Αγωγή διανομής επί ακινήτων. Κρίση του Εφετείου ότι τα επίδικα δεν ήταν επίκοινα, αφού η δικαιοπάροχος, από κληρονομιά μητέρα των αρχικών διαδίκων, δεν είχε την κυριότητά τους, κατά το χρόνο του θανάτου της, καθόσον..177/2014 ΑΠ.


Ένδικα μέσα. Αναψηλάφηση της δίκης λόγω ψευδορκίας. Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να...42/2014 ΑΠ

177/2014 ΑΠ ( 639378) 
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Αγωγή διανομής επί ακινήτων. Κρίση του Εφετείου ότι τα επίδικα δεν ήταν επίκοινα, αφού η δικαιοπάροχος, από κληρονομιά μητέρα των αρχικών διαδίκων, δεν είχε την κυριότητά τους, κατά το χρόνο του θανάτου της, καθόσον η κυριότητά της είχε καταλυθεί με την επ’ αυτών, με τα προσόντα...
της έκτακτης χρησικτησίας, αποκτηθείσα κυριότητα από την εναγομένη, η οποία είχε αποκτήσει ήδη από ετών την κατοχή τους με άτυπη παραχώρηση από τη μητέρα τους, ασκώντας σ’ αυτά για περισσότερο από είκοσι χρόνια, με διάνοια κυρίου τις προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής. Διδάγματα κοινής πείρας. Η παραβίαση αυτών ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ. β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 252/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.


  
Αριθμός 177/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δ. συζ. Λ. Κ., θυγ Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσεβρένη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Τ. συζ. Δ. Μ., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., 2)Τ. Β. του Β., κατοίκου ..., 3)Β. Β. του Τ., κατοίκου ... και 4)Θ. συζ. Κ. Ρ., θυγ. Τ. Β., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Ζαφείρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/1/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 58/1998 μη οριστική, 20/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 308/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1191/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 308/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 387/2009, 66/2011, 38/2012 μη οριστικές και 252/2012 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/11/2012 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 16/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Εξ ετέρου ο λόγος αυτός είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νομίμου βάσεως, αλλά στην πραγματικότητα υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, παραβιάσθηκε, εκ πλαγίου, κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1021/2013, ΑΠ 609/2013). Τέλος τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, πραγματικά η νομικά, δεν συνιστούν παραδοχές της αποφάσεως, με βάση τις οποίες, διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια . Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση την νομίμως, σ` αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη αγωγή διανομής, (επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, με την ΑΠ 1191/2008, υπ` αριθμ. 308) 2006 απόφαση του Εφετείου και μετ` αναίρεση η δεχθείσα την έφεση υπ` αριθμ. 387/2009 απόφαση, που κράτησε την αγωγή και αφού την δίκασε την απέρριψε ως μη νόμιμη για τα επτά, υπό στοιχ. Α1 έως Α7 και από την πατρική γραμμή φερόμενα ως επίκοινα ακίνητα, ενώ διέταξε αποδείξεις για τα λοιπά δυο και από την μητρική γραμμή φερόμενα ως επίκοινα ακίνητα, καθώς και οι υπ` αριθμ 61/2011 και 38/2012 περί αποδείξεως και επανάληψης της συζητήσεως, αντίστοιχα) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η Π. χα Δ. Μ. το γένος Ι. Ν., μητέρα της ενάγουσας-εφεσίβλητης, της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης των εκκαλούντων, καθώς και της αρχικά δεύτερης εναγομένης Γ. συζ. Β. Τ., μετά το θάνατο της οποίας συνεχίζουν τη δίκη αυτή οι νόμιμοι κληρονόμοι της, ήτοι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των εκκαλούντων, είχε στην αποκλειστική κυριότητα της τα ακόλουθα ακίνητα: 1) Ένα ορεινό αγροτεμάχιο, έκτασης 2.400 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "…" της κτηματικής περιφέρειας ... Δήμου … και συνορεύει με αγροτικό δρόμο, δημοτική έκταση και με ιδιοκτησία Σ. Μ.. Και 2) Ένα αγροτεμάχιο έκτασης 625 τ.μ. περίπου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... Δήμου … και συνορεύει με την επαρχιακή οδό Άρτας-Χανόπουλου και με ιδιοκτησίες Α. Σ., Θ. Σ. και Ε. Σ. Σημειωτέον ότι το γεγονός ότι η Π. χήρα Δ. Μ. είχε στην κυριότητα της τα ανωτέρω δύο ακίνητα, συνομολογείται από όλους τους διαδίκους. Δεν αποδείχθηκε, όμως, περαιτέρω από την έχουσα το σχετικό δικονομικό βάρος ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη ότι η μητέρα της Π. είχε και κατά το χρόνο του θανάτου της, στις 25-1-1993, την κυριότητα των ως άνω ακινήτων, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίστηκε με την αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη. Αντίθετα, όπως αποδείχθηκε, η Π. Μ. περί το έτος 1965 παραχώρησε άτυπα τα πιο πάνω δύο ακίνητα στη θυγατέρα της πρώτη των εκκαλούντων για την οικονομική της αποκατάσταση, καθώς αυτή ήταν ήδη τότε παντρεμένη με τον Δ. Μ.. Η τελευταία παρέλαβε τα ακίνητα στη νομή και κατοχή της και άρχισε να τα εκμεταλλεύεται σύμφωνα με τη φύση και τον προορισμό τους. Ειδικότερα, όπως και η μητέρα της παλαιότερα, εκμίσθωνε τη χρήση τους σε κτηνοτρόφους της περιοχής, κυρίως του πρώτου από αυτά, που είναι ορεινό, καλλιεργούσε τα ελαιόδεντρα που υπήρχαν σ` αυτά και συνέλεγε τον καρπό τους, ενώ στη συνέχεια, περί το έτος 1974, φύτεψε σ` αυτά και νέα ελαιόδεντρα (βλ. και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Χ. Μ., όπου αναφέρεται ότι στο μεν ακίνητο στη θέση "..." υπάρχουν 21 μεσαία και 45 μικρά ελαιόδεντρα, ενώ στο ακίνητο στη θέση "..." υπάρχουν 19 μεσαία ελαιόδεντρα). Νεμόμενη δε η πρώτη των εκκαλούντων τα ακίνητα αυτά με διάνοια κυρίας και με τις προαναφερόμενες πράξεις νομής, από το 1965 συνεχώς και για είκοσι και πλέον χρόνια, κατέστη κυρία αυτών με έκτακτη χρησικτησία, με αποτέλεσμα να αποσβεστεί η κυριότητα της μητέρας της που προϋπήρχε επί των ακινήτων αυτών. Έτσι, κατά τον επισυμβάντα στις 25-1-1993 θάνατο της, η Π. Μ. δεν είχε πλέον στην κυριότητα της τα ανωτέρω ακίνητα. Όλα τα παραπάνω σαφώς αποδείχθηκαν από την κατάθεση του μάρτυρα των εκκαλούντων Β. Β., ο οποίος λόγω της συγγενικής του σχέσης με την Π. Μ., καθώς η τελευταία ήταν αδελφή της μητέρας του, αλλά και λόγω της ηλικίας του (γεν. το έτος 1937), καθώς και του γεγονότος ότι είναι μόνιμος κάτοικος ..., είναι σε θέση να γνωρίζει με ακρίβεια πρόσωπα και γεγονότα που αφορούν τα δύο επίδικα ακίνητα. Συγκεκριμένα ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε ότι τα δύο επίδικα ακίνητα η Π. Μ. τα έδωσε στη θυγατέρα της Τ. (πρώτη των εκκαλούντων) λίγα χρόνια μετά το 1957 (5 με 10 χρόνια περίπου), αφού προηγουμένως τα αξιοποιούσε η ίδια είτε με την εκμίσθωση του πρώτου (ορεινού) ακινήτου σε κτηνοτρόφους της περιοχής, είτε καλλιεργώντας το δεύτερο, που είναι πεδινό, με καπνά. Κατέθεσε επίσης για το γεγονός ότι τα ελαιόδεντρα που υπάρχουν στα ακίνητα φυτεύτηκαν από την πρώτη των εκκαλούντων και ότι μάλιστα ότι ο ίδιος τη βοήθησε στο φύτεμα των δέντρων αυτών. Αντίθετα, η κατάθεση του μάρτυρα της εφεσίβλητης Ι. Κ., δεν κρίνεται πειστική. Ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος σημειωτέον γεννήθηκε το 1954, κατέθεσε για όσα γνωρίζει από τον πατέρα του και όχι από δική του γνώση και αντίληψη, καθώς ο ίδιος δεν είναι μόνιμος κάτοικος ..., ενώ δεν είχε και τόσο στενή συγγενική σχέση με την Π. Μ., η οποία ήταν εξαδέλφη της μητέρας του. Έτσι, η κατάθεσή του ότι τα ελαιόδεντρα φυτεύτηκαν στα δύο επίδικα ακίνητα από την Π., όπως του είπε ο πατέρας του, ελέγχεται για την ακρίβεια της, δεδομένου ότι έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάθεση του προηγούμενου μάρτυρα για το θέμα αυτό, ο οποίος μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, βοήθησε ο ίδιος την πρώτη των εκκαλούντων στο φύτεμα των δέντρων. Άλλωστε το 1974, που φυτεύτηκαν τα νέα ελαιόδεντρα κατά τον πιο πάνω μάρτυρα της εφεσίβλητης, η Π. Μ. ήταν ήδη ηλικίας 66 ετών (γεννήθηκε το 1908, σύμφωνα με το απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της, του Ληξιάρχου της Κοινότητας ...) και συνεπώς δεν είναι λογικό να ενδιαφέρεται η ίδια σε μία τέτοια ηλικία για την περαιτέρω αξιοποίηση της περιουσίας της και την επαύξηση της αξίας της και όχι οι θυγατέρες της και πιο συγκεκριμένα η πρώτη των εκκαλούντων. Όπως μάλιστα κατέθεσε ο μάρτυρας των εκκαλούντων "μόλις παντρεύονταν οι κόρες τους έδινε και τα κτήματα" και στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη εκτέθηκε, παραχώρησε στην πρώτη των εκκαλούντων μετά το γάμο της τα δύο επίδικα ακίνητα, η οποία ενδιαφέρθηκε στη συνέχεια να τα αξιοποιήσει με τη φύτευση νέων ελαιοδέντρων. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την 31/16-8-2011 βεβαίωση του Προέδρου του Τ.Ο.Ε,Β. ..., σύμφωνα με την οποία, από 1994, οπότε συγκροτήθηκε ο εν λόγω Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων, η πρώτη των εκκαλούντων (και όχι οι κληρονόμοι της Π. Μ.) είχε δηλώσει τον ελαιώνα στη θέση "Ορεινά" και τακτοποιούσε κανονικά τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τον Οργανισμό αυτό. Σημειωτέον ότι η ανωτέρω βεβαίωση αφορά το πρώτο από τα δύο επίδικα ακίνητα, δεδομένου ότι οι θέσεις "Ορεινά" και "..." αφορούν την ίδια τοποθεσία (βλ. την 43/17-11-2011 βεβαίωση του Προέδρου του ίδιου πιο πάνω Οργανισμού). Όλα τα ανωτέρω εξ άλλου δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι με το από 27-5-1964 ιδιωτικό συμφωνητικό η Π. χήρα Δ. Μ. και οι τρεις θυγατέρες της, δηλαδή η ενάγουσα, η πρώτη εναγομένη και η αρχικά δεύτερη εναγομένη επώλησαν από κοινού στους αδελφούς Δ. και Π. Ζ. το με αριθμό … κληροτεμάχιο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος .... Και τούτο διότι με το ως άνω συμφωνητικό οι πωλήτριες προέβησαν στην εν λόγω πώληση με την ιδιότητα τους ως κληρονόμων του Δ. Μ., όπως αναφέρεται στο συμφωνητικό, στην κληρονομιά του. οποίου περιλαμβανόταν το πωλούμενο ακίνητο. Τα δύο επίδικα όμως ακίνητα, όπως προαναφέρθηκε, περιλαμβάνονταν στην περιουσία της Π. Μ. και όχι στην περιουσία του συζύγου της Δ. Μ.. Κατά συνέπεια και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με τη συνεκκληθείσα κατ` άρθρο 513 παρ. 2 ΚΠολΔ, υπ` αριθμ. 58/1998 απόφασή του, δέχθηκε όσον αφορά τα δύο ως άνω ακίνητα της αγωγής ότι η μητέρα των αρχικών διαδίκων Π. χήρα Δ. Μ. ήταν αποκλειστική κυρία αυτών κατά το χρόνο του θανάτου της, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εκκαλούντες με το σχετικό λόγο της ένδικης έφεσης τους. Πρέπει κατά συνέπεια να εξαφανιστεί η ως άνω απόφαση κατά το κεφάλαιο της που αναφέρεται στα δύο ως άνω ακίνητα και το Δικαστήριο αυτό να κρατήσει και δικάσει κατ` ουσίαν την υπόθεση (αρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι την από 8-1-1998 αγωγή ως προς τα εν λόγω ακίνητα (υπό στοιχεία Β1 και Β2 ακίνητα). Περαιτέρω δε, αφού ανακληθεί η 387/2009 προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου κατά το μέρος της που αναφέρεται στα δύο πιο πάνω ακίνητα, με την οποία διατάχθηκε περαιτέρω η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για το εφικτό ή μη της αυτούσιας διανομής τους και η οποία επομένως είναι μη οριστική κατ` άρθρο 309 ΚΠολΔ (ΑΠ 603/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ), η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως κατ` ουσίαν αβάσιμη ως προς τα υπό στοιχεία Β1 και Β2 ακίνητα, αφού, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν αποδείχθηκε ότι η μητέρα των αρχικών διαδίκων ήταν κυρία των ακινήτων αυτών κατά το χρόνο του θανάτου της και συνεπώς η ενάγουσα, η πρώτη εναγομένη και η αρχική δεύτερη εναγομένη δεν κατέστησαν, ως κληρονόμοι της, συγκύριες των ακινήτων αυτών κατά τα αναφερόμενα αδιαίρετα ποσοστά". Ακολούθως το Εφετείο, αφού ανακάλεσε την αναφερομένη παραπάνω, υπ` αριθμ. 387/2009, απόφαση του Εφετείου, κατά το μέρος που διέτασσε αποδείξεις ως προς τα δύο ακίνητα, για τα οποία είχε κριθεί νόμιμη η αγωγή, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το αφορόν τα εν λόγω ακίνητα κεφάλαιό της και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, γιατί το Εφετείο έκρινε ότι τα επίδικα δεν ήταν επίκοινα, αφού η δικαιοπάροχος, από κληρονομιά μητέρα των αρχικών διαδίκων, δεν είχε την κυριότητά τους, κατά το χρόνο του θανάτου της (25.1.1993), καθόσον αυτή (κυριότητα) είχε καταλυθεί με την επ` αυτών, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, αποκτηθείσα κυριότητα από την πρώτη εκκαλούσα - εναγομένη, η οποία από το 1965 που απόκτησε την κατοχή τους με άτυπη παραχώρηση από τη μητέρα τους, άσκησε σ` αυτά για περισσότερο από είκοσι χρόνια, με διάνοια κυρίου τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση τους πράξεις νομής. Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού εκτίθενται σ` αυτήν με πληρότητα και σαφήνεια τα καταλυτικά της κυριότητας της παραπάνω δικαιοπαρόχου των διαδίκων, επί των επιδίκων ακινήτων, περιστατικά και η εντεύθεν ανυπαρξία διανεμητέας περιουσίας, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των οικείων περί συγκυριότητας και διανομής διατάξεων (αρθρ. 1113, 795 επ, 480 επ ΚΠολΔικ), ενώ η αναφερόμενη διηγηματικά χρησιδεσποτεία της πρώτης εναγομένης, ως εκφεύγουσα του αντικειμένου της δίκης, δεν δημιουργεί δεδικασμένο ως προς την κυριότητα αυτής επί των επιδίκων, ούτε επηρεάζει το διατακτικό. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και κατά το μέρος που αναφέρεται στη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το δικαστήριο με ανεπαρκείς και εσφαλμένες αιτιολογίες και παραδοχή της καταθέσεως του μάρτυρα των εναγομένων Β. Β., κατέληξε στο πόρισμα ότι η πρώτη εκκαλούσα - εναγομένη απέκτησε τη νομή των επιδίκων, με άτυπη, από το 1965 παραχώρηση από τη κοινή δικαιοπάροχο των διαδίκων μητέρα τους, καθόσον τούτο δεν ήταν δυνατό να συμβεί, αφού τα ακίνητα αυτά ήταν η μοναδική περιουσία της και δεν θα μπορούσε να τα παραχωρήσει στο ένα παιδί της και να αποκληρώσει τα άλλα, είναι απαράδεκτες, γιατί ανάγονται αποκλειστικά και απροκάλυπτα στη στάθμιση των αποδείξεων και στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, που κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, δεν υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ακόμη η αιτίαση ότι είναι αναιτιολόγητη η αποδοχή της αποφάσεως, κατά την οποία το παραπάνω περί άτυπης παραχώρησης πόρισμα "δεν αναιρείται από το ότι οι διάδικες μαζί με τη μητέρα τους, με το από 27.5.1964 ιδιωτικό συμφωνητικό πούλησαν ένα κοινό ακίνητο στους αδελφούς Δ. και Π. Ζ., γιατί στην πώληση αυτή προέβησαν ως εξ αδιαθέτου συγκληρονόμοι του πατέρα τους", αφορά σε επιχείρημα της αποφάσεως και δεν συνιστά αιτιολογία, ώστε να επιδέχεται μομφή από την ερευνώμενη διάταξη. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Επειδή τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (ΚΠολΔικ 336 παρ. 4), είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (ΚΠολΔικ 559 αρ.1) - ΑΠ 87/2013, ΑΠ 92/2013 -. Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ. β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για τη υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα του αναιρετικού ελέγχου, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ. Στην προκειμένη περίπτωση με αιτιάσεις του ίδιου δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η ότι κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής γνώσης και εμπειρίας και του καθιερωμένου στην Ήπειρο και ιδιαίτερα στην Κοινότητα της καταγωγής των διαδίκων, ήτοι στη Γραμμενίτσα Άρτας, εθίμου της ισομερούς κατανομής, στα τέκνα, της περιουσίας των γονέων τους, δέχθηκε ότι η δικαιοπάροχος των διαδίκων παραχώρησε άτυπα τα επίδικα ακίνητα, που ήταν η μοναδική της περιουσία, στην πρώτη εναγομένη, ήτοι σε ένα μόνο τέκνο της, αποκληρώνοντας στην ουσία τα δύο άλλα. Ο λόγος αυτός, αιτώμενος τη μη χρησιμοποίηση των διδαγμάτων της κοινής πείρας προς διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών είναι απαράδεκτος, ενώ κατά το μέρος που αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν συμμορφώθηκε με το επικαλούμενο τοπικό έθιμο είναι αόριστος και επομένως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν αναφέρει, όπως επιβάλλεται από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔικ (Ολ. ΑΠ 1300/2007) τη φερομένη ως παραβιασθείσα νομική διάταξη, που παραπέμπει στο περιεχόμενο του εθίμου, για την ερμηνεία των πραγματικών περιστατικών. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 εδ. α ΚΠολΔικ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ. κάθε περιστατικό, το οποίο αφηρημένα λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά το νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση. Ήτοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο. Προς "πράγματα" μη προταθέντα εξομοιώνονται και οι ισχυρισμοί που προτάθηκαν απαραδέκτως όπως λ.χ. η μη παραδεκτή μεταβολή της αγωγικής βάσης ή πρόταση νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔικ ή λήψη υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού και δεν είχε επαναφερθεί, σ` αυτό, κατά τρόπο παραδεκτό, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔικ. Περαιτέρω δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του εδαφίου 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη ισχυρισμό των εκκαλούντων που προτάθηκε για πρώτη φορά με τις από 1.4.2009 ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της μετ` αναίρεση δίκης, χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔικ. Ότι ο ισχυρισμός αυτός, που αφορούσε σε απάντηση κατά της ένδικης, από 8.1.1998 αγωγής και κατά το μέρος που αυτή εκδικαζόταν κατά τη μετ` αναίρεση δίκη ήταν "....Αρχάς του μηνός Μαρτίου του έτους 1957 η μέχρι τότε αποκλειστική κυρία, νομεύς και κάτοχος τούτων μήτηρ μου Π. συζ Δ. Μ., θυγ. του Ι. Ν. και της Θ. μεταβίβασε και παρέδωσε εις εμέ (πρώτη εναγομένη Τ. συζ. Δ. Μ.) δια την οικονομικήν μου αποκατάστασιν...". Από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔικ) προκύπτει ότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός, δεν προτάθηκε το πρώτον από τις εκκαλούσες - εναγόμενες με τις προτάσεις τους στο Εφετείο κατά την μετ` αναίρεση δίκη, αλλά ως αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός, ως προς την κυριότητα της δικαιοπαρόχου-μητέρας τους επί των επιδίκων δύο, υπό στοιχ. Β1 και Β2, ακινήτων, είχε προταθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επειδή δεν είχε τεθεί με την εκδοθείσα περί αποδείξεων υπ` αριθμ. 58/1998 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θέμα αποδείξεως, ούτε τέθηκε τέτοιο θέμα με την μετ` αναίρεση εκδοθείσα εν μέρει οριστική υπ.` αριθμ. 387/2009 απόφαση του Εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η έφεση και μεταξύ άλλων είχε διαταχθεί ως προς τα επίδικα πραγ/νη, διατάχθηκε σχετική απόδειξη με την υπ.` αριθμ. 66/2011 απόφαση του Εφετείου και στη συνέχεια μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων αυτών, που έγιναν στο ακροατήριο και περιέχονται στα υπ.` αριθμ. 38/2.11.2012 πρακτικά του Εφετείου, εκδόθηκε η ταυτάριθμη υπ.` αριθμ. 38/2012 απόφαση του δικαστηρίου εκείνου, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως και στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ.` αριθμ. 252/2012 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή για τα δύο ένδικα ακίνητα, καθόσον έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα, που είχε το σχετικό δικονομικό βάρος, δεν απέδειξε την κυριότητα της μητέρας της σ` αυτά κατά το χρόνο του θανάτου της, στις 25.1.1993, ενώ αντίθετα οι εναγόμενες και δή η πρώτη από αυτές Τ. συζ. Δ. Μ. ανταπέδειξε ότι "η μητέρα της Π. Λ. περί το έτος 1965 της παραχώρησε άτυπα τα εν λόγω δύο ακίνητα για την οικονομική της αποκατάσταση, καθώς αυτή ήταν ήδη τότε παντρεμένη με τον Δ. Μ.".Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός, που έγινε δεκτός, ως ανταποδεδειγμένος, ανεξάρτητα από το ότι ήταν αρνητικός της αγωγής ισχυρισμός και δεν συνιστούσε "πράγμα" με την εκτιθέμενη στη νομική σκέψη έννοια, δεν ήταν οψιγενής ισχυρισμός, που παρά το νόμο λήφθηκε υπόψη και ως εκ τούτου, σε κάθε περίπτωση, δεν στοιχειοθετείται ο ερευνώμενος από το εδαφ. 8 εδ. α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 15 ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται αν παρά το νόμο ανακλήθηκε οριστική απόφαση. Ο λόγος αυτός αποτελεί κύρωση του εδ. α του άρθρου 309 ΚΠολΔικ, που απαγορεύει την ανάκληση των αποφάσεων που αποφαίνονται οριστικά σε κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση, ήτοι αποφάσεων που περιέχουν διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης και έτσι δέχονται ή απορρίπτουν ολικά ή μερικά κύριο ή παρεπόμενο ή παρεμπίπτον αίτημα παροχής έννομης προστασίας, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία ως προς το εν λόγω αίτημα. Ενόψει τούτων δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν δεν ανακληθεί, έστω και εσφαλμένα μη οριστική απόφαση, παρόλο που το ζήτησε ο διάδικος, είναι δε μη οριστική απόφαση και αυτή που διέταξε αποδείξεις. Εξάλλου ο αναιρετικός λόγος της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ιδρύεται επί παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προαναφερθείσας διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, αποδίδεται στην συμπροσβαλλομένη υπ.` αριθμ. 66/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου (αρθρ. 553 παρ.2 ΚΠολΔικ), που όπως αναφέρεται παραπάνω διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις πλημμέλεια ότι δεν ανακάλεσε την προεκδοθείσα υπ` αριθμ. 387/2009 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου κατά το μέρος που και αυτή διέτασσε αποδείξεις και δη πραγ/νη για τα δύο ένδικα ακίνητα. Η αιτίαση αυτή δεν αφορά σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ως εκ τούτου δεν ιδρύει τον επικαλούμενο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγο, αλλά ούτε και το λόγο του αριθμού 15 του ίδιου άρθρου λόγο ιδρύει, καθόσον δεν υφίσταται, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, παραβίαση της δικονομικού χαρακτήρα διατάξεως του άρθρου 309 ΚΠολΔικ από την μη ανάκληση μη οριστικής αποφάσεως, όπως είναι η πληττόμενη κατά το μέρος που θέτει θέματα αποδείξεως, καθόσον κατά το μέρος αυτό δεν αποφαίνεται οριστικά, επί αιτήματος παροχής έννομης προστασίας, έστω και αν διηγηματικά και για τις ανάγκες των ως αποδεικτέων κριθέντων θεμάτων, αποδίδει την κυριότητα των επιδίκων στη δικαιοπάροχο των αρχικών διαδίκων μητέρα τους. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού με την εκδοθείσα στη συνέχεια και προσβαλλομένη υπ` αριθμ. 252/2012 οριστική απόφαση του Εφετείου, ανακλήθηκε η εν λόγω 66/2011 απόφαση, κατά το επίμαχο μην οριστικό μέρος της. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου κατά το άρθρο 495 παρ. 1 του ΚΠολΔικ που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/12. Η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (αρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19.11.2012 αίτηση της Δ. συζ. Λ. Κ., το γένος Δ. Μ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. 252/2012 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το κατατεθέν παράβολο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια