Αγωγή αναγνωριστική. Αγωγή νομής. Αβάσιμες οι αγωγές εναντίον των δικαιοπαρόχων του πωλητή και εναντίον του τελευταίου, διότι οι πρώτοι είχαν αποκτήσει κυριότητα και νομίμως τη μεταβίβασαν στο δεύτερο. Έφεση. Έννομο συμφέρον. Είναι απαράδεκη η άσκηση εφέσεως εκ μέρους του νικήσαντος διαδίκου, εάν προσβάλλονται αιτιολογίες, οι οποίες δεν δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του δεδικασμένο. Εν μέρει οριστική απόφαση. Σε ανάκληση δεν υπόκεινται οι οριστικές διατάξεις. Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιον. Το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο μέχρι της 30.12.1947 επί των κληρονομικών σχέσεων των Δωδεκανησίων Χριστιανών Ορθοδόξων. Η εκδήλωση βούλησης απαιτείτο για την απόκτηση της συννομής επί κληρονομιαίων ακινήτων..187/2009 ΕΦ ΔΩΔ.


Δάση. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα, με αιτιολογημένη απόφαση. Από την αμφισβήτηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής γεννάται ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη με ανακοπή στο Ειρηνοδικείο. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979 προθεσμία για την κήρυξη της αναδάσωσης είναι ενδεικτική. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Πότε...4656/2011 ΣΤΕ..

187/2009 ΕΦ ΔΩΔ ( 510833) 
Αγωγή αναγνωριστική. Αγωγή νομής. Αβάσιμες οι αγωγές εναντίον των δικαιοπαρόχων του πωλητή και εναντίον του τελευταίου, διότι οι πρώτοι είχαν αποκτήσει κυριότητα και νομίμως τη μεταβίβασαν στο δεύτερο. Έφεση. Έννομο συμφέρον. Είναι απαράδεκη η ..
άσκηση εφέσεως εκ μέρους του νικήσαντος διαδίκου, εάν προσβάλλονται αιτιολογίες, οι οποίες δεν δημιουργούν δυσμενές σε βάρος του δεδικασμένο. Εν μέρει οριστική απόφαση. Σε ανάκληση δεν υπόκεινται οι οριστικές διατάξεις. Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιον. Το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο μέχρι της 30.12.1947 επί των κληρονομικών σχέσεων των Δωδεκανησίων Χριστιανών Ορθοδόξων. Η εκδήλωση βούλησης απαιτείτο για την απόκτηση της συννομής επί κληρονομιαίων ακινήτων.


  
Αριθμός απόφασης:187/2009

ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΟΥ

(Μεταβατική έδρα Κω)

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Ευριπίδη Λαγουδιανάκη, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Φραγκάκη [Εισηγήτρια], Χαρίδημο Πρατικάκη, Εφέτες, και τη Γραμματέα Κυριακή Χρυσοπούλου, δικαστική υπάλληλο του Πρωτοδικείου Κω.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του Πρωτοδικείου Κω την 11.2.2009, για να δικάσει την ακόλουθη υπόθεση μεταξύ:

[Α] Των Καλούντων (εναγόντων): 1) ...4), κατοίκων Αθήνας, παραστάθηκαν οι 1ος, 2η, 3η διά και ο 4ος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους .....

Των Καθών η Κλήση (εναγομένων): 1) ...3), κατοίκων Αθήνας, παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους .....

[Β] Των Καλούντων: 1) ...4), κατοίκων Αθήνας, παραστάθηκαν οι 1ος, 2η, 3η διά και ο 4ος μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους .....

Των Καθών η Κλήση: 1) ...2) κατοίκων Αθήνας, παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους ..., και 3) Π. Β., κατοίκου Πάτμου, παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου του .....

[Α] Οι ενάγοντες άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω κατά του εναγομένου την από 17.12.1997 και με αριθ. εκθ. κατ. 1509/ΠΤ 236/29.12.1997 αγωγή τους. Ο εναγόμενος (Π.Β.) με την από 12.4.1998 και με αριθ. εκθ. κατ. 499/ΠΤ 74/4.5.1998 ανακοίνωση δίκης προσεπικάλεσε σε αναγκαστική παρέμβαση τις Λ. Τ. και Μ. Χ., οι οποίες παρενέβησαν προσθέτως υπέρ αυτού με την από 3.6.1998 και με αριθ. εκθ. κατ. 682/ΠΤ 107/5.6.1998 πρόσθετη παρέμβασή τους. Το Δικαστήριο εκείνο με την 75/1999 οριστική απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, την προσεπίκληση με την σωρευόμενη σ` αυτή παρεμπίπτουσα αγωγή και την πρόσθετη παρέμβαση. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης οι ενάγοντες άσκησαν στο δικαστήριο που την εξέδωσε, απευθυνόμενη στο παρόν την από 24.4.2000 και με αριθ. εκθ. κατ. 48/24.4.2000 ένδικη έφεσή τους, επί της οποίας, συζητήσεως γενομένης, εκδόθηκε η με αριθ. 52/2004 μη οριστική απόφαση του παρόντος, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση και τάχθηκαν αποδείξεις. Ήδη η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση με την από 14.4.2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 47/24.4.2008 κλήση των εναγόντων, για τη συζήτηση δε αυτής που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο σχετικό πινάκιο, ορίσθηκε δικάσιμος αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. [Β] Οι ενάγοντες άσκησαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κω: (1) Κατά των εναγομένων την από 31.5.1993 και με αριθ. εκθ. κατ. 445/ΠΤ 50/31.5.1993 αγωγή τους και (2) Κατά του εναγομένου την από 5.7.1995 και με αριθ. εκθ. κατ. 803/ΠΤ 117/13.7.1995 αγωγής τους. Ο εναγόμενος στην με αρ. (2) αγωγή, με την από 22.12.1995 και με αριθ. εκθ. κατ. 70/ΠΤ 8/17.1.1996 ανακοίνωση δίκης, προσεπικάλεσε σε αναγκαστική παρέμβαση τις Λ. Τ. και Μ. Χ. οι οποίες παρενέβησαν προσθέτως υπέρ αυτού με την από 15.9.1996 και με αριθ. εκθ. κατ. 15/ΠΤ 2/1997 πρόσθετη παρέμβασή τους. Το Δικαστήριο εκείνο με την 20/2005 οριστική απόφασή του, απέρριψε τις αγωγές, την προσεπίκληση με την σωρευόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή και δέχθηκε την πρόσθετη παρέμβαση, αντιμωλία των διαδίκων. Κατά της οριστικής αυτής απόφασης, οι διάδικοι άσκησαν: 1) Ο Π. Β. την από 19.5.2005 και με αριθ. εκθ. κατ. 50/23.5.2006, ένδικη έφεσή του, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος (συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Κω) με αριθ. εκθ. κατ. 91/20.6.2006 και 2) Οι Ι. Γ. κλπ. την από 21.3.2006 και με αριθ. εκθ. κατ. 36/22.3.2006 ένδικη έφεσή τους αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος (συνεδριάζοντος στη μεταβατική έδρα Κω) με αριθ. εκθ. κατ. 79/29.5.2006. Δικάσιμος των ως άνω εφέσεων ορίσθηκε η 16.5.2007, κατά την οποία ματαιώθηκε η συζήτησή τους. Ήδη η υπόθεση φέρεται προς συζήτηση με την από 14.4.2008 και με αριθ. εκθ. κατ. 48/24.4.2008 κλήση των εκκαλούντων στην με στοιχ. (2) έφεση. Για τη συζήτηση δε αυτής (κλήσης) που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο σχετικό πινάκιο, ορίσθηκε δικάσιμος, αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, κατά την οποία οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν νόμιμα με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις γραπτές προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την από 14.4.2008 και αρ. κατ. 48/2008 κλήση νόμιμα εισάγονται προς συζήτηση στο Δικαστήριο αυτό, μετά από ματαίωσή τους, οι με αρ. κατ. 36/2006 (αριθ. εκθ. κατ. Εφ. 79/2006) και 50/2006 (αριθ. εκθ. κατ. Εφ. 91/2006) εφέσεις κατά της με αρ. 20/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω που δίκασε κατά την τακτική διαδικασία και κατ` αντιμωλία των διαδίκων. Εξάλλου, με τη με αρ. κατ. 47/2008 κλήση εισάγεται για περαιτέρω μετ` απόδειξη συζήτηση η με αρ. κατ. 1509/197 αγωγή νομής και οι με αυτήν συνεκδικασθείσες με αρ. κατ. 499/1998 και 682/1998 προσεπίκληση και πρόσθετη παρέμβαση, αντιστοίχως μετά το πέρας των αποδείξεων που τάχθηκαν με τη με αρ. 52/2004 εν μέρει οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, η οποία εκδόθηκε επί της με αρ. κατ. 48/2000 εφέσεως (αριθ. εκθ. κατ. Εφ. 37/2001) κατά της με αρ. 75/1999 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Οι ως άνω ένδικες εφέσεις οι οποίες βάλλουν κατά αποφάσεως που εκδόθηκε επί δύο αγωγών που συνεκδικάσθηκαν στη μετ` απόδειξη συζήτηση και αφορούσαν η πρώτη την έναντι των εναγομένων αναγνώριση της κυριότητας του ακινήτου και η δεύτερη την επ` αυτού προσβολή της νομής των εναγόντων από τον τρίτο των εναγομένων, και η ως άνω, προς μετ` απόδειξη συζήτηση φερομένη στο Δικαστήριο αυτό με αρ. κατ. 1509/1997 αγωγή, περί προσβολής της νομής των ίδιων εναγόντων σε άλλο τμήμα του ακινήτου αυτού από τον ίδιο εναγόμενο, πρέπει να συνεκδικασθούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους καθόσον με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η διεξαγωγή της δίκης, αποφεύγεται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και επέρχεται μείωση των εξόδων.

II. Οι ενάγοντες στη με αρ. κατ. 445/1993 απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο της Κω αγωγή τους, εξέθεσαν ότι οι τρείς πρώτοι, τόσο με παράγωγο και ειδικότερα με τα αναφερόμενα σ` αυτή νόμιμα μετεγγραμμένα συμβόλαια γονικής παροχής, όσο και με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε στο πρόσωπό τους δια προσαυξήσεως της νομής τους, με την υπερεικοσαετή αδιάλειπτη νομή της δικαιοπαρόχου των, κατέστησαν κύριοι, νομείς και κάτοχοι κατά ποσοστό 1/15 εξ αδιαιρέτου ο καθένας του λεπτομερώς κατά θέση, έκταση και όρια περιγραφομένου σ` αυτή ακινήτου που βρίσκεται στη θέση «Βουρλιές» της Νετιάς Σκάλας της νήσου Πάτμου. Ότι η πέμπτη εξ αυτών με πρωτότυπο τρόπο, απέκτησε κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στο δικόγραφό της, την πλήρη κυριότητα των 3/15 εξ αδιαιρέτου στο ίδιο ακίνητο και περαιτέρω ότι, αφού παρακράτησε την επικαρπία μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του ποσοστού της στον τέταρτο εναγόμενο γιό της, με νόμιμα μεταγραμμένο συμβόλαιο γονικής παροχής. Ότι οι δύο πρώτες εναγόμενες, Ε. χα Ν. Κ. και Μ. Χ. με τη με αρ. πράξη 91412/19.1.1976 δήλωσης αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π., με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της Ν. Κ. η πρώτη, και τη με αρ. 240359/23.6.1977 πράξη δήλωσης αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ. με την οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα της η δεύτερη, που μετέγραψαν νόμιμα, εμφανίστηκαν ως μόνες, αποκλειστικές εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό ½ η κάθε μία κυρίες του ακινήτου αυτού, το οποίο στη συνέχεια πώλησαν με το με αρ. 575/3.7.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, στον τρίτο εναγόμενο Π. Β. 

Επειδή δε με τον τρόπο αυτό άπαντες οι εναγόμενοι αμφισβητούν τα επί του αναφερομένου ακινήτου δικαιώματα του καθενός των εναγόντων, οι τελευταίοι ζήτησαν οι τρεις πρώτοι την επί του ακινήτου αυτού αναγνώριση της κυριότητάς τους και ο τέταρτος την ψιλή κυριότητα κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή εξ αδιαιρέτου ποσοστά ο καθένας και η πέμπτη των εναγομένων Ε. Κ., την αναγνώριση του επ` αυτού δικαιώματος της επικαρπίας της κατά τα 3/15 εξ αδιαιρέτου επ` αυτού ποσοστού. Ζήτησαν δε και την αναγνώριση της ακυρότητας των παραπάνω συμβολαιογραφικών αποδοχών και του μεταβιβαστικού συμβολαίου, καθώς και τη σε βάρος τους απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής τους κράτησης για κάθε διατάραξη. Επ` αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε κατ` αρχήν τη με αρ. 80/1995 εν μέρει οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας των αποδοχών και του συμβολαίου αγοράς του επιδίκου και το παρεπόμενο αίτημα της επιβολής ποινών και στη συνέχεια, ανέβαλλε την έκδοση της οριστικής απόφασης τάσσοντας σε βάρος της κάθε διάδικης πλευράς τις σχετικές για το θέμα της κυριότητας του επιδίκου αποδείξεις.

III. Ακολούθως, ενώπιον του ίδιου Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι ίδιοι ενάγοντες άσκησαν εναντίον του τρίτου εναγομένου στην προηγούμενη αγωγή και αγοραστή του επιδίκου Π. Β. τη με αρ. καταθ. 803/1995 αγωγή τους, στην οποία, επικαλούμενοι την επί του ως άνω στην πρώτη αγωγή περιγραφέντος ακινήτου σύννομη τους, κατά τα αναφερόμενα σ` αυτή για τον καθένα τους ποσοστά, εξέθεσαν ότι ο σ` αυτή εναγόμενος περί τα τέλη Ιουλίου έως 10 Αυγούστου 1994 προέβη σε εκχέρσωση, ισοπέδωση και διαμόρφωση του σ` αυτήν λεπτομερώς προσδιορισμένου κατά πλευρές, σχήματος τριγώνου τμήματος αυτού, επιφανείας 600 τ.μ. ότι οι ενέργειες αυτές του εναγομένου συνιστούν διατάραξη της επί του συγκεκριμένου τμήματος συννομής τους, άλλως αποβολή τους απ` αυτήν και ζήτησαν α) την αναγνώριση της συννομής τους κατά τα ανήκοντα στον καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστά στο παραπάνω τμήμα του ακινήτου, β) την παύση της διατάραξης και την παράλειψη από μέρους του διαταρακτικών ενεργειών στο μέλλον με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπική του κράτηση, για κάθε παραβίαση της σχετικής διάταξης της απόφασης, γ) επικουρικά την αποβολή του εναγομένου από το καταληφθέν τμήμα και την εγκατάστασή τους σ` αυτό, και τέλος ε) να καταβάλλει στον καθένα απ` αυτούς για αποζημίωση τους λόγω ηθικής βλάβης 6.000.000 δρχ. εντόκως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή αυτή συνεκδικάστηκε με την με αρ. κατ. 70/1996 προσεπίκληση, που άσκησε ο εναγόμενος προς τις δικαιοπαρόχους του Ε. χα Ν. Κ. και τη Μ. Χ., που ήταν συνεναγόμενες του στην πρώτη με αρ. κατ. 445/1993 αγωγή και με τη με αρ. κατ. 15/1997 πρόσθετη παρέμβαση που άσκησαν υπέρ αυτού οι τελευταίες. Επ` αυτών το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αρ. 140/1997 προδικαστική απόφαση του με την οποία έταξε σε βάρος των εναγόντων αποδείξεις.

βIV. Α) Μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων που τάχθηκαν με τις παραπάνω επί των αγωγών αυτών εκδοθείσες μη οριστικές αποφάσεις και οι δυο αυτές αγωγές εισήχθησαν και πάλι προς δεύτερη μετ` απόδειξη συζήτηση στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αυτές εξέδωσε την με αρ. 20/2005 απόφαση του με την οποία απέρριψε αυτές ως αβάσιμες στην ουσία τους. 

Β) Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με την πρώτη των συνεκδικαζομένων έφεσή τους οι ηττηθέντες ενάγοντες και ζητούν για τους αναφερόμενους σ` αυτή λόγους, την εξαφάνισή της με σκοπό να γίνουν δεκτές οι αγωγές τους. Κατ` αυτής όμως άσκησε έφεση και ο από τους νικήσαντες διαδίκους εναγόμενος Π. Β. παραπονούμενος για τις αιτιολογίες αυτής.

V. Εξάλλου η με αρ. καταθ. 1509/1997 αγωγή που είχαν ασκήσει οι ενάγοντες εναντίον του ίδιου εναγομένου, επικαλούμενοι προσβολή της νομής τους σε άλλο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού μετά το πέρας της διεξαγωγής των αποδείξεων που διατάχθηκαν από με τη με αρ. 52/2004 απόφασή του. Επί της αγωγής αυτής και των μ` αυτή συνεκδικασθεισών με αρ. 499/1998 προσεπίκλησης ενωμένης με παρεμπίτουσα αγωγή κατά των δικαιοπαρόχων του εναγομένου και τη με αρ. κατ. 682/1998 πρόσθετη υπέρ του τελευταίου, παρέμβαση των τελευταίων, εκδόθηκε η με αρ. 75/1999 απορριπτική επ` αυτών απόφαση του Πολυμελούς Δικαστηρίου Κω, με την οποία κρίθηκε ότι η αγωγή ήταν αόριστη και ως εκ τούτου απαράδεκτη. Το δε Εφετείο επί εφέσεως όπου ασκήθηκε κατ` αυτής, εξέδωσε την παραπάνω εν μέρει οριστική απόφασή του με την οποία, αφού εξαφάνισε την με αυτήν εκκαλουμένη κράτησε προς εκδίκαση την αγωγή, την προσεπίκληση και την πρόσθετη παρέμβαση και στη συνέχεια ανέβαλλε την οριστική του απόφαση και έταξε αποδείξεις. 

VI. Α) Από τις διατάξεις των άρθρων 516 §§ 1-2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για την άσκηση εφέσεως, απαιτείται να έχει ο εκκαλών έννομο συμφέρον προς τούτο, που κρίνεται από το διατακτικό της εκκαλουμένης αποφάσεως και υπάρχει όταν με αυτό απορρίπτονται αιτήσεις ή προτάσεις του εκκαλούντος ή γίνονται δεκτές αιτήσεις ή προτάσεις του αντιδίκου του. Οι εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι οποίες δεν καταλήγουν σε βλάβη του εκκαλούντος με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις που περιέχονται στο διατακτικό της, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της εφέσεως, με την αιτιολογία ότι είναι ασύμφοροι σ` αυτόν ή μη ορθές νομικώς, καθόσον το κρίσιμο της αποφάσεως είναι όχι οι αιτιολογίες, αλλά οι διατάξεις αυτής (Σ.Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ. Ε, § 313, ΑΠ 274/2003 ΕΔΠ 2004.51, ΕφΑθ. 4195/2004 ΝοΒ 2005.102, ΕφΑθ 2242/2003 ΕλΔνη 47.257, ΕφΑθ 8232/1986 ΕλλΔνη 28.1095). Κατ` ακολουθίαν βλάβη του διαδίκου από τις δυσμενείς γι` αυτόν αιτιολογίες της αποφάσεως μπορεί να προέρχεται μόνο, όταν από αυτές προκύπτει δεδικασμένο εις βάρος του, οπότε αυτός, αν και νίκησε, έχει έννομο συμφέρον ασκήσεως εφέσεως για αποτροπή αυτού (Κεραμεύς: Το προς έφεσιν δικαίωμα του νικήσαντος διαδίκου ΤιμΤΧ. Φραγκίστα 1968/356 επ., Μπέης, Το έννομο συμφέρον του νικήσαντος διαδίκου προς άσκησιν εφέσεως ή αντεφέσεως, ΑΠ 405/1981 Δ. 12.91, ΕΑ 4950/1982 ΝοΒ 30.1095, ΕΑ 304/1983 ΕλλΔνη 24.515, ΕΑ 8485/1997 ΝοΒ 46.1084). Β) Στην προκειμένη περίπτωση, η από τον εναγόμενο Π. Β. ασκηθείσα έφεση είναι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη απαράδεκτη, διότι λείπει το έννομο συμφέρον στον νικήσαντα αυτό διάδικο για την άσκησή της, καθόσον με τους λόγους της στρέφεται κατά των αιτιολογιών της εκκαλουμένης. Συγκεκριμένα το παράπονο του εναγομένου ότι σ` αυτή εσφαλμένα αναφέρεται ότι το επίδικο ανήκε στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ., ενώ το ορθό είναι ότι συμπεριλαμβανόταν σ` εκείνην του Ε. Κ. και περαιτέρω, ότι, δεδομένης της κρίσεως ότι τούτο ανήκε στον Γ. Κ., δεν αιτιολογείται επαρκώς η από μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους γνώση, ότι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων ασκούσαν αποκλειστικά τη νομή όλου του επιδίκου για δικό τους λογαριασμό, δεν επηρεάζουν το εξ αυτής παραγόμενο δεδικασμένο, σχετικά με το ότι οι ενάγοντες δεν απέκτησαν την ποτέ την κυριότητα, ούτε και τη νομή του επιδίκου κατά αναφερόμενα στις αγωγές τους ποσοστά. Επομένως πρέπει αυτή ν` απορριφθεί και να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αυτά θα καθοριστούν στο διατακτικό. Γ) Αντίθετα η πρώτη των συνεκδικαζομένων ασκηθείσα κατά της ίδιας απόφασης έφεση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα αφού δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (αρ. 499, 518 § 1 ΚΠολΔ), από τους ηττηθέντες στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας ενάγοντες κατά των εναγομένων (αρ. 516 § 1, 517 ΚΠολΔ). Επισημαίνεται δε ότι η ένδικη έφεση είναι παραδεκτή και κατά το μέρος που στρέφεται κατά των πρώτης και δεύτερης των εφεσίβλητων αφού τόσο η πρώτη που υπεισήλθε στη θέση της δικαιοπαρόχου της αρχικής πρώτης εναγομένης Ε. χας Ν. Κ., όσο και η δεύτερη ήσαν αντίδικοι των εκκαλούντων-εναγόντων στην επί της πρώτης αγωγής δίκη με αντικείμενο την αναγνώριση της κυριότητάς τους στο επίδικο και οι λόγοι έφεσης αφορούν την επ` αυτής διάταξη της εκκαλουμένης. Επομένως, νόμιμα φερομένη στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο για την εκδίκαση της (αρ. 19 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στη συνέχεια ως προς το παραδεκτό και τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (αρ. 533 § 1 ΚΠολΔ).

VII. Α) Στη συνέχεια, από τώρα, σε σχέση με το περιεχόμενο και τα αιτήματα της αγωγής, τις παραδοχές της εκκαλουμένης και τους λόγους της έφεσης πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 308, 309, 513, 539 και 533 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι οριστική απόφαση είναι εκείνη με την οποία τελειώνει η δίκη, με την παραδοχή ή την απόρριψη της αγωγής ή άλλου εισαγωγικού δικογράφου και το δικαστήριο απεκδύεται κάθε άλλης εξουσίας στη δικαζόμενη υπόθεση. Αντίθετα μη οριστικές αποφάσεις είναι εκείνες που παρασκευάζουν την υπόθεση, ώστε να καταστεί ώριμη για έκδοση οριστικής απόφασης. Σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων βάσεων, ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσότερων αγωγών, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αγωγές) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (άρθρο 308 § 2 Κ.Πολ.Δ). Η απόφαση αυτή, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές τις διατάξεις (ΑΠ 1821/2008 σε ΝΟΜΟΣ). Β) Επομένως ο λόγος της έφεσης, με τον οποίο οι ενάγοντες παραπονούνται ότι η εκκαλουμένη δεν ανακάλεσε τη με αρ. 80/1995 εν μέρει οριστική του απόφαση, κατά το μέρος που απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας των συμβολαιογραφικών πράξεων αποδοχής κληρονομιάς των αντιδίκων τους και το συμβόλαιο της αγοραπωλησίας των περί ακυρώσεως των συμβολαιογραφικώς γενομένων αποδοχών είναι αλυσιτελής και πρέπει ν` απορριφθεί. Γ) Τέλος, κατά το μέρος που οι ενάγοντες παραπονούνται για σφάλμα του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου σχετικά με την επί της ως άνω οριστικής διατάξεως κρίση του, θα πρέπει και πάλι ο λόγος αυτός της έφεσης ν` απορριφθεί ως απαράδεκτος αφού, η ως άνω προεκδοθείσα με αρ. 80/1995 απόφαση δεν θεωρείται ότι εκκαλείται και ως προς την οριστική της διάταξη, διότι η ένδικη έφεση δεν απευθύνεται ρητά κατ` αυτής (ΑΠ 708/2003, ΑΠ 203/2001 σε ΝΟΜΟΣ). 

VIII. Κατά το αρθρ. 92 του ΕισΝΑΚ, ο οποίος εισήχθη στα Δωδεκάνησα με το αρθρ. 2 § 1 εδ. α` του ν. 510/1947 «περί της εν Δωδεκανήσω εφαρμοστέας δικαστικής νομοθεσίας», από της 30.12.1947, ημερομηνίας δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (αρθρ. 14 αυτού). Οι σχέσεις του κληρονομικού δικαίου, αν ο κληρονομούμενος πέθανε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, κρίνονται και στο εξής κατά το έως τώρα δίκαιο. Κατά δε το Σουλτανικόν Φιρμάνιον του 1856 Χάτι-Χουμαγιούν, και τα Διατάγματα του Ιταλού Κυβερνήτου των Νήσων του Αιγαίου 200/1931, 54/1941 και 170/1942, επί κληρονομικών σχέσεων των Δωδεκανησίων Χριστιανών Ορθοδόξων, ίσχυε μέχρι της 30.12.1947 το βυζαντινορωμαϊκόν δίκαιον (ΑΠ 860/1979 ΝοΒ 28.255). Τέλος, από τις διατάξεις του ν. 3 κωδ. 734, ν. 42 πανδ. 41, 2, ν. 7 § 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3, ν. 8 § 1 πανδ. 7.39, ν. 9 § 1, 3α (50.14) που προϊσχυσαν, όσο και των άρθρων 787, 980, 981, 982 και 994 Α. Κ. προκύπτει ότι ο συγκοινωνός που νέμεται το κοινό πράγμα λογίζεται ότι νέμεται τούτο επ` ονόματι και των λοιπών κοινωνών και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών κτητική ή αποσβεστική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστή τη θέλησή του να νέμεται ολόκληρο το πράγμα ως κύριος μόνο για τον εαυτό του. Το στοιχείο όμως αυτό της γνωστοποιήσεως δεν είναι απαραίτητο, όταν ο καθ` ού προτείνεται η αποσβεστική ή κτητική παραγραφή συγκύριος δεν είχε στην πραγματικότητα γίνει ποτέ συννομέας του πράγματος. Εξάλλου, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις του Β.Ρ.Δ. ο συγκληρονόμος που απέκτησε την συγκυριότητα του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομουμένου, δεν απόκτησε και τη σύννομη του αυτοδικαίως, όπως συμβαίνει υπό την ισχύ του Α.Κ., αλλά θα την αποκτούσε από τότε που πραγματικά εκδήλωνε γι αυτό τη βούλησή του και άρχιζε να την ασκεί. Επομένως, ο συγκληρονόμος που μόνο αυτός επιλήφθηκε και ασκεί τη νομή, δεν θεωρείται ότι νέμεται και το μερίδιο εκείνου που δεν νέμεται, αλλά θεωρείται ότι εξακολουθεί να το νέμεται για δικό τους λογαριασμό (ΑΠ 1194/2006, ΑΠ 621/2004, σε Νόμος, ΑΠ 1606/1980 ΝοΒ 29.201, ΑΠ 641/1980 ΝοΒ 28.1992).

IX. Από τις καταθέσεις των ενόρκως εξετασθέντων μαρτύρων, που περιέχονται στις εισηγητικές εκθέσεις α) με αρ. 197/1997 και 6/1998 των Ειρηνοδικών Αθηνών και Νικαίας αντιστοίχως που διορίστηκαν εντεταλμένοι δικαστές με τη με αρ. 80/445/ΠΤ 50/1995 εν μέρει οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω β) με αρ. 62/1999, 2/2001 και 14/2002 των Ειρηνοδικών Αθηνών, Νικαίας και Πάτμου αντιστοίχως που διορίστηκαν εντεταλμένοι δικαστές με τη με αρ. 140/803/ΠΤ 117/1997 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και γ) με αρ. 57/2005, 1/2007, και 4/2006 των Ειρηνοδικών Αθηνών, Νικαίας και Πάτμου αντιστοίχως που διορίστηκαν εντεταλμένοι δικαστές με τη με αρ. 52/2004 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα - είτε αυτά χρησιμεύουν προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων- που με επίκληση προσκομίζουν οι διάδικοι, στα οποία, πρέπει να σημειωθεί, ότι συμπεριλαμβάνονται οι προσκομιζόμενες εκατέρωθεν, μη αμφισβητούμενης γνησιότητας φωτογραφίες του επιδίκου, αποδείχθηκαν τα εξής: Α) Αντικείμενο της μεταξύ των διαδίκων αντιδικίας αποτελεί ένα ακίνητο πρώην αγρός και ήδη οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση ΒΟΥΡΛΙΕΣ ΝΕΤΙΑΣ ΣΚΑΛΑΣ της νήσου Πάτμου Δωδεκανήσου, εμβαδού 2.735,60 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια επί πλευράς μήκους 52 μ. με κοινοτική οδό, νότια επί πλευράς μήκους 2 μ. με κοινοτική οδό προς Μ., ανατολικά επί πλευράς μήκους 95 μ. με ιδιοκτησία Θ. Γ. και δυτικά επί πλευράς μήκους 107,50 μ. με κοινοτική οδό και πέραν αυτής με παραλία. Το ακίνητο αυτό στους παλαιότατους χρόνους ανήκε στην Ε. συζ. Ν. Κ., στην οποία είχε περιέλθει από κληρονομιά του αυταδελφού της Ι. Κ. και σε αυτόν από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Κ. δυνάμει της από 19.8.1873 διαθήκης αυτού, στον δε τελευταίο είχε περιέλθει με αγορά από την Ιερά Μονή Πάτμου (βλ. την υπ` αρ. 493/12.2.1919 πιστοποίηση της Δημογεροντίας Πάτμου). Η Ε. Κ. ήταν η μητέρα μεταξύ των άλλων και των αδελφών Γ. και Ε. Κ., που φέρονται, ο μεν πρώτος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων, ο δε δεύτερος ως απώτερος δικαιοπάροχος των εναγομένων. Δεν αποδείχθηκε ωστόσο ότι η παραπάνω αναφερόμενη αρχική κοινή, απώτατη δικαιοπάροχος Ε. Κ. δώρισε άτυπα το ακίνητο αυτό στον γιό της Ε. Κ., μεγάλο μέρος της ακίνητης και κινητής περιουσίας του οποίου περιήλθε μετά το θάνατό του, το έτος 1936 με την από 25.1.1930 ιδιόγραφη-μυστική διαθήκη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 20.2.1937, κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου στους γιούς του αδελφού του, Γ. Κ., τους αδελφούς Π. και Ν. Κ., που είναι οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων. Και τούτο διότι δεν συμπεριλαμβάνεται στα ακίνητα, που, με βάση τη διαθήκη αυτή κληρονόμησαν οι παραπάνω. Δεν υπάρχει επίσης κανένα στοιχείο, από το οποίο να προκύπτει ότι τούτο περιήλθε δυνάμει άτυπης διανομής της μητρικής περιουσίας στον, φερόμενο από τους ενάγοντες ως απώτατο δικαιοπάροχο όλων των διαδίκων, επίσης γιό της Γ. Κ., που πέθανε το έτος 1931 χωρίς διαθήκη και, κατά την επίκληση των εναγόντων, φέρεται να έχει κληρονομηθεί εξ αδιαιρέτου και ισομερώς από τα πέντε τέκνα του Π., Ν., Α., Μ. και Ε. από τους οποίους, οι δύο πρώτοι είναι δικαιοπάροχοι των εναγομένων, η τρίτη δικαιοπάροχος των πρώτου δεύτερης και τρίτης των εναγόντων και η πέμπτη δικαιοπάροχος του τέταρτου ενάγοντα. Πρέπει να σημειωθεί ότι από την επικαλούμενη με αρ. 493/12.2.1919 πιστοποίηση της Δημογεροντίας Πάτμου, δεν συνάγεται ότι υπήρξε άτυπη διανομή μεταξύ των κληρονόμων της Ε. Κ., καθ` όσον σ` αυτή αναφέρεται ότι το επίδικο ανήκει στους κληρονόμους της, στους οποίους περιλαμβάνονται οι αδελφοί Γ. και Ε. Κ., χωρίς ν` αποκλείονται τα υπόλοιπα τέκνα αυτής. 

Επίσης, καμιά από τις καταθέσεις των μαρτύρων δεν συνεισφέρει στοιχεία που να οδηγούν με ασφάλεια στην πεποίθηση ότι προηγήθηκε άτυπη διανομή της περιουσίας της Ε. Κ., καθώς η γνώση της μάρτυρος Χ. Μ. που, όπως αναφέρει προέρχεται από τους δικαιοπαρόχους των διαδίκων, δεν ενισχύεται από κανένα άλλο στοιχείο, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η Ε. Κ., ήταν κάτοχος και άλλης, πλην του επιδίκου, ακίνητης περιουσίας, την οποία έλαβαν τα άλλα τέκνα, ώστε να γίνει λόγος για κτήση από άτυπη διανομή ολοκλήρου του επιδίκου από το ένα τέκνο. Εξάλλου από την κατάθεση της ίδιας μάρτυρος συνάγεται ότι και η ίδια δεν ήταν βέβαιη για την άτυπη διανομή της περιουσίας της Ε. Κ., αφού σε μία αποστροφή της καταθέσεώς της αναφέρει επί λέξει: «…Ποτέ το κτήμα αυτό δεν ανήκε εξ ολοκλήρου στο Μ. Κ.» (βλ. φύλλο 16 της με αρ. 197/1997 εισηγητικής). Β) Ωστόσο, οι αδελφοί Π. και Ν. Κ. έχοντας την πεποίθηση, ότι το επίδικο ανήκε στην κληρονομιά του θείου τους Ε. Κ., από το έτος 1937 νέμονταν και κατείχαν αποκλειστικά για λογαριασμό τους τούτο. Είναι αληθές ότι το ακίνητο δεν προσεφέρετο για καλλιέργεια αφού, κατά το μεγαλύτερο μέρος του είχε πάντα λιμνάζοντα νερά. Εξάλλου παρά την, κατά τις επικρατούσες τα χρόνια εκείνα συναλλακτικές αντιλήψεις, επικαλούμενη από τους ενάγοντες μειονεξία του ακινήτου, τούτο ήταν εξ αρχής περιφραγμένο και επιπλέον απετέλεσε αντικείμενο έριδος μεταξύ των φερομένων ως μόνων εξ αδιαιρέτου και ισομερώς συνιδιοκτητών του, Ν. και Π. Κ. και του Δήμου της Πάτμου. Αρχικά τούτο ήταν περιφραγμένο με ξερολιθιά, την οποία οι δικαιοπάροχοι των εναγομένων Π. και Ν. Κ. κατά καιρούς ανανέωναν. Συγκεκριμένα το έτος 1966 κατασκεύασαν νέα περίφραξη από συρματόπλεγμα, τοποθέτησαν καινούργια πόρτα και πλατφόρμα προσπέλασης από το επίδικο προς τον δρόμο, ενώ επιβαρύνοντο ισομερώς κατά ποσοστό ½ ο καθένας με τις δαπάνες επίβλεψης και συντήρησής του (βλ. την από 15.2.1968 χειρόγραφη εκκαθάριση δαπανών του Ν. Κ.).

Ακόμη μόνοι αυτοί, απευθύνονταν προς τις Αρχές για την οποιαδήποτε σχετική με την επί του επιδίκου αμφισβήτηση των δικαιωμάτων τους, (βλ. τα από 10.9.1966 τηλεγραφήματα, την από 31.10.1966 αναφορά του Ν. Κ. προς τον Υπουργό Εσωτερικών, το από 27.1.1967 έγγραφο απευθυνόμενο προς τον Δήμαρχο Πάτμου), και μόνον εκείνοι εξ αρχής εξεμίσθωναν τούτο σε τρίτους. Η κρίση αυτή ενισχύεται από την ύπαρξη των από 4.9.1973 και 29.10.1975 ιδιωτικών συμφωνητικών με τα οποία ο Π. Κ., ενεργώντας αφενός για τον εαυτό του και αφετέρου κατ` εντολήν και για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης Ε. Κ., χήρας του θανόντος το έτος 1971 αδελφού του Ν. Κ., εξεμίσθωνε την ευρισκόμενη στην Πάτμο αγροτική περιουσία, που κατά ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου ανήκε σε εκείνον και στον αδελφό του, στους Π. Π. και Ε. Π. αντιστοίχως στην οποία περιλαμβανόταν και το επίδικο. Ουδείς λόγος περί εικονικότητας των συγκεκριμένων μισθωτηρίων ιδιωτικών εγγράφων μπορεί να γίνει, αφού α) από τις με επίκληση προσκομιζόμενες ταχυδρομικές αποδείξεις αποστολής χρημάτων προκύπτει ότι, ο μισθωτής Ε. Π. έστελνε στην από τους συνεκμισθωτές του Ε. Κ. το μίσθωμα και β) η σύνταξη των μισθωτηρίων αυτών έγινε σε χρόνο, που ακόμη δεν είχαν διαφανεί οι προθέσεις των εναγόντων για τη διεκδίκηση του μεριδίου τους από την περιουσία του θανόντος Γ. Κ. στην οποία, κατ` επίκλησή τους, περιλαμβάνεται το επίδικο. Εξάλλου ο Δήμος Πάτμου με το από 19.12.1966 έγγραφό του απευθύνεται προς τον Π. Κ. για τη διευθέτηση του ζητήματος που αφορά το επίδικο. Οι αδελφοί επομένως Π. και Ν. Κ. είχαν στην αδιαμφισβήτητη νομή και κατοχή τους το επίδικο ισομερώς και εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό ½ ο καθένας από το έτος 1937 επί τριάντα και πλέον έτη έως το θάνατό τους, που επισυνέβη το έτος 1971 για τον Ν. και το έτος 1976 για τον Π. Γ) Αντιθέτως δεν αποδείχθηκε ότι κατά το διάστημα εκείνο ασκήθηκαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίων στο επίδικο από μέρους των τριών θυγατέρων του Γ. Κ. και αδελφών των Π. και Ν., από τις οποίες η Α. σύζυγος Σ. Γ. και η Ε. σύζυγος Γ. Κ. είναι οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων. Ακολούθως και οι ενάγοντες, για τους οποίους πρέπει να επισημανθεί ότι στην πρώτη με αρ. κατ. 445/1993 αναγνωριστική αγωγή τους δεν επικαλούνται καμιά πράξη νομής στο επίδικο, επιχειρώντας το πρώτον να προσδιορίσουν αυτές με την προσθήκη αντίκρουση των προτάσεών τους, δεν απέδειξαν ότι επελήφθησαν ποτέ της κατοχής του επιδίκου με διάνοια κυρίων κατά το επικαλούμενο ποσοστό της κληρονομιάς τους. Τα όσα δε καταθέτουν περί τούτου οι μάρτυρές τους, δεν ενισχύονται από κανένα άλλο στοιχείο, σε αντίθεση με την πλευρά των εναγομένων η θέση των οποίων ενισχύεται από τα στοιχεία που παρέχουν τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα, οι ιδιόχειρες σημειώσεις των δαπανών και τα ιδιωτικά συμφωνητικά εκμίσθωσης. Επιπλέον, η μέσω μαρτυρικών καταθέσεων διαφαινόμενη θέση των εναγομένων, σχετικά με το ότι η εκ των θυγατέρων Ε. Κ. ενεργούσε ως αντιπρόσωπος όλων των αδελφών Κ. στο επίδικο, ανατρέπεται από την από 13.9.1966 επιστολή της Μ. Κ. στην οποία, είχε ανατεθεί από τους αδελφούς Π. και Ν. η επιστασία του σπιτιού της Σκάλας Πάτμου και τους οποίους εκείνη αναγνωρίζει ως μόνους κυρίους του σπιτιού τη φύλαξη του οποίου και τη φροντίδα έχει αναλάβει. Ειδικότερα στην επιστολή εκείνη με την οποία η Μ. Κ. απευθύνεται προς τον Π. Κ., καθίσταται σαφές ότι εκείνη θεωρεί αποκλειστικούς κυρίους του επιδίκου τους αδελφούς Π. και Ν.. Αν όμως ήταν αληθές το γεγονός ότι η Ε. Κ., για την οποία δεν αμφισβητείται ότι μετέβαινε συνεχώς και κατά τακτά χρονικά διαστήματα στη Πάτμο, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος όλων των τέκνων του Γ. Κ., επιμελούμενη την πατρική περιουσία για λογαριασμό τους, τότε θα ήταν σύνηθες για τη Μ. Κ. προς διευθέτηση των αναφερομένων στην επιστολή ζητημάτων ν` απευθυνθεί, σ` εκείνην και όχι στον Π. Κ.. Πέραν τούτου δε και εκ της αλληλογραφίας του Ν. Κ. συνάγεται ότι, παρά την συχνή κατ` έτος παρουσία των θυγατέρων Κ. και των οικογενειών τους στην Πάτμο σε σχέση με τους Ν. και Π., των οποίων η παρουσία δεν ήταν συχνή, για τα ζητήματα που αφορούσαν το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο οι δημοτικές αρχές απευθυνόταν σ` αυτούς. Τέλος δεν απεδείχθη ότι η μητέρα τους Μ. Κ. ενήργησε πράξεις διαχείρισης που αφορούσαν το συγκεκριμένο ακίνητο. Η επικαλούμενη από τους ενάγοντες διενεργηθείσα μέτρηση του επιδίκου από τον πρώτο των εναγόντων, γιο της Α. Γ., το γένος Γ. Κ. το έτος 1970 και γενικά σε προγενέστερο του θανάτου του Π. Κ. χρόνο, δεν αποδεικνύει την επ` αυτού νομή τους αφού, έγινε κατόπιν εντολής του θείου του Π. Κ., δοθέντος ότι ο Ι. Γ. είναι πολιτικός μηχανικός και σ` αυτόν συνήθιζε, λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης, (θείος και από αδελφή ανηψιός), να αναθέτει τις εργασίες που χρειαζόταν να γίνουν από μηχανικό (βλ. κατάθεση του εξετασθέντος από την πλευρά των εναγομένων μάρτυρος Ι. Α. στη με αρ. 197/1997 εισηγητική- φύλλο 46). Επομένως, οι δικαιοπάροχοι της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων κατά το χρόνο του θανάτου τους είχαν καταστεί ισομερώς και εξ αδιαιρέτου αποκλειστικοί κύριοι του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο. Έως τότε οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αδελφές Α. Γ. και Ε. Κ. δεν αμφισβητούσαν τα δικαιώματα των αδελφών τους Π. και Ν. επί των ευρισκόμενων στην Πάτμο, προερχομένων από την πατρική ακίνητη περιουσία ακινήτων τους, στα οποία θεωρούν ότι συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο.

Δ) Μετά το θάνατο των αδελφών Π. και Ν. Κ. την κυριότητα του επιδίκου απέκτησαν με κληρονομική διαδοχή οι δύο πρώτες εναγόμενες στην πρώτη με αρ. κατ. 445/1993 αγωγή, Ε. χα Ν. Κ. και Μ. θυγατέρα Π. Κ., σύζυγο Δ. Χ., οι οποίες αποδέχθηκαν νόμιμα τη σ` αυτές επαχθείσα κληρονομιά των παραπάνω, με συμβολαιογραφική πράξη που μετέγραψαν, και, ενόψει της προϋφισταμένης στα πρόσωπα των παραπάνω κληρονομουμένων κυριότητας του επιδίκου, όπως αναφέρθηκε, μετήχθη σ` αυτές η κυριότητα του επιδίκου από πραγματικούς κυρίους με παράγωγο τρόπο. Ειδικότερα στην πρώτη εξ αυτών το επίδικο περιήλθε κατά κυριότητα σε ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου, μετά το θάνατο του συζύγου της Ν. Κ., στις 7.12.1971, με τη αρ. 27454/24.4.1964 δημοσία διαθήκη αυτού, που δημοσιεύτηκε με το 2075/16.12.1971 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία εν συνεχεία εκείνη αποδέχτηκε με την με αρ. 91412/19.1.1976 δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Π. της που νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάτμου (τόμος 16 αρ. 2198). Στην δεύτερη τούτων περιήλθε το υπόλοιπο εξ αδιαιρέτου ποσοστό της επί του επιδίκου κυριότητας στις 19.7.1976 μετά το θάνατο του πατέρα της Π. Κ., τον οποίο αυτή κληρονόμησε ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος (μετά την αποποίηση από την σύζυγό του Ε. χα Π. Κ. για την οποία συνετάγη η υπ` αρ. 1099/18.10.1976 έκθεση αποποίησης), αποδεχόμενη την κληρονομιά με την με αρ. 240359/23.6.1977 δήλωση αποδοχής του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Πάτμου (τόμος 20 αρ. 2599). Τόσο η πρώτη των εναγομένων από το έτος 1971 που πέθανε ο σύζυγός της, όσο και η δεύτερη τούτων, μετά το θάνατο του πατέρα της το 1976, συνέχισαν την επί του επιδίκου φυσική τους εξουσία συνεχώς, αδιαλείπτως μέχρι το και έτος 1979, χωρίς ποτέ οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων να αμφισβητήσουν μέχρι τότε την επί του επιδίκου κυριότητά τους. Η έναντι των κληρονόμων του Π. και Ν. Κ. αμφισβήτηση της αποκλειστικής κυριότητας του επιδίκου, έγινε για πρώτη φορά το έτος 1979 από τις αδελφές τους Μ. Π. και την εν ζωή ευρισκομένη κατά την άσκηση των κρινόμενων αγωγών πέμπτη ενάγουσα Ε. Κ. το γένος αμφοτέρων Γ. Κ., με την από 1.6.1979 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση που κοινοποίησαν σ` αυτές στις 14.7.1979, με την οποία καλούσαν τις εναγόμενες να συναινέσουν στη με εξώδικη διανομή λύση της μεταξύ τους υφισταμένης κοινωνίας στα ακίνητα που προέρχονται από την κληρονομιά του πατέρα τους, Γ. Κ., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται το επίδικο. Το γεγονός όμως αυτό, δεν διέκοψε την άσκηση της επί του επιδίκου νομής των δύο πρώτων εναγομένων, οι οποίες εξακολούθησαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις με διάνοια αποκλειστικών κυρίων στο επίδικο, εκμισθώνοντας αυτό μαζί με άλλα ακίνητά τους στον Ε. Π. (βλ. το από 15.7.1983 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως) από τον οποίο εισέπρατταν μίσθωμα (βλ. τις προσκομιζόμενες με επίκληση αποδείξεις ταχυδρομικής αποστολής χρημάτων από τον συγκεκριμένο μισθωτή στην Ε. χα Ν. Κ. των ετών 1980 έως και 1987), και γενικά επιβλέποντας επισκεπτόμενες οι ίδιες, ή τρίτοι κατ` εντολήν τους αυτό, προκειμένου να διαπιστώνουν την εκάστοτε πραγματική κατάστασή του, μέχρι το 1992 που με το με αρ. 575/3.7.1992 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν τούτο στον Π. Β. τρίτο εναγόμενο της πρώτης αγωγής και μόνο εναγόμενο στις περί προσβολής νομής ένδικες αγωγές. Στον τελευταίο από της μεταγραφής του συμβολαίου παραδόθηκε άμεσα η νομή και η κατοχή του ακινήτου από τις πωλήτριες. Έτσι η διαμόρφωση χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων τον Αύγουστο του έτους 1994 και η κατασκευή κτίσματος σε διαφορετικό τμήμα αυτού στις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 1997, συνιστούν από μέρους του νόμιμη άσκηση νομής στο επίδικο, η οποία του παραδόθηκε μαζί με την εξαιτίας πωλήσεως μεταβίβαση της κυριότητάς του από τις πωλήτριες δικαιοπαρόχους του, συνεναγόμενες στην αρχική αγωγή και προσθέτως παρεμβαίνουσες στις ένδικες, εναντίον του στρεφόμενες με αρ. κατ. 803/1995 και 1509/1997 αγωγές νομής. 

Ε) Οι ενάγοντες στις δύο αυτές αγωγές νομής επικαλέστηκαν τις ίδιες πράξεις νομής, που οι εναγόμενες δικαιοπάροχοι του αντιδίκου τους και ο ίδιος παρέθεσαν στις προτάσεις τους αμυνόμενοι στην πρώτη (με αρ. κατ. 445/1995) των ενδίκων αγωγών. Στην αγωγή εκείνη οι ενάγοντες, όπως ήδη αναφέρθηκε, δεν αναφέρουν ουδεμία πράξη νομής μέχρι το έτος 1993 και ούτε προσδιορίζουν συγκεκριμένα αυτές με τις προτάσεις τους, αλλά μόνο με την προσθήκη αντίκρουση τούτων και αφού στο μεταξύ έλαβαν γνώση των πράξεων νομής που παρέθεσαν οι εναγόμενοι, βασιζόμενοι (οι ενάγοντες), κατά όσα οι ίδιοι εξέθεσαν στο δικόγραφό της και επαναλαμβάνουν και στις άλλες δύο ένδικες αγωγές, στο νομικό καθεστώς της ex lege από τον ΑΚ αυτοδίκαιης μεταβίβασης της νομής επιδίκου στους κληρονόμους του Γ. Κ. κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου διαδοχής του καθενός, στους οποίους περιλαμβάνονται οι δικαιοπάροχοι όλων των διαδίκων. Η επίκληση όμως αυτή, ακόμη και για τα ανήκοντα στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ. ακίνητα, στα οποία κατ` αυτούς περιλαμβάνεται και το επίδικο, είναι χωρίς έννομη επιρροή, αφού, κατά τα όσα ήδη εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που παρατέθηκε, σύμφωνα με το ισχύον κατά τον θάνατο του Γ. Κ. το έτος 1931 νομικό καθεστώς στα Δωδεκάνησα και ειδικότερα του εφαρμοζομένου στις κληρονομικές σχέσεις Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου (ΒΡΔ), δεν ισχύει η αυτοδίκαιη μεταβίβαση της νομής των κληρονομιαίων ακινήτων στους κληρονόμους, αλλά αυτή περιέρχεται σε εκείνον που εξεδήλωσε την βούλησή του γι` αυτήν και επομένως,ακόμη και αν υποτεθεί ότι το επίδικο ανήκει στην περιουσία του Γ. Κ., οι ως άνω δικαιοπάροχοι των εναγόντων, αδελφές Α. Γ. και Ε. Κ., δεν κατέστησαν αυτοδικαίως συννομείς του επιδίκου. Ως εκ τούτου οι πράξεις νομής που άσκησαν οι αδελφοί Π. και Ν. Κ., απώτεροι δικαιοπάροχοι του εναγομένου αγοραστή Π. Β. και άμεσοι δικαιοπάροχοι των πωλητριών στο επίδικο, ακόμη και με την εκδοχή ότι τούτο περιλαμβάνεται στην κληρονομιαία περιουσία του Γ. Κ., προσπόρισε την κυριότητα του επιδίκου σ` αυτούς, με χρησικτησία, χωρίς να απαιτείται να προηγηθεί η προς τούτο γνωστοποίηση στις τρεις αδελφές τους, οι οποίες σημειωτέον σε καμία από τις αγωγές τους δεν επικαλούνται ότι ανεμείχθησαν στην κληρονομιά, ούτε και ότι άλλος κανείς, πλην των Π. και Ν. Κ. άσκησε εξ ονόματός τους νομή στο επίδικο. 

ΣΤ) Περαιτέρω, κατά τα όσα ήδη έχουν αναφερθεί, ούτε οι ίδιοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, ούτε άλλος κανείς για λογαριασμό τους άσκησαν τις επικαλούμενες στις ένδικες αγωγές νομής, διακατοχικές πράξεις, για τις οποίες σημειωτέον δεν παρατίθενται στα δικόγραφά τους χρονολογίες, αλλά οι πράξεις αυτές ταυτιζόμενες με εκείνες, που ο αντίδικός τους εξ αρχής στις προτάσεις του αναλυτικά παρέθεσε, ως διακατοχικές ενέργειες στο επίδικο των απωτέρων δικαιοπαρόχων του Π. και Ν. Κ. μέχρι το θάνατο του εξ αυτών Π. το έτος 1976, αφορούσαν μόνο τη με διάνοια κυρίου κατοχή του επιδίκου από τους τελευταίους. Η προς τους δικαιοπαρόχους του Π. Β. κοινοποίηση το έτος 1979 της εξώδικης δήλωσης-πρόσκλησης για εξώδικη διανομή μεταξύ των άλλων και του επιδίκου, όσο και η μέτρηση του επιδίκου και η αποτύπωσή του σε τοπογραφικά διαγράμματα από μέρους και κατ` εντολήν των δικαιοπαρόχων των εναγόντων τα έτη 1978, 1979 και 1980, δεν αποτελούν εμφανείς υλικές πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση εξουσιάσεως του ακινήτου (ΑΠ 966/2007 σε Νόμος), ενώ δηλωτική εξουσιάσεως πράξη δεν αποτελεί η εκ περιστάσεως στάθμευση των αυτοκινήτων τους στο επίδικο όταν επισκεπτόταν την περιοχή, αφού, όπως από τα παραπάνω επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε, ο χώρος αυτός του ακινήτου για κάποιο χρονικό διάστημα πριν την πώληση του και μετά απ` αυτήν, χρησιμοποιείτο, με την ανοχή των εναγομένων, ως ελεύθερος χώρος στάθμευσης και άλλων, πλην εκείνων των εναγόντων, αυτοκινήτων. Επομένως οι ενάγοντες ουδέποτε και ιδίως τον τελευταίο πριν την κατάληψή του από τον εναγόμενο χρόνο, κατέστησαν έστω και επιληψίμως νομείς του επιδίκου.

Ζ) Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επομένως το οποίο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες τις με αρ. 445/1993 και 803/1995 ένδικες αγωγές σωστά κατ` αποτέλεσμα, αλλά με εσφαλμένη αιτιολογία εκτίμησε τις αποδείξεις και οι εναγόμενοι σε εσφαλμένη εκτίμηση αποδείξεων λόγοι της πρώτης των συνεκδικαζομένων εφέσεων πρέπει να απορριφθούν, όπως και η έφεση στο σύνολό της, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία της προσβαλλομένης με αυτήν με αρ. 20/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Ομοίως, ως ουσιαστικά αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και με αρ. 1509/1997 συνεκδικαζομένη με τις εφέσεις, περί νομής αγωγή των ίδιων, η οποία μαζί με τις ήδη συνεκδικασθείσες στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προσεπίκληση, την παρεμπίπτουσα αγωγή και την υπέρ του εναγομένου πρόσθετη παρέμβαση, είχαν κρατηθεί προς εκδίκαση από το Δικαστήριο αυτό, το οποίο με την με αρ. 52/2004 εξαφάνισε την επ` αυτών με αρ. 75/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω. Ακολούθως πρέπει ν` απορριφθεί και η ενωμένη με την προσεπίκληση του παρεμπίπτουσα αγωγή του εναγομένου κατά των προσεπικαλουμένων, αφού δεν έχει πλέον αντικείμενο. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων λόγω της ήττας τους στη δίκη της έφεσης και στους ίδιους, με την ιδιότητα των εναγόντων πρέπει λόγω της ήττας τους να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180, 183, 189, 191 Κ.Πολ.Δ. 99 επ. Κωδ. Δικηγόρων).

Για τους λόγους αυτούς

· Συνεκδικάζει τις με αρ. καταθ. 36/2006 (αριθ. εκθ. κατ. Εφ. 79/2006) και 50/2006 (αριθ. εκθ. κατ. Εφ. 91/2006) εφέσεις κατά της με αρ. 20/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κω και τη με αρ. κατ. 1509/1997 αγωγή κατ` αντιμωλία των διαδίκων.

· Δικάζοντας επί των εφέσεων.

· Απορρίπτει τη με αρ. καταθ. 50/2006 (αριθ. εκθ. καταθ Εφ. 91/2006) έφεση.

· Επιβάλλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων τα οποία καθορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.

· Δέχεται τυπικά τη με αρ. καταθ. 36/2006 (αριθ. εκθ. καταθ. Εφ. 79/2006).

· Απορρίπτει αυτήν στην ουσία.

· Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων τα οποία καθορίζει σε χίλια (1.000) ευρώ.

· Δικάζοντας επί των με αρ. 1509/1997 αγωγής, της με αρ. καταθ. 499/1998 προσεπίκλησης ενωμένης με παρεμπίπτουσα αγωγή κατά των δικαιοπαρόχων του εναγομένου και τη με αρ. καταθ. 682/1998 πρόσθετη υπέρ του τελευταίου παρέμβαση των τελευταίων.

· Απορρίπτει αυτήν και την ενωμένη με την προσεπίκληση παρεμπίτουσα αγωγή.

· Επιβάλλει σε βάρος των εναγόντων τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

· Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στη Ρόδο την 1.6.2009 σε μυστική διάσκεψη και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στη Ρόδο την 3.6.2009, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, με γραμματέα την Αικατερίνη Διακοκολιού, δικαστική υπάλληλο του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

Π.Β.

Σχόλια