηκε με τα υπ` αριθμ............/2005, .............../2006 και ............../2007 ασφαλιστήρια συμβόλαια, με περίοδο ασφάλισης του τελευταίου εξ αυτών από 22.6.2007 έως 21.6.2008 και για ασφαλιζόμενη αξία όπως καθορίσθηκε, κατόπιν συμφωνίας των μερών, λαμβανομένης υπόψη και της σταδιακής μείωσης της εμπορικής αξίας αυτού, εξαιτίας της παλαιότητάς του, 830.000,00 ευρώ, έναντι ολικών ασφαλίστρων 8.510,04 ευρώ, καταβλητέων σε δύο (2) δόσεις των 4.255,02 ευρώ εκάστης στις 22-6-2007 και 22-12-2007. Η ως άνω (αρχική) σύμβαση είχε καταρτισθεί κατόπιν διαπραγματεύσεων των διαδίκων, στο πλαίσιο των οποίων η ενάγουσα είχε υποβάλει προς την εναγομένη την από 3-6-2004 έγγραφη πρότασή της περί ασφαλίσεως του εν λόγω σκάφους, μέσω της ως άνω ασφαλιστικής πράκτορα. Οπως συνομολογείται, η επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση και, συνακόλουθα, η εξ αυτής απορρέουσα, ήδη ένδικη, διαφορά διέπονται από τον αγγλικό νόμο της θαλάσσιας ασφάλισης, το κοινό δίκαιο, αλλά και την αγγλική πρακτική και πλέον συγκεκριμένα τις επισυναπτόμενες στο ασφαλιστήριο και αποτελούσες αναπόσπαστο τμήμα αυτού Ρήτρες του Ινστιτούτου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής (INSTITUTE YACHT CLAUSES 1.11.1985), αλλοδαπό δίκαιο στο οποίο τα μέρη, με όρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, εγκύρως υποβλήθηκαν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 25 εδ. α Α.Κ. (μη εφαρμοζόμενης επί ασφαλιστικών συμβάσεων, ως εν προκειμένω, της κυρωθείσας με το ν. 1792/1988 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης 1980, κατά το άρθρο 3 παρ. 1 αυτής), όπως ορθώς δέχθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, με το μη πληττόμενο σχετικό κεφάλαιο της εκκαλουμένης απόφασης, δοθέντος ότι αποτελεί καθιερωθείσα συναλλακτική πρακτική οι ασφαλιστικές συμβάσεις, που συνάπτονται στην Ελλάδα και αφορούν πλωτά ναυπηγήματα (σκάφη) και πλοία, να διέπονται από το αγγλικό δίκαιο και την αγγλική πρακτική, λόγω της ευελιξίας του δικαίου τούτου, της αυστηρότητάς του, της απαρεγκλήτου τηρήσεως των υποχρεώσεων, τις οποίες επιβάλλει στους συμβαλλόμενους, την επί σειρά ετών νομολογιακή διαμόρφωσή του και την καθιέρωση του στην παγκόσμια ναυτιλιακή πρακτική. Επομένως, λόγω της ανωτέρω συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων ρήτρας, η ύπαρξη και η εγκυρότητα της ασφαλιστικής συμβάσεως, όπως και οι όροι αυτής, θα κριθούν σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, εφόσον τούτο διέπει την επίδικη σύμβαση. Τόσο στο αρχικό ασφαλιστήριο, όσο και στα ανανεωτήρια αυτού ανεγράφη ότι δεν ισχύουν για την προκειμένη ασφάλιση οι όροι 5.1, 10.1, 10.6, 10.10, 11.6.3, 19.3, 21 και 22 των Ρητρών του Ινστιτούτου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής. Την 1η-7-2007 και περί ώρα 11.00 το ως άνω σκάφος απέπλευσε από τη μαρίνα του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας στο Φάληρο Αττικής, με κυβερνήτη, σύμφωνα με το από 15-6-2007 ναυλοσύμφωνο διάρκειας ενός μηνός, το ναυλωτή.....................κάτοχο άδειας χειριστή ταχύπλοου σκάφους, με προορισμό το Αγκίστρι Αίγινας, όπου κατέπλευσε στις 12.15 και απέπλευσε στις 13.30 με κατεύθυνση την Πέρδικα Αίγινας. Επί του σκάφους επέβαιναν, επίσης, οι ............................................. Στις 16.55, και αφού επιβιβάστηκαν--τέσσερα ακόμη άτομα, οι .............................το σκάφος απέπλευσε από την Πέρδικα Αίγινας με προορισμό τη μαρίνα του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας. Λίγη ώρα μετά και ενώ το σκάφος έπλεε στη θαλάσσια περιοχή του ακρωτηρίου Τούρλος της Αίγινας (2,8 ν.μ. βορείως του όρμου της Αγίας Μαρίνας), όπου έπνεαν βόρειοι-βορειοανατολικοί άνεμοι εντάσεως 4-5, με ριπές 6, της διεθνούς κλίμακας μποφόρ, λόγω αμέλειας του ως άνω κυβερνήτη, το σκάφος προσέκρουσε σε χαρτογραφημένο ύφαλο, με αποτέλεσμα να αποκοπεί ο δεξιός άξονας, να στραβώσουν ο αριστερός άξονας, η αριστερή προπέλα και τα δύο τιμόνια, ενώ στο εσωτερικό του μηχανοστασίου καταστράφηκε η μία ρεβέρσα και εισέρχονταν ύδατα. Ο ως άνω κυβερνήτης αμέσως έσβησε τις μηχανές, πόντισε την άγκυρα του σκάφους, η οποία και το συγκράτησε και, αφού έκανε έλεγχο του σκάφους και διαπίστωσε εισροή υδάτων και ακυβερνησία αυτού, κάλεσε, μέσω του .............., εκπροσώπου της ενάγουσας, βοήθεια. Στις κλήσεις για βοήθεια ανταποκρίθηκαν αρχικά ένα μικρό ταχύπλοο σκάφος, αγνώστων στοιχείων, που έπλεε στην περιοχή, το οποίο δεν μπόρεσε να παράσχει βοήθεια, λόγω της μικρότερης ιπποδύναμης της μηχανής του και εν συνεχεία το υπό αγγλική σημαία σκάφος αναψυχής .............................., πλοιοκτησίας της εταιρείας με την επωνυμία «..................» και με κυβερνήτη το.....................το οποίο, επίσης, έτυχε να πλέει στις νότιες ακτές του νησιού επιστρέφοντας από ταξίδι αναψυχής στη μόνιμη θέση ελλιμενισμού του στη μαρίνα του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας. Το προαναφερθέν σκάφος ρυμούλκησε το «.....................» στον όρμο της Αγίας Μαρίνας, αλλά, λόγω των αβαθών, το εγκατέλειψε 50 μέτρα από τα βραχώδη αβαθή του μυχού του όρμου της Αγίας Μαρίνας, στα οποία, μετά βεβαιότητας, θα συντριβόταν, λόγω της κατεύθυνσης των ανέμων, που ήταν προς τη στεριά, αν δεν επενέβαινε το αλιευτικό σκάφος «.................» του.............................το οποίο προσέδεσε το παρασυρόμενο σκάφος και το απομάκρυνε. Το τελευταίο σκάφος, που ανταποκρίθηκε στις κλήσεις για βοήθεια του «.............», ήταν το «.....................», N.A. αριθμ. ......., ιδιοκτησίας του ....................., ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου επαγγελματία δύτη και διαθέτει καταδυτικό συνεργείο. Ο τελευταίος περί ώρα 17.35, και αφού, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με το Λιμεναρχείο Αίγινας, επιβιβάστηκε επί του σκάφους του ο υπαξιωματικός του Λιμενικού Σώματος ........................, αναχώρησε με το ως άνω σκάφος για την περιοχή Τούρλος, για τον εντοπισμό και την παροχή βοήθειας στο κινδυνεύον σκάφος. Οταν έφθασε στην περιοχή, το «............................» είχε ήδη απομακρυνθεί και γι` αυτό μετέβη στον όρμο της Αγίας Μαρίνας, όπου με τη βοήθεια του ολοκληρώθηκε η πρόσδεση. Ακολούθως, ο ..................διενήργησε έλεγχο των υφάλων του σκάφους, προχώρησε σε απάντληση των υδάτων με μέσα του σκάφους «................» και σε στεγανοποίηση του ρήγματος. Επειδή δε ο όρμος της Αγίας Μαρίνας δεν παρείχε πλήρη ασφάλεια, προχώρησε σε ρυμούλκηση του «...........................» στο λιμάνι της Αίγινας, όπως συνομολογείται και από την ενάγουσα, ενώ την επομένη ημέρα το επίδικο σκάφος ρυμουλκήθηκε από το Ρ/Κ «..........................» με προορισμό την Δ μαρίνα της Γλυφάδας, όπου αφίχθη στις 18.30, προκειμένου να αποκατασταθούν οι βλάβες που είχε υποστεί. Από τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η διάσωση του «............................» επετεύχθη μετά τις πολύωρες προσπάθειες του συνεργείου του...............και για το λόγο αυτό μόνο το εν λόγω, διασωστικό συνεργείο εδικαιούτο της, κατά νόμο, αμοιβής, οι οποία και κατεβλήθη από την εναγομένη, ενώ, αντιθέτως, οι προπεριγραφείσες ενέργειες του σκάφους «.............................» δεν επέφεραν κάποιο ωφέλιμο, για το κινδυνεύον σκάφος, αποτέλεσμα, ώστε να δικαιούται, σύμφωνα με την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, νόμιμη αμοιβή για επιθαλάσσια αρωγή. Η ρυμούλκηση του ενδίκου σκάφους από το «.........................." από το σημείο όπου συνέβη το ατύχημα έως τον όρμο της Αγίας Μαρίνας δεν επέφερε κάποιο ωφέλιμο αποτέλεσμα για το κινδυνεύον σκάφος. Στο σημείο, όπου βρισκόταν αγκυροβολημένο το «.............................», μετά την πρόσκρουση στον ύφαλο, δεν διέτρεχε άμεσο κίνδυνο έκπτωσής του στην ακτή, αλλά κίνδυνο ολοσχερούς κατάκλισής του με θαλάσσια ύδατα, μέσω των ανοιγμάτων στη γάστρα του, με αποτέλεσμα την καθολική βύθισή του. Οι υπηρεσίες, που ήταν αναγκαίες για τη λύτρωση του επιδίκου σκάφους από τον κίνδυνο που άμεσα το απειλούσε, ήταν η απάντληση των ήδη συσσωρευμένων στο εσωτερικό του ποσοτήτων θαλασσινού νερού, η στεγανοποίηση των ανοιγμάτων στον πυθμένα του και εν συνεχεία η ανέλκυση του στην ξηρά. Για την απάντληση του ήδη συσσωρευμένου νερού ήταν αναγκαία η χρήση ισχυρών φορητών απαντλητικών εξαρτημάτων, για τη στεγανοποίηση του ρήγματος ήταν αναγκαία η εκτέλεση υποβρύχιας επιχείρησης με τη χρήση στεγανοποιητικών υλικών, ενώ για την ανέλκυση του στην ξηρά ήταν αναγκαία η μεταφορά του σε τόπο όπου διέθετε τις απαραίτητες, για τέτοιες εργασίες, εγκαταστάσεις, μέσα και υποδομές. Ο πλησιέστερος τόπος, που διέθετε τα κατάλληλα μέσα για την ανέλκυση του σκάφους στην ξηρά, βρισκόταν επί των βορείων ακτών του νησιού, σε απόσταση περί τα 10 ν. μ. από τον τόπο του συμβάντος. Επομένως, το, μετά από εξώδικο συμβιβασμό, που επέφερε παραίτηση από την από 10-01-2008 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου 1258/7-02-2008 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, καταβληθέν στις 28-5- 2008 από την ενάγουσα στην πλοιοκτήτρια, τον πλοίαρχο και το μοναδικό μέλος πληρώματος του «.......................................................», ως αμοιβή επιθαλάσσιας αρωγής, συνολικό ποσό των 40.000,00 ευρώ δεν αποτελεί δαπάνη που καταβλήθηκε για σωστικές υπηρεσίες που οδήγησαν στην αποτροπή ζημιών από ασφαλισμένο κίνδυνο που απειλούσε το επίδικο σκάφος, ώστε να αποτελεί καλυπτόμενη δαπάνη από την μεταξύ των διαδίκων ασφαλιστική σύμβαση, καθότι, και μετά τη διακοπή των υπηρεσιών του προαναφερθέντος πλοίου, το «....................» συνέχισε να βρίσκεται σε κίνδυνο, τον οποίο τελικά απέτρεψαν άλλοι διασώστες. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκανε δεκτή την αγωγή και επιδίκασε το ποσό των 40.000,00 ευρώ έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, όπως βασίμως υποστηρίζεται με τους σχετικούς λόγους της υπό κρίση έφεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι και κατ` ουσία. Η εναγομένη με την από 22-4-2008 εξώδικη δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην ενάγουσα αυθημερόν, κατάγγειλε την ένδικη ασφαλιστική σύμβαση, ισχυριζόμενη ότι το ασφαλιζόμενο σκάφος της ενάγουσας, κατά παράβαση σχετικού συμβατικού όρου, χρησιμοποιείτο για επαγγελματικές ναυλώσεις και όχι για ιδιωτική αναψυχή του ιδιοκτήτη του. Η καταγγελία αυτή επέφερε τη λύση συμβάσεως για το μέλλον και οφείλει η εναγομένη, σύμφωνα με ρητό όρο της συμβάσεως, να προβεί σε αναλογική ημερήσια επιστροφή του καθαρού ασφαλίστρου υπολογιζόμενη επί των ασφαλίστρων που έχουν χρεωθεί για την περίοδο της ενεργούς υπηρεσίας. Οφείλει, επομένως, η εναγομένη να επιστρέψει στην ενάγουσα τα αναλογούντα στο χρονικό διάστημα από 23-4-2008 έως 21-6-2008 ασφάλιστρα, λόγω της πρόωρης λήξης της συμβάσεως ασφαλίσεως, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των 1.591,58 ευρώ, δεδομένου ότι τα ασφάλιστρα του β εξαμήνου ανέρχονταν σε 4.774,74 ευρώ. Ισχυρίζεται η εναγομένη ότι η ενάγουσα παραβίασε το καθήκον της υπέρτατης καλής πίστης, καθόσον, κατά τις διαπραγματεύσεις, παραβίασε την υποχρέωση ανακοινώσεως οποιουδήποτε περιστατικού θα επηρέαζε την κρίση της, ως ασφαλιστή, και την παραπλάνησε ως προς τη χρήση του ασφαλισθέντος σκάφους, καθώς και ότι αθέτησε δύο ρητές εγγυήσεις, που περιλήφθησαν στην επίδικη σύμβαση ασφαλίσεως, δηλαδή ότι το ασφαλισθέν σκάφος θα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά και μόνο για την προσωπική αναψυχή του ιδιοκτήτη του και ότι ο ιδιοκτήτης ή επαγγελματίας καπετάνιος θα ήταν χειριστής του και θα βρισκόταν πάντα επ` αυτού, όταν θα ταξίδευε, καθόσον η ενάγουσα ναύλωνε τούτο σε τρίτους έναντι ανταλλάγματος. Πλην όμως, η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού δεν αποδεικνύεται από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο. Η μοναδική περίπτωση που προέκυψε είναι η ένδικη, για την οποία η εναγομένη είχε, μέσω της προαναφερομένης ασφαλιστικής πράκτορα, ενημερωθεί με την από 27-4-2007 επιστολή της ενάγουσας, στην οποία αναγραφόταν ότι το σκάφος θα ναυλώνεται με κυβερνήτη το ......................του οποίου η άδεια χειριστή ταχύπλοου σκάφους είχε επισυναφθεί στην επιστολή, και είχε συναινέσει, σύμφωνα με σχετικό όρο της ασφαλιστικής σύμβασης, ενέκρινε δε, μετά το ένδικο ατύχημα, με την καταβολή στις 21-8-2007 στον .....................................του ποσού των 80.000,00 ευρώ, για τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη διάσωση του σκάφους και στις 5-12-2007 στην ενάγουσα του ποσού των 75.782,73 ευρώ, που απαιτήθηκε για την αποκατάσταση των υλικών ζημιών του σκάφους. Ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης, τέλος, ότι η ενάγουσα παρέλειψε να λάβει δικαστικά μέτρα κατά του υπαιτίου του ενδίκου ατυχήματος, ώστε να ελαχιστοποιήσει, με τον τρόπο αυτό, την ζημία, που υπέστη, εφόσον η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τα ως άνω ποσά, υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα της ασφαλισμένης ενάγουσας και η ίδια ενομιμοποιείτο ενεργητικώς για τη δικαστική αποκατάσταση της ζημίας. Επομένως, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της υπό κρίσης έφεσης και εφόσον δεν αποδείχθηκε εξαπάτηση της εναγομένης από την ενάγουσα, η τελευταία δικαιούται επιστροφή των μη δεδουλευμένων ασφαλίστρων, όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Κατά συνέπεια, εφόσον δεν υπάρχουν προς έρευνα άλλοι λόγοι εφέσεως, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή και κατ` ουσία, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της και κατά το μη θιγέν μέρος αυτής, χάριν της ενότητας της εκτελέσεως εν ευρεία έννοια (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2003, σελ. 430 επ., Α.Π. 1279/2004 ΕλλΔνη 2005.141, Εφ.Πειρ.602/2011, Εφ.Λαμ.18 και 15/2011, Εφ.Πειρ. 587/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) και κατά τη διάταξη περί δικαστικών εξόδων που θα καθορισθεί εξ αρχής. Εν συνεχεία, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον αρμοδίως (άρθρα 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., 51 Ν. 2172/1993) και παραδεκτώς εισήχθη στο Δικαστήριο κατά την τακτική διαδικασία και έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου για το αντικείμενό της, η ένδικη αγωγή, η οποία είναι νόμω βάσιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρθηκαν στις προεκτεθείσες σχετικές μείζονες σκέψεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 346 Α.Κ., 176, 907, 908 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ` ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.591,58 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση (άρθρο 346 Α.Κ.). Το αίτημα της αγωγής περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής είναι πλέον άνευ αντικειμένου. Τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, τέλος, και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης, λόγω της ήττας της και αναλογικώς προς αυτήν, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και υπολογιζόμενα σύμφωνα με το άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α Ν.4194/2013 (Κώδικος Περί Δικηγόρων), σε συνδυασμό με τα άρθρα 68 παρ. 1 και 63 παρ. 1 του ιδίου Κωδικός, που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ` αντιμωλίαν των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ` ουσίαν την από 8-3-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου 286/8-3-2010 και αριθμό πρωτοκόλλου Εφετείου Πειραιώς 279/8-3-2010 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ` αριθμ. 246/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (Τμήμα Ναυτικών Διαφορών), το οποίο δίκασε τη διαφορά κατά την τακτική διαδικασία.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την υπόθεση.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και πενήντα οκτώ λεπτών (1.591,58), νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας-εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσιβλήτου- ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στον Πειραιά στις 12 Ιουνίου 2014 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 30 Ιουνίου 2014, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ν.Σ.

Σχόλια