Αναγνωριστική αγωγή (κληρονόμου-υιού του μεταβιβάσαντος) ακύρωσης συμβολαίου πωλήσεως και δωρεάς. Μεταβίβαση με δωρεά εν ζωή, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ακινήτου σε ανιψιό και πώληση ακινήτου σε ανίψια. Εικονικότητα. Δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερη περίπτωση δικαιοπραξίας αντίθετης στα χρηστά ήθη. Εκμετάλλευση ....20312/2011 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ


Δάση. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα, με αιτιολογημένη απόφαση. Από την αμφισβήτηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής γεννάται ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη με ανακοπή στο Ειρηνοδικείο. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979 προθεσμία για την κήρυξη της αναδάσωσης είναι ενδεικτική. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Πότε...4656/2011 ΣΤΕ..

20312/2011 ΠΠΡ ΘΕΣΣΑΛ ( 595450) 
Αναγνωριστική αγωγή (κληρονόμου-υιού του μεταβιβάσαντος) ακύρωσης συμβολαίου πωλήσεως και δωρεάς. Μεταβίβαση με δωρεά εν ζωή, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, ακινήτου σε ανιψιό και πώληση ακινήτου σε ανίψια. Εικονικότητα. Δικαιοπραξία αντίθετη στα χρηστά ήθη. Ειδικότερη περίπτωση δικαιοπραξίας ...
αντίθετης στα χρηστά ήθη. Εκμετάλλευση της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας κάποιου. Απόλυτη ακυρότητα. Ακυρότητα δηλώσεως βουλήσεως προσώπου με ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του. Δεν είναι απαραίτητη η αναφορά νόσου, αλλά αρκεί η απόδειξη συγκεκριμένων περιστατικών από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη συνείδησης. Προσβολή των μη χαριστικών δικαιοπραξιών από τους κληρονόμους. Προϋποθέσεις (ά. 131§2 ΑΚ). Αοριστία αγωγής. Απορρίπτει αίτημα ακύρωσης της συμβάσεως πωλήσεως λόγω ψυχικής διαταραχής του μεταβιβάσαντος, καθ΄όσον δεν εκτίθενται στο δικόγραφο η συνδρομή μίας έστω προϋπόθεσης του ά. 131§2 ΑΚ. Απορρίπτει αγωγή, αφού η πώληση έγινε με καταβολή τιμήματος και, ως εκ τούτου, δεν είναι εικονική και δεν απεδείχθη καμία ψυχική ή διανοητική διαταραχή του κληρονομουμένου, ούτε και ότι είχε οικονομική ανάγκη ή απειρία ή κουφότητα. Προς επίρρωση του επιχειρήματος αυτού αναφέρεται το γεγονός ότι ο κληρονομούμενος στη δωρεά κράτησε την επικαρπία για τον εαυτό του.


  
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ 20312/2011

(Αριθμός εκθέσεως καταθέσεως κλήσεως 9053/2010) (Αριθμός εκθέσεως καταθέσεως αγωγής 38513/2008)

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ευφροσύνη Φουκαράκη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κωνσταντίνο Βουλγαρίδη, Πρωτοδίκη, Κωνσταντίνο Καλαϊτζίδη, Πρωτοδίκη - Εισηγητή, και από τη Γραμματέα Μαρία Ναλμπάντη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 29η Νοεμβρίου 2010 για να δικάσει την αγωγή με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 38513/2008, με αντικείμενο αγωγή διανομής ακινήτου, η οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση με την ως άνω κλήση, μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ................. .................... του ................., κατοίκου ................... Θεσσαλονίκης, οδός .......... αριθμ......., που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου....η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. 

ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) ............. ................ του ..............., κατοίκου ............ Θεσσαλονίκης, οδός .................. ................ αριθμ. ......, και 2) ........ ............... του ..............., κατοίκου......................., οδός ............... αριθμ. ..., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξουσίας δικηγόρου του .... η οποία κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

Ο ΕΝΑΓΩΝ ζήτησε να γίνει δεκτή η από 23-9-2008 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό 38513/23-9-2008 και η οποία γράφτηκε στο πινάκιο και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 6ης-4-2009, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 1ης-3- 2010, κατά την οποία ματαιώθηκε.

ΣΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, κατατέθηκε η με ημερομηνία 1-3-2010 και με αριθμό καταθέσεως 9053/2010 κλήση του καλούντος - ενάγοντος, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, επαναφέροντας προς συζήτηση την παρούσα υπόθεση και η οποία γράφτηκε στο πινάκιο, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 29ης-11-2010, οπότε και συζητήθηκε.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της ως άνω υποθέσεως, με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω σημειώνεται, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, με την από 1-3-2010 (αριθ. εκθ. καταθ. 9053/2010) κλήση, η από 23-9-2008 (με αριθμό εκθ. καταθ. 38513/2008) αγωγή, μετά τη ματαίωση της συζητήσεώς της, κατά τη δικάσιμο της 1ης-3-2010.

Κατά το άρθρο 138 εδ. α΄ ΑΚ, δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Εξάλλου, κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "αδικοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που εκίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά δε το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγούμενου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποίαν δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά, ωφελήματα, που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων, και εκείνων των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή: α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία, του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνο του ενός από αυτά (βλ. ΑΠ 1291/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2095/2009 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 492/2004). Απειρία είναι η έλλειψη συνήθους πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία του άλλου συμβαλλομένου για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου εκμετάλλευση υπάρχει όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ, γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ’ αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου, και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (βλ. ΟλΑΠ 714/1973, ΑΠ 1291/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 2095/2009 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1244/2005). Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, όταν αντικείμενο της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας είναι πώληση ακινήτου, το στοιχείο της δυσαναλογίας κρίνεται μεταξύ του τιμήματος που καταβλήθηκε και της αγοραίας αξίας του μεταβιβασθέντος ακινήτου. Το ύψος, όμως, της αγοραίας αξίας, μόνο του χρόνου κατάρτισης της προσβαλλόμενης δικαιοπραξίας, κρίνεται κατ’ ουσίαν από το ουσιαστικό δικαστήριο με διαφόρους προσδιοριστικούς παράγοντας, οικονομικούς, πολεοδομικούς κλπ., όπως, προκειμένου για αστικά ακίνητα, η μισθωτική αξία, η οικοδομησιμότητα του οικοπέδου, η θέση του κλπ., η δε σχετική κρίση, ως αναγόμενη σε αποδεικτική αξιολόγηση, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Τέλος, δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διάταξης του αριθ. 179 του ΑΚ εκμετάλλευση του άλλου μέρους υπό περιστάσεις και συνθήκες που προδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς εντεύθεν λόγου ακυρότητας προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφόρων εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση και που κρίθηκαν αβάσιμα κατ’ ουσίαν, αφού η τελευταία διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του ΑΚ (βλ. ΑΠ 2095/2009 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ). Τέλος, την ακυρότητα αυτή, η οποία είναι απόλυτος, δικαιούται να επικαλεστεί οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον και επομένως και οι κληρονόμοι του θύματος της εκμετάλλευσης, με την έγερση αγωγής για τη βεβαίωση - αναγνώριση της ακυρότητας, κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ (βλ. ΕφΑθ 5506/2001 ΑρχΝ 2002, 470 και εκεί περαιτέρω παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). 

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο κατάρτισης της ένδικης δικαιοπραξίας (28-11-2005), ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 Ν. 2447/1996, "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη αν κατά τον χρόνο που έγινε το πρόσωπο δεν είχε συνείδηση των πράξεων του ή βρίσκονταν σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", ενώ πριν την ως άνω νομοθετική μεταβολή το δεύτερο εδάφιο της διάταξης διατυπώνονταν ως "η δήλωση βούλησης είναι άκυρη, αν κατά το χρόνο που έγινε, το πρόσωπο ... δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια". Στην ανωτέρω λεκτική μεταβολή, ο νομοθέτης προέβη (όπως και στην αντίστοιχη νέα διάταξη του άρθρου 1666 ΑΚ για τη δικαστική συμπαράσταση) με το σκοπό χρήσης της ορθής ορολογίας "ψυχική ή διανοητική διαταραχή", αντί της "πνευματικής ασθενείας" και "περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του", αντί της "δεν είχε τη χρήση του λογικού", έτσι ώστε να είναι κατανοητό το κείμενο του νόμου από τους μη ειδικούς, συγχρόνως όμως να εκφράζουν οι νέοι όροι όλες τις καταστάσεις που στο προϊσχύσαν δίκαιο αποδίδονταν με αυτούς. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η δήλωση είναι άκυρη, αν, κατά τον χρόνο που έγινε, ο δηλών, από τις άνω αιτίες, δεν είχε συνείδηση των πράξεων ή από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που είναι δυνατόν να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο, εφόσον ο νόμος δεν το αποκλείει, δεν είχε εύλογη κρίση, που να του επιτρέπει να προσδιορίζει ελεύθερα τη βούλησή του με λογικούς υπολογισμούς και βρίσκονταν σε αδυναμία να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της δικαιοπραξίας που επιχειρεί και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτή. Η ρύθμιση αναφέρεται στην ανικανότητα κατά την στιγμή της δήλωσης βουλήσεως για τη συγκεκριμένη δικαιοπραξία που προσβάλλεται εκάστοτε. Κατά τη διάταξη αυτή (ΑΚ 131) αρκεί η ύπαρξη ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που να αποκλείει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βούλησης με λογικούς υπολογισμούς κατά τον κρίσιμο χρόνο, χωρίς να είναι απαραίτητο ο δικαιοπρακτών να έχει κηρυχθεί σε κατάσταση δικαστικής συμπαράστασης. Η ακυρότητα των δικαιοπραξιών του κατά τα παραπάνω ανικάνου λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής είναι απόλυτη, ώστε οποιοσδήποτε έχων έννομο συμφέρον προς τούτο δύναται να την προσβάλει. Για το ορισμένο της αγωγής (αναγνωριστικής), με την οποία ο ενάγων ζητεί την αναγνώριση της ακυρότητας λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής δεν είναι απαραίτητη η αναφορά νόσου ειδικώς, η οποία μπορεί να είναι οιαδήποτε και αδιάγνωστη ακόμη, γιατί επιρροή ασκεί, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 131 ΑΚ, το καθοριζόμενο αποτέλεσμα και δη της στερήσεως της συνειδήσεως των πράξεών του και της βουλήσεώς του. Ο ισχυριζόμενος την ακυρότητα οφείλει να αποδείξει τα συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεώς του κατά τον χρόνο της δηλώσεως. Το δε δικαστήριο κρίνει περί της εννοίας της ελλείψεως της συνειδήσεως των πράξεων και του περιορισμού αποφασιστικά της λειτουργίας της βούλησής του, με βάση τις προσκομιζόμενες αποδείξεις, κάνοντας χρήση κατά την εκτίμηση αυτών και συναγωγή του εντεύθεν πορίσματος και των κοινών γνώσεων και των εν γένει κανόνων της λογικής και της ανθρώπινης εμπειρίας, που κάθε νουνεχής άνθρωπος και επομένως και ο δικαστής κατέχει. Η ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κατά το άρθρο 131 ΑΚ, απαγγέλλεται συνεπεία ελαττώματος στη βούληση του δικαιοπρακτούντος, και δεν έχει σημασία η γνώση ή η άγνοια της κατάστασης αυτής από τον αντισυμβαλλόμενο, ούτε απαιτείται εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής από τον άλλον (βλ. ΑΠ 1291/2010 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 131 του ΑΚ, οι κληρονόμοι του ως άνω προσώπου μπορούν, μέσα σε μία πενταετία από την επαγωγή, να προσβάλουν για ένα από τους προηγουμένους λόγους τις μη χαριστικές δικαιοπραξίες, που έγιναν από τον κληρονομούμενο, τότε μόνο: 1) αν κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας εκκρεμούσε διαδικασία για την υποβολή του κληρονομουμένου σε δικαστική συμπαράσταση λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής, που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί, ή αν μετά την κατάρτιση ο κληρονομούμενος υποβλήθηκε σε δικαστική συμπαράσταση για την παραπάνω αιτία, 2) αν η δικαιοπραξία καταρτίστηκε, ενόσω αυτός βρισκόταν έγκλειστος σε ειδική για την κατάστασή του μονάδα ψυχικής υγείας ή 3) αν η κατάσταση που επικαλούνται οι κληρονόμοι προκύπτει από την ίδια τη δικαιοπραξία που προσβάλλεται. Τα ανωτέρω περιστατικά πρέπει να αναφέρονται στην αγωγή για το ορισμένο αυτής (βλ. ΕφΛαρ 274/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002, 441). 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή του, όπως παραδεκτά παραιτήθηκε μ’ αυτήν από το δικόγραφο της υπ’ αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 31793/2008 αγωγής του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ), ο ενάγων, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, εκθέτει ότι ο πατέρας του, στις 28-11-2005, πώλησε κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία στους εναγόμενους, με το υπ’ αριθμ. 14516/2005 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη, που μεταγράφηκε νομίμως, το περιγραφόμενο λεπτομερώς στο δικόγραφο διαμέρισμα, την αυτή δε ημέρα μεταβίβασε, κατά ψιλή κυριότητα, κοινά, αδιαίρετα και κατ’ ισομοιρία, στους εναγόμενους, ένεκα δωρεάς εν ζωή, με το υπ’ αριθμ. 14517/2005 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως, το περιγραφόμενο λεπτομερώς διαμέρισμα, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του, αναγράφοντας στο συμβόλαιο ότι στη δωρεά αυτή προβαίνει εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας. Περαιτέρω, εκθέτει ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 14-8-2007, στις ................... ......................., χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μόνο πλησιέστερο συγγενή τον ενάγοντα, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομία του αποβιώσαντος πατρός του, με την μνημονευόμενη στο δικόγραφο δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αργυρώς Παπάζογλου, που μεταγράφηκε νομίμως στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Ότι η πώληση δεν έγινε με αντάλλαγμα (δεν καταβλήθηκε τίμημα) και η δωρεά δεν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον, δεδομένου ότι οι εναγόμενοι αγοραστές - δωρεοδόχοι, αντιστοίχως, ήταν συγγενείς τρίτου βαθμού εκ πλαγίου εξ αίματος με τον αποβιώσαντα πατέρα του, ήτοι ανίψια του, τέκνα του αδελφού του ............................. ............... Ότι ο αποβιώσας ήταν παντελώς άπειρος στη σύναψη τέτοιων δικαιοπραξιών, οι οποίες είναι αντίθετες προς τα χρηστά ήθη και καθ’ ολοκληρίαν άκυρες, καθόσον οι ενάγοντες εκμεταλλεύθηκαν την απειρία του πατρός του, ο οποίος δεν γνώριζε τι πράττει, ούτε τις εύλογες συνέπειες των πράξεων και παραλείψεών του, και τον έπεισαν να προβεί στις ως άνω δικαιοπραξίες, με τις οποίες μεταβίβασε τα προαναφερθέντα ακίνητα. Επίσης, ισχυρίζεται ότι ο αποβιώσας πατέρας του έπασχε από νεαρής ηλικίας από μια σειρά σοβαρών ασθενειών που εκτίθενται λεπτομερώς στο δικόγραφο, μεταξύ των οποίων, κατάθλιψη σε αποδρομή, αγχώδη νεύρωση και υδροκέφαλο - εκπτώσεις μνήμης, οι οποίες υπήρχαν και κατά το χρόνο των ως άνω μεταβιβάσεων και τον καθιστούσαν απολύτως ανίκανο για οποιαδήποτε δικαιοπραξία. Με βάση τα περιστατικά αυτά, και επικαλούμενος άμεσο έννομο συμφέρον ως κληρονόμος του θύματος της εκμετάλλευσης, ζητεί, κατ’ εκτίμηση του αιτήματος, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα των ως άνω προσβαλλόμενων πράξεων, ήτοι των δύο συμβολαίων πωλήσεως και δωρεάς, ως προς μεν την πώληση, διότι είναι άκυρη ως εικονική, ως προς δε αμφότερες (πώληση και δωρεά), διότι είναι άκυρες ως αντίθετες στα χρηστά ήθη και καταπλεονεκτικές, λόγω εκμετάλλευσης της απειρίας και της κουφότητας του μεταβιβάζοντος, καθώς και διότι, κατά το χρόνο κατάρτισης των συμβολαίων, έπασχε από τις ως άνω ψυχοσωματικές διαταραχές, που τον καθιστούσαν ανίκανο προς οποιαδήποτε δικαιοπραξία, και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων. 

Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή ως αναγνωριστική της ακυρότητας των ως άνω δικαιοπραξιών, παραδεκτώς και αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον φέρεται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου (άρθρ. 18 αριθμ. 1 και 29 του ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία. Είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη ως προς μεν το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως της δωρεάς στις διατάξεις των άρθρων 178, 179, 130, 131 και 180 του ΑΚ, 68, 70 και 176 του ΚΠολΔ, ως προς δε το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως στις διατάξεις των άρθρων 139, 178, 179, 130 και 180 του ΑΚ, 68, 70 και 176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί ακυρώσεως της συμβάσεως πωλήσεως, για το λόγο ότι, κατά το χρόνο καταρτίσεώς της, ο μεταβιβάζων βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή, το οποίο κρίνεται, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, ως αόριστο και ανεπίδεκτο δικαστικής εκτιμήσεως, καθόσον πρόκειται εν προκειμένω για μη χαριστική δικαιοπραξία και δεν εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο η συνδρομή μίας των διαζευκτικώς προαναφερθεισών περιπτώσεων που απαιτούνται από τη διάταξη του άρθρου 131 § 2 του ΑΚ (βλ. ανωτέρω ΕφΛαρ 274/2002 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2002, 441). Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή, ως προς το ανωτέρω αίτημα, ως απαράδεκτη λόγω της αοριστίας της, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη. Επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι: α) για το παραδεκτό της δεν απαιτείται η εγγραφή περιλήψεώς της στα οικεία βιβλία διεκδικήσεων, καθόσον πρόκειται για αναγνωριστική αγωγή και δεν ασκείται εν προκειμένω σωρευτικά και διεκδικητική αγωγή (βλ. ΕφΑθ 5506/2001 ΑρχΝ 2002, 470) και β) για το παραδεκτό της συζητήσεώς της τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 214 Α του ΚΠολΔ (βλ. την από 22-10-2010 μονομερή δήλωση διαπίστωσης αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, κατ’ άρθρ. 214Α §§ 7 και 8 του ΚΠολΔ και τις προσκομιζόμενες μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα υπ’ αριθμ. 12050/4-3-2010 και 12051/4-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Παναγιώτη Στοΐλα). 

Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, με τις νόμιμα κατατεθείσες την 5η-11-2010 προτάσεις τους, αρνούνται τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την ιστορική βάση της αγωγής.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που νομότυπα εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεώς του, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, τα οποία λαμβάνονται υπόψη, τόσο για άμεση απόδειξη, όσο και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφού έχει επιτραπεί η απόδειξη με μάρτυρες (άρθρα 336 § 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ), από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 811/2008 δημοσ. στη ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων είναι υιός του .................... ..................., ο οποίος απεβίωσε, στις 14-8-2007, στις ..................... ....................., χωρίς να αφήσει διαθήκη, με μόνο πλησιέστερο συγγενή τον ίδιο, δεδομένου ότι ο έγγαμος βίος της μητέρας του ενάγοντος με τον πατέρα του διασπάσθηκε από 20-10-1992 και ο γάμος τους λύθηκε, με την υπ’ αριθμ. 2453/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία κατέστη αμετάκλητη. Ο ενάγων αποδέχθηκε την επαχθείσα κληρονομία του πατέρα του, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 11186/2008 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αργυρώς Παπάζογλου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών των Υποθηκοφυλακείων Θεσσαλονίκης, Νεαπόλεως, Καλαμαριάς και Εδέσσης. Στις 28-11-2005, ο ως άνω κληρονομούμενος πώλησε και μεταβίβασε, κατά πλήρη κυριότητα, κατ’ ισομοιρία, στους εναγόμενους, τέκνα του αδελφού του,.......... ................., ένα διαμέρισμα (οροφοδιαμέρισμα) του ημιυπογείου ορόφου της οικοδομής, εμβαδού 70 τ.μ., αποτελούμενο από τρία (3) δωμάτια, κουζίνα και WC, με πρόσοψη στην ανώνυμη οδό, ήδη ............ αριθμ. .., του Δήμου .............. Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο (εμβαδού 172 τ.μ.) και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους και εγκαταστάσεις, 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 14516/2005 συμβολαίου πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο 2360 και με αύξοντα αριθμό 124, εισπράττοντας ως τίμημα το ποσό των 23.950 ευρώ, η οποία ήταν η αντικειμενική του αξία. Την ίδια δε ημέρα, ο ως άνω κληρονομούμενος μεταβίβασε, ένεκα δωρεάς εν ζωή, κατά ψιλή κυριότητα, κατ’ ισομοιρία, στα ίδια ως άνω ανίψια του, ένα διαμέρισμα (οροφοδιαμέρισμα) του 2ου πάνω από το ημιυπόγειο ορόφου, εμβαδού 70 τ.μ., αποτελούμενο από τρία (3) δωμάτια, κουζίνα και WC, με πρόσοψη στην οδό ............ αριθμ. 3 του Δήμου ............ Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ποσοστό συγκυριότητας στο οικόπεδο (εμβαδού 172 τ.μ.) και στα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη, χώρους και εγκαταστάσεις, 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 14517/2005 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του ιδίου ως άνω Υποθηκοφυλακείου, στον τόμο 2360 και με αύξοντα αριθμό 125. Με το συμβόλαιο αυτό, ο δωρητής παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του, δήλωσε δε ότι προέβη στη δωρεά αυτή εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και εκ λόγων ευπρεπείας, όπως ρητά αναφέρεται στο συμβόλαιο αυτό. Τα ανίψια του ανωτέρω κατέβαλαν από 11.975 ευρώ ο καθένας, στον πωλητή θείο τους, την ίδια ημέρα που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε το συμβόλαιο πωλήσεως, όπως αυτό προκύπτει τόσο από σχετική μνεία στο ίδιο το συμβόλαιο, όσο και από τα προσκομιζόμενα μετ’ επικλήσεως από τους εναγόμενους δύο δελτία αναλήψεως της Τράπεζας .............., ποσού 11.975 ευρώ το καθένα, με ημερομηνία 25-11-2005, που φέρουν το καθένα την υπογραφή του αντίστοιχου εναγομένου, καθώς και από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως. Συνεπώς, η πώληση που πραγματοποιήθηκε με το επίδικο συμβόλαιο έγινε με καταβολή τιμήματος και δεν είναι εικονική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με το αγωγικό του δικόγραφο. Αποδείχθηκε επίσης ότι: α) το διαμέρισμα που μεταβιβάσθηκε προς τα εναγόμενα ανίψια του, με την ως άνω επίδικη πώληση, περιήλθε στον ............... ................, κατά ψιλή κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, ένεκα δωρεάς από τον πατέρα του ........... ................ του ................., ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του και υπέρ της συζύγου του ......................, το γένος .................... ............., δηλαδή όρισε μονομερώς ότι μετά το θάνατό του επιθυμεί το ακίνητο αυτό να περιέλθει κατά την επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 15052/1981 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Πανταζίδη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Στις 23 δε Ιουλίου 1985 απεβίωσε ο ως άνω επικαρπωτής ................. ................... Περαιτέρω στο ως άνω επίδικο (υπ’ αριθμ. 14516/2005) συμβόλαιο πωλήσεως συμβλήθηκε, εκτός από τον .................... ............... και τους εναγόμενους, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη η μητέρα του μεταβιβάζοντος .................. .................... και γιαγιά όλων των διαδίκων .................. χήρα ............ ........................, το γένος .................. ................, η οποία δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την πρόταση δωρεάς της επικαρπίας που της εγένετο με το υπ’ αριθμ. 15052/1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Πανταζίδη. Με αυτό το σκεπτικό, στο επίδικο συμβόλαιο πωλήσεως, ο πωλητής ................... ................ θεωρήθηκε αποκλειστικός κύριος, κατά πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, αντί για ψιλός κύριος, κατά ποσοστό 100%, δεδομένου ότι η επικαρπία, κατά ποσοστό 100%, ανήκε στη μητέρα του εφ’ όρου ζωής της, και μπόρεσε έτσι να μεταβιβάσει περαιτέρω, κατά πλήρη κυριότητα, το διαμέρισμα στα ανίψια του. β) το διαμέρισμα επίσης που μεταβιβάσθηκε, με την ως άνω επίδικη δωρεά, περιήλθε στον ............ ................, κατά ψιλή κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, ένεκα δωρεάς από τον πατέρα του. .. ......................... του ....................., ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία εφ’ όρου ζωής του και υπέρ της συζύγου του ......................., το γένος .................. ..............., δηλαδή όρισε μονομερώς ότι μετά το θάνατό του επιθυμεί το ακίνητο αυτό να περιέλθει κατά την επικαρπία στην ως άνω σύζυγό του, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 15052/1981 συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Πανταζίδη, που μεταγράφηκε νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης. Στις 23 δε Ιουλίου 1985 απεβίωσε ο ως άνω επικαρπωτής ................. ................ . Περαιτέρω στο ως άνω επίδικο συμβόλαιο δωρεάς, συμβλήθηκε, εκτός από τον ............ ............... και τους εναγόμενους, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενη, η μητέρα του μεταβιβάζοντος .......................... ............... και γιαγιά όλων των διαδίκων .................. χήρα ............ ..............., το γένος ................. ..........., η οποία ομοίως δήλωσε ότι δεν αποδέχεται την πρόταση δωρεάς της επικαρπίας που της εγένετο με το υπ’ αριθμ. 15052/1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης. Με αυτό το σκεπτικό, στο επίδικο συμβόλαιο δωρεάς, ο δωρητής ............................... ................. θεωρήθηκε αποκλειστικός κύριος, κατά πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, αντί για ψιλός κύριος, κατά ποσοστό 100%, δεδομένου ότι η επικαρπία, κατά ποσοστό 100%, ανήκε στη μητέρα του εφ’ όρου ζωής της, κατά τα προεκτεθέντα, και μπόρεσε έτσι να μεταβιβάσει περαιτέρω, κατά πλήρη κυριότητα, το διαμέρισμα στα ανίψια του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το χρονικό διάστημα του τελευταίου έτους προ της καταρτίσεως των ως άνω συμβολαίων, ήτοι από 1-11-2004 έως 28-11- 2005, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ίδιο τον ενάγοντα από 13-9-2007 βεβαίωση της ................ ............., με την οποία ο ............... ................... είχε σύμβαση καλύψεως, ο τελευταίος εξεταζόταν από συνεργαζόμενους με την επιχείρηση ιατρούς και βρέθηκε να πάσχει από τις εξής ασθένειες, οι οποίες αντιμετωπίζονταν με κατάλληλη κάθε φορά αγωγή και θεραπεία, ήτοι στις 2-1-2005 από φλεβική ανεπάρκεια κάτω άκρων, στις 3-1-2005 από άτονο έλκος δεξιάς κνήμης άκρου ποδός, στις 23-4-2005 από αιματουρία, στις 24-5-2005 από οσφυαλγία, στις 31-7-2005 από κατάθλιψη σε αποδρομή, στις 25-9-2005 από αγχώδη νεύρωση και στις 3-11- 2005 από εξάνθημα δεξιού κάτω άκρου, ενώ κατά το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, ήτοι από 3-11- 2005 μέχρι 18-9-2006, δηλαδή για διάστημα 11 περίπου μηνών, μετά την υπογραφή από αυτόν των ως άνω συμβολαίων, δεν βρέθηκε να πάσχει από καμία απολύτως ασθένεια, απλώς του γίνονταν αιμοληψίες (προφανώς για εξετάσεις αίματος) και συνταγογραφήσεις φαρμάκων, που ελάμβανε λόγω των χρόνιων προβλημάτων υγείας. Από το ως άνω, λοιπόν, έγγραφο επιβεβαιώνεται ότι ο ................... ................... δεν έπασχε από κάποια ασθένεια που να τον καθιστά ανίκανο για δικαιοπραξία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, και είχε πνευματική και διανοητική διαύγεια, τόσο πριν την κατάρτιση των συμβολαίων, όσο και κατά την κατάρτιση και μέχρι το τέλος της ζωής του, γεγονός που ελέγχθηκε και από τη συμβολαιογράφο που συνέταξε τα επίδικα συμβόλαια πωλήσεως και δωρεάς. Αυτό, δηλαδή το ότι είχε πνευματική και διανοητική διαύγεια, ενισχύεται και από το γεγονός ότι με το συμβόλαιο δωρεάς παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου εφ’ όρου ζωής του, οπότε θα μπορούσε να το εκμεταλλεύεται για το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του (π.χ. εκμισθώνοντάς το και εισπράττοντας μισθώματα). Πολλά χρόνια πριν, και συγκεκριμένα το έτος 1991, ο ...................... ......................... υποβλήθηκε σε επέμβαση αντικατάστασης αορτικής βαλβίδας και το έτος 1998 υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και νοσηλεύθηκε στο Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου, όπου κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε μεγάλου βαθμού υδροκέφαλο που προκαλεί κινητικές βλάβες και ακράτεια ούρων. Από καμία γνωμάτευση όμως δεν προκύπτει ότι οι παθήσεις αυτές προκάλεσαν οποιαδήποτε ανικανότητα για δικαιοπραξία στον ανωτέρω. Συνεπώς, οι επίδικες δικαιοπραξίες είναι έγκυρες. Ακολούθως πρέπει να επισημανθεί ότι η οικοδομή, στην οποία βρίσκονται τα δύο επίδικα διαμερίσματα, είναι διώροφη με ημιυπόγειο και αποτελούσε την πατρική οικία του ............................ ................. (πατρός του ενάγοντος), του ................ ..........πατρός ων εναγομένων), ο οποίος έχει την κυριότητα του πρώτου πάνω από το ημιυπόγειο ορόφου, και της γιαγιάς τους, είχε δε αποκτηθεί από τον πατέρα των δύο πρώτων και σύζυγο της ............, ............. .............., δυνάμει του υπ’ αριθμ. 4191/29-8- 1938 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημητρίου Ευαγγελόπουλου, που μεταγράφηκε νομίμως. Στον πρώτο όροφο αυτής κατοικεί μέχρι και σήμερα η γιαγιά των διαδίκων, μαζί της δε διέμενε όλα τα χρόνια, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής του με τη σύζυγό του, το έτος 1992, και ο ..................... ................. . Ο ενάγων, ο οποίος είναι γεννημένος το έτος 1988, δεν είχε αναπτύξει σχέσεις με τον πατέρα του, παρά μόνο τα τελευταία χρόνια της ζωής αυτού, καθόσον, από το έτος 1992 που ήταν τεσσάρων ετών, η μητέρα του εγκατέλειψε τη συζυγική οικία, παίρνοντας το ανήλικο τέκνο μαζί της, ενώ δεν επισκέφθηκε ποτέ τη γιαγιά του, η οποία είχε να τον δει από το 1992. Αντιθέτως, μεταξύ του .......... .................., των ανιψιών του και του πατέρα τους υπήρχε δεσμός αμοιβαίας αγάπης. Τα ανίψια του, όπως και ο αδελφός του, τον επισκέπτονταν συχνά και του συμπαραστέκονταν όλα αυτά τα χρόνια, λόγω των κινητικών προβλημάτων και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε με την καρδιά του. Για τους λόγους αυτούς, νιώθοντας ευγνωμοσύνη, ο ........................ .................. επιθυμούσε η πατρική οικία και συγκεκριμένα τα δύο διαμερίσματα που είχε στην ψιλή του κυριότητα, κατά ποσοστό 100%, να περιέλθουν στους εναγόμενους, γεγονός που το έπραξε, προβαίνοντας σε δωρεά εν ζωή του ενός εκ των δύο διαμερισμάτων, από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον και για λόγους ευπρεπείας, και σε πώληση του άλλου, αυτή δε την έννοια είχε και η παραίτηση της γιαγιάς των διαδίκων από το δικαίωμα επικαρπίας της, κατά ποσοστό 100%, επί των ως άνω διαμερισμάτων στα προμνησθέντα επίδικα συμβόλαια. Αποδείχθηκε ακόμη ότι ............... ................... (γεν. το έτος 1945) εργάσθηκε μετά το Γυμνάσιο σε εργαστήριο χρυσοχοΐας και ακολούθως το έτος 1964 φοίτησε με τετράμηνη υποτροφία του Ελληνικού Οργανισμού Μικρομεσαίων Μεταποιητικών Επιχειρήσεων και Χειροτεχνίας (ΕΟΜΜΕΧ), στη Σχολή ............................ του ..................... της Ιταλίας, σε θέματα αργυροχρυσοχοΐας. Στη συνέχεια, λειτούργησε δικό του εργαστήριο χρυσοχοΐας, με αντικείμενο επιδιορθώσεις κοσμημάτων. Μεταξύ της 17ης-4-1965 και 1ης-2-1967 υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία, οπότε προσβλήθηκε από σηπτική ενδοκαρδίτιδα και ακολούθως έλαβε αναπηρική σύνταξη, με ποσοστό αναπηρίας 40%, λόγω ανεπάρκειας αορτής καλώς αντιρροπουμένη και ελαφρών υπολειμμάτων αριστεράς ημιπληγίας εγκεφαλικής αρχής μετά μετρίας δυσκαμψίας συστοίχου αγκώνος. Ακολούθως, προσλήφθηκε ως υπάλληλος του Υπουργείου Πολιτισμού και συγκεκριμένα της 9ης Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης, όπου εργάσθηκε από τον Ιούνιο του 1969 έως και τον Ιούλιο του 1993, ήτοι επί 24 συναπτά έτη, αρχικώς μεν ως βοηθός συγκολλητή, στη συνέχεια δε, από το έτος 1981 έως το 1993, ως μόνιμος υπάλληλος του κλάδου Συντηρητών Έργων Τέχνης, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Μετά τη συνταξιοδότησή του ασκούσε ως επάγγελμα τη μεταπώληση χρυσαφικών που προμηθευόταν από χρυσοχόους και την επιδιόρθωση κοσμημάτων και έργων τέχνης, έχοντας οικονομικές δοσοληψίες με μεγάλο αριθμό εμπόρων και πελατών. Επίσης, επί σειρά ετών, ο ίδιος είχε συμβληθεί, σε μεγάλο αριθμό συμβολαίων και ιδιωτικών συμφωνητικών και συγκεκριμένα: 1) στο από 12-5-2002 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως μεταξύ του ιδίου, ως εκμισθωτή, και της ..................... ................. ως μισθώτριας, 2) στο υπ’ αριθμ. 15062/1981 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας ακινήτων του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευσταθίου Πανταζίδη, ως δωρεοδόχος, 3) στο υπ’ αριθμ. 4577/1992 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Έδεσσας Χριστίνας Δολγέρα, όπως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθμ. 5067/1993 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ως οικοπεδούχος, 4) στο υπ’ αριθμ. 5068/1993 συμβόλαιο διανομής πριν την ανέγερση διαιρετών χώρων οικοδομής της συμβολαιογράφου Έδεσσας Χριστίνας Δολγέρα, ως οικοπεδούχος, 5) στο υπ’ αριθμ. 6768/1998 συμβόλαιο πωλήσεως της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη, ως αγοραστής, 6) στο υπ’ αριθμ. 16796/1999 προσύμφωνο εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Πουργάνη - Λεπέση, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την υπ’ αριθμ. 18.228/2001 πράξη της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, ως οικοπεδούχος, 7) στο υπ’ αριθμ. 18262/2001 συμβόλαιο σύστασης κάθετης και οριζόντιας ιδιοκτησίας και διανομή ακινήτων πριν από την ανέγερση της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Στυλιανής Πουργάνη - Λεπέση. Αποδείχθηκε δε ακόμη ότι ο ................ .................. κατέλειπε στον ενάγοντα υιό του, ως κληρονομιαία περιουσία, την οποία ο τελευταίος αποδέχθηκε, δυνάμει της προαναφερθείσας υπ’ αριθμ. 11186/2008 δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Αργυρώς Παπάζογλου, τα εξής ακίνητα: 1) ένα κατάστημα του ισογείου ορόφου της πολυώροφης οικοδομής πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο Δήμο ................. Θεσσαλονίκης, επί της διασταυρώσεως των οδών ....................... αριθμ. ... και .............., εμβαδού 58 τ.μ., με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων 7,20% εξ αδιαιρέτου, 2) από ένα συγκρότημα κατοικιών που βρίσκεται στο Δήμο ............. (...........) Θεσσαλονίκης και επί των οδών............... και ............., μία αυτοτελή και διαιρεμένη οριζόντια ιδιοκτησία του κτιρίου (αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας) Κ4, αποτελούμενη από υπόγειο, εμβαδού 51,16 τ.μ., και ισόγειο όροφο, εμβαδού 46,20 τ.μ., που επικοινωνούν με εσωτερική σκάλα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων 101,092/1000 εξ αδιαιρέτου, 3) ποσοστό 4,008% εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό, εμβαδού 5.040 τ.μ., που βρίσκεται εντός της κτηματικής περιοχής ....... ........... του Δήμου ................ Ν. Θεσσαλονίκης, 4) ένα αυτοτελές και διαιρετό κατάστημα του ισογείου ορόφου της οικοδομής που βρίσκεται στο 179ο Ο.Τ. της πόλεως της Έδεσσας, εμβαδού 16 τ.μ. μικτά, επί της συμβολής των οδών .............. και .........................., με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους 88/1000, 5) ένα αυτοτελές και διαιρετό διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της ιδίας ως άνω οικοδομής που βρίσκεται στο 179ο Ο.Τ. της πόλεως της Έδεσσας, εμβαδού 28 τ.μ. μικτά, με ποσοστό συνιδιοκτησίας στο οικόπεδο και τους λοιπούς κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους 106/1000, 6) ποσοστό 2/4 επί ποσοστού 12/1000 εξ αδιαιρέτου για τη μελλοντική καθ’ ύψος επέκταση της ιδίας ως άνω (υπό στοιχείο 5) οικοδομής, και 7) ποσοστό ½ εξ αδιαιρέτου επί μίας αμπέλου, εμβαδού 1.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «Σμαρέκα» της κτηματικής περιοχής Έδεσσας Ν. Πέλλας. Από όλα τα προεκτεθέντα καθίσταται ολοφάνερο ότι ο ............... ............ είχε λάβει μόρφωση και εκπαίδευση και είχε πολύ μεγαλύτερη της συνήθους πείρας, ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές, καθώς και μεγάλη επαγγελματική και κοινωνική πείρα, και σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί άπειρος σε κανένα τομέα της ζωής. Αυτό ενισχύεται και από το γεγονός ότι με το συμβόλαιο δωρεάς παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία του διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου εφ’ όρου ζωής του, οπότε θα μπορούσε να το εκμεταλλεύεται για το υπόλοιπο διάστημα της ζωής του (π.χ. εκμισθώνοντάς το και εισπράττοντας μισθώματα). Επίσης, σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι τελούσε σε κουφότητα, διότι δεν αδιαφορούσε για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεών του, δεδομένου ότι συνεβλήθη σε σωρεία συμβολαιογραφικών πράξεων και ιδιωτικών συμφωνητικών, πριν την κατάρτιση των επίδικων συμβολαίων, με διαφορετικές κάθε φορά ιδιότητες (εκμισθωτής ακινήτου, οικοπεδούχος, αγοραστής, πωλητής κλπ.), στις οποίες πράξεις αποκτούσε ή μεταβίβαζε δικαιώματα, αντιλαμβανόμενος απολύτως τη σημασία τους. Περαιτέρω δε, κατά τον κρίσιμο χρόνο της υπογραφής των συμβολαίων, δεν βρισκόταν καν σε οικονομική ανάγκη, πολλώ δε μάλλον σε άμεση και επιτακτική, δεδομένου ότι ελάμβανε τη σύνταξή του από την Υπηρεσία, στην οποία εργαζόταν, ζούσε σε ιδιόκτητη κατοικία μαζί με τη μητέρα του, εκμίσθωνε, από 1-6-2002 έως 30- 5-2005, ήτοι λίγους μήνες προ των επίδικων συμβολαίων, την ιδιόκτητη οικία του στα ................ ....................., εισπράττοντας μίσθωμα 300 ευρώ μηνιαίως, εκμίσθωνε το κατάστημα στη ........... ............., στις ........ Θεσσαλονίκης, θα μπορούσε, όπως προεκτέθηκε, να εκμισθώνει το δωρηθέν διαμέρισμα των 70 τ.μ., του οποίου κράτησε την επικαρπία, και να εισπράττει μισθώματα, και ήταν κύριος σχετικά μεγάλης ακίνητης περιουσίας, και συγκεκριμένα όλων των προαναφερθέντων ακινήτων, ήτοι των δύο που μεταβίβασε στα ανίψια του και όλων των υπολοίπων που κατέλειπε ως κληρονομιαία περιουσία στον ενάγοντα υιό του, από τα οποία θα μπορούσε να πωλήσει, εάν όντως βρισκόταν σε άμεση και επιτακτική οικονομική ανάγκη. Δεν μπορεί δε να θεωρηθεί ότι εν προκειμένω υπάρχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ της παροχής (μεταβίβασης, αιτία πωλήσεως, του ημιυπογείου διαμερίσματος, του οποίου την επικαρπία, κατά ποσοστό 100%, όπως προεκτέθηκε, είχε η μητέρα του και γιαγιά των διαδίκων) και της αντιπαροχής (του τιμήματος που εισέπραξε από τα εναγόμενα ανίψια του), και λαμβανομένων υπόψιν των κάτωθι παραγόντων, ήτοι: της συγγενικής σχέσεως εξ αίματος μεταξύ των συμβαλλομένων, της ευγνωμοσύνης του ................. ....................... προς τα ανίψια του, της θέσεως του ακινήτου, του ορόφου, στον οποίο βρίσκεται το διαμέρισμα (ημιυπόγειο), της παλαιότητάς του, η οποία είναι μη επακριβώς προσδιορισθείσα από τα προσκομισθέντα στοιχεία, πάντως προ του έτους 1981 που έγινε η δωρεά του από τον .................. ............. προς τον ................... ..............., καθώς και του γεγονότος ότι ο μεταβιβάζων είχε μόνο την ψιλή κυριότητα και όχι την επικαρπία.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. 

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο ενάγων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 106, 176 και 191 § 2 του ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόμενων, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350 €) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ κλπ.

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Π.Β.

Σχόλια