Έφεση. Παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου. Εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο. Στη περίπτωση αυτή το Εφετείο υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική..2039/2014 ΑΠ.


Ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα. Αν ακυρωθεί η ακυρώσιμη πληρεξουσιότητα με την αγωγή που απευθύνεται από τον πληρεξουσιοδότη κατά του πληρεξουσίου, η οποία μετά την ακύρωσή της εξομοιώνεται με....350/2015 ΑΠ.

2039/2014 ΑΠ ( 651434) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΧΡΙΔ 2015/354) Έφεση. Παραδοχή λόγου έφεσης ως βάσιμου. Εκδίκαση της υπόθεσης από το Εφετείο. Στη περίπτωση αυτή το Εφετείο υποκαθιστά το Πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και...
είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Έτσι, αν πρωτοδίκως γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η αγωγή ως προς την κύρια βάση της, χωρίς να ερευνηθεί ως προς την άλλη κύρια ή επικουρική βάση της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την μία από τις κύριες βάσεις της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της άλλης κύριας αλλά και της επικουρικής βάσης. Υπεξαίρεση ασφαλίστρων από ασφαλιστική σύμβουλο. Αγωγή ασφαλιστικής εταιρείας προς αποζημίωση. Σφάλμα του Εφετείου, που μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την ερειδόμενη στην αδικοπραξία κύρια βάση της, δεν προχώρησε στην έρευνα της άλλης κύριας βάσης από τη σύμβαση πρακτόρευσης, που δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε είχε απορριφθεί σιωπηρά. Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμό 2797/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει.


  
Αριθμός 2039/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1` Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Οκτωβρίου 2014, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τσιλιμίγκρα και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ. του Α., κατοίκου ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόφιλο Ρουμελιώτη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2007 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1643/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2797/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 9/10/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Μαγγίνας ανέγνωσε την από 20/9/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι] Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ` αριθμό 2797/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης τυπικά και κατ` ουσίαν, εξαφάνισε την υπ` αριθμό 1643/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε την υπόθεση και δίκασε επί της από 19-7-2007 αγωγής της αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε κατ` ουσίαν. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 §1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). 

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται αναιρετικός λόγος, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται με το να μην εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή με το να εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, ή με το να εφαρμοσθεί εσφαλμένα (ΟλΑΠ 36/88, ΑΠ 1299/2009, 1218, 1854/2007). Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με την κακή εφαρμογή, δηλ. εσφαλμένη υπαγωγή. Προς εξεύρεση της παραβίασης ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός, που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, στην απόφαση και που συγκροτείται από την μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα (διατακτικό) [ΑΠ 1011/2007]. Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε, αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως την αγωγή ως νόμιμη ή ως μη στηριζόμενη στο νόμο. Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του ΚΠολΔ. Σε κάθε όμως περίπτωση η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναίρεσης σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους, οι οποίοι, κατ` εξαίρεση, λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς αυτός δεν αφορά την δημοσία τάξη [ΑΠ 77/2014, 13/2014, 104/2014, αλλά και ΟλΑΠ 1/1987, ΑΠ 1316/1987]. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρο 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει σύμφωνα με όσα ορίζονται στα άρθρα 297 και 298 ΑΚ. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για να υπάρχει αδικοπραξία και συνεπώς υποχρέωση του δράστη να αποζημιώσει τον παθόντα απαιτούνται : α) ζημία κάποιου, β) η ζημία αυτή να προξενήθηκε από το δράστη παρανόμως, γ) ο ζημιώσας να βρίσκεται σε υπαιτιότητα, δ) η παράνομη συμπεριφορά του υπαιτίου να οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη αυτού και ε) να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και της ζημίας που επήλθε. Η κατά το άρθρο 914 ΑΚ παράνομη συμπεριφορά, που αποτελεί μία από τις προϋποθέσεις αποζημίωσης από αδικοπραξία, μπορεί να συνίσταται σε υπαίτια πράξη ή παράλειψη από δόλο ή αμέλεια του δράστη κατά την έννοια του 330 ΑΚ. Αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της πράξης ή παράλειψης υφίσταται, όταν η πράξη αυτή, καθ` όν χρόνο και υφ` όρους έλαβε χώρα, ήταν ικανή κατά την ανθρώπινη λογική και τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων να επιφέρει την προσγενόμενη ζημία. Η υποχρέωση για αποζημίωση από αδικοπραξία υφίσταται και στην περίπτωση κατά την οποία, ο παρά το νόμο ζημιώσας άλλον υπόκειται σε ποινικές κυρώσεις για την παρ` αυτού τελεσθείσα ζημιογόνο πράξη ή παράλειψη, υπό την προϋπόθεση, ότι η κατ` αυτόν τον τρόπο παραβιασθείσα διάταξη έχει τεθεί για προστασία όχι μόνο του γενικού, αλλά και του ατομικού συμφέροντος, όπως είναι η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει, ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό του τραπεζικό λογαριασμό. Γι` αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αρ. 375 ΠΚ. Ομως δεν συνιστά υπεξαίρεση και γενικότερα αδικοπραξία η μη απόδοση χρημάτων, τα οποία δεν εισπράχθηκαν από τον εναγόμενο και τα οποία ο υπόχρεος όφειλε να τα εισπράξει, ακόμη και αν κατά τη συμφωνία των μερών ενέχεται να καταβάλει τα μη εισπραχθέντα εξ ιδίων, διότι αυτά δεν υπήρξαν "οπωσδήποτε περιελθόντα" σ` αυτόν και συνεπώς δεν τα ιδιοποιήθηκε. Τέλος, ο ασφαλιστικός σύμβουλος, που είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κατά το άρθρο 16 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2170/1993, μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτορείων ή μεσιτών, με βάση σύμβαση, έναντι προμηθείας, για την πρόσκτηση εργασιών. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή το μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου [ΑΠ 905/2012, 290/2011].

Εν προκειμένω η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται από το παρόν δικαστήριο, απέρριψε, μετά από εφαρμογή και ερμηνεία των προπαρατεθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω νομικής αοριστίας δεχόμενη τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να θεμελιώσει την αξίωση της κατά της εναγομένης ασφαλιστικής της συμβούλου και δη την αξίωση αποζημιώσεως από την επικαλούμενη εις βάρος της τελεσθείσα αδικοπραξία (υπεξαίρεση ασφαλίστρων), ενσωματώνει στο αγωγικό δικόγραφο για το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1-2-2014 έως 31-7-2006 : α) ακριβή αντίγραφα των πινακίων παραγωγής και ακυρώσεων κατά πράκτορα και β) πολυσέλιδη αναλυτική καρτέλα λογαριασμού ασφαλιστικού πράκτορα. Στα πινάκια παραγωγής - ακυρώσεων ασφαλίσεων, που αφορούν στην εναγομένη, Δ. Μ., της οποίας ο κωδικός αριθμός ασφαλίστριας είναι "...", παρατίθενται κατά στήλες : Ο αριθμός των παραχθέντων από αυτή συμβολαίων, η ημεροχρονολογία έκδοσής τους, ο αριθμός αποδείξεως, που εκδόθηκε για έκαστο συμβόλαιο, το είδος της ασφάλισης που συνήφθη, το ονοματεπώνυμο του ασφαλισμένου πελάτη, η διάρκεια της ασφάλισής του, και τέλος τα αντιστοιχούντα σε κάθε πραγματοποιούμενη ασφάλιση, μικτά και καθαρά ασφάλιστρα. Στα πινάκια αυτά εμφανίζεται ως αξία του συνόλου παραγωγής ασφαλίσεων (ασφαλίστρων) εκ μέρους της εναγομένης, για το επίδικο χρονικό διάστημα, δηλαδή από 1.2.2004 έως 31.7.2006, μετά από αφαίρεση των επί μέρους ακυρώσεων, και στην κατηγορία "μικτά", (δηλαδή χωρίς αφαίρεση της αντιστοιχούσας σε κάθε παραγωγή προμηθείας της), το ποσό των 71.809,79 ευρώ. Κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το συνολικό χρηματικό ποσό που φέρεται, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, να "ιδιοποιήθηκε παρανόμως", αλλά και να μην εισέπραξε πλην να όφειλε να εισπράξει η εναγομένη, δεν αφορά στο συνολικό ποσό ασφαλίστρων (71.809,79 ευρώ) του επιδίκου χρονικού διαστήματος, αλλά ανέρχεται σε μικρότερο ποσό, και δη στο αιτούμενο προς επιδίκαση ποσό των 15.673,83 ευρώ. Ενόψει του ότι τούτο αναγκαίως σημαίνει ότι ασφάλιστρα ύψους (71.809,79 - 15.673,83=) 56.135,96 ευρώ, είτε αφορούν συναλλαγές της εναγομένης με πελάτες της ενάγουσας, το προϊόν των οποίων αποδόθηκε στην τελευταία κατά την συμβατική τους πρόβλεψη, είτε αφορούν συναλλαγές για τις οποίες δεν έγινε είσπραξη ασφαλίστρων, ή τέλος, συναλλαγές οι οποίες πραγματοποιήθηκαν, αλλά το προϊόν τους (εισπραχθέντα ασφάλιστρα) δεν αποδόθηκε στην ενάγουσα, δεν γίνεται ειδικότερος προσδιορισμός στο αγωγικό δικόγραφο των πράγματι εισπραχθέντων από την εναγομένη ποσών ασφαλίστρων εκ του συνόλου των στα άνω πινάκια παρατιθεμένων κατά χρονολογική σειρά και ονοματεπώνυμο πελάτη, τα οποία αυτή σύμφωνα με τα ενσωματωμένα στην αγωγή πινάκια, φέρεται ότι εισέπραξε ή όφειλε να εισπράξει και τελικώς δεν απέδωσε στην ενάγουσα, λαμβανομένου υπόψη του ότι, όπως αναλυτικά προεκτέθηκε, η εναγομένη ενέχεται εξ αδικοπραξίας μόνον για τα εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα από αυτή ποσά και όχι για όσα όφειλε να εισπράξει, πλην όμως δεν εισέπραξε.

Εξ αιτίας της άνω ελλείψεως το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να ελέγξει ποιες από τις παραγωγές ασφαλίστρων συνολικής αξίας 71.809,79 ευρώ όντως εισπράχθηκαν, ανεξαρτήτως επί εισπραχθέντων και μόνον, το ποίας παραγωγής το προϊόν (ασφάλιστρα) αποδόθηκε στην ενάγουσα από την υπόχρεη προς τούτο εναγομένη, ακόμη περισσότερο, αφού η εναγομένη ρητώς αρνείται την κατάρτιση ορισμένων παραγωγών (ασφαλιστικών συμβολαίων). Τα παραπάνω ελλείποντα στοιχεία δεν αναπληρώνονται ούτε από την ενσωματωθείσα στο αγωγικό δικόγραφο "αναλυτική καρτέλα λογαριασμού πράκτορα", στην οποία κατά στήλες διαλαμβάνονται η ημερομηνία, η περιγραφή αιτίας κίνησης, η αιτιολογία κίνησης, η χρέωση, η πίστωση, το προοδευτικό υπόλοιπο και τελικά το χρεωστικό εις βάρος της εναγομένης κατάλοιπο από 15.673,83 ευρώ. Τούτο, διότι από τις λογιστικές εγγραφές στην καρτέλα αυτή προκύπτουν μεν οι χρεώσεις, που πραγματοποιήθηκαν σε βάρος της εναγομένης, οι οποίες συμφωνούν με την κίνηση παραγωγής της στα πινάκια παραγωγής, όμως λόγω της μη παραθέσεως των πράγματι εισπραχθέντων από τους πελάτες ποσών και ανεξαρτήτως της εγγραφής στην στήλη των πιστώσεων, χρηματικών ποσών μικρότερων κάθε φορά από τις εκάστοτε χρεώσεις, δεν είναι δυνατό να διακριβωθεί ποια είναι τα όντως εισπραχθέντα ασφάλιστρα από την εναγομένη. Τούτο ανεξαρτήτως και πέραν του ότι παραλείπεται στην αγωγή η αναφορά του ακριβούς ποσοστού προμηθείας της εναγομένης για έκαστο είδος ασφάλισης (ζωής, περιουσίας, αυτοκινήτων) ώστε να μην είναι δυνατό να υπολογισθεί επακριβώς το χρηματικό ποσό που αποτελούσε την προμήθεια της επί εκάστου όντως εισπραχθέντος ασφαλίστρου και ακολούθως το χρηματικό ποσό που όφειλε να αποδώσει η εναγομένη στην ενάγουσα από έκαστη συναλλαγή της με ασφαλιζόμενο πελάτη της τελευταίας, το οποίο όμως, ας σημειωθεί, ως προς την βάση εκ της αδικοπραξίας, είναι δυνατόν να προσδιορισθεί από τις αποδείξεις.

Συνεπώς προς τα ανωτέρω, και εξ αιτίας της εκ των άνω ελλείψεων, υφίσταται αδυναμία ελέγχου από το Δικαστήριο του μέρους της αγωγής ως προς το οποίο αυτή είναι νόμω βάσιμος κατ` αντιδιαστολή ως προς το μέρος αυτής που είναι νόμω αβάσιμος, ώστε πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την βάση της αδικοπραξίας ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, αφού δεν παρέχεται η δυνατότητα ούτε στην εναγομένη να αμυνθεί κατά της αγωγής, ούτε στο Δικαστήριο να ερευνήσει, ενόψει μάλιστα της αμφισβητήσεως, το κρίσιμο θέμα απόδειξης". Με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά κατέληξε η προσβαλλομένη, ότι η πρωτόδικη απόφαση, η οποία έκρινε την αγωγή ορισμένη, έσφαλε και έπρεπε να εξαφανισθεί κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης. Μετά από αυτά, ενόψει των ιστορούμενων στην ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και με δεδομένη την υπάρχουσα σ` αυτή αναφορά, ότι η αναιρεσίβλητη - εναγομένη είχε την υποχρέωση, σε περίπτωση καθυστέρησης ή άρνησης πληρωμής ασφαλίστρων από τον ασφαλισμένο, μέσα σε ένα μήνα από την ημερομηνία της οφειλής, να επιστρέψει στην εταιρεία τη σχετική απόδειξη ή και το συμβόλαιο για ακύρωση και ότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας τα ασφάλιστρα λογίζονταν ως εισπραχθέντα και χρεώνονταν στην εναγομένη, αλλά και όσων νομικών εκτιμήσεων έγιναν στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου για το σχηματισμό της κρίσης του εφετείου περί της νομικής επάρκειας της αγωγής, δεν προέκυψε, ότι το τελευταίο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του δικαιώματος και η κρίση του περί νομικής αοριστίας της αγωγής ως προς την αδικοπρακτική της βάση δεν είναι πλημμελής. Είναι πρόδηλο, ότι δεν προσδιορίζονται και δεν διαχωρίζονται στο αγωγικό δικόγραφο από το σύνολο των παρατιθέμενων στα πινάκια ασφαλίστρων ποία από αυτά πράγματι εισπράχθηκαν και δεν αποδόθηκαν και ποία η αναιρεσείουσα όφειλε να εισπράξει αλλά δεν εισέπραξε και τελικώς δεν απέδωσε, λαμβανομένου υπόψη, ότι η αναιρεσίβλητη ενέχεται από αδικοπραξία [εν προκειμένω υπεξαίρεση] μόνο για τα εισπραχθέντα και μη αποδοθέντα από αυτή χρηματικά ποσά και όχι για όσα όφειλε να εισπράξει και δεν εισέπραξε. Κατά συνέπεια δεν πληρούται το πραγματικό του από τον αριθμό 1 λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναίρεσης αποδίδει την πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι, ενώ η δικαιοπραξία στην οποία στηρίζεται η απαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης φέρει τα τυπικά χαρακτηριστικά της ρυθμιζόμενης στο νόμο σύμβασης έργου [ΑΚ 681 επ.] και ως τέτοια έπρεπε να αντιμετωπισθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το τελευταίο δεν ερεύνησε αυτεπάγγελτα τον νομικό χαρακτηρισμό της κρινόμενης διαφοράς και δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των παραπάνω άρθρων [681 επ. του ΑΚ], οι οποίες ήταν πράγματι εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση, οπότε υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ετσι έχοντας ο λόγος αυτός περί λανθασμένης εφαρμογής ή μη εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων [ΑΚ 681 επ.] είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον προϋπέθεσε εσφαλμένα, ότι είχε εξετασθεί η δεύτερη κύρια βάσης της αγωγής, που στηριζόταν στη σύμβαση έργου, κάτι, όμως, που είχε παραλείψει να πράξει το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

ΙΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το Εφετείο, όταν μετά την παραδοχή βασίμου λόγου έφεσης κρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση, υποκαθιστά το πρωτοδικείο και καθίσταται αρμόδιο να εξετάσει όλα τα ζητήματα, που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως και είναι αναγκαία για την οριστική διάγνωση της διαφοράς. Αν η αγωγή έχει περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της έφεσης δεν περιορίζεται μόνο στις διατάξεις της πρωτόδικης απόφασης, οι οποίες είχαν προσβληθεί με την έφεση, αλλά εκτείνεται και στις βάσεις της αγωγής, που δεν είχαν εξεταστεί πρωτοδίκως, διότι δεν δικάζεται πλέον η έφεση αλλά η αγωγή. Η παράλειψη του εφετείου να ερευνήσει τις βάσεις αυτές, συνιστά την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη πραγμάτων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [ΑΠ 1513/2001]. Έτσι, αν γίνει δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω ή εν μέρει) αγωγή ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε ως προς άλλη κύρια ή επικουρική, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής ως προς την μία από τις κύριες βάσεις της, είναι υποχρεωμένο, αν κρατήσει το ίδιο την υπόθεση, να προβεί αυτεπαγγέλτως σε έρευνα της άλλης κύριας αλλά και της επικουρικής βάσης. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι τούτο υποκαθίσταται κατά τον νόμο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και γι` αυτό δεν απαιτείται για την ενέργεια αυτή έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Παραδεκτά δε προτείνεται ο λόγος αυτός στον Αρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 εδ. α` του ιδίου Κώδικα, διότι το ελάττωμα της απόφασης, δεν υπήρχε στον χρόνο της τελευταίας συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αφού τότε που δικαζόταν η έφεση της εναγομένης, δεν είχε ακόμη εξαφανισθεί η πρωτόδικη και η ενάγουσα δεν μπορούσε να γνωρίζει το αποτέλεσμα της δίκης και να ζητήσει από το δικαστήριο να προβεί σε ενέργειες, που το ίδιο ήταν υποχρεωμένο να πράξει και να εξετάσει αίτηση που νόμιμα είχε υποβάλει με την αγωγή της. Εάν, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε τις επικουρικές βάσεις και δέχθηκε την αγωγή κατά κάποια από τις κύριες βάσεις της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει την έφεση της εναγομένης, η οποία παραπονείται, γιατί έγινε δεκτή με την εκκαλούμενη απόφαση η αγωγή κατά την κύρια βάση της, δεν μπορεί να ερευνήσει τις επικουρικές βάσεις της αγωγής, δίχως έφεση ή αντέφεση της ενάγουσας [ΑΠ 1887/2008, 834/2008, 124/2007]. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και παραδεκτώς επισκοπούμενα, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαδικαστικά έγγραφα και ιδία αυτά της αγωγής, της πρωτόδικης αλλά και της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα (ενάγουσα) με την ένδικη αγωγή της ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη (εναγομένη) να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των 15.673,83 € ως υπόχρεη από την επίδικη σύμβαση πρακτόρευσης, τους όρους της οποίας είχε αθετήσει [πρώτη κύρια βάση], αλλά και ως αποζημίωση λόγω της τελεσθείσας αδικοπραξίας (δεύτερη κύρια βάση), άλλως, επικουρικώς, την πληρωμή του ποσού αυτού με βάση τον τηρηθέντα μεταξύ τους αλληλόχρεο λογαριασμό [πρώτη επικουρική βάση] και τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού [δεύτερη επικουρική βάση]. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την απόφασή του [Μον.Πρωτ. Αθ. 1643/2010] έκανε δεκτή κατ` ουσίαν την αγωγή κατά τη βάση της από την αδικοπραξία παραλείποντας την εξέταση της βάσης από τη σύμβαση πρακτόρευσης και απέρριψε αμφότερες τις, ως άνω, επικουρικές βάσεις ως μη νόμιμες. Το Εφετείο ενώπιον του οποίου ήχθη η υπόθεση, μετά από έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας αναιρεσίβλητης, η οποία παραπονούνταν για την παραδοχή της αγωγής κατά την ερειδόμενη στην αδικοπραξία κυρία βάση της, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και απέρριψε την αγωγή κατά την παραπάνω βάση της ως αόριστη. Το Εφετείο, που έπραξε έτσι και δεν προχώρησε, μετά την απόρριψη της αγωγής κατά την ερειδόμενη στην αδικοπραξία κύρια βάση της, στην έρευνα της άλλης κύριας βάσης από τη σύμβαση πρακτόρευσης, που δεν είχε ερευνηθεί από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ούτε είχε απορριφθεί σιωπηρά, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, που υποστηρίζει τα ίδια είναι βάσιμος. Σημειωτέον, ότι για την εκ νέου κρίση των ρητά απορριφθεισών πρωτοβαθμίως επικουρικών βάσεων από το δευτεροβάθμιο πλέον δικαστήριο έπρεπε να έχει ασκηθεί επικουρική έφεση ή αντέφεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας. Με βάση όσα παραπάνω αναφέρθηκαν, κατά παραδοχή του δευτέρου λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά ένα μέρος και συγκεκριμένα όσον αφορά την ερειδόμενη στη σύμβαση της πρακτορείας κύρια βάση της ένδικης αγωγής, η οποία δεν ερευνήθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 580 παρ. 3). Η αναιρεσίβλητη ως εν μέρει ηττηθείσα θα καταδικασθεί στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό την υπ` αριθμό 2797/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια