Πώληση ακινήτου. Δικαιοπραξία ακυρώσιμη λόγω πλάνης. Προθεσμία για την ακύρωσή της. Εναρξή της από το χρόνο αποκάλυψης της πλάνης. Ελαττώματα πράγματος. Ευθύνη του πωλητή και αντίστοιχα δικαιώματα του αγοραστή. Αναστροφή πωλήσεως ακινήτου. Στην περίπτωση..3808/2010 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ.


Δάση. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα, με αιτιολογημένη απόφαση. Από την αμφισβήτηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής γεννάται ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη με ανακοπή στο Ειρηνοδικείο. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979 προθεσμία για την κήρυξη της αναδάσωσης είναι ενδεικτική. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Πότε...4656/2011 ΣΤΕ..

3808/2010 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 545816) 
Πώληση ακινήτου. Δικαιοπραξία ακυρώσιμη λόγω πλάνης. Προθεσμία για την ακύρωσή της. Εναρξή της από το χρόνο αποκάλυψης της πλάνης. Ελαττώματα πράγματος. Ευθύνη του πωλητή και ..
αντίστοιχα δικαιώματα του αγοραστή. Αναστροφή πωλήσεως ακινήτου. Στην περίπτωση αυτή επιστρέφεται ολόκληρο το τίμημα που έλαβε ο πωλητή, αναγραφόμενο και μη στο συμβόλαιο. Συρροή αξιώσεων στην περίπτωση αναστροφής λόγω ελαττώματος. Αδικοπραξία. Πρόστηση. Αστική ευθύνη. Ευθύνη Τραπεζών κατά τον έλεγχο ακινήτου εν όψει συμβάσεως χορήγησης στεγαστικού δανείου. Ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση. Ανεύθυνο δημσίων υπαλλήλων. Υπάλληλοι ΔΟΥ που ελέγχουν δήλωση ΦΜΑ. Περίπτωση αγοράς ακινήτου ως πρώτης κατοικίας, η οποία αρχικώς είχε ανεγερθεί νομίμως και είχε πολεοδομική άδεια ως αποθήκη και στην συνέχεια είχε μεταβληθεί σε διαμέρισμα, στοιχείο όμως το οποίο δεν είχε αποκρυφτεί δολίως από τους πωλητές, αφού αναφερόταν σε όλα τα σχετικά συμβόλαια. Ζημία του αγοραστή συνισταμένη, μεταξύ άλλων, στην άρση απαλλαγής πρώτης κατοικίας και στην επιβολή φόρου μεταβίβασης και στο πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου κτίσματος. Δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων για την παράλειψη των εφοριακών υπαλλήλων να διαγνώσουν την ορθή χρήση του πωληθέντος ακινήτου και τη συνακόλουθη επιβολή φόρου, παρά την αρχική απαλλαγή του αγοραστή λόγω αγοράς πρώτης κατοικίας. Ελλειψη ευθύνης της Τράπεζας που χορήγησε το στεγαστικό δάνειο εφόσον οι προστηθέντες υπάλληλοί της δεν είχαν υποχρέωση ούτε αρμοδιότητα να ερευνήσουν τη νομιμότητα της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας ή της αλλαγής της χρήσης του ακινήτου ούτε να προβούν σε ενημέρωση του αγοραστή-πελάτη της Τράπεζας για την ανωτέρω αλλαγή χρήσης. Έγκυρη η προσημείωση υποθήκης σε ακίνητο που είχε αρχικώς ανεγερθεί νομίμως και στη συνέχεια μεταβλήθηκε σε αυθαίρετο. Πλειστηριασμός και πώληση. Στην πρώτη περίπτωση δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Μη νόμιμη η προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή από τους εναγόμενους πωλητές κατά της Τράπεζας που είχε επισπεύσει πλειστηριασμό όπου κατακυρώθηκε σε αυτούς το επίδικο ακίνητο. Δεν υφίσταται πλάνη ως προς την υπογραφή της σχετικής δικαιοπραξίας, υφίσταται όμως ευθύνη των πωλητών από πραγματικό ελάττωμα, δεδομένου ότι υποσχέθηκαν την παράδοση του ακινήτου απαλλαγμένο από κάθε ελάττωμα νομικό ή πραγματικό. Νόμιμη επομένως η μόνη η άσκηση του δικαιώματος της υπαναχωρήσεως εκ μέρους του αγοραστή.


  
ΑΠΟΦΑΣΗ: 3808/2010 (Αριθμός καταθέσεως αγωγής: 39938/6-10-2008) (Αριθμός καταθέσεως ανακοίνωσης δίκης και προσεπίκλησης σε αναγκαστική παρέμβαση και παρεμπίπτουσας αγωγής: 542/9-1-2009)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Αναστασία Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Αννα Κουσιοπούλου, Πρωτοδίκη και Νεκταρία Σουκαρά, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Ιουλία Τσαβέ.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 24-9-2009, για να δικάσει την υπ` αριθμ. καταθέσεως 39938/6-10-2008 αγωγή, καθώς και την υπ` αριθμ. καταθέσεως 542/9-1-2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή, μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: .........., κατοίκου Ωραιοκάστρου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Ευστράτιου Κωνσταντινίδη (AM: 1866), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, 2) ........ σύζ. ....., το γένος .........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Θεόδωρου Δελέρη (AM 1685), 3) ........, κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου του δικηγόρου Χρήστου Αποστολίδη (AM 6444), 4) της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία ".........." και διακριτικό τίτλο ".........", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Κλεοπάτρας Διαμαντή (AM 6670), 5) ..........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου του δικηγόρου Παναγιώτη Κυνηγόπουλου (AM 1336), 6) .........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου του δικηγόρου Αναστάσιου Μαυροδόντη (AM 5806), 7) Του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εν προκειμένω εκπροσωπούμενου υπό του κ. Υπουργού Οικονομικών, κάτοικο Αθηνών, που παραστάθηκε δια της δικαστικής αντιπροσώπου Αννας Μαλλιαρά, άπαντες δε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι κατέθεσαν προτάσεις.

ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΙΝΟΥΝΤΩΝ ΤΗ ΔΙΚΗ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΝΤΩΝ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) ........, κατοίκου Θεσσαλονίκης, 2) ........ σύζ. ........, το γένος .........., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Θεόδωρου Δελέρη (AM 1685), ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΔΙΚΗΣ - ΠΡΟΣΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΣΕ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ - ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «.........», που εδρεύει στην Αθήνα κι εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημήτριου Νούσιου (AM 3964), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υποθέσεως στο ακροατήριο στην σημερινή μετ` αναβολή δικάσιμο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση στην παραπάνω δικάσιμο, η υπ` αριθμ. καταθέσεως 39938/6-10-2008 αγωγή, καθώς και η υπ` αριθμ. καταθέσεως 542/9-1-2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή, οι οποίες πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι είναι συναφείς, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (αρθρ. 31, 246 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 174 ΑΚ δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου, αν δεν συνάγεται κάτι άλλο, είναι άκυρη. Επίσης, με το άρθρο 17 του Ν. 1337/1933 προβλέπονται σωρευτικώς κυρώσεις για τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές που ανεγείρονται μετά την 31-1-1983, όπως πρόστιμα, κατεδάφιση κ.ά. Ειδικότερα, στην παράγραφο 10, ορίζεται ως κύρωση η επί ποινή ακυρότητας απαγόρευση της μεταβιβάσεως του αυθαιρέτου ή της συστάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυτού ή του οικοπέδου επί του οποίου έχει κατασκευασθεί. Ομως κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής οι παραπάνω απαγορεύσεις δεν επεκτείνονται και στα οικοδομήματα που είχαν ανεγερθεί νόμιμα, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά αυθαίρετες μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, διότι στις περιπτώσεις αυτές το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη την χωρίς άδεια προσθήκη κλπ., η οποία και μόνον υπόκειται σε κατεδάφιση, αν δεν νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποιήσεως της (ΑΠ 304/1998 ΝοΒ 38, 59, ΕφΘεσ 2007/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΙωαν 73/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2902/2001 ΕλλΔνη 43,190). Εξάλλου, με το πρώτο εδάφιο της παραγρ. 4 του άρθρου 22 του μεταγενέστερου Ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) η αλλαγή της χρήσεως κτιρίου ή μέρους αυτού χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας χαρακτηρίζεται ως αυθαίρετη. Ομως ο νόμος διαφοροποιείται όσον αφορά τις κυρώσεις για την εν λόγω μορφή αυθαιρέτου. Διότι στα επόμενα εδάφια της ως άνω παραγράφου 4 ορίζει ότι στην περίπτωση αυτή, δηλαδή της αλλαγής χρήσεως, εφαρμόζονται κατ` αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 1337/1983, μόνον όμως ως προς την επιβολή προστίμου, ή αν για την αλλαγή της χρήσεως έχουν εκτελεσθεί δομικές κατασκευές, μόνον ως προς την επιβολή προστίμου και την κατεδάφισή τους. Ακόμη, με τα άρθρα 40 και 41 του νέου Ν. 3775/2009 τροποποιούνται διατάξεις του ΓΟΚ (Ν. 1557/1985) που αφορούν ημιυπαίθριους ή κλειστούς χώρους κτιρίων (όπως χώρους σταθμεύσεως ή αποθήκες) και ρυθμίζονται αποκλειστικά θέματα αλλαγής της χρήσεως των χώρων αυτών. Ειδικότερα, με την παραγρ. 5 δε του άρθρου 41 ορίζεται ότι, υπό ανάλογες προϋποθέσεις, υπέργειοι και υπόγειοι κλειστοί χώροι κτιρίου (όπως χώροι σταθμεύσεως, αποθήκες κ.λ.π.), βάσει οικοδομικής άδειας που έχει εκδοθεί ή αναθεωρηθεί μέχρι 2 Ιουλίου 2009, σε περίπτωση αλλαγής χρήσεως επιτρέπεται και αυτοί να διατηρήσουν τη νέα τους χρήση. Επομένως, σε καμία περίπτωση αλλαγής χρήσεως και μάλιστα είτε η αλλαγή αυτή συνοδεύεται από δομικές κατασκευές είτε όχι, δεν προβλέπεται από το νόμο ως κύρωση η απαγόρευση της μεταβιβάσεως του ακινήτου και μάλιστα με τη συνέπεια της ακυρότητας (ΓνωμΕισΑΠ 10/2009 ΝΟΜΟΣ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, "αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωση τον δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας", κατά δε τη διάταξη τον άρθρου 141 του ίδιου Κώδικα, "η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για, την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία". Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η πλάνη κατά τη δήλωση βουλήσεως, ήτοι η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτούμενης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, η οποία (πλάνη) μπορεί να είναι και αποτέλεσμα απάτης (άρθρο 147 ΑΚ), παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης. Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως (ΑΠ 463/2008 ΝΟΜΟΣ). Κατά τα λοιπά, η ακύρωση της δικαιοπραξίας λόγω πλάνης επέρχεται με (διαπλαστική) δικαστική απόφαση και δικαιούται να τη ζητήσει με αγωγή ή ένσταση εκείνος που απατήθηκε ή ο κληρονόμος του (άρθρ. 154 και 155 ΑΚ), η ακυρώσιμη δε δικαιοπραξία όταν ακυρωθεί εξομοιώνεται προς άκυρη εξ αρχής και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθρ. 180 και 184 ΑΚ), με την επιφύλαξη των διατάξεων που αφορούν δικαιώματα τα οποία τρίτος απέκτησε από τη σύμβαση που ακυρώθηκε (ΑΠ 77/1991 ΝοΒ 40, 1014). Μπορεί δε να ζητηθεί η ακύρωση λόγω πλάνης και της δικαιοπραξίας που καταρτίσθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, χωρίς να απαιτείται η προσβολή αυτού κατ` άρθρο 438 ΚΠολΔ ως πλαστού (ΑΠ 1771/1986 ΝοΒ 35, 1062). Κατά τη διάταξη του άρθρου 157 ΑΚ το δικαίωμα για ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής (άρθρα 140 επ. ΑΚ) αποσβήνεται με την παρέλευση δύο ετών από την επομένη ημέρα της καταρτίσεως της δικαιοπραξίας (άρθρο 241 § 1 ΑΚ), στην περίπτωση όμως που η πλάνη, η απάτη ή η απειλή εξακολούθησαν και μετά τη δικαιοπραξία, η εν λόγω αποσβεστική προθεσμία των δύο ετών αρχίζει από την επομένη ημέρα αφότου πέρασε η κατάσταση που ήταν η δημιουργός της ελαττωματικής βουλήσεως του συμβαλλομένου, δηλαδή από την αποκάλυψη της πλάνης ή απάτης ή από την παύση της απειλής (ΑΠ 674/1993 ΕλλΔνη 35, 1352). Κατά δε το άρθρο 280 ΑΚ το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως αποσβεστική προθεσμία που τάσσει ο νόμος, η δε παραίτηση από αυτήν είναι άκυρη (ΕφΑθ 9153/2006 ΝΟΜΟΣ). Ετσι το δικαστήριο, εφόσον από αποδεικτικό υλικό προκύπτει η πάροδος της τασσομένης από το νόμο προθεσμίας, χωρίς αίτηση ή ένσταση του εναγομένου απορρίπτει την αγωγή που στηρίζεται στο δικαίωμα που έχει αποσβεστεί. Αλλωστε η τήρηση της αποσβεστικής προθεσμίας αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής και συνεπώς απ` αυτήν προκύπτουν οι ημεροχρονολογίες (ΕφΑθ 9153/2006, βλ. και Β. Βαθρακοκοίλη η ΕΡΝΟΜΑΚ, άρθρ. 280, σελ. 1121).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 534 ΑΚ, ο πωλητής ευθύνεται αν, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, το πράγμα που πουλήθηκε έχει πραγματικά ελαττώματα που αναιρούν ή μειώνουν ουσιωδώς την αξία ή την χρησιμότητά του. Ως πραγματικό ελάττωμα νοείται η επί τω χείρω παρέκκλιση του πράγματος από την ομαλή αυτού κατάσταση, που οφείλεται κατά κανόνα στον ατελή τρόπο κατασκευής και που έχει ως συνέπεια αρνητική επίπτωση στην αξία του πράγματος στη χρησιμότητα αυτού. Ανεξάρτητα δε από την ύπαρξη ελαττωματικότητας στην υλική κατάσταση του πράγματος, ελάττωμα πραγματικό υπάρχει και όταν η ατέλεια αυτού ανάγεται στη νομική του κατάσταση, εφόσον τούτο δεν προέρχεται από δικαίωμα τρίτου. Συνιστά δε πραγματικό ελάττωμα ακινήτου πράγματος η αυθαίρετη αλλαγή χρήσης υπογείου χώρου οικοδομής από αποθήκη, σύμφωνα με την πολεοδομική άδεια, σε κατοικία (ΑΠ 1341/2007 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 540 του ίδιου ως άνω κώδικα, όπως το τελευταίο έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 1 του Ν 3034/2002, ο οποίος, κατά το άρθρο 14 τούτου, άρχισε να ισχύει από τις 21.8.2002 που ο νόμος αυτός δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α` 192), στις περιπτώσεις ευθύνης του πωλητή για πραγματικό ελάττωμα ο αγοραστής δικαιούται κατ` επιλογή του, είτε να απαιτήσει, χωρίς επιβάρυνση του, τη διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο απαλλαγμένο από ελαττώματα, εκτός αν μια τέτοια ενέργεια είναι αδύνατη ή απαιτεί δυσανάλογες δαπάνες, είτε να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος, είτε να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός αν πρόκειται για επουσιώδες πραγματικό ελάττωμα. Υπό το νέο δίκαιο, μετά και την κατάργηση των άρθρων 559-561 ΑΚ, ο αγοραστής έχει το δικαίωμα να κάνει χρήση, ενιαίως για κάθε πώληση, είτε γένους, είτε είδους, οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ένδικα βοηθήματα (ΑΠ 202/2007 ΝΟΜΟΣ). Κατά τη σαφή έννοια των διατάξεων αυτών, η ευθύνη του πωλητή πλέον στην πώληση, ανεξάρτητα αν το πράγμα ορίζεται κατ` είδος ή κατά γένος, αποτελεί ευθύνη λόγω μη εκπλήρωσης. Η παράδοση παροχής ελαττωματικής ή χωρίς τις συμφωνημένες ιδιότητες συνιστά αθέτηση της υποχρέωσης προσήκουσας εκπλήρωσης που απορρέει από την διάταξη του άρθρου 534 ΑΚ. Η ευθύνη του πωλητή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν προϋποθέτει πταίσμα του πωλητή, είναι ευθύνη αντικειμενική. Αρκεί δηλαδή απλώς η διασάλευση της συμβατικά καθορισμένης αντιστοιχίας παροχής και αντιπαροχής από την ύπαρξη του ελαττώματος. Το δικαίωμα υπαναχώρησης εντάσσεται στις έννομες συνέπειες της μη εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων.

Ειδικότερα, για τη σχέση του δικαιώματος υπαναχώρησης της διάταξης του άρθρου 540 ΑΚ με το γενικό δικαίωμα υπαναχώρησης, στην αιτιολογική έκθεση του Ν 3043/2002 γίνεται λόγος για μια σημαντική "ορολογική ενοποίηση υπαναχώρησης και αναστροφής υπό τον όρο υπαναχώρηση", η οποία έχει ως σκοπό να εξαλειφθεί "η ορολογική διάσπαση της ίδιας κατά βάση ρύθμισης". Ετσι σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση "η αναστροφή θα ονομάζεται εφεξής υπαναχώρηση και θα ισχύουν πλέον σε αυτή συμπληρωματικά, όπου δεν υπάρχει αντίθετη πρόβλεψη στις διατάξεις των άρθρων 540 επ. ΑΚ, οι γενικοί κανόνες του δικαίου της υπαναχώρησης". Δηλαδή ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 387, 389 επ. ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει ότι σε περίπτωση υπαναχώρησης που έγινε εγκύρως και νομίμως η συμβατική ενοχή καταργείται αυτοδικαίως και αναδρομικώς και κάθε συμβαλλόμενο μέρος υπέχει υποχρέωση να αποδώσει στην παροχή που τυχόν έλαβε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 328/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4794/2008 ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 547 του ίδιου ως άνω κώδικα στην περίπτωση της υπαναχώρησης από τη σύμβαση ο αγοραστής υποχρεώνεται να αποδώσει το πράγμα ελεύθερο από κάθε βάρος που του προσέθεσε ο ίδιος καθώς και τα ωφελήματα που αποκόμισε, ο δε πωλητής υποχρεώνεται στην επιστροφή του συμφωνηθέντος τιμήματος με τα έξοδα της πώλησης καθώς και ό,τι άλλο δαπάνησε ο αγοραστής για το πράγμα, έντοκα από την ημέρα εκάστης καταβολής (ΕφΑθ 520/2002 ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση κατά την οποία το πωληθέν είναι ακίνητο και στο πωλητήριο συμβόλαιο αναγράφηκε τίμημα μικρότερο εκείνου που πράγματι συμφωνήθηκε, αν αναστραφεί η πώληση, ήτοι πλέον αν ο αγοραστής υπαναχωρήσει από την πώληση, ο τελευταίος, ο οποίος κατέβαλε στον πωλητή ολόκληρο το συμφωνημένο τίμημα δηλαδή τόσο το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο όσο και εκτός συμβολαίου, δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή του μεν μέρους του τιμήματος που αναγράφεται στο συμβόλαιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 547 εδάφ. β ΑΚ, ενώ του μη αναγραφομένου στο συμβόλαιο μέρους, ως προς το οποίο δεν υπήρχε έγκυρη συμφωνία, επειδή αυτή δεν υποβλήθηκε στον απαιτούμενο από το άρθρο 369 ΑΚ συμβολαιογραφικό τύπο, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.), αφού μετά την ανατροπή της πώλησης, λόγω της υπαναχώρησης, είναι πλέον χωρίς νόμιμη αιτία η κατοχή από τον πωλητή του μέρους του τιμήματος που ατύπως συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε σ` αυτόν (ΑΠ 524/2001 ΝΟΜΟΣ).

Στην περίπτωση δηλαδή της υπαναχώρησης από την πώληση ακινήτου κατά την οποία ο αγοραστής επιστρέφει στον πωλητή αυτούσιο το ακίνητο, ο πλουτισμός του πωλητή συνίσταται σε ολόκληρο το τίμημα που έλαβε (αναγραφόμενο και μη στο συμβόλαιο). Επομένως στην περίπτωση αυτή ο πλουτισμός δεν συναρτάται πλέον προς την πραγματική αξία του ακινήτου, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση πωλήσεως δεν ανατρέπεται αλλά εξακολουθεί να υπάρχει και αναζητείται κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού η απόδοση του εκτός συμβολαίου καταβληθέντος μέρους του τιμήματος (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 524/2001 ο.π.). Επομένως στην αγωγή του αγοραστή πωλήσεως που αναστράφηκε, με την οποία ζητείται η απόδοση του εκτός συμβολαίου καταβληθέντος τιμήματος, δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται η αγοραία αξία του πωληθέντος, ακινήτου, γιατί το στοιχείο αυτό δεν ασκεί πλέον έννομη επιρροή (ΑΠ 524/2001 ο.π.). Εξάλλου, αν ο εναγόμενος αποκρύψει δολίως από τον ενάγοντα ότι το πράγμα είχε κατά την παράδοση του πραγματικό ελάττωμα, η συμπεριφορά του αυτή συνιστά αδικοπραξία και συγκεκριμένα αστική απάτη (ΑΚ 147, 149 σχ. ΕφΑθ 520/2002 ο.π., contra ΕφΠατρ 684/2003 ΝΟΜΟΣ). Πρόκειται δηλαδή, για συρροή δύο αξιώσεων, εφόσον η εν λόγω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, συνιστά αδικοπραξία και χωρίς τη συμβατική σχέση της πώλησης (Φ. Δωρή στο Γεωργιάδη- Σταθόπουλο εισ. παρατηρήσεις στα άρθρα 534-562 αριθ. 37, σελ. 136, ΟλΑΠ 967/73 ΝοΒ 22 505, ΑΠ 1058/77 ΝοΒ 26, 929, ΕφΑθ 520/2002 ο.π.). Επί συρροής δε αξιώσεων που αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό, δηλαδή στην ίδια παροχή, είναι δυνατή η παράλληλη άσκηση όλων των αξιώσεων και η ικανοποίηση της μιας από αυτές έχει ως αποτέλεσμα την απόσβεση και των λοιπών, εκτός αν με αυτές ζητείται κάτι περισσότερο, οπότε σώζονται μόνο ως προς αυτό (ΕφΑθ 520/2002 ο.π., ΕφΠειρ 198/1998 ΕλλΔνη 39, 932, βλ. για την έννοια συρροής αξιώσεων: Μπαλή Γεν. Αρχές § 139, ΕφΑθ 3488/1980 ΝοΒ 29, 100).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 επ. του ΑΚ συνάγεται σαφώς ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία αποτελούν: α) υπαίτια συμπεριφορά του προσώπου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, β) παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, που, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνον σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εάν στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη καλή πίστη, δηλαδή είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος (τέτοια περίπτωση συντρέχει και όταν υφίσταται από το νόμο ή από δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη υποχρέωση προστασίας) με την οποία παράνομη συμπεριφορά προσβάλλεται κάποιο απόλυτο δικαίωμα, εφόσον αυτή καθεαυτή ενέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία του δικαιούχου, γ) επέλευση ζημίας και δ) ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της κατά τα άνω συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορεί αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 50/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2000, ΑΠ 1128/2000 ΕλλΔνη 42, 386 και 1281, ΕφΑθ 3178/2003, ΔΕΕ 2004, 1033, ΕφΑθ 2214/2001 ΕΕμπΔ 2002, 859, ΕφΘεσ 2518/2000 Αρμ. 2001, 46). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλο σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός, χρησιμοποίηση από κάποιο πρόσωπο (του προστήσαντος) ενός άλλου προσώπου φυσικού ή νομικού (του προστηθέντος) σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υπόθεσης και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών, οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου. Δικαιολογητικός λόγος της καθιέρωσης της ευθύνης από αλλότριες πράξεις είναι η ωφέλεια την οποία ο προστήσας αποκομίζει από την ανάμιξη του ενδιάμεσου προσώπου, το οποίο εντάσσει στο πεδίο της δραστηριότητας του (επαγγελματικής, επιχειρηματικής κλπ).

Με τη χρησιμοποίηση τρίτων προσώπων ο προστήσας επεκτείνει το πεδίο της επιχειρηματικής κυρίως δράσης του, το πεδίο εξουσίας και επιρροής του και κατά συνέπεια διευρύνει και τη δυνατότητα κερδών του. Είναι, επομένως, εύλογο να φέρει αυτός την ευθύνη και τους κινδύνους που προκύπτουν από τη δραστηριότητα των χρησιμοποιούμενων προσώπων, αφού αυτός καρπώνεται και τα οφέλη της. Αλλωστε με την καθιέρωση της ευθύνης του προστήσαντος, η οποία είναι αντικειμενική, εξυπηρετείται και η ιδέα της ασφάλειας των ζημιωθέντων, οι οποίοι αποκτούν έναν επιπλέον οφειλέτη, εκτός από τον προστηθέντα, συνήθως οικονομικά ισχυρότερο και πιο φερέγγυο από αυτόν (ΕφΑθ 1997/1988 ΕλλΔνη 1988, 1239, Απ. Γεωργιάδη, Ενοχ. Δίκαιο, Γεν. Μέρος, 1999, σελ. 625, Μ. Σταθόπουλου, Γενικό Ενοχ. Δίκαιο, 1998, σελ. 136, Δεληγιάννη -Κορνηλάκη, Ειδ. Ενοχ. Δίκαιο, σελ. 1681). Η εκπροσώπηση από τον προστηθέντα των συμφερόντων του προστήσαντος δεν απαιτείται να είναι εμφανής στους τρίτους, η δε σχέση προστήσεως έχει τέτοια ευρύτητα, ώστε να καλύπτει κάθε εκούσια χρησιμοποίηση άλλων προσώπων και μπορεί να στηρίζεται σε σύμβαση εργασίας, έργου, εντολής στη βάση της σχέσης πρόστησης, μπορεί να είναι και οποιαδήποτε άλλη βιοτική σχέση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος, σημειουμένου ότι είναι αδιάφορο αν η ανωτέρω σχέση στην οποία βασίζεται η πρόστηση είναι νόμιμη ή παράνομη, αν ο προστηθείς αμείβεται ή όχι, ή αν η σχέση πρόστησης είναι διαρκής ή ευκαιριακή ενόψει τέλεσης συγκεκριμένης πράξης (ΑΠ 121/2002 ΕλλΔνη 2002, 1614, ΑΠ 380/1979 ΝοΒ 27, 1437, ΑΠ 194/1976 ΝοΒ 24, 718, ΕφΚερκ 213/2000 ΔΕΝ 2001, 1107, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ΑΚ, τόμ. IV, άρθρο 922, αρ. 14).

Εξάλλου, τόσο ο προστήσας όσο και ο προστηθείς είναι δυνατόν να είναι φυσικά ή νομικά πρόσωπα. Η ανάπτυξη από τον προστηθέντα πρωτοβουλίας και δικής του σφαίρας δράσης μέσα στα πλαίσια του πεδίου δράσης του προστήσαντος δεν αποτελεί λόγο αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου (Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, ό.π., άρ. 29, Αγαλλοπούλου-Ζερβογιάννη, θέματα αστικής ευθύνης, σελ 54 επ.), σημειουμένου ακόμη ότι για την εξάρτηση μεταξύ προστήσαντος και προστηθέντος δεν απαιτείται η παροχή δεσμευτικών ειδικών οδηγιών, όσον αφορά το χρόνο, τόπο και τρόπο παροχής της εργασίας, αλλά αρκεί η παροχή γενικών οδηγιών ή μας γενικής εποπτείας (ΑΠ 1270/1989 ΕλλΔνη 32, 765, ΑΠ 300/1980 ΝοΒ 28, 1723). Τέλος, ο προστήσας ευθύνεται, εφόσον η πράξη του προστηθέντος δεν είναι άσχετη ή ξένη, αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη συνάφεια με την εκτέλεση της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ` αυτόν, υπό την έννοια ότι η επιβλαβής ενέργεια δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση, ή ότι η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την επιχείρηση της ζημιογόνου πράξης. Επιρρίπτονται δηλαδή στον προστήσαντα όλοι οι τυπικοί κίνδυνοι που συνδέονται οργανικά με τη δραστηριότητα την οποία ανέθεσε στον προστηθέντα και αν ακόμη προήλθαν από κατάχρηση των καθηκόντων του προστηθέντος ή υπέρβαση των διαταγών και οδηγιών που του δόθηκαν, δηλαδή όταν ο προστηθείς ενεργεί κατά παράβαση των δοθεισών σε αυτόν διαταγών και οδηγιών ή καθ` υπέρβαση των ορίων των καθηκόντων αυτού (ΑΠ 651/2001 Αρμ. 2001, 1475, ΑΠ 765/1984 ΝοΒ 33, 607, ΑΠ 691/1978 ΝοΒ 27, 525, ΕφΑθ 2909/2002 ΔΕΕ 2002, 610, Εφθεσ 2518/2000 Αρμ. 2001, 46, ΕφΠατρ 136/2002 ΔΕΕ 2003, 545). Περί της αδικοπρακτικής ευθύνης των Τραπεζών και των προστηθέντων αυτών προσώπων πρέπει να επισημανθεί ότι οι Τράπεζες γενικά, εκτός από επιχειρήσεις διαμεσολάβησης στην κυκλοφορία του χρήματος, ασκούν παραλλήλως και δημόσια λειτουργία (υπό την ευρύτατη έννοια του όρου), αφού η δραστηριότητα τους αυτή αντανακλά ευθέως στην Εθνική Οικονομία, γι` αυτό και η Τράπεζα κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της απέναντι στον πελάτη της, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 288) έχει τις αποκαλούμενες "υποχρεώσεις πρόνοιας" και ειδικότερα την υποχρέωση προστασίας των περιουσιακών αγαθών του πελάτη της (ΑΠ 846/2003 ΕΕμπΔ 2003, 839, ΕφΑθ 2214/2001, ΔΕΕ 2001, 620, ΕφΘεσ 2518/2000, Αρμ. 2001,46).

Τέλος, στο άρθρο 94 § 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι: "η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια", περαιτέρω ορίζεται ότι "από τις διαφορές αυτές όσες δεν έχουν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος...". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 περ. 1 και 2 ν. 1406/1983 "υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σ` αυτήν. Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά α)... η`) την ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των Νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου, προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου Αστικού Κώδικα". Κατά το άρθρο δε 9 § 1 του ιδίου πιο πάνω νόμου, η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει για μεν εκείνες που ειδικά αναφέρονται σ` αυτό από τις αντίστοιχες τους ημερομηνίες, για δε τις λοιπές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αυτές της περιπτώσεως η` (ευθύνη του Δημοσίου, ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ) από 11-6-1985. Για την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου αυτής λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (αρθρ. 9 § 2). Τέλος, στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι: "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών", κατά το άρθρο δε 85 § 1 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα, ο οποίος ισχύει και σ` αυτούς που υπηρετούν στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες ΔΟΥ, ο δημόσιος υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι των τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Από το σκοπό της διάταξης του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ που προαναφέρθηκε, ερμηνευόμενη ενόψει και του άρθρου 1 § 2 περ. η` του ν. 1406/1983, με το οποίο ο νομοθέτης απέβλεψε να υπαγάγει στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά την πρόβλεψη του άρθρου 94 § 1 του Συντάγματος, όλες τις διοικητικές διαφορές ουσίας που στα πλαίσια της δημόσιας δράσης της διοίκησης γεννώνται από την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, συνάγεται ότι παρά τη συσταλτική διατύπωση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, η έννοια της διάταξης αυτής είναι ότι αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου (ΟΤΑ ή ΝΠΔΔ) για πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του, υπαγόμενη ήδη, μετά την έναρξη ισχύος του ν. 1406/1983, στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, παρέχεται βάσει της διάταξης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, στις περιπτώσεις ευθύνης του Δημόσιου όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του, ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλά και από υλικές ενέργειες που τελέστηκαν σε συνάρτηση προς την οργάνωση και τη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας, ή εξαιτίας τους και δεν συνδέονται με την ιδιωτική διαχείρηση της περιουσίας του δημοσίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου του, που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ 5/1995 ΕλλΔνη 36, 563, ΕφΘεσ 2111/91 Αρμ. 1992,898).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα στην κρινόμενη αγωγή της, όπως παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά ως προς τον τόμο μεταγραφής του αναφερομένου υπ` αριθμ. 11217/11.11.2004 πωλητηρίου συμβολαίου του ενταύθα συμβολαιογράφου Κων/νου Γωγάκου, εκθέτει ότι, δυνάμει του συμβολαίου αυτού, νομίμως μεταγραφέντος, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της μεταβίβασαν κατά κυριότητα τη, διαλαμβανόμενη στο δικόγραφο υπόγεια αποθήκη διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα, της οποίας είχαν τη συγκυριότητα εξ αδιαιρέτου και κατ` ισομοιρίαν, αντί αναγραφομένου στο ως άνω συμβόλαιο τιμήματος 65.000 ευρώ, πράγματι δε συνομολογηθέντος 75.000 ευρώ, για την κατάρτιση δε της μεταξύ τους σύμβασης αγοραπωλησίας του ακινήτου αυτού μεσολάβησε ως μεσίτης ο τρίτος εναγόμενος. Προς εξόφληση του τιμήματος κατέβαλε στους δύο πρώτους εναγομένους εξ ιδίων το μη αναγραφέν στο συμβόλαιο ποσό των 10.000 ευρώ και το υπόλοιπο ποσό των 65.000 ευρώ από προϊόν ισόποσου στεγαστικού δανείου που έλαβε από την τέταρτη εναγόμενη τράπεζα, δυνάμει της υπ` αριθμ. 0711- 001392711/29.12.2004 δανειακής σύμβασης, υπεγράφη δε μεταξύ της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων η υπ` αριθμ. 11341/31.12.2004 πράξη εξόφλησης και άρσης του όρου μη διάθεσης του ίδιου ως άνω συμβ/φου. Τα έξοδα του δανείου εκ 2.000 ευρώ προστέθηκαν στο ποσό της δανειοδότησης, ανερχόμενο έτσι αυτό στο ποσό των 67.000 ευρώ, υπεγράφη δε προς τούτο η από 29.12.2004 σχετική πρόσθετη πράξη της άνω κύριας δανειακής σύμβασης. Προς ασφάλεια της απαιτήσεως της τέταρτης εναγομένης από την προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας και της ".........." το υπ` αριθμ. 198704-9/ 21.1.2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής, διάρκειας 20 ετών, για κεφάλαιο 65.000 ευρώ, έναντι μηνιαίου καταβαλλόμενου καθαρού ασφαλίστρου 54,80 ευρώ και μικτού 62,26 ευρώ, με δικαιούχους τη θυγατέρα της ενάγουσας και την τέταρτη εναγόμενη τράπεζα, ενεγράφη δε στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 80.400 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της υπ` αριθμ. 3005/2.2.2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Για τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου υποβλήθηκε στην Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης η υπ` αριθμ. 2380/2004 δήλωση φόρου μεταβιβάσεως ακινήτου, την οποία υπέγραψαν οι πωλητές. Βάσει δε της δήλωσης αυτής, την οποία ήλεγξαν και προσυπέγραψαν οι πέμπτος και έκτος των εναγομένων, ενεργούντες στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους ως εφοριακοί υπάλληλοι, προστηθέντες του έβδομου εναγομένου στην εκτέλεση των καθηκόντων τους, και κατόπιν της από 9.11.2004 αυτοψίας επί του ακινήτου, που διενήργησε ο πέμπτος εναγόμενος και έκρινε ότι πράγματι το υπό μεταβίβαση ακίνητο είναι κατοικία, της χορηγήθηκε πλήρης απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης για την αγορά του εν λόγω ακινήτου ως αγορά πρώτης κατοικίας.

Προκειμένου δε να λάβει την, κατά τα άνω, απαλλαγή πρώτης κατοικίας για το συγκεκριμένο ακίνητο, υπέβαλε την υπ` αριθμ. 3478/2004 συμπληρωματική δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου στη Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως, ώστε να αρθεί η απαλλαγή εκ του Φ.Μ.Α. για αγορά πρώτης κατοικίας, που της είχε χορηγηθεί για την αναφερόμενη στην αγωγή προγενέστερη αγορά έτερου διαμερίσματος, με την οποία (συμπληρωματική δήλωση) της επιβλήθηκε, ως φόρος μεταβίβασης ακινήτου για το προγενεστέρως αποκτηθέν διαμέρισμα, το ποσό των 2.950 ευρώ, που κατέβαλε στην άνω Δ.Ο.Υ. Οτι, στις αρχές του 2007, η ενάγουσα για πρώτη φορά πληροφορήθηκε ότι το εν λόγω ακίνητο δεν είχε άδεια χρήσης κατοικίας, αλλά μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνον ως αποθήκη, όταν, στις 8.2.2007, υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, κατόπιν σχετικής καταγγελίας, ενήργησαν αυτοψία και διαπίστωσαν παράνομη αλλαγή χρήσης χώρου από υπόγειο-αποθήκη σε κατοικία, χαρακτηρίζοντας το εν λόγω ακίνητο ως αυθαίρετο. Κατά της με ίδια ημεροχρονολογία έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμού προστίμων η ενάγουσα υπέβαλε ένσταση ενώπιον της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Εύοσμου Θεσσαλονίκης, η οποία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή και τελικώς της επιβλήθηκε ως πρόστιμο ανέγερσης το ποσό των 1.207,13 ευρώ και ως πρόστιμο διατήρησης το ποσό των 241,42 ευρώ ανά έτος, από το έτος 2003 και εφεξής, ήδη δε βεβαιώθηκε εις βάρος της, στις 1-2-2008, στη Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως και κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.414,22 ευρώ, το οποίο συνίσταται στο πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου για τα έτη 2003 έως και 2007 εκ 1.207,10 ευρώ και στο εφ άπαξ πρόστιμο ανέγερσης εκ 1.207,13 ευρώ. Οτι, ακολούθως, με την υπ` αριθμ. 2/14.1.2008 εντολή του προϊσταμένου της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης έγινε έλεγχος της ως άνω 2380/2004 δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτου, βάσει της οποίας είχε λάβει απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης του ακινήτου ως πρώτη κατοικία, και συντάχθηκε η από 14.1.2008 έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με την οποία της επιβλήθηκε τελικά με το υπ` αριθμ. πρωτ. 1/14.1.2008 φύλλο ελέγχου μεταβίβασης ακινήτου της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης φόρος μεταβίβασης για την αγορά του, ποσού 5.470,50 ευρώ.

Οτι, οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, μολονότι κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγνώριζαν πως το πωληθέν ακίνητο είναι αυθαίρετο, εντούτοις, ενεργώντας δολίως, απέκρυψαν το περιστατικό αυτό, το οποίο η ίδια αν το εγνώριζε ουδέποτε θα κατήρτιζε τη σύμβαση πωλήσεως. Οτι η τέταρτη εναγόμενη τράπεζα, ενεργώντας δια των προστηθέντων αυτής προσώπων (Δ/ντού, υπαλλήλων, νομικών συμβούλων, μηχανικών) νομικό και τεχνικό έλεγχο στο ακίνητο για την προέγκριση και τη σύναψη της ως άνω αναφερόμενης σύμβασης στεγαστικού δανείου, παράνομα και υπαίτια, παρέλειψε να προβεί στην άμεση λήψη μέτρων ελέγχου και ενημέρωσης, κατάλληλων για την προστασία της καλόπιστης τρίτης ενάγουσας πελάτισσας της, όπως τα ειδικότερα περιστατικά μνημονεύονται αναλυτικά. Οτι οι πέμπτος και έκτος των εναγομένων, που εργάζονται ως υπάλληλοι του έβδομου εναγομένου Δημοσίου, που τους έχει προστήσει στις υπηρεσίες του, ενεργώντας παράνομα και υπαίτια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας τους, με θετικές πράξεις και παραλείψεις τους, που διεξοδικότερα τους αποδίδονται από την ενάγουσα, της χορήγησαν την προβλεπόμενη από το νόμο απαλλαγή φόρου μεταβίβασης για την αγορά πρώτης, πλην, όμως, αυθαίρετης, κατοικίας. Οτι συνεπεία της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς των εναγομένων, οι οποίοι δολίως της απέκρυψαν το γεγονός ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν αποθήκη, παρουσιάζοντας το ως διαμέρισμα, πλανήθηκε ως προς την παραπάνω ουσιώδη ιδιότητα του ακινήτου και κατέληξε στην υπογραφή του αγοραπωλητήρίου συμβολαίου, ενώ αν εγνώριζε την πραγματική κατάσταση δεν θα επιχειρούσε την δικαιοπραξία. Οτι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου ως αυθαιρέτου συνιστά πραγματικό ελάττωμα αυτού, οι δε δύο πρώτοι εναγόμενοι, που το υποσχέθηκαν το πωληθέν ελεύθερο από κάθε βάρος, ευθύνονται άλλως έναντι αυτής κατά τις διατάξεις περί της αγορανομικής ευθύνης του πωλητή και δικαιούται να υπαναχωρήσει από την πώληση, η οποία συνεπεία τούτου λύεται και οι εναγόμενοι οφείλουν να της επιστρέψουν το τίμημα της πωλήσεως, καθώς και να της καταβάλουν τα έξοδα αυτής και όσα δαπάνησε για το ακίνητο, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο.

Ενόψει όλων αυτών, ζητά, όπως το αίτημα της αγωγής παραδεκτά μετατράπηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά: Α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του ως άνω αναφερομένου αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ως δικαιοπραξία που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη του νόμου (αρθρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983), άλλως να ακυρωθεί το συμβόλαιο αυτό λόγω πλάνης της ως προς την παραπάνω ουσιώδη ιδιότητα του ακινήτου, συνεπεία της ως άνω απατηλής συμπεριφοράς των εναγομένων και να αναγνωρισθεί ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον το τίμημα της πώλησης συνολικού ποσού 75.000 ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς έγιναν σε βάρος της πλουσιότεροι χωρίς νόμιμη αιτία, άλλως να αναγνωρισθεί η συντέλεση της υπαναχώρησης από την πώληση που έλαβε χώρα με την αγωγή, λόγω πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου και ότι οι δύο πρώτοι των εναγομένων οφείλουν να της καταβάλουν εις ολόκληρον το ανωτέρω ποσό των 75.000 ευρώ, α) λόγω της συντελεσθείσας υπαναχώρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις περί της αγορανομικής ευθύνης του πωλητή και περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, νομιμοτόκως από την επομένη καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, ήτοι το ποσό των 10.000 ευρώ από την 11.11.2004 και το ποσό των 65.000 ευρώ από 31.12.2004, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και β) λόγω της αδικοπραξίας ως αποζημίωση για την ζημία που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους, άλλως και όλως επικουρικώς, λόγω της υπαναχώρησης ως έξοδα για την πώληση και το ελαττωματικό πράγμα, το συνολικό ποσό των 29.422,79 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της καταβολής κάθε επιμέρους ποσού, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και ειδικότερα:

1) το ποσό των 500 ευρώ που κατέβαλε την 25.8.2004 και το ποσό των 885 ευρώ που κατέβαλε, την 12.11.2004, ως μεσιτική αμοιβή, 2) το ποσό των 2.950 ευρώ που κατέβαλε, την 8.11.2004, στην Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως, κατά τα ως άνω αναφερόμενα, 3) το ποσό 851,44 ευρώ που κατέβαλε την 11.11.2004 για τέλη και δικαιώματα του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κων/νου Γωγάκου για τη σύνταξη του 11217/11.11.2004 συμβολαίου του, 4) το ποσό των 548,60 ευρώ, που κατέβαλε, την 11.11.2004, ως αμοιβή του παραστάντα στο προαναφερόμενο συμβόλαιο δικηγόρου Θεσσαλονίκης Χρήστου Αποστολίδη, 5) το ποσό 29,77 ευρώ που κατέβαλε, την 31.12.2004, για τέλη και δικαιώματα του ιδίου Συμβολαιογράφου για τη σύνταξη της 11341/31.12.2004 πράξης εξόφλησης, 6) το ποσό 2.414,22 ευρώ, το οποίο βεβαιώθηκε εις βάρος της από τη Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως και κατέβαλε, την 1.2.2008, ως πρόστιμο ανέγερσης και διατήρησης του αυθαιρέτου ακινήτου, 7) το ποσό των 5.470,50 ευρώ, που της επιβλήθηκε από την Α` Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης, ως φόρος μεταβίβασης για την αγορά του υπό κρίση ακινήτου, καθώς δεν ήταν κατοικία, 8) το ποσό των 1.656,86 ευρώ, που κατέβαλε στην ασφαλιστική εταιρία «..........» συνολικά για τα έτη 2005, 2006 και 2007 ως ασφάλιστρα δανείου και δη 531,26 ευρώ για το 2005, 562,80 ευρώ για το 2006 και 562,80 ευρώ για 2007, την 1-1-2006, 1-1-2007 και 1-1-2008, αντίστοιχα και 9) το ποσό των 14.116,40, που συνίσταται στην πλέον του τιμήματος των 65.000 ευρώ ζημία της από την δανειοδότηση της για την αγορά του αυθαίρετου ακινήτου, ήτοι στις μέχρι σήμερα συνολικές καταβολές προς την τέταρτη εναγομένη ποσού 13.357,86 ευρώ, όπως ειδικότερα αναλύεται στο δικόγραφο και στο ποσό των 65.758,54 που οφείλει να καταβάλει για την ολοσχερή εξόφληση του ληφθέντος δανείου (64.138,26 + 1620,28 = 65.758,54), αφαιρουμένου του τιμήματος των 65.000 ευρώ (13.357,86 + 65.758,54 - 65.000 = 14.11640), Γ) να αναγνωρισθεί ότι οι τρίτος, τέταρτη, πέμπτος, έκτος και έβδομο των εναγομένων οφείλουν να της καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, λόγω της αδικοπραξίας, το ως άνω ποσό 29.422,79 ευρώ, όπως αυτό αναλύθηκε, νομιμοτόκως από την επομένη καταβολής του κάθε επί μέρους ποσού, άλλως από την επομένη επίδοσης της αγωγής, Δ) να αναγνωρισθεί ότι η τέταρτη εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 200.000 ευρώ και έκαστος των λοιπών εναγομένων το ποσό των 20.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την επικαλούμενη αδικοπραξία και δη νομιμοτόκως από την επομένη επίδοση της αγωγής και Ε) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω προσημείωσης υποθήκης που ανεγράφη επί του επιδίκου και να διαταχθεί η εξάλειψη της, λόγω της εκ του νόμου απαγόρευσης σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί αυθαιρέτων κτισμάτων. Τέλος ζητά να κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί, ν` απαγγελθεί προσωπική κράτηση εις βάρος των πρώτων έξι εναγομένων, λόγω της επικαλούμενης αδικοπραξίας και να καταδικαστούν στα δικαστικά της έξοδα.

Η αγωγή, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, αρμοδίως καθ` ύλην και κατά τόπον φέρεται για να δικαστεί από το Δ/ριο αυτό με την προκειμένη τακτική διαδικασία (αρθρ. 18 αριθμ. 1 και 22 ΚΠολΔ) ως προς τους 1°, 2η, 3° και 4η των εναγομένων, σύμφωνα όμως με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, αναφορικά με τους πέμπτο, έκτο και έβδομο των εναγομένων, από τους οποίους οι δύο πρώτοι κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της περιστατικά ήσαν κατά το χρόνο τέλεσης της σε βάρος της ενάγουσας αδικοπραξίας σε διατεταγμένη του Δημοσίου (7ου) υπηρεσία, πρέπει να απορριφθεί λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας αλλά και παθητικής νομιμοποίησης αυτών. Ειδικότερα, η υπό κρίση διαφορά, η οποία, αναφορικά με τους προαναφερόμενους εναγομένους, αφορά την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση σύμφωνα με το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ και αρθρ. 914 επ. ΑΚ, που αναφέρεται σε πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του κατά την ενάσκηση της δημόσιας εξουσίας, αποτελεί διοικητική διαφορά ουσίας, η οποία ενόψει του χρόνου γέννησης της αξίωσης (μετά την 11.6.1985) υπάγεται στη δικαιοδοσία των Διοικητικών Δικαστηρίων, οι δε πέμπτος και έκτος των εναγομένων, ως δημόσιοι υπάλληλοι, σύμφωνα με τα άρθρα 85 παρ. 1 και 86 του Υπαλληλικού Κώδικα, δεν ευθύνονται έναντι των τρίτων για πράξεις ή παραλείψεις κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Περαιτέρω, αναφορικά με τη νομιμότητα της αγωγής λεκτέα τα ακόλουθα: Οπως ήδη αναφέρθηκε, η κατ` αρθρ. 17 παρ. 10 ν. 1337/1983 απαγόρευση μεταβίβασης αυθαίρετων κτισμάτων, στην οποία η ενάγουσα θεμελιώνει την κύρια βάση της αγωγής της, δεν εκτείνεται στα οικοδομήματα τα οποία έχουν μεν νομίμως ανεγερθεί, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά μεταβολές, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες (όπως είναι η αλλαγή χρήσης ενός χώρου αποθήκης σε διαμέρισμα). Συνεπώς, η επικαλούμενη μεταβιβαστική δικαιοπραξία του επιδίκου ακινήτου είναι νόμιμη και έγκυρη, η δε σύσταση επί του ακινήτου αυτού του εμπράγματου βάρους της προσημείωσης υποθήκης δεν πάσχει, κατά τα ανωτέρω, από ακυρότητα λόγω της επικαλούμενης αυθαίρετης μεταβολής της χρήσης του ακινήτου, η οποία δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της προσημείωσης, αφού το κτίσμα δεν είναι αυθαίρετο. Επομένως, τόσο η μία εκ των κυρίως και σωρευτικώς ασκουμένων βάσεων της αγωγής (περί ακυρότητας του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, κατ` άρθρ. 174 ΑΚ και 17 παρ. 10 ν. 1337/1983), όσο και το συνακόλουθο με αυτήν αίτημα της αγωγής περί αποδόσεως του τιμήματος της πωλήσεως σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού πρέπει ν` απορριφθούν ως μη νόμιμα. Για τον ίδιο ως άνω λόγο πρέπει ν` απορριφθούν και τα αιτήματα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας της προσημείωσης υποθήκης που ενεγράφη επί του επιδίκου, όπως και της εξάλειψης της από τα οικεία βιβλία του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου ως μη νόμιμα.

Κατά τα λοιπά η αγωγή, ήτοι ως προς τις επικουρικά σωρευόμενες βάσεις της της ακυρότητας λόγω πλάνης και της υπαναχώρησης λόγω πραγματικού ελαττώματος καθώς και της σωρευόμενης βάσης της αδικοπραξίας είναι ορισμένη ορισμένη και νόμιμη, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, στηριζόμενη, κατά τα προαναφερθέντα, στις διατάξεις των άρθρων 140, 141, 147, 154, 155, 297, 298, 299, 341, 345, 346, 480, 481 επ., 513, 516, 534, 535, 540, 542, 547, 904 επ., 914, 926 παρ. 1 εδ. α` , 932 ΑΚ, 176 ΚΠολΔ, πλην των συναφών με αυτές αιτημάτων: α) περί καταβολής των ασφαλίστρων λόγω δανείου και των καταβολών λόγω αυτού πέραν του τιμήματος των 65.000 ευρώ από την δανειοδότηση της ενάγουσας, τα οποία πρέπει πρωτίστως ν` απορριφθούν ως αόριστα, αφού δεν προσδιορίζεται στο δικόγραφο αν αποτελούν έξοδα πώλησης ή άλλη δαπάνη για το πράγμα, β) περί της εις ολόκληρον ενοχής των δύο πρώτων εναγομένων το οποίο είναι νόμιμο μόνον κατά το μέρος που αφορά την αδικοπρακτική ευθύνη τους, καθόσον σε κάθε άλλη περίπτωση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου (άρθρο 481 ΑΚ) προς τούτο, ενόψει και του χαρακτήρα της παροχής ως διαιρετής, γ) περί καταβολής νομίμων τόκων, αναφορικά με τις αξιώσεις της ενάγουσας λόγω της αδικοπραξίας από την επομένη της καταβολής κάθε ποσού, το οποίο είναι μη νόμιμο, διότι σε ενοχή από αδικοπραξία τόκοι επιδικάζονται όχι από την επέλευση της ζημίας, αλλά από την όχληση του υπόχρεου, άλλως από την επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής και εν προκειμένω η ενάγουσα δεν επικαλείται σχετική όχληση (ΕφΘεσ 822/1989 Αρμ. 43, 447). Αναφορικά με το νόμιμο τόκο των αξιώσεων της ενάγουσας λόγω της υπαναχώρησης, για μεν τα ποσά του αναγραφόμενου στο συμβόλαιο τιμήματος, των εξόδων της πώλησης και των δαπανών για το πράγμα το εν λόγω αίτημα κρίνεται νόμιμο από τον χρόνο διενέργειας αυτών (βλ. σχετ. και Γεωργιάδη - Σταθόπουλο, Αστικός Κώδιξ, κατ` άρθρο ερμηνεία, τομ. IΙΙ, άρθρο 547, σελ. 194, αρ. 17) για δε του εκτός συμβολαίου τιμήματος της πώλησης από της επιδόσεως της αγωγής (αρθρ. 910, 911 ΑΚ), δ) περί προσωρινής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, μετά τα κατά τα άνω γενόμενο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, καθώς η προσωρινή εκτέλεση προϋποθέτει καταψηφιστική απόφαση (ΕφΑθ 2273/1975 Αρμ. 29, 675), δηλαδή απόφαση που περιέχει διάταξη για καταδίκη και επομένως δεν είναι δεκτικές προσωρινής εκτέλεσης οι αναγνωριστικές, όπως εν προκειμένω, αποφάσεις, (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ Ερμηνευτική - Νομολογιακή Ανάλυση, αρθρ. 904-981, σελ. 48, αρ. 30). Για τον ίδίο λόγο απορριπτέο είναι και το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής περί απαγγελίας προσωπικής κρατήσεως σε βάρος των έξι πρώτων εναγομένων. Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι σύμφωνα με το παραπάνω περιεχόμενο της αγωγής και τις αναφερόμενες κρίσιμες ημεροχρονολογίες προκύπτει ότι η πλάνη της ενάγουσας περί της ύπαρξης αυθαίρετης αλλαγής χρήσης του επιδίκου διήρκεσε μέχρι την 8.2.2007, όταν για πρώτη φορά έλαβε γνώση του εν λόγω πραγματικού ελαττώματος του επιδίκου κατόπιν της διενεργηθείσας αυτοψίας από τους υπαλλήλους της αρμόδιας Πολεοδομίας, ενώ η ένδικη αγωγή ασκήθηκε το 2008, δηλαδή πριν την πάροδο διετίας. Επομένως, δεν αποσβέστηκε το δικαίωμα της για ακύρωση του μεταβιβαστικού συμβολαίου λόγω πλάνης ως προς το παραπάνω ελάττωμα του επιδίκου ακινήτου και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους δύο πρώτους εναγομένους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνεπώς, η αγωγή πρέπει, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσία, δεδομένου ότι προσκομίζεται η από 29.10.2008 δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, ότι δεν επετεύχθη συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, κατ` άρθρ. 214Α ΚΠολΔ, μετά δε την μετατροπή του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου.

Από τις διατάξεις των άρθρων 199, 513 επ., 175 ΑΚ και 1005 ΚΠολΔ παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο αναγκαστικός πλειστηριασμός αποτελεί ιδιόρρυθμη σύμβαση δημοσίου δικαίου, η οποία εξομειώνεται με την πώληση (ΑΠ 265/2004 ΝΟΜΟΣ, Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. 11, 5 59 αρ. 2). Η ιδιορρυθμία της ως πώληση έγκειται πρώτα στο γεγονός ότι δεν συνάπτεται με τη βούληση του πωλητή (καθ` ου η εκτέλεση), αλλά από δημόσιο όργανο (υπάλληλο του πλειστηριασμού) που ενεργεί ως εκπρόσωπος της πολιτείας και κατά δεύτερο ότι δεν υπάρχει ευθύνη του πωλητή (καθ` ου η εκτέλεση), αλλά μόνο περιορισμένη ευθύνη του επισπεύδοντος δανειστή. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη του άρθρου 1017 παρ. 2 ΚΠολΔ, σε πλειστηριασμό πράγματος κινητού ή ακινήτου δεν υπάρχει ευθύνη για πραγματικά ελαττώματα. Υπάρχει ευθύνη του επισπεύδοντος δανειστή μόνο για νομικά ελαττώματα του πράγματος και μόνο εάν αυτός γνώριζε, κατά το χρόνο του πλειστηριασμού την ύπαρξή τους. Αντίστοιχα δεν υπάρχει ευθύνη ούτε για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων, αφού η ίδια η έννοια της συνομολόγησης ιδιοτήτων του εκπλειστηριαζόμενου πράγματος δεν είναι νοητή, η δε περιγραφή του πράγματος στην κατασχετήρια έκθεση δεν θεωρείται ως συνομολόγηση ιδιοτήτων (ΕφΑθ 2742/1972 Αρμ ΚΖ, 228, ΕφΑθ 222/1973 ΕΕΝ 41, 206, Π. Γέσιου Φάλτση ό.π. παρ. 61, Μπρίνιας. Αν. Εκτέλ., αρθρ. 1017, αρ. 652 II, σελ. 2148]. Οσον αφορά τα πολεοδομικώς αυθαίρετα κτίσματα διαπιστώνεται αφενός μεν ότι η κατ` αρθρ. 17 ν. 1337/1983 απαγόρευση μεταβίβασης τους αφορά μόνο την εκούσια εκποίηση τους και όχι την περίπτωση μεταβίβασης τους με αναγκαστικό πλειστηριασμό (ΑΠ 265/2004 ο.π.), αφετέρου δε η αμέσως προαναφερθείσα απαγόρευση δεν εκτείνεται στα οικοδομήματα τα οποία έχουν μεν νομίμως ανεγερθεί, αλλά μεταγενέστερα έγιναν σε αυτά με διαρρυθμίσεις ή προσθήκες ή αλλαγή χρήσης τους (όπως είναι η αλλαγή χρήσης ενός χώρου αποθήκης σε διαμέρισμα) [ΕφΘεσ 2007/2006, ΕφΑθ 2902/2001, ΕφΙωαν 73/2006 ΝΟΜΟΣ]. Εξάλλου, κατ` άρθρ. 993 ΚΠολΔ, ο δικαστικός επιμελητής έχει υποχρέωση να μεταβεί στον τόπο όπου βρίσκεται το προς κατάσχεση ακίνητο και να το περιγράφει "με ακρίβεια ως προς το είδος, τη θέση, τα όρια και την έκταση του ώστε να μη χωρεί αμφιβολία την ταυτότητά του". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος εντοπίζεται «είδος, θέση, όρια και έκταση αυτού», συνδυάζεται δε με την αμφιβολία για την «ταυτότητα του». Ομως, στον όρο της "ταυτότητας του ακινήτου, η οποία πρέπει να ερμηνεύεται διασταλτικά, περιλαμβάνεται όχι μόνο οποιαδήποτε αμφιβολία για την τοπική, αλλά για την οικονομική ταυτότητα του (ΕφΘεσ 356/1979 ΝοΒ 29, 571, Μπρίνια Αναγκ.Εκτελ., άρθρ. 993, σελ. 1575-1580).

Με το δεύτερο από τα παραπάνω δικόγραφα οι δύο πρώτοι εναγόμενοι της ως άνω κύριας αγωγής άσκησαν προσεπίκληση κατά της ανώνυμης Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...........». Με αυτήν εκθέτουν ότι εναντίον τους ασκήθηκε η προαναφερόμενη κύρια αγωγή, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτουν αυτολεξεί, και την προσεπικαλούν να παρέμβει στη δίκη για να τους υποστηρίξει απέναντι στην αντίδικο τους και με παρεμπίπτουσα αγωγή, την οποία ενώνουν στο ίδιο δικόγραφο με την προσεπίκληση, ζητούν να αναγνωρισθεί ότι η παρεμπιπτόντως εναγομένη οφείλει να τους καταβάλει κάθε ποσό που θα υποχρεωθούν οι ίδιοι να καταβάλουν στην ενάγουσα της κύριας αγωγής, αφού με επίσπευση της παρεμπιπτόντως εναγομένης κατασχέθηκε αναγκαστικά το επίδικο ακίνητο και δια του προστηθέντος από αυτήν και εντολοδόχου της δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο αυτό Θεόδωρου Παπαηλιάδη περιγράφηκε στην υπ` αριθμ. 1407/2002 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του ως υπόγεια αποθήκη διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα, παρά το γεγονός ότι επρόκειτο για υπόγεια αποθήκη, σύμφωνα με τον αναφερόμενο αρχικό τίτλο κτήσης, εκπληστειριάστηκε δε και κατακυρώθηκε σε αυτούς με το ελάττωμα που αναφέρεται στην κύρια αγωγή, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, και συνεπώς η προσεπικαλούμενη φέρει την ευθύνη για τυχόν ελαττώματα τούτου. Ομως, με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η προσεπίκληση και η παρεμπίπτουσα αγωγή που ενώνεται μ` αυτή δεν είναι νόμιμες και πρέπει ν` απορριφθούν, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, ο πλειστηριασμός δεν εξομοιούται προς πώληση του ιδιωτικού δικαίου, αλλά αποτελεί ιδιόρρυθμης μορφής πώληση που υπόκειται σε ρυθμιστικούς του ΚΠολΔ κανόνες και εντάσσεται στο χώρο του δημοσίου δικαίου, τα δε όργανα της εκτέλεσης ενεργούν ως αντιπρόσωποι όχι του επισπεύδοντος ή του οφειλέτη ή του υπερθεματιστή, αλλά ως δημόσια όργανα, σύμφωνα με τη νόμιμη εντολή, με ενάσκηση υπηρεσιακής εξουσίας, η δε τύχη του γενομένου πλειστηριασμού για τα ελαττώματα πραγματικά και νομικά του πλειστηριασθέντος πράγματος ρυθμίζονται αποκλειστικά από το άρθρο 1017 του ΚΠολΔ και συνεπώς η επισπεύδουσα τον πλειστηριασμό του επιδίκου Τράπεζα δεν φέρει ευθύνη για τα πραγματικά ελαττώματα αυτού. Ο πλειστηριασμός του ακινήτου υπήρξε καθ` όλα έγκυρος ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι το επίδικο ήταν πολεοδομικά αυθαίρετο, γεγονός που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου, ο δικαστικός επιμελητής που διενεργεί την κατάσχεση του ακινήτου, δεν αρκείται σε μία τυπική επανάληψη της περιγραφής του κατά τον τίτλο κτήσης του, αλλά περιγράφει στην οικεία κατασχετήρια έκθεση οποιοδήποτε στοιχείο διαπιστώσει κατά την επιτόπια μετάβασή του στο ακίνητο, το οποίο συντελεί στην με ακρίβεια απόδοση της οικονομικής του ταυτότητας, όπως συνέβη εν προκειμένω. Οι ανακοινούντες τη δίκη -προσεπικαλούντες σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπιπτόντως εναγόμενοι πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα της καθής η ανακοίνωση δίκης - προσεπικαλούμενης σε αναγκαστική παρέμβαση -παρεμπιπτόντως εναγομένης λόγω της ήττας τους (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

Οι τέσσερις πρώτοι εναγόμενοι στην κύρια αγωγή, απαντώντας στην τελευταία με τις έγγραφες προτάσεις τους, συνομολογούν την κατάρτιση της πωλήσεως, από την εκτίμηση δε του συνόλου των ισχυρισμών τους και ειδικότερα από την μη ειδική αμφισβήτηση του ύψους του πράγματι καταβληθέντος σ` αυτούς, ως τιμήματος, ποσού των 75.000 ευρώ, συνάγεται ομολογία τους ως προς το περιστατικό αυτό (αρθρ. 262 ΚΠολΔ - βλ. σχετ. ΑΠ 1537/1997 ΕλλΔνη 39, 1321, ΑΠ 180/1998 ΕλλΔνη 39, 851). Περαιτέρω όμως αρνούνται την ιστορική της βάση και ειδικότερα το δόλο τους, επιπροσθέτως δε ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα τελούσε εν γνώσει του πραγματικού ελαττώματος του επιδίκου ακινήτου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στις προτάσεις τους.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, και όλα τα έγγραφα που, μετ` επικλήσεώς τους, προσκομίζουν οι διάδικοι, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρ. 339, 395 ΚΠολΔ, ΑΠ 154/92, ΕλλΔνη 33, 814),, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), και την ως άνω ομολογία, αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα περιστατικά: Με το υπ` αριθμ. 11217/11.11.2004 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Γωγάκου, νομίμως μεταγραφέντος, η ενάγουσα έγινε κυρία ενός ημιυπόγειου διαμερίσματος, εμβαδού μικτού 84,79 τ.μ., καθαρού 83,25 τ.μ. αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και διάδρομο, ευρισκόμενο στην υπό στοιχείο Κ4 διώροφη οικοδομή του υπ` αρ. Π 92 Ο.Τ. στη συμβολή της οδού ........ αρ. ... και δύο ανωνύμων οδών, στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης. Πωλητές και ιδιοκτήτες του παραπάνω ακινήτου και δη κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ήταν οι δύο πρώτοι των εναγομένων. Ως τίμημα της εν λόγω αγοραπωλησίας αναγράφηκε στο ως άνω συμβόλαιο το ποσό των 65.000 ευρώ, ενώ το συμφωνηθέν πραγματικό τίμημα ανερχόταν στο ποσό των 75.000 ευρώ. Για την κατάρτιση της αγοραπωλησίας αυτής μεσολάβησε ως μεσίτης ο τρίτος εναγόμενος, εκπρόσωπος της μεσιτικής εταιρίας «.........». Ο τελευταίος είχε δημοσιεύσει αγγελία του ακινήτου, την 25.07.2004, στο περιοδικό «.......» της εφημερίδας ............., με το εξής περιεχόμενο: «ΩΡΑΙΟΚΑΣΤΡΟ ακίνητο πωλείται 80 τ.μ. ισόγειο 2 ΔΣΚΛ 10 ετίας τζάκι σε καλή κατάσταση 75.000 Ευρώ (κωδ. Π-Δ 799), τηλ. . ». Η ενάγουσα είδε την αγγελία και ήρθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να επισκεφθεί το ακίνητο. Ετσι περί τα μέσα Αυγούστου 2004 μετέβη στο ακίνητο, όπου ο τρίτος εναγόμενος της υπέδειξε το ακίνητο, ήτοι ένα ημιυπόγειο διαμέρισμα με δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και διάδρομο, και η ενάγουσα έλαβε ιδία γνώση της διαμόρφωσης του χώρου του. Περί τα τέλη Αυγούστου 2004 και καθώς ανάμεσα στα διάφορα διαμερίσματα που είχε δει μέχρι τότε το εν λόγω ακίνητο ήταν περισσότερο της αρεσκείας της και κάλυπτε τις στεγαστικές της ανάγκες, καθώς και τις οικονομικές της δυνατότητες, ήρθε εκ νέου σε επαφή με τον τρίτο εναγόμενο, προκειμένου να ξαναδεί το ακίνητο.

Στη δεύτερη αυτή συνάντησή τους, που έλαβε χώρα την 25.08.2004, η ενάγουσα συμφώνησε να αγοράσει το ακίνητο, έναντι τιμήματος 75.000 ευρώ, εκ των οποίων το ποσό των 10.000 ευρώ θα κατέβαλε εξ ιδίων την ημέρα υπογραφής του συμβολαίου και το ποσό των 65.000 ευρώ θα προέρχονταν από δάνειο, που θα ελάμβανε από Τράπεζα. Την ίδια ημέρα κατέβαλε στον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 500 ευρώ ως προκαταβολή, που δόθηκε στους ιδιοκτήτες του ακινήτου. Καθώς η ενάγουσα δεν είχε γνωστό δικηγόρο προκειμένου να διενεργήσει νομικό έλεγχο στο ακίνητο, αλλά και συμβολαιογράφο, προκειμένου να συντάξει το σχετικό συμβόλαιο, ο τρίτος εναγόμενος της υπέδειξε δικηγόρο και συμβολαιογράφο, καθώς και ασφαλιστική εταιρία προκειμένου να λάβει δάνειο από Τράπεζα, της παρέδωσε δε και κάθε σχετικό έγγραφο που αφορούσε το ακίνητο (τίτλο κτήσης, διαγράμματα κ.λ.π.). Ετσι η ενάγουσα απευθύνθηκε στην ασφαλιστική εταιρία «........» (υποκατάστημα Μ. Καλού Θεσσαλονίκης), η οποία θα αναλάμβανε τις διαδικασίες της δανειοδότησης της από την ........ Τράπεζα και την ασφάλιση του ποσού της δανειοδότησής της. Κατόπιν δε της από 29.9.2004 αίτησής της, συνήφθη το υπ` αριθμ. 198704-9/21.1.2005 ασφαλιστήριο συμβόλαιο ζωής μεταξύ της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρίας και της ενάγουσας ως ασφαλιζόμενης, χρονικής διάρκειας 20 ετών, για ασφαλισμένο κεφάλαιο ύψους 65.000 ευρώ, ισόποσο με το προϊόν του χορηγηθησόμενου στην ενάγουσα δανείου από την ........ Τράπεζα, έναντι μηνιαίου καταβαλλόμενου καθαρού ασφαλίστρου ποσού 54,80 ευρώ και μικτού 62,26 ευρώ, με δικαιούχους του ασφαλίσματος τη θυγατέρα της .......... και την ........ Τράπεζα. Σε συνέχεια των προπαρασκευαστικών ενεργειών για τη σύνταξη του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, την 10.11.2004, υποβλήθηκε από την ενάγουσα και τους πωλητές του ακινήτου στην Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης η υπ` αριθμ. 2380/2004 δήλωση φόρου μεταβίβασης ακινήτου (Φ.Μ.Α.), με την οποία δηλώθηκε ως μεταβιβαζόμενο ακίνητο μια ημιυπόγεια αποθήκη διαμορφωμένη σε διαμέρισμα. Με την δήλωση συνυποβλήθηκε για την αντικειμενική αξία του ακινήτου το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου κατοικίας ή διαμερίσματος και όχι το φύλλο υπολογισμού αξίας ακινήτου αποθήκης. Η αντικειμενική αξία βάσει του φύλλου υπολογισμού αξίας ακινήτου κατοικίας ή διαμερίσματος ήταν 43.936,02 ευρώ, ενώ παράλληλα στην ως άνω δήλωση υπήρχε το αίτημα της απαλλαγής από τον φόρο α` κατοικίας και συνυποβλήθηκαν όλα τα απαιτούμενα δικαιολογητικά για την χορήγηση της απαλλαγής. Για την χορήγηση δε της απαλλαγής η ενάγουσα υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως την υπ` αριθμ. 3478/2004 συμπληρωματική δήλωση φόρου ακινήτου, ώστε να αρθεί η απαλλαγή εκ του Φ.Μ.Α. για αγορά πρώτης κατοικίας, που της είχε χορηγηθεί για προγενέστερη αγορά άλλου διαμερίσματος στη Νεάπολη Θεσσαλονίκης και κατέβαλε, την 8.11.2004, ποσό 2.950 ευρώ, λόγω άρσης της απαλλαγής.

Βάσει των ανωτέρω δηλώσεων, τα στοιχεία των οποίων αναγράφονται με ευθύνη των δηλούντων και καταρχήν θεωρούνται ειλικρινή από την εκάστοτε Δ.Ο.Υ., και κατόπιν της από 9.11.2004 αυτοψίας επί του ακινήτου χορηγήθηκε από τον προϊστάμενο της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης στην ενάγουσα η απαλλαγή φόρου α` κατοικίας. Κατά την υπογραφή του ως άνω πωλητήριου συμβολαίου που ακολούθησε (11.11.2004) ενώπιον του Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Γωγάκου, παρέστησαν τα συμβαλλόμενα μέρη (ενάγουσα και οι δύο πρώτοι των εναγομένων) και οι δικηγόροι τους, καθώς και ο τρίτος εναγόμενος ως μεσίτης. Στο περιεχόμενο του συμβολαίου, που αναγνώσθηκε και υπογράφηκε από αυτούς, αναφέρεται (5η σελίδα του εγγράφου) ότι μεταβιβάζεται "...μία υπόγεια αποθήκη, διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα....όπως τούτο εμφαίνεται ...στο θεωρημένο από το Τμήμα Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης με αριθμό πρωτ. 10844/4.10.2004 σχεδιάγραμμα κάτοψης υμιϋπογείου κτιρίου που επισυνάπτεται στο παρόν και υπογράφεται από τους εδώ συμβαλλόμενους.....". Στο προαναφερόμενο δε σχεδιάγραμμα κάτοψης, καθώς και στην υπ` αριθμ. 4191/11.3.1996 οικοδομική άδεια του Τμήματος Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, όπως αυτή αναθεωρήθηκε με την υπ` αριθμ. 5535/2.10.1996 πράξη και προσαρτήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο, το πωλούμενο διαμέρισμα εμφαίνεται ως αποθήκη. Επίσης, στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το ακίνητο περιήλθε στους πωλητές δυνάμει της υπ` αριθμ. 92.266/14.3.2003 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννας Μπιλίση - Χρουσαλά, νομίμως μεταγραφείσας, στην δε δικαιοπάροχο αυτών, ........ συζ. ......., δυνάμει του υπ` αριθμ. 11784/16.12.1997 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευφημίας Δούκα Μητσαλά, σε συνδυασμό με την υπ` αριθμ. 12355/25.2.1999 πράξη (άρση διαλυτικής, αίρεσης) της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα. Στην προαναφερόμενη δε περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου το τελευταίο περιγράφεται ως υπόγεια αποθήκη, διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα, ενώ στο προαναφερόμενο συμβόλαιο (11784/1997) ως υπόγεια αποθήκη. Την ίδια ημέρα της υπογραφής του συμβολαίου, η ενάγουσα κατέβαλε στους δύο πρώτους εναγομένους -πωλητές, εκ του συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος των 75.000 ευρώ, το ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο, ως εκτός συμβολαίου τίμημα, δεν αναγράφηκε στο συμβόλαιο, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 65.000 ευρώ ανέλαβε την υποχρέωση να τους το καταβάλει μέχρι την 12.1.2005 από προϊόν δανείου χορηγηθησομένου από την Τράπεζα ........ Επίσης, την αυτή ημέρα, κατέβαλε στο συμβολαιογράφο Κωνσταντίνο Γωγάκο το ποσό των 851,44 ευρώ για τέλη και δικαιώματα του, ως και τη νόμιμη αμοιβή του παραστάντος δικηγόρου της εκ 548,60 ευρώ.

Ακολούθως, στις 12.11.2004, κατέβαλε στον τρίτο εναγόμενο το ποσό των 885 ευρώ, μετά του ΦΠΑ 18%, εκδόθηκε δε η υπ` αριθμ. 15/12.11.2004 απόδειξη παροχής υπηρεσιών της εταιρίας «............», στην οποία αναγράφεται ως αιτιολογία «Εξόφληση μεσιτείας αγοράς αποθηκευτικού χώρου στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης». Στη συνέχεια και αφού η ενάγουσα είχε ήδη λάβει προέγκριση από την ......... Τράπεζα (υποκατάστημα Κ. Τούμπας Θεσσαλονίκης) για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου ύψους 65.000 ευρώ, προς εξόφληση του αντίστοιχου υπόλοιπου τιμήματος της αγοραπωλησίας, συνήψε, την 29.12.2004, με την εν λόγω Τράπεζα, τέταρτη εναγομένη, την υπ` αριθμ. 0711-001392711 σύμβαση στεγαστικού δανείου. Για την κατάρτιση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα προσκόμισε στην Τράπεζα τα απαιτούμενα έγγραφα, ήτοι το ως άνω συμβόλαιο; στον τίτλο του οποίου αναφερόταν "αγοραπωλησία ημιυπόγειου διαμερίσματος (κατοικία)" και έφερε τη βεβαίωση απαλλαγής φόρου α` κατοικίας από την αρμόδια Δ.Ο.Υ., καθώς και τα συνοδευτικά αυτού πιστοποιητικά μεταγραφής, ιδιοκτησίας βαρών και μη διεκδίκησης από το αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, η δε Τράπεζα διενήργησε δια του προστηθέντος μηχανικού της αυτοψία στο ακίνητο για την εκτίμηση της αξίας του. Τα έξοδα του δανείου (δικαστικά, ελέγχου τίτλων, εγγραφής υποθήκης, προσημειώσεως κ.λ.π.) εκ 2.000 ευρώ προστέθηκαν στο ποσό της δανειοδότησης, ανερχόμενο έτσι αυτό στο ποσό των 67.000 ευρώ, υπεγράφη δε προς τούτο η από 29-12-2004 σχετική πρόσθετη πράξη της άνω κύριας δανειακής σύμβασης. Εξάλλου, προς ασφάλεια της απαιτήσεως της τέταρτης εναγομένης Τράπεζας από την προαναφερόμενη δανειακή σύμβαση ενεγράφη στα βιβλία υποθηκών του αρμόδιου Υποθηκοφυλακείου προσημείωση υποθήκης για το ποσό των 80.400 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, δυνάμει της υπ` αριθμ. 3005/2-2-2005 απόφασης ασφαλιστικών μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Εν τω μεταξύ, υπεγράφη μεταξύ της ενάγουσας και των δύο πρώτων εναγομένων η υπ` αριθμ. 11341/ 31-12-2004 πράξη εξόφλησης και άρσης του όρου μη διάθεσης του ίδιου ως άνω συμβ/φου, αφού η ενάγουσα εξόφλησε το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, καταβάλλοντος το ποσό των 65.000 ευρώ στους δύο πρώτους εναγομένους και το ποσό των 29,77 ευρώ για τέλη και δικαιώματα του ιδίου συμβολαιογράφου για τη σύνταξη της πράξης αυτής.

Στο εν λόγω συμβολαιογραφικό έγγραφο, κατά τη σύνταξη του οποίου παρέστησαν τα συμβαλλόμενα μέρη, αναφέρθηκε εκ νέου "ότι με το υπ` αρ. 11217/11-11-2004 συμβόλαιο του ως άνω συμβολαιογράφου αγοραπωλησίας ημιυπόγειου διαμερίσματος οι πωλητές παραχώρησαν και μεταβίβασαν στην ενάγουσα μια υπόγεια αποθήκη, διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα .... αποτελούμενο από δύο δωμάτια, σαλοκουζίνα, λουτροαποχωρητήριο και διάδρομο, όπως τούτο φαίνεται ανάμεσα στα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Α στο θεωρημένο από το Τμήμα Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης με αρ. πρωτ. 10844/4-10-2004 σχεδιάγραμμα κάτοψης ημιυπόγειου .. και στην οποία αποθήκη - διαμέρισμα αναλογεί ποσοστό εξ αδιαιρέτου στο όλο οικόπεδο και στα λοιπά κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους πράγματα και εγκαταστάσεις της με στοιχεία οικοδομής ενός εκατοστού και ενενήντα δύο εκατοστών του εκατοστού (1,92%)..". Στις 8.2.2007, υπάλληλοι του Τμήματος Πολεοδομίας Δυτικής Θεσσαλονίκης, κατόπιν σχετικής καταγγελίας, ενήργησαν αυτοψία και διαπίστωσαν παράνομη αλλαγή χρήσης χώρου από υπόγειο - αποθήκη σε κατοικία, ήτοι χωρίς την προηγούμενη άδεια από το αρμόδιο Πολεοδομικό γραφείο, χαρακτηρίζοντας το εν λόγω ακίνητο ως αυθαίρετο. Κατά της με ίδια ημεροχρονολογία έκθεσης αυτοψίας αυθαίρετης κατασκευής και υπολογισμού προστίμων η ενάγουσα υπέβαλε ένσταση ενώπιον της Διευθύνσεως Πολεοδομίας Εύοσμου Θεσσαλονίκης, εκθέτοντας την άγνοια της περί της συντελεσθείσας, πριν το ακίνητο αυτό περιέλθει στην κυριότητά της, αυθαίρετης μεταβολής χρήσεως του ακινήτου, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή και τελικώς της επιβλήθηκε ως πρόστιμο ανέγερσης το ποσό των 1.207,13 ευρώ και ως πρόστιμο διατήρησης το ποσό των 241,42 ευρώ ανά έτος, από το έτος 2003 και εφεξής, ήδη δε βεβαιώθηκε εις βάρος της, στις 1.2.2008, στη Δ.Ο.Υ. Νεαπόλεως και κατέβαλε το συνολικό ποσό των 2.414,22 ευρώ, το οποίο συνίσταται στο πρόστιμο διατήρησης αυθαιρέτου για τα έτη 2003 έως και 2007 εκ 1.207,10 ευρώ και στο εφ άπαξ πρόστιμο ανέγερσης εκ 1.207,13 ευρώ.

Εξάλλου, με την υπ` αριθμ: 2/14.1.2008 εντολή του προϊσταμένου της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης έγινε έλεγχος της ως άνω 2380/2004 δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτου, βάσει της οποίας είχε λάβει απαλλαγή από τον φόρο μεταβίβασης του ακινήτου ως πρώτη κατοικία, και συντάχθηκε η από 14.1.2008 έκθεση ελέγχου, σύμφωνα με την οποία δεν έπρεπε να χορηγηθεί απαλλαγή α` κατοικίας λόγω του ότι η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 11-3-1996 και ο ημιυπόγειος χώρος που μεταβιβάστηκε είναι χαρακτηρισμένος ως αποθηκευτικός χώρος και μέχρι την υποβολή της δήλωσης μεταβίβασης και την υπογραφή του μεταβιβαστικού συμβολαίου, δεν είχε γίνει τροποποίηση της οικοδομικής αδείας ως προς τη χρήση του υπογείου, από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Βάσει της έκθεσης αυτής επιβλήθηκε τελικά στην ενάγουσα με το υπ` αριθμ. πρωτ. 1/14.1.2008 φύλλο ελέγχου μεταβίβασης ακινήτου της Α` Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης φόρος μεταβίβασης για την αγορά του, ποσού 5.470,50 ευρώ, που βεβαιώθηκε με Α.Χ.Κ 42/08/19.6.2008. Εν τω μεταξύ, η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης την από 16.10.2007 έγκληση της εξαιτούμενη την τιμωρία παντός υπευθύνου για την καθοιονδήποτε τρόπο συμμετοχή του στην μεταβίβαση του αυθαίρετου ακινήτου, η οποία απορρίφθηκε στη συνέχεια με την υπ` αριθμ. 1895/3/09 Διάταξη του άνω Εισαγγελέως. Στο σκεπτικό της προαναφερθείσας Διατάξεως αναφέρεται ότι "... Σε κάθε περίπτωση η εγκαλούσα ήταν γνώστρια του καθεστώτος του ακινήτου που αγόραζε, τέθηκαν υπόψην της τόσο τα προγενέστερα συμβόλαια όσο και η κατακυρωτική έκθεση που το αφορούσαν στα οποία ρητά αναφέρεται ότι πρόκειται για αποθηκευτικό χώρο που έχει μετατραπεί σε κατοικία και κανένας δεν παρέστησε σε αυτήν κάποιο ψευδές γεγονός σχετικά με το ακίνητο, ώστε να θεωρηθεί ότι εξαπατήθηκε και υπέστη περιουσιακή βλάβη...". Η ενάγουσα υπέβαλε κατά αυτής την υπ` αριθμ. 24/2009 "προσφυγή της ενώπιον του Εισαγγελέως Εφετών Θεσσαλονίκης, η οποία, επίσης, απορρίφθηκε με την υπ` αριθμ. 69/09 Διάταξη του για τους ίδιους ως άνω λόγους. Από τα προεκτεθέντα περιστατικά προκύπτει ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι γνώριζαν ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ήταν υπόγεια αποθήκη διαμορφωμένη σε ημιυπόγειο διαμέρισμα, ουδόλως, όμως, απέκρυψαν δολίως το γεγονός αυτό από την ενάγουσα, ούτε και προέβησαν σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια προκειμένου να την εξαπατήσουν κατά τη μεταβίβαση της κυριότητας, όπως αβάσιμα η τελευταία ισχυρίζεται. Αντίθετα, το γεγονός αυτό της διαμόρφωσης της υπόγειας αποθήκης σε διαμέρισμα και εντεύθεν της ύπαρξης αλλαγής χρήσης αυτού, ρητά αναφέρεται τόσο στη μεταβιβαστική του ακινήτου δικαιοπραξία, όσο και στη δήλωση φόρου μεταβίβασης του, η δε ενάγουσα σε κάθε περίπτωση μπορούσε να ελέγξει την αυθαίρετη αλλαγή της χρήσης του δια του νομικού παραστάτη της, αφού τέθηκαν υπόψη της τόσο τα προγενέστερα συμβόλαια και η κατακυρωτική έκθεση που το αφορούσαν, όσο και το σχεδιάγραμμα κάτοψης του κτιρίου και η πολεοδομική του άδεια, που επίσης αναφέρονται στην επίδικη μεταβιβαστική δικαιοπραξία.

Εξάλλου, οι προστηθέντες υπάλληλοι της τέταρτης εναγόμενης Τράπεζας δεν είχαν υποχρέωση ούτε αρμοδιότητα να ερευνήσουν τη νομιμότητα της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας ή της αλλαγής της χρήσης του μεταβιβαζόμενου ακινήτου και να συμβουλεύσουν την δανειολήπτρια κατά την επιλογή του αγορασθέντος από αυτήν ακινήτου, αλλά να ελέγξουν και να εκτιμήσουν την αξία του ώστε να εξασφαλίσουν την Τράπεζα για την χορήγηση του δανείου. Συνεπώς, η ενάγουσα δεν κατέληξε στην υπογραφή του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου πλανηθείσα ως προς την παραπάνω ιδιότητα του ακινήτου από απατηλή συμπεριφορά των τεσσάρων πρώτων εναγομένων, η οποία δεν αποδείχθηκε. Εντούτοις, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το πωληθέν ακίνητο παρουσιάζει ουσιώδες πραγματικό ελάττωμα (αυθαίρετη αλλαγή χρήσης υπογείου χώρου οικοδομής από αποθήκη σε κατοικία), ένεκα του οποίου εγκύρως η ενάγουσα άσκησε με την κρινόμενη αγωγή το δικαίωμα της υπαναχώρησης από την πώληση, αφού οι δύο πρώτοι των εναγομένων -πωλητές εγγυήθηκαν και υποσχέθηκαν ότι παραδίδουν το επίδικο ακίνητο απαλλαγμένο από κάθε νομικό και πραγματικό ελάττωμα (7η σελίδα του συμβολαίου), από τα ανωτέρω δε αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης δεν προέκυψε ότι η ενάγουσα γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισης της ανωτέρω σύμβασης αγοράς την ύπαρξη του ως άνω πραγματικού ελαττώματος, δηλαδή την αυθαίρετη αλλαγή της χρήσης του επιδίκου, απορριπτόμενου στο σημείο αυτό του περί του αντιθέτου ισχυρισμού των εναγομένων. Μετά την κατά τα άνω υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη σύμβαση η πώληση ανετράπη αναδρομικώς και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι υπέχουν υποχρέωση να αποδώσουν στην ενάγουσα το τίμημα που έλαβαν (ΑΚ 547), τα έξοδα της πώλησης καθώς και ό,τι άλλο δαπάνησε η ενάγουσα για το ακίνητο ένεκα αυτής (πώλησης), έντοκα από την ημέρα εκάστης καταβολής (ΑΚ 547), για το εκτός συμβολαίου δε καταβληθέν μέρος του τιμήματος κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.) επειδή έγιναν πλουσιότεροι ως προς αυτό χωρίς νόμιμη αιτία, έντοκα από της επιδόσεως της αγωγής. Η ενάγουσα δε υπέχει την αμοιβαία υποχρέωση να παραδώσει το επίδικο ακίνητο σε αυτούς ελεύθερο από το εμπράγματο βάρος της εγγραφείσας σε αυτό προσημείωσης υποθήκης.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει ν` απορριφθεί η αγωγή ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων ως αβάσιμη κατ` ουσία και να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή κατά την επικουρική της βάση της αναγνώρισης της υπαναχώρησης και καταβολής αποζημίωσης λόγω πραγματικού ελαττώματος ως και κατ` ουσία βάσιμη ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, αναγνωριζομένης ως εγκύρου και νομίμου της υπαναχωρήσεως της ενάγουσας από τη συναφθείσα μεταξύ αυτής και των δύο πρώτων εναγομένων συμβάσεως πωλήσεως και να αναγνωρισθεί ότι οι τελευταίοι οφείλουν να της καταβάλουν, κατ` ισομοιρία, το συνολικό ποσό των 88.649,53 ευρώ (65.000 + 10.000 + 500 + 885 + 2.950 + 851, 44 + 548, 60 + 29, 77 + 2.414, 22 + 5.470,50) με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους ποσό από τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους και μέχρις εξοφλήσεως και ειδικότερα για το ποσό των 65.000 ευρώ από 31.12.2004 και για το ποσό των 10.000 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής, για το ποσό των 500 ευρώ από 25.8.2004, για το ποσό των 885 ευρώ από 12.11.2004, για το ποσό των 2.950 ευρώ από 8.11.2004, για το ποσό 851,44 ευρώ από 11.11.2004, για το ποσό των 548,60 ευρώ από 11.11.2004, για το ποσό των 29,77 ευρώ από 31.12.2004, για το ποσό 2.414,22 ευρώ από 1.2.2008 και για το ποσό των 5.470,50 ευρώ από 19.6.2008. Τα δικαστικά έξοδα πράττει να κατανεμηθούν μεταξύ των διαδίκων ανάλογα με τη νίκη και ήττα αυτών και μέρος αυτών της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων (αρθρ. 178 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τα λοιπά, η ενάγουσα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα των λοιπών εναγομένων λόγω της ήττας της (αρθρ. 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την με αριθμό κατάθεσης 39938/2008 κύρια αγωγή, καθώς και την με αριθμό κατάθεσης 542/2009 ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, ενωμένη με παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοίνωση δίκης και προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση, καθώς και την ενωμένη παρεμπίπτουσα αγωγή και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ανακοινούντες τη δίκη - προσεπικαλούντες σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπιπτόντως ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα της καθής η ανακοίνωση δίκης - προσεπικαλούμενης σε αναγκαστική παρέμβαση - παρεμπιπτόντως εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους πέμπτο, έκτο και έβδομο των εναγομένων 

και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα των προαναφερομένων εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο διακοσίων ενενήντα (290,00) ευρώ.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τους τρίτο και τέταρτη των εναγομένων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στα δικαστικά έξοδα των ως άνω εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ:

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο στο σκεπτικό.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τους δύο πρώτους εναγομένους, κατά την επικουρική της βάση.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ως έγκυρη και νόμιμη την υπαναχώρηση της ενάγουσας από τη συναφθείσα μεταξύ αυτής και των δύο πρώτων εναγομένων επίδικη σύμβαση πωλήσεως ακινήτου, καταρτισθείσα με το υπ` αριθμ. 11217/2004 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσ/νίκης Κων/νου Γωγάκου.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι δύο πρώτοι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν κατ` ισομοιρία στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των ογδόντα οκτώ χιλιάδων εξακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και πενήντα τριών λεπτών (88.649,53), ήτοι το ποσό των 44.324,76 ευρώ ο καθένας, με το νόμιμο τόκο για κάθε παρακάτω αναφερόμενο επιμέρους ποσό από τους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους και μέχρις εξοφλήσεως και ειδικότερα για το ποσό των 65.000 ευρώ από 31.12.2004 και για το ποσό των 10.000 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής, για το ποσό των 500 ευρώ από 25.8.2004, για το ποσό των 885 ευρώ από 12.11.2004, για το ποσό των 2.950 ευρώ από 8.11.2004, για το ποσό 851,44 ευρώ από 11.11.2004, για το ποσό των 548,60 ευρώ από 11.11.2004, για το ποσό των 29,77 ευρώ από 31.12.2004, για το ποσό 2.414,22 ευρώ από 1.2.2008 και για το ποσό των 5.470,50 ευρώ από 19.6.2008, με τον όρο απόδοσης του περιγραφομένου στο ιστορικό ακινήτου εκ μέρους της ενάγουσας ελεύθερου από το επιβληθέν βάρος της προσημείωσης υποθήκης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των δύο πρώτων εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (2.640,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε την 10-12-2009 και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στη Θεσσαλονίκη την 29-1-2010.



Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ε.Φ.

Σχόλια