Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας επί ακινήτου. Αναγκαίο περιεχόμενο αυτής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η ακριβής περιγραφή του ...1114/2014 ΑΠ


Οθωμανικό δίκαιο «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274. Παραχώρηση ακινήτων που αποτελούσαν κατηγορία δημοσίων γαιών, σε ιδιώτες. Με τη παραχώρηση αυτή δεν προσποριζόταν στον ιδιώτη η κυριότητα, αλλά μόνο το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που ..710/2014 ΑΠ.

1114/2014 ΑΠ ( 640223) 
Αναγνωριστική αγωγή κυριότητας επί ακινήτου. Αναγκαίο περιεχόμενο αυτής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε...
να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωση του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφό της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπο του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση. Αν η κυριότητα στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας, με τον τρόπο αυτό, περιστατικά. Μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου. Προϋποθέσεις. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 4910/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 1114/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Β. του Α., κατοίκου .... και 2) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Στεφάνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Τ. του Ι., κατοίκου ...... και 2) Μ. Τ. του Α., συζ. Ι. Τ.. Ο 1ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μ. Γκέλη, η οποία δήλωσε ότι 2η αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις 7/10/2011 (όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα με αριθμό ... ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Μεγάρων) και κληρονομήθηκε από τον 1ο αναιρεσίβλητο, ο οποίος συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από την ίδια.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/5/2006 αγωγή και την από 5/5/2006 ανακοίνωση δίκης των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 849/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 4910/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17/7/2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 25/2/2013 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 286 παρ. 1 περ. α` του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, από τη διάταξη δε του άρθρου 290 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπερ του οποίου επήλθε διακοπή. Εξάλλου από το άρθρο 1167 εδ α` του ΑΚ ορίζεται ότι η επικαρπία, εφόσον δεν ορίστηκε διαφορετικά, αποσβήνεται με το θάνατο του επικαρπωτή, ενώ από το άρθρο 1168 του ΑΚ ορίζεται ότι η επικαρπία αποσβήνεται άμα ενωθεί με την κυριότητα στο ίδιο πρόσωπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει επί τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου στις 22-1-2014, κατά τη συζήτηση της από 17- 7-2011 αίτησης του Π. Β. και της Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 4910/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ε. Τ. του Ι., με δήλωση του που καταχωρίστηκε στα παραπάνω πρακτικά, γνωστοποίησε ότι την 7-10-2011 αποβίωσε η μητέρα του Μ. Τ. του Α. δεύτερη ενάγουσα, και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη, που ήταν επικαρπώτρια επί νομότυπη αγορά του επιδίκου ακινήτου, του οποίου αυτός ήταν ψιλός κύριος και ότι πλέον αυτός κατέστη κύριος αυτού και συνεχίζει την προκείμενη αναιρετική δίκη. Περαιτέρω, όπως προκύπτει επί την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη σε επικυρωμένο φωτοαντίγραφο υπ` αρι. Πρωτ. ... ληξιαρχική πράξη θανάτου της Μ. Τ. του Α. του ληξιαρχείου του δήμου Μεγαρέων, προκύπτει ότι στις 7-10-2011, δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (26-7-2011) αποβίωσε η ανωτέρω διάδικος, που ήταν μητέρα του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, μετά την επελθούσα ως άνω διακοπή της δίκης, νόμιμα υπεισήλθε σ`αυτήν ο πρώτος αναιρεσίβλητος που τη συνεχίζει μόνος ως αποκλειστικός κύριος πλέον του επιδίκου ακινήτου. Επειδή, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ`αυτήν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 974 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου, συνάγεται, ότι η νομή συγκρατείται από δύο στοιχεία, το σωματικό και το πνευματικό περί της συνδρομής των οποίων κρίνει το δικαστήριο με βάση τις εμφανείς υλικές πράξεις επί του πράγματος, οι οποίες προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και με τις οποίες εκδηλώνεται η θέληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του αμέσως πιο πάνω άρθρου (974 ΑΚ) προς εκείνες των άρθρων 1041, 1042, 1045, και 1051 ΑΚ, με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο ακίνητο για μία δεκαετία, ενώ με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας αποκτά την κυριότητα ακινήτου εκείνος που έχει στη νομή του το ακίνητο για μια εικοσαετία (ανεξάρτητα από καλή πίστη και νόμιμο τίτλο), με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του ακινήτου με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, όπου απαιτείται προς συμπλήρωση του χρόνου χρησικτησίας. Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωση του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις. Στην περίπτωση που η αγωγή αυτή θεμελιώνεται σε παράγωγη μεν κτήση, πρέπει να προβάλλονται στο δικόγραφο της όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος της κυριότητας επί του επιδίκου στον ενάγοντα, και, μόνο αν αμφισβητείται, ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του είχε το δικαίωμα, οφείλει, επίσης, να επικαλεστεί και να αποδείξει τα γεγονότα που στηρίζουν την κτήση του δικαιώματος στο πρόσωπο του, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη, σε πρωτότυπη κτήση, αν δε στηρίζεται σε χρησικτησία, πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της τα αναγκαία για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό περιστατικά. Στην προκείμενη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι με την ένδικη από 2-5-2006 αγωγή τους, την οποία εκτιμά, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ ως διαδικαστικό έγγραφο ο Αρειος Πάγος, ισχυρίστηκαν, ότι κατέστησαν ο πρώτος εξ αυτών ψιλός κύριος και η δεύτερη επικαρπώτρια ενός οικοπέδου εμβαδού 1036,21 τ.μ., που βρίσκεται στη ..., με παράγωγο τρόπο και ειδικότερα δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων ......... ......... .... από τους αληθείς συγκυρίους Γ. και Μ. Φ., οι οποίοι το είχαν αποκτήσει με βάση τους αναφερόμενους τίτλους από το 1960, αλλά και με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι τακτική και έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, ασκώντας τόσο οι δικαιοπάροχοι τους όσο και οι ίδιοι επί του οικοπέδου όλες τις πράξεις νομής, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και ειδικότερα το επέβλεπαν, το καθάριζαν από τα άγρια χόρτα και τυχόν σκουπίδια, το αποτύπωναν σε διαγράμματα κ.λ.π., πράξεις για τις οποίες ποτέ και κανένας δεν διαμαρτυρήθηκε και ούτε τους ενόχλησε, ότι το οικόπεδο αυτό ήταν οριοθετημένο και περιφραγμένο από τους δικαιοπαρόχους τους, όπως ακόμη συνεχίζεται, με συρματόπλεγμα, οι διαστάσεις δε που αναφέρονται στον ως άνω τίτλο κτήσεως και στα αναφερόμενα σχεδιαγράμματα προκύπτουν με σταθερά διακριτά σημεία (ορόσημα) επί του εδάφους. Οτι κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης της περιοχής το επίδικο ακίνητο στην πρώτη εγγραφή στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων και στους κτηματολογικούς πίνακες φέρεται ανακριβώς, ότι αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου (οικοπέδου) 1832 τ.μ. με Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., με φερόμενους δικαιούχους στην εν λόγω εγγραφή τους Π. Β. και Α. Κ., οι οποίοι μετά την εγγραφή αυτή μεταβίβασαν τούτο στον Α. Τ., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων ....... . Ζήτησαν δε, ενόψει της ως άνω αμφισβήτησης, του δικαιώματος τους επί του επιδίκου, να αναγνωριστεί η κυριότητα τους στο επίδικο ακίνητο και ειδικότερα βάσει του περιεχομένου της αγωγής να αναγνωριστεί ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι ψιλός κύριος και η δεύτερη αναιρεσίβλητη επικαρπώτρια του επιδίκου και να διαταχθεί η διόρθωση της πιο πάνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε να αναγραφούν οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες των ως άνω δικαιωμάτων επί του επιδίκου. Με το πιο πάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, επειδή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που απαιτούνται για την πληρότητά της, εκτίθεται δε σ` αυτή, μεταξύ άλλων, σαφώς και ορισμένως ο τρόπος με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσίβλητος έγινε ψιλός κύριος και η δεύτερη αναιρεσίβλητη επικαρπώτρια του επιδίκου με παράγωγο τρόπο αλλά και με τον πρωτότυπο τρόπο της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας και μάλιστα νεμόμενη η ίδια το επίδικο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των είκοσι (20) ετών με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους, ενώ προσδιορίζεται επακριβώς και το επίδικο κατά θέση, όρια, επιφάνεια και πλευρικές διαστάσεις, και χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρουν οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι τον τρόπο κτήσεως των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων τους, αφού επικαλούνται κτήση κυριότητας των άμεσων δικαιοπαρόχων τους Γ. και Μ. Φ. διά χρησικτησίας. Επομένως, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή δεν αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά που απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητας, ούτε έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ούτε κατά παράβαση του νόμου θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα περιστατικά ως προς την περιγραφή του επίδικου τμήματος, δεν υπέπεσε στις από τους αριθμούς 1, 8 και 14, αντίστοιχα, του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Επομένως, οι συναφείς πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρώτος, κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος του, καθώς και τέταρτος από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή, όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη - ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... του συμβολαιογράφου Μεγάρων ............ οι Ι. Μ. και Μ. Μ. μεταβίβασαν κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή λόγω πωλήσεως στους Δ. και Γ. Κ. ένα ακίνητο (οικόπεδο) εκτάσεως 1.200 τ.μ., που βρίσκεται στη ..., εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της ομώνυμης κοινότητας, το οποίο συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Π., Δυτικά με ιδιοκτησία Ι. Ο., Βόρεια που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, με ιδιοκτησία κληρονόμων Σ. Γ. και Νότια με ιδιοκτησία Χ. Μ.. Τούτο είχε περιέλθει στους πωλητές με κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 7.4.1938 πατέρα τους Γ. Μ. στην οποία υπεισήλθαν και στον τελευταίο δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... (Τόμος … αρ. …) συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων .............. , λόγω δωρεάς εν ζωή του πατέρα του Μ. Μ.. Οι ανωτέρω Γ. και Δ. Κ., αληθείς κύριοι του πιο πάνω ακινήτου, δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... (Τόμος … αρ. …) συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων .................. , μεταβίβασαν τούτο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πωλήσεως, στο Γ. Τ.. Μετά τον επισυμβάντα στις 11.6.1959 στη Βαλτιμόρη ΗΠΑ θάνατο του Γ. Τ. οι κληρονόμοι του Σ. Τ., Γ. Τ. και Μ. Τ., πατέρας, αδελφός και χήρα, αντίστοιχα του αποβιώσαντος, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά κατά ποσοστό 1/4, 1/4 και 2/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, δυνάμει της με νομίμως μεταγραφείσης ... πράξης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Κηφισιάς ........... , που νόμιμα μεταγράφηκε (Τόμος … αριθ. …), στην οποία περιλαμβανόταν και το πιο πάνω ακίνητο, ενώ με το ... συμβόλαιο του αμέσως πιο πάνω συμβολαιογράφου οι ανωτέρω κληρονόμοι Σ. και Γ. Τ. μεταβίβασαν το ως άνω κληρονομικό τους μερίδιο (2/4 εξ αδιαιρέτου) κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στη Μ. τέως χήρα Γ. Τ. και ήδη σύζυγο Γ. Φ. και κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου στο Γ. Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι έκτοτε εγκαταστάθηκαν στη νομή του ο καθένας κατά το πιο πάνω ιδανικό του μερίδιο (3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα). Ακολούθως, οι τελευταίοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... (Τόμος … αρ. …) συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων ............. μεταβίβασαν τούτο κατά μεν το δικαίωμα της ψιλής κυριότητας στον πρώτο των εναγόντων Ε. Τ., κατά δε το δικαίωμα της επικαρπίας στη δεύτερη των εναγόντων σύζυγο του πρώτου Μ. Τ.. Το εν λόγω ακίνητο, που είναι περίκλειστο (τυφλό) καθόσον δεν έχει πρόσοψη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, έχει σύμφωνα με τον τίτλο αυτό έκταση 1040,53 τ.μ. και εμφανίζεται στο συνημμένο στο ως άνω συμβόλαιο από Φεβρουαρίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΖΑ, συνορεύει δε κατά το διάγραμμα αυτό Βόρεια με ιδιοκτησίες Γ. και Β. (2ου εναγομένου) σε τεθλασμένη πλευρά ΓΔΕ 30,30 μ, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. σε πλευρά ΕΖ 28,8μ, Νότια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Μ. και Τ. σε πλευρά 36 μ και δυτικά με ιδιοκτησίες Π. και Ο. Χ. σε τεθλασμένη πλευρά ΑΒΓ 32,45μ. Το ακίνητο αυτό είναι επίδικο, το οποίο βρίσκεται εντός σχεδίου κατ` ακριβέστερη καταμέτρηση έχει έκταση 1036,21 τ.μ., εμφανίζεται δε στο από Απριλίου 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Κ. Σ. που προσαρτάται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής με τα στοιχεία ΒΓΔΕΖΘΙΑ και συνορεύει σύμφωνα με αυτό βόρεια σε πλευρά Θ-Η 18,93μ με ιδιοκτησία Γ. και σε πλευρά Η-Ζ 11,27μ με ιδιοκτησία του τετάρτου των εναγομένων πρώην δε ιδιοκτησία του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων, έχουσα κωδικό αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου (ΚΑΕΚ) ..., ανατολικά σε πλευρά Ζ-Ε 4,49μ, Ε-Δ 23,83μ και Δ-Γ 0,77μ με ιδιοκτησία κληρονόμων Π., δυτικά σε πλευρά Θ-Ι 25,31 μ με ιδιοκτησία Π., και σε πλευρά Ι-Α 8,39μ με ιδιοκτησία Κ., νότια σε πλευρά Α-Β 14,07μ και σε πλευρά Β-Γ 22,25μ με άλλη ιδιοκτησία εναγόντων. Αποδεικνύεται επίσης από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας ... (Τόμοι … αρ. …) δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Μεγάρων .................. η Α. χήρα Ε. Γ. και οι Μ., Δ. και Κ. Γ. του Ε. ως μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποβιώσαντος στις 18.1.1968 Ε. Γ. συζύγου της πρώτης και πατέρα των λοιπών, αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους, στην οποία, μεταξύ των κληρονομιαίων, περιλαμβανόταν και ποσοστό 22/24 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού με ένδεκα (11) ελαιόδενδρα που ορίζετο Βορείως με κληρονόμους Ν. Γ., και Νοτίως, που ενδιαφέρει την κρινόμενη υπόθεση, με ιδιοκτησία κληρονόμων Μ. (απώτατος δικαιοπάροχος των εναγόντων). Σημειωτέον ότι το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου (2/24) του ως άνω αγρού ανήκε στην Α. σύζυγο Μ. Κ. το γένος Σ. Γ., η οποία με το ... συμβόλαιο του αμέσως πιο πάνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε (τόμος ...) μεταβίβασε τούτο λόγω πωλήσεως στον ανωτέρω Κ. Γ. του Ε., ανηψιό της. Το εν λόγω αγροτεμάχιο είχε περιέλθει στους ανωτέρω Ε. Γ. και Α. Κ., κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κατά τα ως άνω ποσοστά συγκυριότητας σε καθένα, στο μεν πρώτο με χρησικτησία στη δε δεύτερη εκ κληρονομιάς του αποβιώσαντος στις 15.11.1945 αδελφού τους Κ. Γ.. Ακολούθως οι ανωτέρω Α. χήρα Ε. Γ., Μ., Δ. και Κ.ς Γ.ς δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων ............ (τόμος … αρ. …) μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στον δεύτερο και την τρίτη από τους εναγομένους τα 409/1000 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω αγρού και ήδη οικοπέδου, το οποίο σύμφωνα με το επισυναπτόμενο στο εν λόγω συμβόλαιο από Νοεμβρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Κ. έχει έκταση 1809,50 τ.μ., εμφανίζεται δε στο διάγραμμα αυτό με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Κ-Α και συνορεύει βόρεια επί πλευράς Α-Κ 42,75μ και Ι-Θ 28,40μ με ιδιοκτησίες Χ. και Π. αντίστοιχα, νότια επί τεθλασμένης πλευράς Γ-Δ-Ε 32,26μ με ιδιοκτησία Γ. και επί πλευράς Ζ-Η 32,25μ με ιδιοκτησία Χ., ανατολικά επί πλευράς Κ-Ι 11,52μ με ιδιοκτησία Π. και επί πλευράς Θ-Η 36,05 με ιδιοκτησία Σ. και δυτικά επί πλευράς Α-Β-Γ 25,45μ με την οδό ... μ και επί πλευράς Ε-Ζ 18,35 με ιδιοκτησία Γ.. Ακολούθως, με την ... πράξη του αμέσως πιο πάνω συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε (τόμος …αρ. …) οι ως άνω εναγόμενοι (δεύτερος και τρίτη) ως συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου κατά ποσοστό 409/1000 εξ αδιαιρέτου, σύστησαν με τους ανωτέρω, κατά το υπόλοιπο ποσοστό 591/1000 εξ αδιαιρέτου, συγκυρίους του ίδιου ακινήτου Α., Δ., Μ. και Κ. Γ. κάθετη ιδιοκτησία κατά τις διατάξεις του ν.δ. 1024/1971, σύμφωνα με την οποία πράξη σε αυτούς (εναγομένους) θα ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα η μέλλουσα να ανεγερθεί κάθετη ιδιοκτησία (οικοδομή) στο καθορισμένο τμήμα του κοινού αγροτεμαχίου, που εμφανίζεται με τα στοιχεία ΑΒΜΛΙΚΑ στο από Νοεμβρίου 1980 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού υπομηχανικού Γ. Κ. εκτάσεως 739,50 τ.μ. με ποσοστό συγκυριότητας επί του ενιαίου οικοπέδου 409/1000 εξ αδιαιρέτου και με πρόσοψη επί της οδού ...,45 μέτρων, ενώ στους λοιπούς συγκυρίους θα ανήκει κατά αποκλειστική κυριότητα η μέλλουσα να ανεγερθεί κάθετη ιδιοκτησία (οικοδομή), στο επίσης καθορισμένο με στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε- Ζ-Η-Θ-Ι- Λ-Μ- Β του ιδίου ως άνω διαγράμματος, υπόλοιπο τμήμα του κοινού αγροτεμαχίου εκτάσεως 1070 τ.μ., αε ποσοστό συγκυριότητας επί του ενιαίου οικοπέδου 591/1000 εξ αδιαιρέτου, το οποίο είναι περίκλειστο (τυφλό). Τούτο το τμήμα είναι το επίδικο. Κατόπιν τούτου οι πιο πάνω εναγόμενοι, αφού έλαβαν την αριθ. 229/ Μ-Α 167/1982 άδεια της Νομαρχίας Αττικής, ανήγειραν στο καθορισμένο να περιέλθει σε αυτούς με την προαναφερόμενη πράξη τμήμα του ενιαίου ακινήτου ισόγεια οικοδομή 120,36 τ.μ., ενώ ακολούθως με το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεγάρων, που νόμιμα μεταγράφηκε (τόμος 319 αρ. 64) οι ανωτέρω συγκύριοι των 591/1000 εξ αδιαιρέτου μεταβίβασαν το ιδανικό τους μερίδιο και την αντιστοιχούσα σε αυτό κάθετη ιδιοκτησία, δηλαδή το επίδικο, λόγω πωλήσεως, στους παραπάνω εναγομένους. Ετσι, οι ανωτέρω εναγόμενοι φέρονται με τα πιο πάνω ... και ... συμβόλαια να έχουν καταστεί συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος ενός ενιαίου οικοπέδου 1809,50 τ.μ., τμήμα του οποίου, ήτοι το προαναφερόμενο με στοιχεία Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Ι-Λ-Μ-Β εκτάσεως 1070 τ.μ. και κατ` ακριβέστερη καταμέτρηση 1036,21 τ.μ., είναι το επίδικο. Αποδεικνύεται ακόμη ότι η περιοχή του Δήμου ..., εντός των ορίων του οποίου βρίσκεται το ανωτέρω οικόπεδο, κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση, στα πλαίσια εργασιών για τη δημιουργία του Εθνικού Κτηματολογίου σύμφωνα με το Νόμο 2308/1995. Έτσι, κλήθηκαν όσοι έχουν εμπράγματο ή άλλο εγγραπτέο στα κτηματολογικά βιβλία δικαίωμα σε ακίνητα της υπό κτηματογράφησης περιοχής, να υποβάλλουν δήλωση με περιγραφή του δικαιώματος τους και αναφορά στην αιτία κτήσεώς του. Κατά την εν λόγω διαδικασία, ο δεύτερος και η τρίτη από τους εναγόμενους επικαλούμενοι ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος του παραπάνω οικοπέδου δυνάμει των προαναφερόμενων συμβολαίων (..., ... σε συνδυασμό με τις 14270/1980 και 21639/1989 συμβολαιογραφικές πράξεις), προσκόμισαν τους εν λόγω τίτλους για την εγγραφή τους ως δικαιούχων του ακινήτου αυτού στα κτηματολογικά βιβλία, ενώ αντιθέτως οι ενάγοντες λόγω άγνοιάς τους σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης των ακινήτων στην περιοχή του Δήμου ..., παρέλειψαν εντός των προθεσμιών που καθορίστηκαν να υποβάλλουν δήλωση στο Κτηματολογικό Γραφείο Μεγάρων περί του εγγραπτέου δικαιώματος τους επί του πιο πάνω ακινήτου τους, καθώς και τα απαιτούμενα για την απόδειξη αυτού έγγραφα. Κατόπιν τούτου μετά το πέρας της κτηματογράφησης, στους κτηματολογικούς πίνακες και στην πρώτη εγγραφή στο οικείο κτηματολογικό βιβλίο καθώς και το συνοδεύον αυτό κτηματολογικό διάγραμμα του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων, το ανωτέρω επίδικο οικόπεδο εμφανίζεται να αποτελεί τμήμα του μείζονος οικοπέδου των 1832 τ.μ. με ΚΑΕΚ ... και με δικαιούχους τους ανωτέρω εναγομένους (δεύτερο και τρίτη), οι οποίοι, μετά την πιο πάνω εγγραφή, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Μεγάρων .........., που καταχωρήθηκε στο οικείο Κτηματολογικό Γραφείο Μεγάρων με αριθμό καταχώρησης 468/22.8.2005, μεταβίβασαν τούτο, λόγω πωλήσεως, στον τέταρτο από τους εναγομένους Α. Τ.. Με βάση όμως τα πιο πάνω αποδειχθέντα, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στους προαναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγομένων (Α.ς χήρας Ε. Γ., Μ.ς, Δ.ς, Κ.υ Γ. του Ε.) δηλαδή το ... πωλητήριο συμβόλαιο και την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς αναφέρεται πως το ακίνητο τους έχει νότιο όριο την ιδιοκτησία Μ. δηλαδή το επίδικο, γεγονός για το οποίο οι εναγόμενοι καμία εξήγηση δεν δίδουν, στους δε τίτλους ιδιοκτησίας των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους αναφέρεται πως το ακίνητο τους έχει βόριο όριο την ιδιοκτησία των κληρονόμων Γ., των δικαιοπαρόχων δηλαδή των εναγομένων, αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι το αναφερόμενο στους προεκτεθέντες τίτλους ιδιοκτησίας (κυριότητας) των εναγόντων (... πωλητήριο συμβόλαιο) και των δικαιοπαρόχων τους, άμεσων Μ.ς και Γ. Φ. (36/1960 πωλητήριο συμβόλαιο και 35/1960 πράξη αποδοχής κληρονομιάς), απώτερων Γ. Τ. (10064/1958 πωλητήριο συμβόλαιο) και απώτατων, Δ. και Γ. Κ. (... πωλητήριο συμβόλαιο) και Γ. Μ. (12341/1901 δωρητήριο συμβόλαιο). Το πρώτον δε οι δικαιοπάροχοι των εναγόμενων (Αικ. Γ. και τα τέκνα αυτής) ενεφάνισαν τούτο ως ανήκον στην ιδιοκτησία τους τόσο στην προαναφερόμενη πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας και στο επισυναπτόμενο σε αυτήν τοπογραφικό διάγραμμα. Εξάλλου, οι ενάγοντες, αφότου το έτος 1999 περιήλθε σε αυτούς το επίδικο, δυνάμει του πιο πάνω ... πωλητητηρίου συμβολαίου, και πριν από αυτούς οι δικαιοπάροχοι τους Μ. Φ. και Γ. Φ. από το έτος 1960, που περιήλθε σ` αυτούς τούτο, δυνάμει του πιο πάνω 36/1960 πωλητηρίου συμβολαίου και της 35/1960 πράξης αποδοχής κληρονομιάς και εφεξής μέχρι το έτος 1999 νέμονταν το επίδικο ασκώντας επί αυτού συνεχώς και αδιαλείπτως εμφανείς πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς του που προσιδιάζουν με τη φύση και τον προορισμό του, με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο τα παραπάνω συμβόλαια και με διάνοια κυρίων με τη θέληση δηλαδή να το έχουν δικό τους. Πιο συγκεκριμένα οι μεν ενάγοντες το επισκεπτόταν, το επέβλεπαν, φρόντιζαν για τον καθαρισμό και την υδροδότησή του, κατασκεύασαν εντός αυτού μικρή αποθήκη και προστάτευαν τα σύνορά του από τους τυχόν καταπατητές, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα και δη τους εναγόμενους, οι δε ανωτέρω δικαιοπάροχοι τους, όταν το 1960 εγκαταστάθηκαν στη νομή του, φρόντισαν για τον καθορισμό και την περίφραξή του με τσιμεντόλιθους και συρματόπλεγμα, φύτεψαν δύο ελιές και λυγαριές, ενώ έστω και αν δεν βρισκόταν σε σωματική επαφή με το ακίνητο τους, διότι ήσαν μόνιμοι κάτοικοι Αμερικής, διαρκώς είχαν στραμμένη την προσοχή τους σε αυτό και κάθε στιγμή μπορούσαν να ενεργήσουν πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς τους. Αντίθετα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι (δεύτερος και τρίτη) έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο δηλαδή δυνάμει των ....... και ... πωλητηρίων συμβολαίων, καθόσον οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι τους Α. χήρα Ε. Γ., Μ., Δ. και Κ.ς Γ.ς του Ε. δεν ήσαν κύριοι τούτου, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο δεν περιλαμβανόταν στους τίτλους ιδιοκτησίας τους δηλαδή το 56324/1969 πωλητήριο συμβόλαιο και την 58359/1970 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, ενώ εξάλλου οι εν λόγω δικαιοπάροχοι τους Αικ. Γ. κ.λ.π. ούτε δια χρησικτησίας κατέστησαν συγκύριοι τούτου με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου των δικαιοπαρόχων τους Ε. Γ. και Α.ς Κ., όπως αβάσιμα διατείνονται. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι επί του επιδίκου ασκούσαν εμφανείς διακατοχικές πράξεις νομής ο Ε.ς Γ.ς από το 1940 και εφεξής μετά το θάνατο του (1968) και η Α. Κ. από τον επισυμβάντα το 1945 θάνατο του αδελφού της Κ. Γ. και εφεξής μέχρι το έτος 1969 που μεταβίβασε το ιδανικό της μερίδιο στον ανηψιό της Κ. Ε. Γ., έκαστος κατά το προαναφερόμενο ποσοστό συγκυριότητας του 44/48 εξ αδιαιρέτου ο Ε.ς Γ.ς και 4/48 εξ αδιαιρέτου η Α. Κ., αλλά ούτε και μετά το θάνατο του Ε. Γ. οι ανωτέρω κληρονόμοι του σύζυγος και τέκνα, Α. χήρα Ε. Γ., Μ., Δ. και Κ. Γ. του Ε. αντίστοιχα άσκησαν επί του επιδίκου διακατοχικές πράξεις νομής. Σημειωτέον ότι οι πράξεις νομής αυτών περιορίζονταν στο έχον επί της οδού ..... πρόσοψη οικόπεδο των 739 τ.μ. επί του οποίου, μετά τη γενόμενη κατά τα ως άνω σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις νομής οι εναγόμενοι (δεύτερος και τρίτη) και σε καμιά περίπτωση επί του επιδίκου, καθόσον δεν θεωρούνται εμφανείς πράξεις νομής ικανές να προσπορίσουν δικαίωμα κυριότητας σε αυτούς (εναγόμενους) δια χρησικτησίας, η εκπόνηση τοπογραφικών διαγραμμάτων ή η δήλωση του συγκεκριμένου ακινήτου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος που μεσολάβησε, αφότου το επίδικο περιήλθε σε αυτούς (εναγόμενους), ως κάθετη ιδιοκτησία, δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου μέχρι και την άσκηση της υπό κρίση αγωγής (2006) δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους τους με έκτακτη χρησικτησία αλλά ούτε και με τακτική, διότι λείπει το στοιχείο της καλής πίστης. Για το κρίσιμο ζήτημα ποιος από τους διαδίκους ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου κατέθεσε κατηγορηματικά και με σαφήνεια ο μάρτυρας των εναγόντων Ι. Τ. (έτος γεν. 1931) πατέρας του πρώτου εξ αυτών. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα αυτού οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοι τους ασκούσαν επί του επιδίκου τις προαναφερόμενες πράξεις νομής. Ειδικότερα, ο μάρτυρας αυτός καταθέτει μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο όταν το 1999 το αγόρασε ο γιος του, ενάγων, ήταν περιφραγμένο από τους πωλητές ιδιοκτήτες του δηλαδή το ζεύγος Φ., ότι η περίφραξη ήταν παλαιά, ότι δεν είχε γνωρίσει τους πρώην ιδιοκτήτες, καθόσον έμεναν στην Αμερική, τους γνώριζαν όμως και τους έβλεπαν οι γείτονες όταν το επισκέπτονταν καθώς επίσης καταθέτει ότι εντός αυτού υπήρχαν δύο ελιές ξεραμένες και λυγαριές. Η κατάθεση του μάρτυρα αυτού, ο οποίος έχει άμεση γνώση όσων καταθέτει, κρίνεται αξιόπιστη και δεν αναιρείται από τις καταθέσεις των μαρτύρων των εναγομένων Σ. Β. (έτος γεν. 1965) και Α. Τ. (έτος γεν. 1954), ούτε από κανένα από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους εναγόμενους αποδεικτικά στοιχεία, οι οποίοι καμία εξήγηση δεν δίδουν γιατί στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των εναγομένων δηλαδή στο 56324/1969 πωλητήριο και στην 58359/1970 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς το αναφερόμενο σε αυτούς αγροτεμάχιο φέρεται να συνορεύει με το επίδικο. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, οι ενάγοντες κατέστησαν ο μεν πρώτος ψιλός κύριος η δε δεύτερη επικαρπώτρια του επιδίκου με παράγωγο τρόπο ήτοι δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου από τους αληθείς κυρίους τούτου Μ. και Γ. Φ., αλλά και με πρωτότυπο τρόπο έκτακτη χρησικτησία ως νεμηθέντες τούτο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο νομής εκείνου των ανωτέρω δικαιοπαρόχων τους, αλλά και με τακτική χρησικτησία ως νεμηθέντες τούτο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο. Η καταλυτική της αγωγής ένσταση περί ιδίας κυριότητας, που οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες πρόβαλλαν είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες νεμήθηκαν τούτο συνεχώς και αδιαλείπτως για γονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας και με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 10 ετών". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι κατέστησαν ο μεν πρώτος ψιλός κύριος και η δεύτερη επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου τόσο με παράγωγο τρόπο όσο και με πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία) και ότι οι εναγόμενοι-αναιρεσείοντες δεν κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου ούτε με παράγωγο τρόπο, διότι οι δικαιοπάροχοι τους δεν ήταν κύριοι τούτου, ούτε με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον από το 1989 μέχρι την άσκηση της αγωγής το έτος 2006 δεν συμπληρώνεται εικοσαετία, αλλά ούτε και με τακτική χρησικτησία, διότι λείπει το στοιχείο της καλής πίστης και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, δέχτηκε την ένδικη αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση. Ετσι, που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194, 1198, 974, 1041, 1042, 1045 και 1051 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόδειξης της απόκτησης από τους αναιρεσιβλήτους της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας, αντίστοιχα, και της μη απόδειξης της ένστασης ιδίας κυριότητας των αναιρεσειόντων επί του επιδίκου. Ειδικότερα, το Εφετείο με σαφήνεια δέχτηκε, ότι στους αναφερόμενους τίτλους ιδιοκτησίας των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων αναφέρεται, ότι το ακίνητο τους έχει νότιο όριο την ιδιοκτησία Μ., δηλαδή το επίδικο ακίνητο, στους δε τίτλους ιδιοκτησίας των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους αναφέρεται, ότι το ακίνητο τους έχει βόρειο όριο την ιδιοκτησία των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, ότι έτσι αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο είναι το αναφερόμενο στους τίτλους των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων, ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες έγιναν συγκύριοι του επιδίκου με παράγωγο τρόπο, καθόσον οι δικαιοπάροχοι τους δεν ήταν κύριοι τούτου, ούτε οι δικαιοπάροχοι τους αυτοί έγιναν κύριοι του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον οι όποιες διακατοχικές πράξεις νομής που άσκησαν περιορίζονταν στο έχον επί της οδού ..... πρόσοψη οικοπέδου των 739 τ.μ. και όχι επί του επιδίκου. Εξάλλου, η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου, ότι "σε κάθε περίπτωση ο χρόνος που μεσολάβησε, αφότου το επίδικο παρήλθε στους αναιρεσείοντες το 1989 μέχρι και την άσκηση της αγωγής το 2006 δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους τους με έκτακτη χρησικτησία αλλά ούτε και με τακτική, διότι λείπει το στοιχείο της καλής πίστης", η οποία δεν προσβάλλεται επιτυχώς με κάποιο λόγο αναίρεσης, στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφαση, της οποίας το πόρισμα εκτίθεται σαφώς. Και δεν υφίσταται αντίφαση μεταξύ της παραδοχής του Εφετείου, ότι το επίδικο ακίνητο που μεταβιβάστηκε στους αναιρεσιβλήτους με πωλητήριο συμβόλαιο το έτος 1999 είναι περίκλειστο (τυφλό), καθόσον δεν έχει πρόσοψη σε δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό και της παραδοχής του, ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι ίδιοι ασκούσαν πράξεις νομής επ` αυτού, καθόσον από ανατολικά και δυτικά συνόρευαν με ιδιοκτησίες τρίτων και μάλιστα νότια με άλλη ιδιοκτησία των ιδίων των αναιρεσιβλήτων και όχι των αναιρεσειόντων. Επομένως, οι συναφείς έβδομος, όγδοος, ενδέκατος, δωδέκατος, κατά το πρώτο μέρος του, και δέκατος τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος, πέμπτος, ένατος, δωδέκατος, κατά το δεύτερο μέρος του, και δέκατος τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο επιδίκασε κάτι δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την έννοια της ως άνω διάταξης θεωρείται η αίτηση, που αποτελεί ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία και όχι αίτηση για παραδοχή ενστάσεως, προτάσεων, πραγματικών ισχυρισμών ή αποδεικτικών μέσων. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 περ. α` Κ.πολ.Δ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δέχτηκε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε διατάξει τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Μεγάρων, έτσι ώστε να φαίνονται ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είναι ψιλός κύριος και ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη είναι επικαρπώτρια του επίδικου ακινήτου, χωρίς οι ενάγοντες να έχουν υποβάλλει τέτοιο αίτημα. Από την επισκόπηση, όμως, της πρωτόδικης απόφασης και του δικογράφου της από 2-5-2006 ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, προκύπτει, ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι ρητώς είχαν ζητήσει να διορθωθεί ολικά η πρώτη εγγραφή στα ως άνω κτηματολογικά βιβλία, ώστε να συμπεριληφθούν τα στοιχεία τους ως ιδιοκτητών του επίδικου ακινήτου ως ξεχωριστής πλέον ιδιοκτησίας συνολικής επιφανείας 1. 036, 21 τ.μ. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό τους, τον οποίο επανέφεραν με λόγο έφεσης, ότι νεμήθηκαν με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο, καθόσον οι δικαιοπάροχοι τους εγγυήθηκαν ότι το επίδικο που τους πώλησαν ανήκε σ` αυτούς κατ` αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προβληθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμο. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι` αυτά -πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. Επομένως, ο έκτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε τους αγωγικούς ισχυρισμούς ως αληθινούς χωρίς απόδειξη, και απέρριψε τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι νεμήθηκαν με καλή πίστη το επίδικο ακίνητο που τους πώλησαν οι δικαιοπάροχοι τους χωρίς αποδείξεις, είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο σχημάτισε την αποδεικτική του κρίση, ως προς την αλήθεια των θεμελιωτικών της αγωγής ή του ως άνω ισχυρισμού πραγματικών γεγονότων, από τα μνημονευόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά μέσα και δη από τις καταθέσεις των μαρτύρων και από τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επειδή, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολομ.ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δέκατο λόγο και τελευταίο εξεταζόμενο της αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι με το να δεχτεί αυτό ότι οι δικαιοπάροχοι τους το πρώτον ενεφάνισαν το επίδικο ακίνητο ως ανήκον στην ιδιοκτησία τους τόσο στην πράξη σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Μεγάρων ............. και ότι το επίδικο ακίνητο είναι το αναφερόμενο στους τίτλους ιδιοκτησίας (κυριότητας) των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων (... πωλητήριο συμβόλαιο) και των δικαιοπαρόχων τους άμεσων, απώτερων και απώτατων, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προσκομισθέντων από αυτούς (αναιρεσείοντες) εγγράφων, ήτοι α) το ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Μεγάρων ..................... και β) την ........ πράξη αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, με τα οποία οι δικαιοπάροχοι τους κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου, το οποίο περιγράφεται σ` αυτά ως τμήμα μείζονος ακινήτου εμβαδού 1800 τ.μ. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων μαρτύρων και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, και ειδικότερα όλους τους τίτλους που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, ακόμη και αυτούς που αφορούν τους άμεσους, απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους τους, καθώς και όλους τους τίτλους που προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, μεταξύ των οποίων και τα προαναφερθέντα δύο συμβολαιογραφικά εγγραφή χωρίς να στηρίξει αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το επί της ουσίας πόρισμα του στα τελευταία αυτά έγγραφα.

Συνεπώς, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-7-2011 αίτηση των 1) Π. Β. του Α. και 2. Α. Κ. του Σ. για αναίρεση της υπ` αριθ. 4910/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει τους ως άνω αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαϊου 2014.

Και

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Μαϊου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Ρ.Κ.

Σχόλια