Κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Νομή. Έννοια. Κτήση νομής. Στοιχεία αυτής. Πώληση ακινήτου από μη κύριο. Αποτελέσματα. Προστασία του αληθινού κυρίου έναντι του πωλητή και του αγοραστή του ακινήτου του. Πολιτική δικονομία. Διεκδικητική αγωγή. Περιεχόμενο αυτής. Η αρνητική αναγνωριστική αγωγή «ακυρότητας του συμβολαίου». Αίτημα αυτής. Άσκηση αγωγών από την ενάγουσα....1429/2010 ΠΠΡ ΑΘ.


Δάση. Κάθε αποψιλούμενη δασική έκταση, δημόσια ή ιδιωτική, κηρύσσεται υποχρεωτικά αναδασωτέα, με αιτιολογημένη απόφαση. Από την αμφισβήτηση πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής γεννάται ιδιωτική διαφορά, υπαγόμενη με ανακοπή στο Ειρηνοδικείο. Η προβλεπόμενη στο άρθρο 41 παρ. 3 του ν. 998/1979 προθεσμία για την κήρυξη της αναδάσωσης είναι ενδεικτική. Αιτιολογημένη η προσβαλλόμενη απόφαση. Πότε...4656/2011 ΣΤΕ..

1429/2010 ΠΠΡ ΑΘ ( 608840) 
Κτήση κυριότητας επί ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Νομή. Έννοια. Κτήση νομής. Στοιχεία αυτής. Πώληση ακινήτου από μη κύριο. Αποτελέσματα. Προστασία του αληθινού κυρίου έναντι του πωλητή και του αγοραστή του ακινήτου του. Πολιτική δικονομία. Διεκδικητική αγωγή. Περιεχόμενο αυτής. Η αρνητική αναγνωριστική ..
αγωγή «ακυρότητας του συμβολαίου». Αίτημα αυτής. Άσκηση αγωγών από την ενάγουσα εναντίον των εναγομένων. Κτήση κυριότητας επί του ακινήτου από την ενάγουσα κατά ποσοστό ½ λόγω κληρονομικής διαδοχής και κατά ποσοστό ½ λόγω έκτακτης χρησικτησίας. Εσφαλμένη η καταχώρηση στις πρώτες εγγραφές του οικείου κτηματολογικού φύλλου ενός εκ των εναγομένων ως κυρίου του επίδικου γεωτεμαχίου δυνάμει συμβολαίου πώλησης των λοιπών εναγομένων καθώς οι εναγόμενοι ουδέποτε απέκτησαν τη κυριότητα επί του ακινήτου. Απαράδεκτη η από τους εναγόμενους υποβολή αιτημάτων παροχής αυτοτελούς έννομης προστασίας με τις προτάσεις τους και όχι στο πλαίσιο άσκησης ανταγωγής. Το δικαστήριο δέχεται εν μέρει την αγωγή.


  
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Αριθμός Απόφασης 1429/2010

ΤΟ ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΠΝΩΝ

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Μαρία Τόμου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Κωνσταντίνο Σαργιώτη, Πρωτοδίκη Κτηματολογικό Δικαστή - Εισηγητή, Αναστασία Παρούση, Πρωτοδίκη - Κτηματολογική Δικαστή και από την Γραμματέα Παναγιώτα Κουτσουμπέλη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 13 Οκτωβρίου 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) Της ενάγουσας - καλούσας: ............ χήρας .............................., το γένος ............... και .................., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της .... Του εναγομένου καθ` ου η κλήση: .............................., πρώην κατοίκου Αθηνών και ήδη αγνώστου διαμονής, ο οποίος ήταν απών και δεν παραστάθηκε.

Β) Της ενάγουσας: .................. χήρας ..............................., το γένος .......... και ........... ......, κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της .....

Του εναγομένου: .................. του ..... και της .............., κατοίκου Βριλησσίων Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του .....

Γ) Της ενάγουσας: .................. χήρας ........................, το γένος ............................... ......., κατοίκου Αθηνών, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της .....

Των εναγομένων: 1) .......................... και της ............, κατοίκου Βριλησσίων Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του ..., 2) ................... του .............., κατοίκου Σαλαμίνας, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του ...., 3) ................... και της ........, κατοίκου Πεύκης, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου του Χ.....

Η ενάγουσα - καλούσα ζητεί να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο Α από 8-5-2006 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/450679-5- 2006, προσδιορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 5-12-2006, μετ` αναβολή η 17-4-2007 και μετά νέα αναβολή η 11-12-2007, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 17-12-2007 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 276120/35Ί6/21-12-2007, προσδιορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 6-5-2008 και μετ` αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η ενάγουσα ζητεί vα γίνει δεκτή η υπό στοιχείο Β από 18-9-2008 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177336/8891/26-9-2008, προσδιορίστηκε αρχικά δικάσιμος η 27-1-2009 και μετ` αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο Γ από 11-3-2009 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65234/4419/22-4-2009, προσδιορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την υπ` αριθμ. 516Ε/23-6-2006 και την υπ` αριθμ. 4899Ε/15-1-2008 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αννας Κουτλίδου, τα από 27-7-2006 φύλλα των εφημερίδων .... και ............, και τα από 1-2-2008 φύλλα των αυτών εφημερίδων, που προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 8-5-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/4506/9-5- 2006, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο και κλήση προς απόπειρα εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, καθώς και της κλήσης με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση αγωγή αυτή, έχει επιδοθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στον εναγόμενο. Ο τελευταίος όμως δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου και, συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην. Η συζήτηση θα προχωρήσει ωστόσο, σα να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (αρθρ. 270 παρ. 1,226§4Κ..Πολ.Δ).

Οι κρινόμενες από 8-5-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/4506/9-5-2006, η από 18-9-2008 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177336/8891/26-9-2008 και η από 11- 3-2009 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65234/4419/22-4-2009 πρέπει να ενωθούν και να συνεκδικαστούν αφού πρόκειται για δίκες που υπάγονται στην αυτή διαδικασία και με τον τρόπο αυτό διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (αρθρ. 246 Κ.Π.ολ.Δ.).

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του αυτού Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) είναι νομέας, αν αυτή την εξουσία έχει με διάνοια κυρίου. Άσκηση της νομής, η οποία κατά το άρθρο 983 του ίδιου Κώδικα μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα επί ακινήτου αποτελούν εμφανείς πράξεις επ αυτού που είναι δηλωτικές της βουλήσεως του νομέα να εξουσιάζει τούτο και οι οποίες ποικίλλουν ανάλογα με τον κατά την βούληση του νομέως προορισμό του πράγματος. Τέλος εκ των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 984 και 994 ΑΚ συνάγεται ότι ο συννομεύς ή οι συννομείς αν κατέχουν ολόκληρο το κοινό θεωρούνται κατέχοντες τούτο και επ` ονόματι των λοιπών και δεν μπορούν να αποκτήσουν την κυριότητα τούτου δια χρησικτησίας και κατά το ανήκον στους λοιπούς κοινωνούς ποσοστό πριν ή καταστήσουν σ` εκείνους γνωστό ότι νέμονται ολόκληρο το κοινό πράγμα, ήτοι και κατά το ανήκον εις εκείνους ποσοστό, ώστε της αποφάσεως των αυτής να λάβουν γνώση καθ` οιονδήποτε τρόπον οι λοιποί κοινωνοί. Τέτοια γνωστοποίηση, δεν απαιτείται όταν οι λοιποί, μη ευρισκόμενοι στην κατοχή του κοινού συννομείς, εξεδήλωσαν καθ` οιονδήποτε τρόπο την βούληση να μην είναι νομείς (συννομείς) πράγμα το οποίο συμβαίνει και επί εκούσιας αποξενώσεώς των από το κοινό (Α.Π. 1386/2002 ΝΟΜΟΣ).

Κάθε διεκδικητική αγωγή πρέπει να περιέχει τα παρακάτω στοιχεία, για να είναι πλήρης και ορισμένη: α΄) κυριότητα του ενάγοντος επί του ακινήτου, ανεξαρτήτως του εάν αυτή έχει αποκτηθεί με παράγωγο τρόπο ή με πρωτότυπο τρόπο (χρησικτησία), β`) αντικείμενο της αγωγής και ακριβής περιγραφή του. γ`) κατάληψη του ακινήτου από τον εναγόμενο και νομή ή κατοχή από αυτόν, δ΄) αξία του πράγματος και ε` ) αίτημα. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι απαραίτητο στοιχείο της βάσεως της διεκδικητικής αγωγής είναι και η αναφορά ότι ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και ότι το νέμεται και το κατέχει κατά την επίδοση της αγωγής (βλ. ΑΠ 1092/1980 ΝοΒ 29.497). Επίσης, δεν απαιτείται να αναφέρει ότι η ενέργεια του εναγομένου είναι αυθαίρετη ή παράνομη ή υπαίτια, ούτε ότι ο εναγόμενος κατέχει ως κληρονόμος ή απλός κάτοχος. Την έλλειψη του παραπάνω στοιχείου, ότι δηλαδή ο εναγόμενος κατέλαβε το επίδικο ακίνητο και το νέμεται ή το κατέχει κατά την επίδοση της αγωγής, δεν μπορούν να αναπληρώσουν ούτε οι προτάσεις ούτε η ομολογία του εναγομένου ούτε η απόδειξη. Τέλος, η απλή αμφισβήτηση του δικαιώματος του ενάγοντος δεν νομιμοποιεί για την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδ. 1989, παρ. 194, σελ. 241). Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, που ορίζει ότι "όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία στο πράγμα είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου", συνάγεται ότι για την απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνύπαρξη δύο στοιχείων: α. του πνευματικού (υποκειμενικού βουλητικού) και β. του υλικού. Το πνευματικό στοιχείο είναι η θέληση του προσώπου να εξουσιάζει το πράγμα ως κύριος (animus domini animus dominandi), δηλαδή ψυχή δεσπόζοντος διάνοια κυρίου (ΑΠ 1025/2002 Δνη 43.1680. ΑΠ 974/1977 ΝοΒ 26.897, ΑΠ 598/ 1979 ΝοΒ 27.1612). Η θέληση αυτή, που πρέπει να είναι σαφής, μπορεί να εκδηλώνεται ρητά ή σιωπηρά, δηλαδή να προκύπτει από τις περιστάσεις, που συνοδεύουν την κατάληψη και προσιδιάζουν συνήθως στον ιδιοκτήτη του (ΑΠ 5/1997 Δνη 38.1574, ΑΠ 974/1977, 598/1979 βλ. πιο πάνω). Το υλικό (αντικειμενικό σωματικό) στοιχείο (corpus), είναι ο φυσικός εξουσιασμός του πράγματος. Ως φυσική εξουσία νοείται ότι ένα πράγμα ετέθη κατά τρόπο σταθερό και διαρκή στη διάθεση του αποκτώντος, έτσι ώστε να μπορεί αυτός να ενεργεί πάνω στο πράγμα ακωλύτως και κατά βούληση, πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του (ΑΠ 5/1997 Δνη 38.1574, ΑΠ 1272/1997 Δνη 40.156), χωρίς να απαιτείται να βρίσκεται το πρόσωπο σε διαρκή επαφή προς το πράγμα (ΔΠ 393/1999 Δνη 40.1743, ΑΠ 1602/1981 ΝοΒ 30.927, Εφ.Αθ. 4254/1977 ΝοΒ 25.1347). Οι υλικές αυτές πράξεις, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση για εξουσίαση του πράγματος, συνιστούν άσκηση νομής, κατά την έννοια του άρθρου 974 ΑΚ (ΑΠ 29/2000 Δνη 41.762), πρέπει δε να περιγράφονται στο δικόγραφο της σχετικής αγωγής (ΑΠ 1272/1997 Δνη 40.156) (Εφ.Πειρ. 411/2003 ΑΡΧΝ 2003/665). 

Από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513 επ., 1033, 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της (ενοχικής) σύμβασης (βλ. ΑΠ 1199/89 ΕλλΔνη 32.531, ΕφΘεσ 2977/1989 ΕλλΔνη 31.1297, ΕφΘεσ 1059/1987 Αρμ MB 568, ΕφΘεσ 623/1983 Αρμ ΑΗ 535, ΕφΑθ 7217/91 ΕλλΔνη 34.637, Εφθεσ 246/90 ΕλλΔνη 33.1224). Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτήν απαιτείται (1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος. Συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάστηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά την κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάστηκε από μη κύριο (Γ. Μπαλής, ΕμπρΔ παρ. 61, Γεωργιάόης, ΕμπρΔ παρ. 175, Α. Παπαχρήστου, ΕμπρΔ, αρθρ. 1033, σελ. 243). Ο αληθής κύριος, στην περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ), την οποία όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνον κατ` αυτού και όχι κατά του πωλητή. Κατά του τελευταίου (πωλητή), εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμα του, μπορεί να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή (1094 ΑΚ, βλ. AΠ 243/1996 ΕλλΔνη 37. 1543). Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή ακυρότητας του συμβολαίου (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές ΕμπρΔικ, 1989, παρ. 117, 48, σελ. 308), με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, να ζητηθεί η ακυρότητα της σύμβασης πώλησης του ακινήτου, λόγω της έλλειψης κυριότητας του πωλητή, αφού, όπως προαναφέρθηκε, αυτή είναι έγκυρη, αλλά μπορεί να ζητηθεί να αναγνωριστεί ότι ο μεν πωλητής δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε αγοραστής, λόγω της έλλειψης αυτής του πωλητή, δεν έγινε κύριος αυτού. Πρόκειται δηλαδή για αναγνωριστική αγωγή (70 Κ.ΙΙολ.Δ.). με την αρνητική της μορφή, της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο (Κ. Παπαδόπουλος, ό.π., 117, 4ζ, ΕφΠειρ 503/1997 ΕλλΔνη38. 1001).

Με την υπό κρίση υπό στοιχείο Α αγωγή της, όπως το περιεχόμενο αυτής ορθά εκτιμάται από το Δικαστήριο, η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι κυρία των αναλυτικά περιγραφόμενων ακινήτων και δη ενός γεωτεμαχίου μετά την υπάρχουσας σε αυτό οικίας, επί της οδού ................ στο Δήμο Αμαρουσίου Αττικής, καθώς και τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών σε πολυκατοικία επί της οδού ..... .... Ότι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου απέκτησε τα ανωτέρω ακίνητα δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 10-3-1984 συζύγου της .........................., την κληρονομιά του οποίου έχει νόμιμα αποδεχθεί δυνάμει της 464/2006 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών ................., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στα υποθηκοφυλακεία Αθηνών και Αμαρουοίου, ενώ σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου την κυριότητα των επιδίκων απέκτησε δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμεται και κατέχει τα επίδικα, από το έτος 1984, οπότε απεβίίύσε ο δικαιοπάροχος της, ασκώντας σε αυτά τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας, με προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της. Ότι οι λοιποί εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος συζύγου της, μεταξύ των οποίων και ο ήδη εναγόμενος, εκδήλωσαν την πρόθεση τους να μην αναμιχθούν στην κληρονομιά, αφού άσκησαν αγωγή με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η εκ του νόμου επαγωγή της κληρονομιάς λόγω παρέλευσης του τετράμηνου αποποίησης της κληρονομιάς και χορήγησης νέας προθεσμίας αποποίησης. Οτι επί της αγωγής εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία κατέστη ήδη αμετάκλητη, με την οποία χορηγήθηκε νέα προθεσμία αποποίησης, πλην όμως μόνο οι λοιποί, εκτός του εναγόμενου, συγκληρονόμοι αποποιήθηκαν την κληρονομιά. Ο εναγόμενος, λόγω του ότι μετά την τελεσιδικία της απόφασης είχε αναχωρήσει σε άγνωστη διεύθυνση, δεν ανευρέθηκε και δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά, με αποτέλεσμα να φέρεται ως συγκληρονόμος των επίδικων ακινήτων σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζητεί να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ως αποκλειστικής κυρίας των επίδικων ακινήτων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της αποδώσει τα επίδικα ακίνητα, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στη δικαστική της δαπάνη.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, για το παραδεκτό της άσκησης της οποίας περίληψη της καταχωρήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στα βιβλία διεκδικήσεων του αρμόδιου υποθηκοφυλακείου (βλ. ιο υπ` αριθμ. 30034/7-6-2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αθηνών και το 4062/8-6-2006 πιστοποιητικό του Υποθηκοφύλακα Αμαρουσίου) και για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας, αφενός μεν έχει υποβληθεί δήλωση φόρου κληρονομιάς για το επίδικο ακίνητο, σύμφωνα με το άρθρο 106 του Ν. 2961/2001 «Κώδικας διατάξεων φορολογίας κληρονομιών, δωρεών, γονικών παροχών, προικών και κερδών από λαχεία», όπως τούτο προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ` αριθμ. 2538/616/10-12-1984 δήλωση φόρου κληρονομιάς για τα επίδικα ακίνητα και το από 18-8-1989 σχετικό πιστοποιητικό της Δ.Ο.Υ. Αμαρουσίου, αφετέρου δε προσκομίζεται η προβλεπόμενη από το άρθρο 214Α § 8 Κ.Πολ.Δ. από 19-9-2006 δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας περί αποτυχίας της απόπειρας εξώδικης επίλυσης της διαφοράς, λόγω της μη προσέλευσης του εναγομένου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του κατά την ορισθείσα προς τούτο ημερομηνία, αρμοδίως, καθ` ύλη και κατά τόπο (άρθρα 7. 9, 10, 11 αρ. 1, 18 αρ. 1, 29, 31 § 2 Κ.Πολ.Δ.), φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου για να εκδικαστεί με την τακτική διαδικασία. Η αγωγή όμως θα πρέπει ν` απορριφθεί αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, για έλλειψη έννομου συμφέροντος, αφού από το περιεχόμενο της αγωγής, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δεν προκύπτει προσβολή από τον εναγόμενο του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας, είτε με αποβολή της και κατάληψη του επιδίκου, είτε με άλλη ενέργεια ή παράλειψη ενέργειας, που έπρεπε να γίνει, είτε και με απλή αμφισβήτηση, που δημιουργεί σύγχυση ή αμφιβολία για το δικαίωμα τούτο (Κ. Παπαδόπουλος, Αγωγές εμπραγμάτου δικαίου, τομ. Α`, σελ. 344 - ΑΠ 1447/83 Δ 15, 718 - ΕφΑθ 7574/98 ΕλλΔνη 40, 1103, Β Βαθρακοκοίλη ΕΡΝΟΜΑΚ, αρθρ. 1094αριθμ. 1"). Συγκεκριμένα, η ενάγουσα δεν επικαλείται οποιοδήποτε γεγονός που να συνιστά αμφισβήτηση, έστω και προφορική, της κυριότητας της στα επίδικα ακίνητα από τον συγκεκριμένο εναγόμενο, αλλά αντίθετα επικαλείται πράξεις του ιδίου, με τις οποίες ο ίδιος φέρεται να εκδήλωσε την πρόθεση του να μην είναι συννομέας των κοινών ακινήτων.

Με την υπό στοιχείο Β αγωγή της, όπως το περιεχόμενο αυτής ορθά εκτιμάται από το Δικαστήριο, η ενάγουσα εκθέτει ότι είναι πλήρης και αποκλειστική κυρία του αναλυτικά περιγραφόμενου ακινήτου στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής επί της οδού .......... και δη ενός γεωτεμαχιου μετά την υπάρχουσας σε αυτό οικίας. Ότι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου απέκτησε το ανωτέρω ακίνητο δυνάμει εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής του αποβιώσαντος στις 10-3-1984 συζύγου της ............................................., την κληρονομιά του οποίου έχει νόμιμα αποδεχθεί, ενώ σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου απέκτησε δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, αφού νέμεται και κατέχει το επίδικο από τον θάνατο του δικαιοπάροχου της, ασκώντας σε αυτό τις προσιδιάζουσες πράξεις νομής, όπως αυτές αναλυτικά αναφέρονται, με διάνοια αποκλειστικής κυρίας. Ότι οι λοιποί εξ αδιαιρέτου συγκληρονόμοι του αποβιώσαντος συζύγου της, μεταξύ των οποίων και ο ήδη εναγόμενος, εκδήλωσαν την πρόθεση τους να μην αναμιχθούν στην κληρονομιά, αφού άσκησαν αγωγή με την οποία ζήτησαν να ακυρωθεί η εκ του νόμου επαγωγή της κληρονομιάς λόγω παρέλευσης του 4μηνου αποποίησης της κληρονομιάς και χορήγησης νέας προθεσμίας αποποίησης. Ότι επί της αγωγής εκδόθηκα απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη με την οποία χορηγήθηκε νέα προθεσμία αποποίησης, πλην όμως μόνο οι λοιποί, εκτός του εναγόμενου, συγκληρονόμοι αποποιήθηκαν την κληρονομιά. Ο εναγόμενος, λόγω του ότι είχε αποχωρήσει σε άγνωστη διεύθυνση, δεν ανευρέθηκε και δεν αποποιήθηκε την κληρονομιά με αποτέλεσμα να φέρεται ως συγκληρονόμος των επίδικων ακινήτων σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου. Ότι το επίδικο έχει καταχωρηθεί με KAΕK 05 014 11 20 007/0/0 και φέρεται ως ιδιοκτησία του εναγόμενου σε ποσοστό 100% εξ αδιαιρέτου. Ότι η αξία του επίδικου ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 181.290,20 ευρώ. Με βάση τα ανωτέρω η ενάγουσα ζητεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα ως προς τα δικαστικά έξοδα, να αναγνωριστεί το δικαίωμα της ως πλήρους και αποκλειστικής κυρίας των επίδικων ακινήτων, να διορθωθούν οι πρώτες εγγραφές.

Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτητικό η υπό κρίση αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία στο Δικαστήριο αυτό που είναι αρμόδιο καθ` ύλη (άρθρα 6 παρ. 2 ν.2664/1998 σε συνδυασμό με 9, 10, 11 αρ. 1,18 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και κατά τόπο (άρθρο 29 Κ.Πολ.Δ.), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της, κοινοποιήθηκε στον Προϊστάμενο του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου Αττικής, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.2664/1998 (βλ. την υπ` αριθμ. 638Γ/6-10-2008 έκθεση επίδοσης της αυτής ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 παρ. 1 περ. ιβ` του ν. 2664/1998 (βλ. το 6768/1-10-2008 πιστοποιητικό του οικείου Κτηματολογικού Γραφείου), ενώ προσκομίζεται η από 17-12-2008 δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας περί αποτυχίας της απόπειρας συμβιβασμού, κατ` άρθρο 214 Α παρ. 8 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ.. Η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 6 § 1 και 2 Ν 2664/98, 1710, 1820, 1846 επ., 1045 Α.Κ. 70 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ` ουσία.

Με την υπό στοιχείο Γ αγωγή της η ενάγουσα, κατ` εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής, εκθέτει ότι όσο αφορά το επίδικο ακίνητο που περιγράφεται αμέσως ανωτέρω και στην υπό στοιχείο Β αγωγή, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων πώλησαν το ακίνητο στον πρώτο των εναγομένων, δυνάμει του αναφερόμενου συμβολαίου πώλησης, που έχει νόμιμα καταχωρηθεί στο οικείο κτηματολογικό φύλλο, με αποτέλεσμα να φέρεται ως κύριος του επιδίκου ο πρώτος των εναγομένων, καίτοι κυρία αυτού ήταν η ίδια (ενάγουσα), κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Ότι οι λοιποί εναγόμενοι, δικαιοπάροχοι του πρώτου των εναγομένων, φέρονται να απέκτησαν την κυριότητα δυνάμει άτυπης δωρεάς του εν ζωή συζύγου της και η συγκυριότητα τους αναγνωρίστηκε στα πλαίσια προγενέστερης δίκης, η οποία καταργήθηκε δυνάμει εξώδικου συμβιβασμού, ο οποίος επικυρώθηκε με το 88/2001 πρακτικό του Δικαστηρίου τούτου, και ότι προβάλλοντας τον ισχυρισμό αυτύ οι εναγόμενοι αμφισβητούν την κυριότητα της. Ότι η ίδια ασκεί την νομή και κατέχει το πράγμα από το χρόνο θανάτου του δικαιοπαρόχου της, και κανείς από τους εναγόμενους δεν άσκησε ποτέ πράξεις νομής ή κατοχής επί του πράγματος. Με βάση τα ανωτέρω ζητεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αίτημα της με τις έγγραφες προτάσεις της ως προς τα δικαστικά έξοδα, α) να αναγνωριστεί το δικαίωμα της, β) να ακυρωθεί το συμβόλαιο πώλησης από τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων προς τον πρώτο εξ αυτών, γ) vα διαταχθεί η αποβολή του πρώτου των εναγομένων από το ακίνητο και να αποδοθεί το ακίνητο στην ίδια.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, στο δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς σωρεύεται αφενός μεν διεκδικητική αγωγή κατά του πρώτου των εναγομένων και αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή κατά του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων, αφετέρου δε αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας του πωλητηρίου συμβολαίου, λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο των πωλητών, αρμοδίως και παραδεκτώς φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 8, 9 εδ. 1, 11 στοιχ. 1, 14 παρ. 2, 18 και 20 Κ.Πολ.Δ.), κατά την προκείμενη τακτική διαδικασία. Όσο αφορά την διεκδικητική αγωγή που ασκείται κατά του πρώτου των εναγομένων, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, αφού, όπως ρητά αναφέρεται στην αγωγή, ο πρώτος των εναγομένων δεν είναι νομέας ούτε κάτοχος του επίδικου ακινήτου, ούτε άσκησε ποτέ πράξεις νομής επ` αυτού, με την έννοια του φυσικού εξουσιασμού του πράγματος, που αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της διεκδικητικής αγωγής. Επίσης η σωρευόμενη αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας του πωλητηρίου συμβολαίου, είναι, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, μη νόμιμη και ως εκ τούτου απορριπτέα, καθόσον η έλλειψη κυριότητας του πωλητή στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την ακυρότητα της σύμβασης, στην δε υπό κρίση αγωγή δεν υπάρχει αίτημα για αναγνώριση της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο. Όσο αφορά την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή, που στρέφεται κατά του δεύτερου και της τρίτης των εναγομένων, αυτή είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων, 1710, 1820, 1846 επ., 1045, 1051 Α.Κ. 70 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που η αγωγή κρίθηκε νόμιμη, να εξετασθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο στις 8-5-2009 με αριθμό 2637 (βλ. το 2637/8-5-2009 πιστοποιητικό καταχώρισης εγγραπτέας πράξης του Κτηματολογικού Γραφείου Αμαρουσίου), ενώ για το παραδεκτό της συζητήσεως της τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία, αφού έγινε απόπειρα εξώδικης επίλυσης της, όπως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 214 Α" Κ.Πολ.Δ., με νόμιμη και εμπρόθεσμη πρόσκληση των εναγομένων να παραστούν στο γραφείο του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας στις 2-9-2009, η οποία απέτυχε, διότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία δεν προσήλθαν ούτε οι εναγόμενοι ούτε οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους, όπως προκύπτει από την από 2-9-2009 δήλωση αποτυχίας της απόπειρας του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας, που κατέθεσε μαζί με τις προτάσεις της.

Οι εναγόμενοι με τις έγγραφες προτάσεις τους συνομολογούν την αγωγή και αναφέρουν ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε το από 18-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού που προσκομίζεται. Επίσης ζητούν, όπως εκτιμάται το περιεχόμενο των προτάσεων από το Δικαστήριο, να εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, καθώς και να διαταχθεί η ανάκληση του 88/2001 πρακτικού επικύρωσης συμβιβασμού, να διαταχθεί η διαγραφή και ακύρωση της μεταγραφής του πρακτικού επικύρωσης συμβιβασμού από τα βιβλία μεταγραφών, να διαταχθεί η ακύρωση του συμβολαίου πώλησης του επίδικου ακινήτου, να διαταχθεί η διόρθωση των σχετικών κτηματολογικών εγγραφών, να αναγνωρισθεί ότι η ενάγουσα οφείλει στον πρώτο των εναγομένων το ποσό των 60.000 ευρώ που αντιστοιχεί στις δαπάνες που πραγματοποίησε ο τελευταίος επ` ωφελεία του επίδικου ακινήτου, να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη, ενώ με το από 13-10-2009 συμπληρωματικό υπόμνημα υπέβαλαν και το αίτημα να διαταχθεί από το Δικαστήριο αφενός η απόδοση στον πρώτο των εναγομένων του φόρου μεταβίβαση του ακινήτου, αφετέρου στους λοιπούς των εναγομένων του αντίστοιχου φόρου που πλήρωσαν όταν προέβησαν στις αντίστοιχες μεταβιβάσεις. H υποβολή των αιτημάτων αυτών με τις προτάσεις, οι οποίες δεν κατατέθηκαν 30 ημέρες πριν την συζήτηση αλλά στις 22-9-2009, κατά το μέρος που δεν αποτελούν άμυνα στην ένδικη αγωγή ή δεν ταυτίζονται με το αντικείμενο των ένδικων αγωγών, αλλά αποτελούν αυτοτελή αίτηση για παροχή έννομη προστασίας, συνεπάγεται την απόρριψη τους (των αιτημάτων) ως απαράδεκτη, αφού τέτοια αίτηση (παροχής αυτοτελούς έννομης προστασίας) μόνο με ανταγωγή μπορεί να υποβληθεί από τον εναγόμενο στα πλαίσια ήδη εκκρεμούς δίκης, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 268 § Ι και 3 Κ.ΠολΔ.

Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος ........................................., που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, την ομολογία των εναγομένων ως προς τους αγωγικούς ισχυρισμούς, που περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις τους και δηλώθηκε και με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους ενώπιον του ακροατηρίου, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, και η οποία (δικαστική ομολογία) αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον τους (αρθρ. 352 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα εξής: στις 10-3-1984 απεβίωσε στο Πειραιά ο .................. .................................. , κάτοικος εν ζωή Αμαρουσίου Αττικής. Λόγω του ότι δεν άφησε διαθήκη, κληρονομήθηκε κατά την εξ αδιαθέτου /διαδοχή από την ενάγουσα σύζυγο του, σε ποσοστό 1/2 ή 3/6 εξ αδιαιρέτου, καθώς και από τα πρώτα εξαδέλφια του: α) ....................., εναγόμενο της υπό στοιχείο Α αγωγής, σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου, β) τον .............., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου και, γ) ....................., το γένος ......., σε ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου. Η ενάγουσα, κατά το ανωτέρω ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου αποδέχθηκε την κληρονομιά δυνάμει της 464/28-2-2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών .................., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου στον τόμο 432 με αριθμό 446, ενώ υπέβαλε την υπ` αριθμ. 2538/616/10-12-1984 δήλωση φόρου κληρονομιάς και κατέβαλε τον αναλογούντα φόρο. Όσο αφορά το υπόλοιπο ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου της κληρονομιάς, οι ως άνω εξάδελφοι του κληρονομούμενου φέρονταν να την όχουν αποδεχθεί, λόγω άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας αποποίησης. Οι ανωτέρω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι εξαδέλφια του αποβιώσαντος, άσκησαν κατά του ελληνικού δημοσίου που είχε την ιδιότητα του δανειστή της κληρονομιάς, την από 27-3-1986 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3713/86 αγωγή τους, με την οποία ανέφεραν ότι από πλάνη είχαν αφήσει να περάσει άπρακτη η προθεσμία αποποίησης και ζήτησαν να ακυρωθεί η αποδοχή της κληρονομιάς και να τους χορηγηθεί νέα προθεσμία αποποίησης. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 7242/1987 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή και ακυρώθηκε η αποδοχή της κληρονομιάς. Κατά της απόφασης ασκήθηκαν ένδικα μέσα από το εναγόμενο και εκδόθηκαν η 14603/1988 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση, και, τέλος, η με αριθμό 1533/1991 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα αναίρεση και κατέστη αμετάκλητη η απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Στη συνέχεια, οι δύο από τους τρεις τότε ενάγοντες, ήτοι ο ............................... και η ............................... προέβησαν στην αποποίηση της κληρονομιάς του ως άνω αποβιώσαντος, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 254/89 έκθεση του Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, ο δε ....................................................., λόγω του ότι μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου Αθηνών διέμενε σε άγνωστη διεύθυνση, δεν κατέστη δυνατό να ειδοποιηθεί προκειμένου να προβεί στην αποποίηση της κληρονομιάς. Εξάλλου, οι τότε ενάγοντες, με την ως άνω αγωγή τους, καθίσταται σαφές ότι εκδήλωσαν και ρητά την πρόθεση τους να μην είναι συγκληρονόμοι και συννομείς της κληρονομιάς. Στην κληρονομιαία αυτή περιουσία περιλαμβάνονταν, μεταξύ άλλων, ένα γεωτεμάχιο μειά της επ` αυτού πεπαλαιωμένης οικίας στον Δήμο Αμαρουσίου Αττικής, επί της οδού ............, που έχει καταχωρηθεί με ΚΑΕΚ 05 014 11 20 007/0/0. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στον κληρονομούμενο δυνάμει κληρονομικής διαδοχής της αποβιώσασας στις 7-4-1977 μητέρας του ........... ή .................... θυγατέρας ............... και ...................., πρώην συζ. ................... .................., φυσικού τέκνου του .................. και της .........................., την κληρονομιά της οποίας είχε νόμιμα αποδεχθεί με την 23681/1977 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Αθηνών ......................., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αθηνών στον τόμο 2967 με αριθμό 364. Στο ακίνητο αυτό η ενάγουσα κατοικούσε όσο ακόμα ζούσε ο σύζυγος της, ενώ μετά τον θάνατο του συνέχισε να κατοικεί σε αυτό μαζί με την μητέρα της και τον αδερφό της, έως το έτος 1989, οπότε μετακόμισε σε άλλο κληρονομιαίο ακίνητο. Έκτοτε εκμίσθωνε το επίδικο ακίνητο και εισέπραττε η ίδια το μίσθωμα. Η ενάγουσα, από τον χρόνο του θανάτου του συζύγου της, νέμονταν και κατείχε το επίδικο ακίνητο με διάνοια πλήρους και αποκλειστικής κυρίας, ασκώντας τις παραπάνω αναφερόμενες πράξεις νομής, γεγονός που ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους λοιπούς συγκληρονόμους της. και έτσι κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου σε ποσοστό 100%, προσμετρώντας και το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπάροχου της, χωρίς να χρειάζεται να γνωστοποιήσει στον συγκληρονόμο της ότι νέμεται τα κληρονομιαία ως μοναδική κληρονόμος αφού, όπως εκτίθεται ανωτέρω, ο τελευταίος σαφώς εκδήλωσε την πρόθεση του να μην είναι κληρονόμος, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Ειδικότερα κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου απέκτησε αυτό δυνάμει κληρονομικής διαδοχής του συζύγου της, και κατά το έτερο 1/2 εξ αδιαιρέτου δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα. Παρά ταύτα στο οικείο κτηματολογικό φύλλο ως κύριος του επίδικου γεωτεμαχίου στις πρώτες εγγραφές έχει καταχωρηθεί ο εκ των εναγομένων ..................... του ..................., δυνάμει του 4908/18-12-2003 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου ....................., που έχει νόμιμα μεταγραφεί στο υποθηκοφυλακείο Αμαρουσίου στον τόμο 416 με αριθμό 239, ενώ πωλητές του ακινήτου κατά το συμβόλαιο αυτό φέρονταν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, ήτοι ο ........................... του .............. και της .............. και η ................ Όμως, με βάση τα ανωτέρω, αν και φέρονταν ο προαναφερόμενος ως κύριος του ακινήτου κατά το κτηματολογικό φύλλο ουδέποτε απέκτησε αυτός την κυριότητα επί του ακινήτου, αφού οι δικαιοπάροχοι του δεν ήταν κύριοι αυτού κατά το χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση, ούτε απέκτησαν την κυριότητα του μεταγενέστερα. Οι εναγόμενοι, οι οποίοι ουδέποτε άσκησαν επί του επίδικου ακινήτου πράξεις νομής ή κατοχής, συνομολόγησαν τα ανωτέρω, τόσο με προφορική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, που έχει καταχωρηθεί στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, όσο και με τις έγγραφες προτάσεις τους. καθώς και με το προσκομιζόμενο, σε αντίγραφο, από 18-7-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό συμβιβασμού, που έχει υπογραφεί από τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους. Δυνάμει της υπ` αριθμ. 24414/4876/8.9.1997 απόφασης του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση ο Δήμος Αμαρουσίου του Νομού Αττικής (ΦΕΚ 836/Β717.9.1997). Σύμφωνα με την 381/1/28.6.2006 απόφαση του Δ.Σ του Ο.Κ.Χ.Ε., διαπιστώθηκε η περαίωση της διαδικασίας κτηματογράφησης για τα ακίνητα της περιοχής του Δήμου Αμαρουσίου του Νομού Αττικής και ορίστηκε ως χρόνος λειτουργίας του Κτηματολογίου στη περιοχή η 10-7-2006 με την υπ` αριθμ. 382/2 απόφαση του Δ.Σ. του ΟΚΧΕ (ΦΕΚ Β 854/10.7.2006).

Με βάση τα ανωτέρω θα πρέπει, αφού συνεκδικαστούν οι υπό κρίση αγωγές: α) να απορριφθεί η από 8-5-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/4506/9-5-2006, β) να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 18-9-2008 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177336/8891/26-9-2008, να αναγνωριστεί η ενάγουσα ως κυρία του επίδικου ακινήτου και να διαταχθεί η διόρθωση των αρχικών εγγραφών στα επίδικα κτηματολογικά φύλλα, γ) να γίνει εν μέρει δεκτή η από 11-3-2009 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65234/4419/22-4-2009 και να αναγνωριστεί η ενάγουσα ως κυρία του επίδικου ακινήτου. Διάταξη περί επιβολής ή μη δικαστικών εξόδων δεν θα τεθεί, ελλείψει υποβολής σχετικού αιτήματος (πρβλ. άρθρο 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) όσο αφορά την πρώτη από τις ανωτέρω αγωγές και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των λοιπών διαδίκων, γενομένου δεκτού του σχετικού αιτήματος. Τέλος, λόγω της ερημοδικίας, πρέπει να οριστεί το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρα 501, 502 § 1 και 505 § 2 του Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 8-5-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/4506/9-5-2006, την από 18-9-2008 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177336/8891/26-9-2008 και την από 11-3-2009 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65234/4419/22-4-2009, ερήμην του εναγομένου ....................................... και της ................. και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Ορίζει το παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Απορρίπτει την από 8-5-2006 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 85104/4506/9-5-2006.

Δέχεται την από 18-9-2008 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 177336/8891/26-9-2008 αγωγή.

Δέχεται εν μέρει την από 11-3-2009 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 65234/4419/22-4-2009.

Αναγνωρίζει την ενάγουσα ........... χήρα ......................, το γένος ..................., ως πλήρη και αποκλειστική κυρία ενός γεωτεμαχίου στο Δήμο Αμαρουσίου, το οποίο έχει καταχωρηθεί στο κτηματολογικό βιβλίο Αμαρουσίου με ΚΑΕΚ 05 014 11 20 007/0/0 και φέρεται ως ιδιοκτησία του εναγομένου ...................

Διατάσσει την διόρθωση των αρχικών εγγραφών στο κτηματολογικό βιβλίο Αμαρουσίου προκειμένου να καταχωρηθεί η ενάγουσα ως πλήρης και αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο καταχώρισης των πρώτων εγγραφών στο Κτηματολογικό Βιβλίο του Δήμου Αμαρουσίου. 

Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων που παραστάθηκαν

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19-1-2010

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του στην Αθήνα στις 10 ΜΑΡ. 2010

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Α.Σ.

Σχόλια