383/2015 ΑΠ ( 651671) Αγροτικός κλήρος. Ο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του α.ν. 431/1968, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε ήταν ανεπίδεκτος νομής από άλλον


ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ - ΤΥΧΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ - Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο - Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου - Καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό – Θάνατος συνδικαιούχου - Πώς ο κληρονόμος διεκδικεί κοινό λογαριασμό του θανόντος - Ο τραπεζικός λογαριασμός μετά το θάνατο του δικαιούχου - Ασφαλιστικά Μέτρα – Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός – Όρος αρ. 2 Ν. 5638/1932 – Προσβολή νόμιμης μοίρας κληρονόμου – Μέμψη άστοργης δωρεάς – Συντηρητική κατάσχεση = Αριθμός απόφασης 108/2013    Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου - Κοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα συνδικαιούχων   Εφ.Θεσ/νίκης 74/2011

383/2015 ΑΠ ( 651671) 
Αγροτικός κλήρος. Ο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του α.ν. 431/1968, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε ήταν ανεπίδεκτος...
νομής από άλλον. Ως «εγκατάσταση» νοείται, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου, σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την ίδια ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ` επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου. Μετά όμως την ισχύ του ως άνω νόμου (431/1968) ο κληρούχος δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν τον κατέχει και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και εφόσον έχει κυρωθεί η οριστική διανομή, να οδηγήσουν στη κτήση της κυριότητας αυτού, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, εφόσον συμπληρωθεί για κάθε μία εξ αυτών, ο απαιτούμενος από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος. Αναγνωριστική αγωγή (συγ)κυριότητας επί ακινήτου. Θεμελίωση απλής ομοδικίας μεταξύ των συγκυρίων. Απόρριψη της αγωγής κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων από τακτική χρησικτησία. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 1605/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.


  
Αριθμός 383/2015 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Eυγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. χήρας Κ. Κ., το γένος Χ. Α., 2) Α. Α. του Χ., 3) Α. συζ. Β. Λ., το γένος Χ. Α., 4) Ε. Α. του Χ., 5) Α. Α. του Χ., 6) Δ. Α. του Χ. και 7) Α. Α. του Χ., κατοίκων .... Οι 1η, 2ος, 3η, 4η, 5ος και 7ος παραστάθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τριάντη και ο 6ος δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Π. του Θ. και 2) Ε. συζύγου Α. Π., κατοίκων ....., από τους οποίους ο πρώτος παραστάθηκε αυτοπροσωπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και η 2η εκπροσώπησε από τον πληρεξούσιος δικηγόρο της πρώτο αναιρεσίβλητο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-1985 αγωγή του αρχικού διαδίκου Χ. Α. που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4019/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 1605/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-9-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ε. Προγάκη ανέγνωσε την από 17-9-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο αναιρεσίβλητος την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔικ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε καταφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Κατά την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς. Εξάλλου κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔικ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου κώδικα η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 104 για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και σε περίπτωση που αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Αν ο διάδικος δεν εμφανισθεί και από το φάκελλο της δικογραφίας δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από τα πινάκια της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικασίμου, καθώς και της αρχικά ορισθείσας δικασίμου της 1-10-2014, από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο παραστάθηκαν οι αναιρεσειόντες, εκτός από τον έκτο, καθώς και οι αναιρεσίβλητοι και μάλιστα οι παραστάντες αναιρεσείοντες με τον ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο τους Κων/νο Τριάντη, η δε δεύτερη αναιρεσίβλητη από τον επίσης ειδικώς προς τούτο εξουσιοδοτηθέντα δικηγόρο πρώτο αναιρεσίβλητο, όπως τούτο προκύπτει από το υπ` αριθμ. ....…/8-9-2014 πληρεξούσιο του συμβ/φου Θεσσαλονίκης ..................................... , ενώ ο πρώτος αναιρεσίβλητος (ως δικηγόρος) παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Οπως προαναφέρθηκε, ο έκτος αναιρεσείων Δ. Α. του Χ., δεν παραστάθηκε, όπως δεν είχε παρασταθεί και κατά την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 1-10-2014, πλην όμως δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως, γεγονός το οποίο δεν προσδιορίζουν ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι, με την προσκομιδή εκθέσεως επιδόσεως της κλήσεως τυχόν αντιγράφου της με την σχετική επισημείωση του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή και μάλιστα για την προαναφερθείσα και αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 1-10-2014, ως προς την οποία και μόνο ήταν απαραίτητη η κλήτευση, καθόσον για την μετ` αναβολή και αναφερομένη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο δεν χρειαζόταν νέα κλήτευση, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η κλήτευση του απολιπομένου έκτου αναιρεσείοντος, ο οποίος συνδέεται με τους λοιπούς με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (άρθρο 74 παρ. 1 ΚΠολΔικ), καθόσον η ένδικη διαφορά αφορά σε αναγνώριση κυριότητας και συγκυριότητας επί ακινήτου, πρέπει, κατά τις αναφερόμενες στη νομική σκέψη διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔικ, να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί η συζήτηση απαράδεκτη ως προς τον απολιπόμενο αναιρεσείοντα, να προχωρήσει αυτή (συζήτηση) ως προς τους παρισταμένους νομίμως λοιπούς διαδίκους. Επειδή από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, συνάγεται ότι ο κατά τον αγροτικό νόμο αποκαθιστάμενος κληρούχος, από την εγκατάσταση αυτού στον κλήρο ως την ισχύ του α.ν. 431/1968 (23-5-1968) και αν ακόμη δεν προέβη σε κατοχή αυτού, θεωρείται ως μόνος καλής πίστεως νομέας και συνεπώς ο κλήρος που του παραχωρήθηκε ήταν ανεπίδεκτος νομής από άλλον. Κατά τον ίδιο κώδικα και τους προϊσχύσαντες αυτού αγροτικούς νόμους ως "εγκατάσταση" νοείται, η παραχώρηση με απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων ορισμένου κλήρου, σε πρόσωπο δικαιούμενο αποκατάστασης. Την αυτή ως άνω πλασματική νομή έχουν κατ` επέκταση και οι κληρονόμοι του κληρούχου, γιατί με τις προαναφερόμενες διατάξεις ο νομοθέτης είχε σκοπό να παράσχει και σ` αυτούς την ίδια, με τον κληρούχο, προστασία. Μετά όμως την ισχύ του ως άνω νόμου (431/1968) ο κληρούχος δεν θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου νομέας του κλήρου, αν δεν τον κατέχει και συνεπώς είναι δυνατή η χωρίς τη θέληση του κληρούχου κτήση από τρίτον της νομής ολοκλήρου του κληροτεμαχίου, δυνάμενη αν συντρέχουν και οι λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις και εφόσον έχει κυρωθεί η οριστική διανομή, να οδηγήσουν στην με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας τούτου, εφόσον συμπληρωθεί ο για κάθε μία εξ αυτών απαιτούμενος από την ισχύ του ως άνω νόμου και εφεξής χρόνος. Η κατάσταση αυτή δεν αλλάζει από το γεγονός ότι στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ως άνω νόμου (431/1968) ορίζεται ότι κατά τη μεταβίβαση των γεωργικών κλήρων πρέπει απαραιτήτως α) να έχει εκδοθεί και μεταγραφεί το οριστικό παραχωρητήριο του κλήρου, στο οποίο αναφέρεται η δικαιοπραξία και β) να είναι πλήρως εξοφλημένο το τυχόν προς το Δημόσιο οφειλόμενο τίμημα του κλήρου, γιατί η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων είναι απαραίτητη, όχι για την άρση της ιδιότητας του κληρούχου ως πλασματικού νομέα εκ του κλήρου, η οποία άρση όπως προαναφέρθηκε, επέρχεται με την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, αλλά μόνο για το έγκυρο της εκ μέρους του κληρούχου εκποιήσεως ή διαθέσεως εν ζωή του κλήρου στον αντίστοιχο ειδικό διάδοχό του (Ολ. ΑΠ 15/2004). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ συνάγεται ότι για την κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής, ήτοι φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου, καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, που να έχει υποβληθεί σε μεταγραφή (άρθρ. 1192 περ. α και 1198 ΑΚ), πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας. Ειδικότερα ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει όταν ο νομέας, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, πράγμα που αποκλείεται όταν γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε πως ο κτητικός τίτλος του έχει ελαττώματα, που εμποδίζουν την κτήση της κυριότητας, βαρυνόμενος με το σχετικό βάρος απόδειξης. Ως νόμιμος τίτλος, που απαιτείται για την τακτική χρησικτησία, νοείται οποιοσδήποτε τρόπος κτήσης της κυριότητας, ο οποίος έχει εξωτερικά όλα τα στοιχεία του έγκυρου τίτλου, έστω και αν φέρει ελάττωμα που εμποδίζει την κατ` άρθρο 1033 ΑΚ κτήση της κυριότητας με βάση τον τίτλο αυτό. Ετσι για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντος, η οποία απαιτείται μόνο για την παράγωγο κτήση, γιατί με την χρησικτησία ο νόμος αποβλέπει ακριβώς στην αναπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της κυριότητας του δικαιοπαρόχου, νόμιμο δε τίτλο αποτελεί το συμβόλαιο αγοραπωλησίας. Αν και ο νόμος δεν περιέχει ανάλογη διάταξη για το νόμιμο τίτλο, ως στοιχείο της χρησικτησίας απαιτείται μεταγραφή, από την οποία αρχίζει και τρέχει η χρησικτησία. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 20/2011). Τέλος ο ίδιος λόγος αναιρέσεως είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως, σ` αυτό, προσκομισθέντων και επικληθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε κατ` ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την ένδικη αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτων του αρχικού ενάγοντος Χ. Α. του Δ., στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του ίδιου και εν συνεχεία και της συζύγου του οι αναιρεσείοντες. "Κατά την οριστική διανομή του έτους 1934 του Αγροκτήματος Σωζοπόλεως Ν. Χαλκιδικής παραχωρήθηκε στον Δ. Α. του Α., κλήρος αποτελούμενος από το υπ` αριθμ. 30 οικόπεδο του 5ου οικοπεδικού τετραγώνου, εμβαδού 900 τ.μ, μετά της επ` αυτού προσφυγικής κατοικίας, κειμένου στην εποικισθείσα περιοχή του Συνοικισμού Σωζοπόλεως, Κοινότητας Νέων Συλλάτων ν. Χαλκιδικής, και τα υπ` αριθμ. 141, 91, 236 172 κληροτεμάχια, εμβαδού 7.554, 16.950, 25.800, και 5.000 τ.μ. αντίστοιχα (συνολικού εμβαδού 55.304 τ.μ.). Με την υπ` αριθμ. 1006/1961 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ν. Χαλκιδικής, ο ως άνω κλήρος χαρακτηρίστηκε οικογενειακός, κατά το άρθρο 167 του Αγροτικού Κώδικα, και καθορίσθηκαν δικαιούχοι των κληροτεμαχίων ο Δ. Α. (ως αρχηγός) κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και ο ενάγων (ως εξωτικό μέλος) κατά ποσοστό (1/3) εξ αδιαιρέτου, ενώ δικαιούχος του οικοπέδου μετά του οικήματος καθορίσθηκε ο Δ. Α., ως αρχηγός. Στη συνέχεια, εκδόθηκαν και οι σχετικοί υπ` αριθμ. 1656 και 1545/1973 τίτλοι κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας Ν. Χαλκιδικής, που μεταγράφηκαν νόμιμα στις 24-10-1974 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο … και με αύξ. αριθμούς 71 και 72 αντίστοιχα. Με τον πρώτο από αυτούς παραχωρήθηκαν οριστικά στους Δ. και Χ. Α., τα υπ` αριθμ. 141, 91, 236 172 κληροτεμάχια, κατά τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά που προαναφέρθηκαν, ενώ με τον δεύτερο παραχωρήθηκε οριστικά στον Δ. Α. το προαναφερθέν οικόπεδο. Περαιτέρω, από τα αντίγραφα των τριών φύλλων του βιβλίου δημοσιεύσεως πολιτικών αποφάσεων του έτους 1919 του Πρωτοδικείου Βόλου, σε συνδυασμό με το υπ` αριθμ. 4138/30-10-1986 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Βόλου, προκύπτει ότι επί αιτήσεως περί υιοθεσίας, που υποβλήθηκε από τους Δ. και Β. Α., εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 443/20-10-1919 απόφαση του Πρωτοδικείου Βόλου, που δίκασε κατά την επ` αναφορά διαδικασία. Το πρωτότυπο, όμως, της απόφασης αυτής δεν βρέθηκε στο αρχείο του άνω Πρωτοδικείου, ούτε το πρακτικό, ούτε η αίτηση και συνεπώς δεν προκύπτει ποιο είναι το όνομα και επώνυμο του προς υιοθεσία, η ηλικία του, το φύλλο του, ούτε εάν η εκδοθείσα απόφαση απέρριψε ή δέχθηκε την αίτηση. Πριν την έκδοση του άνω πιστοποιητικού, είχε εκδοθεί το υπ` αριθμ. πρωτ. 1076/2-5-1985 πιστοποιητικό του Γραμματέα του άνω Πρωτοδικείου, στο οποίο αναφέρεται ότι η άνω απόφαση περί υιοθεσίας, με αιτούντες τους Δ. και Β. Α., δεν βρέθηκε στο αρχείο του πρωτοδικείου Βόλου και ότι έγινε δεκτή η αίτηση υιοθεσίας, πλην όμως από το προαναφερθέν υπ` αριθμ. 4138/30-10-1986 μεταγενέστερο πιστοποιητικό, σε συνδυασμό με τα αντίγραφα των φύλλων του βιβλίου δημοσιεύσεων πολιτικών αποφάσεων, αναιρείται εν μέρει το περιεχόμενο του άνω υπ` αριθμ. πρωτ. 1076/2-5-1985 πιστοποιητικού και συγκεκριμένα κατά το μέρος που πιστοποιεί ότι έγινε δεκτή η αίτηση υιοθεσίας, αφού το αποτέλεσμα της δίκης δεν προκύπτει από το άνω βιβλίο, ούτε από άλλο διαδικαστικό έγγραφο. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων δεν καταχωρήθηκε ως θετό τέκνο των Δ. και Β. Α. στα Δημοτολόγια της Κοινότητας Ν. Συλλάτων Χαλκιδικής, όπου τηρείτο η οικογενειακή τους μερίδα. Από τα προσκομιζόμενα όμως μετ` επικλήσεως από τον ενάγοντα έγγραφα και συγκεκριμένα από το υπ`αριθμ. Θ. 407907/9-4- 1070 Δελτίο Αστυνομικής Ταυτότητας που εκδόθηκε από το Ε` παράρτημα Ασφαλείας Αθηνών, το υπ` αριθμ. 21/1/3233/15-9-1945 Δελτίο ταυτότητας της Διοίκησης Χωροφυλακής Ν. Μουδανιών, το δελτίο (με δυσανάγνωστη ημερομηνία έκδοσης) που εκδόθηκε από την Ένωση Αγωνιστών Εθνικής Αντιστάσεως και την υπ` αριθμ. 2/1-11-1948 ληξιαρχική πράξη γάμου του ληξίαρχου της Κοινότητας Ν. Συλλάτων, προκύπτει ότι ο ενάγων αναφέρεται στα άνω έγγραφα ως τέκνο των Δ. και Β. (Α.). Επίσης, από το υπ` αριθμ. πρωτ. 5992/24-12-1985 πιστοποιητικό της Κοινότητας Αγχιάλου Ν. Μαγνησίας προκύπτει ότι ο ενάγων είναι εγγεγραμμένος στο Δημοτολόγια της άνω Κοινότητας υπ` αύξ. αριθμό 27/1 ως Χ. Α. του Δ.. Με βάση τα παραπάνω και ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, το πρωτότυπο της απόφασης υιοθεσίας δεν βρέθηκε στο αρχείο του Πρωτοδικείου Βόλου, αποδεικνύεται (άρθρ. 435 ΚΠολΔ) ότι ο ενάγων είναι θετό τέκνο του Δ. Α. και της Β. χήρας Δ. Α. το γένος Σ. Κ., δυνάμει της υπ` αριθμ. 443/20-10-1919 απόφασης του Πρωτοδικείου Βόλου. Ο ενάγων μετά το γάμο του με την Βαλασία, το γένος Σ. Ι., που τελέσθηκε το έτος 1948 στα Ν. Σύλλατα Ν. Χαλκιδικής, μετοίκησε με την οικογένεια του (ήτοι τη σύζυγό του και τα τέκνα του) αρχικά στο Βόλο και στη συνέχεια στην Αθήνα, όπου εργαζόταν ως υπάλληλος, χωρίς να διατηρεί σχέσεις με τους θετούς γονείς του, οι οποίες στο μεταξύ είχαν διαρρηχθεί. Ο θετός πατέρας του ενάγοντα, Δ. Α., απεβίωσε στις 22-9-1957 και με την υπ` αριθμ. .../1955 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ......... και δημοσιεύτηκε νόμιμα, με το υπ` αριθμ. 168/60 πρακτικό συνεδρίασης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο του τη σύζυγό του Β. Α., το γένος Σ. Κ., με την ίδια δε διαθήκη αποκλήρωσε τον ενάγοντα, θετό υιό του. Συγκεκριμένα στην άνω διαθήκη αναφέρει επί λέξει τα εξής "Τον υιοθετηθέντα υιό μου Χ. Δ. Α. ή Χ. Α. Δ., αποκληρώ λόγω του ότι με εγκατέλειψε εις το γήρας μου, μου κατέφαγε την περιουσία μου, μοι επέθισε χείρας αδίκως και εν γένει καθ` όλον το διάστημα της μετ εμού συμβιώσεως, μόνον πικρίας με επότισε". Η ως άνω κληρονόμος, Β. χήρα Δ. Α., απεβίωσε στις 2-2-1960, χωρίς προηγουμένως να αποδεχθεί την επαχθείσα με το θάνατο του συζύγου της Δ. Α. κληρονομία, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και τα επίδικα ακίνητα ήτοι α) το υπ` αριθμ. 30 οικόπεδο, μετά της επ` αυτού κειμένης παλαιάς προσφυγικής κατοικίας και β) ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του με αριθμό 236 Γ κατηγορίας κληροτεμαχίου και μη καταλιπούσα διαθήκη, άφησε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον θετό υιό της Χ. Α. (ενάγοντα). Ο τελευταίος, όμως, ουδέποτε επιλήφθηκε της κληρονομίας αυτής, αντίθετα στα ως άνω ακίνητα εγκαταστάθηκαν τα αδέλφια της αποβιώσασας Β. χήρας Δ. Α., ήτοι οι Κ., Α., Α. και Ο. Κ. και τα εκμεταλλεύονταν για λογαριασμό τους, εκμισθώνοντας την παλαιά προσφυγική κατοικία, και το πέριξ αυτής οικόπεδο, αντί μισθώματος καταβαλλόμενου στους ίδιους, καθώς και το υπ` αριθμ. 236 κληροτεμάχιο, το οποίο εκμεταλλεύονταν, έχοντας αναθέσει σε τρίτους καλλιεργητές της περιοχής την καλλιέργειά του με σιτηρά, το τίμημα από την πώληση των οποίων, ελάμβαναν εξ ημισείας με τον εκάστοτε καλλιεργητή. Το γεγονός ότι ο ενάγων δεν επιλήφθηκε των κληρονομιαίων ακινήτων συνομολογείται και από τον ίδιο, με το δικόγραφο της αγωγής, στο οποίο αναφέρει ότι "....δεν ηδυνήθην να παρακολουθήσω και επιβλέψω τα ως άνω ακίνητά μου...". Από τους παραπάνω αδελφούς της κληρονομουμένης απεβίωσε α) ο Α. Κ., στις 18-1-1968 χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην κληρονομία του υπεισήλθαν η σύζυγος του Ε. και τα τρία τέκνα του Σ., Α. και Μ. κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, ενώ στις 24-1-1969 απεβίωσε και η Ε. χήρα Α. Κ., χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην κληρονομία της υπεισήλθαν τα τρία τέκνα Σ., Α. και Μ. κατά 1/3 εξ αδιαιρέτου η καθεμία και β) Ο Κ. Κ., στις 23-5-1974, χωρίς να αφήσει διαθήκη και στην κληρονομία του υπεισήλθαν τα τέκνα του Σ., Ο. καθώς και η εγγονή του Μ. θυγατέρα Β. Ζ., τέκνο της προαποβιωσάσης θυγατέρας του Σ., κατά 1/3, εξ αδιαιρέτου η καθεμία. Οι ανωτέρω, πλην της τελευταίας, και οι Α. Κ. και Ο. Κ., με την υπ` αριθμ. .../1974 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........... , που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο … και αριθμό 12 στις 2-11- 1974, φέρεται ότι αποδέχθηκαν την κληρονομία της αδελφής και θείας τους, Β. χήρας Δ. Α., κατά ποσοστό 24/96 ο Α. Κ. κατά το ίδιο ποσοστό η Ο. Κ. και 8/96 εξ αδιαιρέτου οι λοιποί, αποτελούμενη από τα επίδικα ακίνητα, και στη συνέχεια, με το υπ` αριθμ. .../1974 Πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 2-11-1974 στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό 16, φέρεται ότι πώλησαν και μεταβίβασαν την κυριότητα τούτων, κατά τα ως άνω ποσοστά, στους εναγόμενους κοινά, αδιαίρετα και κατ` ισομοιρία. Στη συνέχεια, η Μ. θυγατέρα Β. και Σ. Ζ. με την υπ` αριθμ. .../6- 2-1975 πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ........... , που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών στον τόμο … και αριθμό 99 στις 22-2-1975, φέρεται ότι αποδέχθηκε για λογαριασμό της αλλά και για λογαριασμό των καθολικών της δικαιοπαρόχων την κληρονομία της Β. Α., κατά ποσοστό 8/96 εξ αδιαιρέτου και ακολούθως, με το υπ` αριθμ. .../1975 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στις 22-2-197 5 στα βιβλία μεταγραφών του ίδιου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο … και με αύξοντα αριθμό 100, φέρεται ότι πώλησε και μεταβίβασε στους εναγόμενους την κυριότητα των επιδίκων κατά το ως άνω ποσοστό εξ αδιαιρέτου. Oι εναγόμενοι από την κατάρτιση και μεταγραφή των ως άνω συμβολαίων αγοράς, εγκαταστάθηκαν στη νομή των επιδίκων με διάνοια κυρίων και καλή πίστη, έχοντας εύλογα την πεποίθηση, ότι δυνάμει των άνω νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαίων (.../1974 και .../1975) κατέστησαν κατ` ισομοιρία συγκύριοι αυτών, αγνοώντας, χωρίς να μπορεί να καταλογισθεί σ` αυτούς οποιαδήποτε αμέλεια, ότι κατά το χρόνο κατάρτισης των ως άνω συμβάσεων, οι δικαιοπάροχοι τους δεν ήταν κύριοι αυτών, αφού δεν ήταν πλησιέστεροι συγγενείς της αποβιωσάσης αυτοί, αλλά ο ενάγων, και ως εκ τούτου με τις ως άνω αποδοχές κληρονομίας (.../1974 και .../1975) δεν είχαν καταστεί συγκύριοι τούτων. Ειδικότερα, σχετικά με την καλή πίστη των εναγομένων, αποδείχθηκε ότι αυτοί, πριν από την κατάρτιση των άνω συμβολαίων, προέβησαν σε νόμιμο έλεγχο των βιβλίων μεταγραφών και διεκδικήσεων του αρμοδίου Υποθηκοφυλακείου, πλην όμως στη μερίδα του ενάγοντος δεν υπήρχε καμία εγγραφή και συγκεκριμένα μεταγραφή δήλωσης αποδοχής, ή διεκδίκηση που να αφορά τα επίδικα ακίνητα. Επίσης, έλαβαν γνώση του περιεχομένου των πιστοποιητικών πλησιεστέρων συγγενών που είχαν επισυναφθεί στις πράξεις αποδοχής κληρονομίας των άνω πωλητών τους, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το υπ` αριθμ. πρωτ. 599/16-9-1971 πιστοποιητικό του προέδρου της Κοινότητας Ν. Συλλάτων Χαλκιδικής, στο οποίο πιστοποιείται ότι η Β. χήρα Δ. Α. κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τους ως άνω αδελφούς της (Κ., Α., Α. και Ο.), καθώς και το υπ` αριθμ. 598/16-9-1971 πιστοποιητικό του προέδρου της άνω Κοινότητας, στο οποίο πιστοποιείται ότι ο Δ. Α. του Α., κάτοικος εν ζωή συνοικισμού Σωζοπόλεως, με αριθμό 276/1 οικογενειακής μερίδας των δημοτολογίων της άνω Κοινότητας, κατέλειπε κατά το χρόνο θανάτου του μόνη πλησιέστερη συγγενή τη σύζυγό του Β. το γένος Σ. Κ., και πλην της ανωτέρω, ουδένα τέκνο κατέλειπε γνήσιο ή θετό. Το περιεχόμενο δε του άνω υπ` αριθμ. 598/16-9-1971 πιστοποιητικού επιβεβαιώνεται και από το υπ` αριθμ. πρωτ. 615/13-5-1986 πιστοποιητικό της ίδιας Κοινότητας. Επίσης, από το προσαγόμενο, σε ακριβές επικυρωμένο φωτοαντίγραφο, φύλλο του Δημοτολογίου της ίδια Κοινότητας, στο οποίο είναι καταχωρημένη με αύξοντα αριθμό 276 η οικογενειακή μερίδα του Δ. Α., προκύπτει ότι σ` αυτήν έχουν εγγραφεί, στις 19-7-1959, ο ίδιος με αύξοντα αριθμό 1 και η σύζυγός του Β. με αύξοντα αριθμό 2, ενώ ο ενάγων δεν έχει εγγραφεί ως θετό τέκνο αυτών. Σημειώνεται εδώ ότι ο ενάγων δεν προσκόμισε ούτε πρωτοδίκως, αλλά ούτε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της θετής μητέρας του, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός είναι ο μόνος πλησιέστερος συγγενής. Τα στοιχεία αυτά ήταν επαρκή για να δημιουργήσουν στους εναγόμενους την πεποίθηση ότι οι αντισυμβαλλόμενοι- πωλητές ήταν κύριοι των επιδίκων ακινήτων και ότι αυτοί δια των άνω, νομίμως μεταγραφέντων, συμβολαίων απέκτησαν την κυριότητα αυτών. Οπως ήδη προαναφέρθηκε, στην υπ` αριθμ. .../1955 δημόσια διαθήκη του Δ. Α., αναφέρεται, πράγματι, ο ενάγων ως θετό τέκνο του, οι δε εναγόμενοι, όπως συνομολογείται, είχαν λάβει γνώση της άνω διαθήκης, στα πλαίσια της έρευνας των τίτλων και της νομιμοποίησης των πωλητών τους. Πλην όμως η αναφορά αυτή, δεν είναι ικανή να ανατρέψει την καλή πίστη των εναγομένων, καθόσον κατά το χρόνο σύνταξης των άνω συμβολαίων ούτε από την άνω διαθήκη, αλλά ούτε από άλλο πιστοποιητικό ή δημόσιο έγγραφο προέκυπτε ότι αυτός ήταν θετό τέκνο και της Β. χήρας Δ. Α. και άρα κληρονόμος της και επομένως εύλογα οι εναγόμενοι πίστευαν ότι αυτή κληρονομήθηκε από τους αδελφούς της, οι οποίοι και αναφέρονταν ως μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς της στο άνω σχετικό πιστοποιητικό. Επίσης, όπως ήδη προαναφέρθηκε, με την υπ` αριθμ. 1006/1961 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Ν. Χαλκιδικής χαρακτηρίστηκε, οριστικά, ως οικογενειακός, κατ` άρθρο 167 Αγρ. Κωδ., ο κλήρος στον οποίο είχε αποκατασταθεί ως αρχηγός ο Δ. Α. και καθορίσθηκε ότι δικαιούχοι αυτού είναι ο Δ. Α., ως αρχηγός, κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου και ο Χ. Α. του Δ., ως εξωτικό μέλος, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, ενώ δικαιούχος του οικοπέδου καθορίσθηκε ο Δ. Α., ως αρχηγός. Με βάση δε την άνω απόφαση εκδόθηκαν στη συνέχεια οι προαναφερθέντες τίτλοι κυριότητας, στους οποίους γίνεται μνεία της άνω απόφασης. Στους άνω τίτλους όμως δεν αναφέρεται η σχέση που συνδέει τους άνω δικαιούχους. Επίσης, στην εν λόγω απόφαση δεν αναφέρεται η ιδιότητα με την οποία συναποκαταστάθηκε, ως εξωτικό μέλος, ο Χ. Α., δηλαδή αν συναποκαταστάθηκε ως πρόσωπο μη συνδεόμενο με τον αρχηγό (Δ. Α.) με σχέση ανιόντα προς κατιόντα (παρ. 1 άρθρ. 167 Αγρ. Κώδ.) ή ως έγγαμο τέκνο αυτού (παρ. 2 άρθρ. 167 Αγρ. Κώδ.). Ενόψει δε του ότι ο χαρακτηρισμός ενός κλήρου ως οικογενειακού στηρίζεται σε επίσημα στοιχεία που υφίσταντο κατά το χρόνο της αρχικής παραχώρησης (Ολ Σ.Ε. 238/1968 ΝοΒ 16.986) και με δεδομένο ότι ο συναποκατασταθείς Χ. Α. δεν ήταν έγγαμος κατά το χρόνο της αρχικής παραχώρησης (1934), εύλογα δημιουργήθηκε στους εναγόμενους η πεποίθηση ότι επρόκειτο για πρόσωπο μη συνδεόμενο με τον αρχηγό με σχέση ανιόντα προς κατιόντα. Σε κάθε περίπτωση δε, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι αυτός συναποκατάσταθηκε ως έγγαμο τέκνο αυτού, εν όψει του ότι κατά το χρόνο σύνταξης των άνω συμβολαίων ούτε από την άνω διαθήκη, αλλά ούτε από άλλο πιστοποιητικό προέκυπτε ότι αυτός ήταν θετό τέκνο και της Β. χήρας Δ. Α. και άρα κληρονόμος της, εύλογα οι εναγόμενοι πίστευαν ότι αυτή κληρονομήθηκε από τους αδελφούς της, οι οποίοι και αναφέρονταν ως μοναδικοί πλησιέστεροι συγγενείς της στο άνω σχετικό πιστοποιητικό. Επίσης, το γεγονός ότι οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν από τους πωλητές τους την έκδοση κληρονομητηρίου περί του κληρονομικού δικαιώματος τους στην κληρονομία της Β. Α., δεν αναιρεί την καλή πίστη τους, καθόσον με βάση το προαναφερθέν πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών, σε συνδυασμό και με την μη ύπαρξη διαθήκης της Β. Α., προέκυπτε σαφώς η ιδιότητα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής. Αλλωστε, ακόμη και αν ζητούνταν η έκδοση κληρονομητηρίου, σ` αυτό θα βεβαιώνονταν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα των αδελφών της, αφού το πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών που θα προσκομίζονταν, ως απαραίτητο στοιχείο, κατά την έκδοση κληρονομητηρίου, θα είχε το ίδιο περιεχόμενο με αυτό που προαναφέρθηκε, δηλαδή θα ανέφερε ως πλησιέστερους συγγενείς της αποβιώσασας Β. Α. μόνο τα αδέλφια της, δεδομένου ότι μέχρι και σήμερα δεν έχει γίνει καταχώρηση στα σχετικά βιβλία (Δημοτολόγια) της άνω Κοινότητας του ενάγοντος ως θετού τέκνου των Δ. και Β. Α. στην οικογενειακή μερίδα των τελευταίων. Επίσης, η καλή πίστη των εναγομένων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι πριν τη σύναψη των συμβολαίων είχε προηγηθεί η έκδοση των υπ` αριθμ. 6557 και 6558/1971 αποφάσεων του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, με εναγόμενο τον Χ. Α. (νυν ενάγοντα), στις οποίες αναφέρεται ότι τα περιγραφόμενα σ` αυτές κληροτεμάχια (διαφορετικά από τα εδώ επίδικα) αποτελούν οικογενειακό κλήρο και ότι αυτά παραχωρήθηκαν στον Δ. Α. και στον υιό του Χ. Α., καθόσον δεν αποδείχτηκε ότι αυτοί έλαβαν ή θα μπορούσαν να λάβουν γνώση των αποφάσεων αυτών ή έστω ότι γνώριζαν την ύπαρξη τους. Σε κάθε δε περίπτωση, στις άνω αποφάσεις, δεν γίνεται καμία αναφορά στην Β. Α. και στη σχέση της με τον Χ. Α., ότι δηλαδή αυτός ήταν θετό τέκνο της Β. Α., ώστε να δημιουργηθεί η υπόνοια ότι οι πωλητές των επιδίκων δεν ήταν κληρονόμοι της. Οι λοιπές δε αποφάσεις, τις οποίες, επίσης, επικαλούνται και προσκομίζουν οι εκκαλούντες, για να θεμελιώσουν τον ισχυρισμό τους περί έλλειψης καλής πίστης των εναγομένων, ήτοι η υπ` αριθμ. 882/1979 του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και η υπ` αριθμ. 1437/1980 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, δεν θα μπορούσαν να περιέλθουν σε γνώση των εναγομένων κατά το χρόνο σύνταξης των συμβολαίων, αφού αυτές εκδόθηκαν μεταγενέστερα. Εξάλλου, από το γεγονός ότι οι πωλητές- δικαιοπάροχοι των εναγομένων δεν αποδέχθηκαν την κληρονομιά της Β. Α. αμέσως μετά το θάνατό της (1960), αλλά στις 25-10-1974 και 6-2-1975 και στη συνέχεια στις ίδιες ημερομηνίες πώλησαν στους εναγόμενους τα επίδικα, δεν μπορεί να συναχθεί ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ αυτών (συμβληθέντων), και συνακόλουθα να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση σχετικά με την καλή πίστη των εναγομένων. Και τούτο διότι από καμία διάταξη νόμου δεν τίθεται προθεσμία ή οποιοσδήποτε χρονικός περιορισμός ως προς το χρόνο αποδοχής της κληρονομίας, συνηθίζεται δε στις συναλλαγές να υπογράφονται την ίδια ημέρα οι πράξεις αποδοχής κληρονομίας και μεταβίβασης των κληρονομιαίων, με την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η πράξη αποδοχής θα αριθμηθεί και θα μεταγραφεί πρώτη. Αλλωστε και ο ίδιος ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομία της μητέρας του το 1985, ήτοι 25 έτη μετά το θάνατό της. Τέλος, ούτε από τη μη προσεπίκληση εκ μέρους των εναγομένων των πωλητών τους - δικονομικών εγγυητών στη δίκη αυτή μπορεί να συναχθεί ότι υπήρξε συμπαιγνία μεταξύ αυτών (συμβληθέντων), καθόσον η προσεπίκληση των δικονομικών εγγυητών είναι δικονομικό δικαίωμα των διαδίκων (κατ` άρθρ. 88 ΚΠολΔ) και η μη άσκησή του δεν μπορεί να αποβαίνει σε βάρος του (μη προσεπικαλέσαντος) διαδίκου, ενόψει του ότι, ανεξάρτητα από την άσκηση ή μη προσεπίκλησης, διατηρεί το δικαίωμα αποζημίωσης κατά των δικονομικών εγγυητών σε περίπτωση ήττας του. Περαιτέρω, η πεποίθηση των εναγομένων ότι κατέστησαν συγκύριοι των επιδίκων, ενισχύθηκε και από το γεγονός ότι ο ενάγων, ουδέποτε επιλήφθηκε μετά το θάνατο της Β. χήρας Δ. Α. την κληρονομία αυτής, αντίθετα τα επίδικα κατείχαν και νέμονταν, όπως προαναφέρεται, οι αδελφοί της Κ., Α., Α. και Ο. Κ. και μετά το θάνατο ορισμένων εξ αυτών τα τέκνα τους, γεγονός που γνώριζε ο ενάγων, αφού επισκεπτόταν την Σωζόπολη όπου βρίσκονται τα επίδικα, φιλοξενούμενος συχνά από ορισμένους συγγενείς της θετής μητέρας του. Ειδικότερα, όσον αφορά το υπ` αριθμ. 263 κληροτεμάχιο, τούτο καλλιεργούνταν αρχικά από τον Δ. Τ., πατέρα του Κ. Τ. (β` μάρτυρα ανταπόδειξης), για λογαριασμό του Δ. Α., μετά το θάνατο δε του τελευταίου συνέχισε να το καλλιεργεί ο Κ. Τ., (β` μάρτυρας ανταπόδειξης) για λογαριασμό της χήρας του Β., και εν συνεχεία για λογαριασμό των αδελφών και ανεψιών της τελευταίας, οι oποίοι την φιλοξενούσαν κατά τη διάρκεια του χειμώνα στην Ν. Αγχίαλο Θεσσαλονίκης. Ο ως άνω καλλιεργητής, το καλλιεργούσε με σιτηρά και κατέβαλλε στους ως άνω εξ αίματος συγγενείς της Β. χήρας Δ. Α., το ήμισυ του τιμήματος από την πώληση της παραγωγής, έως και το έτος 1974 οπότε το πώλησαν στους εναγόμενους. Επίσης, την προσφυγική κατοικία που βρισκόταν μέσα στο επίδικο οικόπεδο μίσθωνε από τους ίδιους, εξ αίματος συγγενείς της Β. Α., ο Π. Α. του Ι. (α` μάρτυρας ανταπόδειξης) και την χρησιμοποιούσε προκειμένου να αποθηκεύει γεωργικά προϊόντα, καταβάλλοντος μίσθωμα σ` αυτούς αποκλειστικά και χωρίς ο ενάγων να διαμαρτυρηθεί, προκειμένου είτε να εγκαταλείψει την προσφυγική κατοικία, είτε να του καταβάλλει μίσθωμα. Η κατάθεση αυτών των μαρτύρων δεν αντικρούεται από κανένα αποδεικτικό μέσο, αφού ο ενάγων δεν εξέτασε μάρτυρες, παραιτηθείς από το σχετικό δικαίωμα του (βλ. σχετική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των καλούντων -εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού ενάγοντος την 15-5-2003, στην τελευταία σελίδα της υπ` αριθμ. 44.216/1998 εισηγητικής έκθεσης). Δεν αναιρούνται τα όσα κατέθεσαν οι πιο πάνω μάρτυρες από την με ημερομηνία 15-8-1961 επιστολή που φέρεται να έστειλε ο πατέρας του β` μάρτυρα ανταποδείξεως, Δ. Τ. στον ενάγοντα, αντίθετα επιβεβαιώνεται η κατάθεση του μάρτυρα, ότι δηλαδή ο ενάγων ουδέποτε επιλήφθηκε της κληρονομίας, αφού στο κείμενο αυτής αναγράφεται "απλός ο Κ. με πληρόσε το καλλιεργισα και επληρώθικα για την εργασία του". Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι μετά την εγκατάστασή τους, στις 2-11-1974 και 22-2-1975, στα επίδικα ακίνητα και μέχρι το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής (4-11-1985), κατείχαν και νέμονταν αυτά με καλή πίστη, διάνοια κυρίων και νόμιμους τίτλους, ήτοι τα προαναφερθέντα υπ` αριθμ. .../25.10.1974 και .../6.2.1975 συμβόλαια του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ................ , τα οποία μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών το πρώτο στις 2-11-1974 και το δεύτερο στις 22-2-1975, κατά ποσοστό 88/96 εξ αδιαιρέτου από 2-11-1974 και κατά 8/96 εξ αδιαιρέτου από 22-2-1975, και συγκεκριμένα ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου του ως άνω υπ` αριθμ. 236 κληροτεμαχίου και ολόκληρο το υπ` αριθμ. 30 οικόπεδο. Ειδικότερα, μίσθωναν τον επίδικο αγρό, κατά το ανάλογο ποσοστό τους, στον Κ. Τ., εισπράττοντας το σχετικό μίσθωμα, ενώ περιέφραξαν το οικόπεδο δια του Α. Μ., κατοίκου ..., με σιδερένιους πασσάλους και δικτυωτό σύρμα, ισοπέδωσαν αυτό με εκσκαπτικό μηχάνημα του Δ. Π., κατοίκου ..., απομάκρυναν τις πέτρες που είχαν σωρευτεί από πολλά χρόνια με τον γεωργικό ελκυστήρα και την πλατφόρμα του Μ. Κ., κατοίκου ... Χαλκιδικής και ακολούθως επέστρωσαν σ` αυτό 17 φορτία εκλεκτού χώματος, τα οποία μετέφεραν με τα φορτηγά του Δ. Π.. Στη συνέχεια, δενδροφύτευσαν το οικόπεδο με οπωροφόρα και καλλωπιστικά δένδρα και κατασκεύασαν στις πλευρές αυτού, που συνορεύουν με τους δρόμους τοιχίο, ύψους 0,40 μ. και μήκους 60 μ. και παρτέρια, επισκεύασαν με το συνεργείο του εργολάβου Λ. Τ. τη στέγη, τους σοβάδες, το δάπεδο, τις θύρες και τα παράθυρα του προσφυγικού οικήματος, διαμόρφωσαν την κουζίνα, προέβησαν στην προσθήκη αποθήκης και λουτροαποχωρητηρίου και κατασκεύασαν σ` αυτό ηλεκτρική, υδραυλική και αποχετευτική εγκατάσταση. Επίσης, το έτος 1977 αντικατέστησαν τις θύρες και τα παράθυρα της προσφυγικής κατοικίας με καινούργια και κατασκεύασαν γύρω της διαδρόμους και βεράντα από τσιμέντο εμβαδού 50 τ.μ. Το έτος 1979, αφού εκδόθηκε, μετά από αίτηση του πρώτου εξ αυτών, η υπ` αριθμ. 828/1979 οικοδομική άδεια του Γραφείου Πολεοδομίας Ν. Μουδανιών, κατασκεύασαν στο βάθος του οικοπέδου αποθήκη, ενώ το έτος 1984, αφού εκδόθηκε, μετά από αίτηση επίσης του πρώτου εξ αυτών, η υπ` αριθμ. 276/1984 οικοδομική αδεία του ίδιου Γραφείου, προέβησαν σε νέα επέκταση της παλαιάς οικίας και σε πλήρη ανακατασκευή αυτής, με την κατεδάφιση και κατασκευή νέας στέγης και οροφής αυτής, αποξήλωση και κατασκευή νέων σοβάδων τύπου "ρελιέφ", ανακατασκευή και επένδυση του δαπέδου με πλακίδια και πέτρες Πηλίου. Όλα δε αυτά τα χρόνια, από το 1974 έως και το έτος 1985, ήτοι επί 11 έτη, οι εναγόμενοι χρησιμοποιούσαν την παλαιά και ήδη πλήρως ανακαινισμένη προσφυγική οικία για τις θερινές διακοπές τους, χωρίς ποτέ ο ενάγων, ο οποίος στο μεταξύ είχε λάβει γνώση τούτων, αφού επισκέφθηκε τη Σωζόπολη, να διαμαρτυρηθεί. Επομένως, οι εναγόμενοι, νεμόμενοι με καλή πίστη, διάνοια κυρίων και νόμιμους τίτλους τα επίδικα ακίνητα, για χρονικό διάστημα πέραν της δεκαετίας, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από κανένα, ήτοι από τη μεταγραφή (στις 22-2-1975) και του υπ` αριθμ. .../1975 συμβολαίου, κατέστησαν συγκύριοι τούτων και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 2/3 εξ αδιαιρέτου επί του υπ` αριθμ. 236 κληροτεμαχίου και ολοκλήρου του υπ` αριθμ. 30 οικοπέδου, με τακτική χρησικτησία, κοινά, αδιαίρετα και κατ` ισομοιρία, συμπληρωθείσας αυτής (χρησικτησίας) στις 23-2-1985, ήτοι μετά την παρέλευση της αντίστοιχης ημερομηνίας του τελευταίου έτους νομής (άρθρα 241 παρ.1 και 243 παρ. 3 ΑΚ). Επομένως, όταν ο ενάγων προέβη στην αποδοχή της επαχθεί σας σ` αυτόν κληρονομίας από τη Β. χήρα Δ. Α., με την υπ` αριθμ. .../20-6-1985 πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Αχαρνών ....... ..... ...... .. ... και στη μεταγραφή αυτής στις 9-9-1985 στον τόμο 649 και με αύξοντα αριθμό 98 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Βασιλικών, δεν κατέστη με παράγωγο τρόπο κύριος των επιδίκων, και μάλιστα αναδρομικά από το θάνατο της κληρονομουμένης, αφού στο μεταξύ μέχρι την μεταγραφή αυτής οι εναγόμενοι στις 23-2-1985 είχαν καταστεί συγκύριοι τούτων με τακτική χρησικτησία. (Σχετικά με τη δυνατότητα κτήσης κυριότητας τρίτου με χρησικτησία επί κληρονομιαίου ακινήτου μέχρι το χρόνο μεταγραφής της αποδοχής κληρονομίας βλ. ΟλΑΠ 7/2004, ΟλΑΠ 108/1978, ΑΠ 985/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ). Η κτήση κυριότητας των επιδίκων, που αποτελούσαν οικογενειακό κλήρο, με τακτική χρησικτησία δεν εμποδίζεται από τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, αφού, μετά την έκδοση και την μεταγραφή των υπ` αριθμ. 1545 και 1656/1973 παραχωρητηρίων ο ενάγων δεν θεωρείται πλασματικός νομέας τούτων και είναι δυνατή η κτήση κυριότητας επ` αυτών χωρίς τη θέλησή του, με χρησικτησία (Ολ ΑΠ 7/2002, ΑΠ 283/2005, ΑΠ 1363/1994, ΑΠ 414/1983 δημ. ΝΟΜΟΣ). Με βάση τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αγωγή ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ένστασης των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας, με τακτική χρησικτησία". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων, περί αναγνωρίσεως της κυριότητας τους επί των επιδίκων ακινήτων, κάνοντας δεκτή την από τακτική χρησικτησία ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες, περί τακτικής χρησικτησίας διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού. Ειδικότερα, υπό τα ως άνω γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και αρχικός ενάγων Χ. Α. δεν απέκτησε την κυριότητα των επιδίκων ακινήτων από κληρονομική διαδοχή της θετής μητέρας του Β. χας Δ. Α., καθόσον κατά το χρόνο αποδοχής (20-6-1985) και μεταγραφής (9-9-1985) της κληρονομιάς της, οι αναιρεσίβλητοι είχαν ήδη καταστεί και δη από τις 3-11-1984 κατά 88/96 εξ αδιαιρέτου και από 23-2-1985 κατά τα υπόλοιπα 8/96 εξ αδιαιρέτου, συγκύριοι των ακινήτων αυτών με τακτική χρησικτησία, καθόσον τα είχαν νεμηθεί κατά τα προαναφερθέντα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, με νομίμους τίτλους μεταγεγραμμένους από 2-11-1974 και 22-2-1975 αντίστοιχα μέχρι 3-11-1974 και 23-2-1985, ήτοι επί δεκαετία, με καλή πίστη, καθόσον αυτοί δεν γνώριζαν, χωρίς να μπορεί να τους καταλογισθεί οποιαδήποτε αμέλεια ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως των μεταβιβαστικών συμβολαίων, οι δικαιοπάροχοί τους δεν ήταν κύριοι των επιδίκων ακινήτων, ως μη πλησιέστεροι συγγενείς της κληρονομηθείσας από αυτούς Β. Α., της οποίας πλησιέστερος συγγενής της ήταν ο θετός γυιός της, ήτοι ο αρχικώς ενάγων, η δε καλή τους πίστη προκύπτει από σειρά αναφερομένων περιστατικών, που δεν αναιρείται από τα επίσης εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, ενώ τα επίδικα που αφορούν σε αγροτικό κλήρο ήταν δεκτικά χρησικτησίας από τρίτο, αφού ο αρχικώς ενάγων από του θανάτου της κληρονόμου του αρχικού κληρούχου Δ. Α. του Α. ήτοι της θετής μητέρας του στις 2-2-1960 και συνακόλουθα και μετά τις 23-5-1968 που τέθηκε σε ισχύ ο ΑΝ 431/1968, μέχρι του χρόνου που αυτός αποδέχθηκε την εν λόγω κληρονομιά (9-9-1985) δεν ήταν κάτοχος των ακινήτων αυτών, στα οποία ο απώτερος δικαιοπάροχός του (και θετός πατέρας του) είχε εγκατασταθεί μετά την κύρωση της οριστικής διανομής του 1934 του αγροκτήματος ....... του νομού Χαλκιδικής, με την υπ` αριθμ. 1006/61 απόφαση της οικείας Επιτροπής Απαλλοτριώσεων και είχαν εκδοθεί υπέρ αυτού τα νομίμως μεταγραφέντα υπ` αριθμ. 1056/1973 και 1545/1973 παραχωρητήρια της Διευθύνσεως Γεωργίας του Ν. Χαλκιδικής. Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ τρεις αιτιάσεις του μοναδικού λόγου της αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία και δη τη δημόσια διαθήκη του Δ. Α. και τις αναφερόμενες σε οικογενειακό κλήρο υπ` αριθμ. 6557 και 6558/1971 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που οι αναιρεσίβλητοι γνώριζαν (τη διαθήκη) ή των οποίων μπορούσαν να λάβουν γνώση (των αποφάσεων), προκύπτει ότι αυτοί ήταν κακόπιστοι, είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν αποκλειστικά σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και υπό την επίφαση της παραβιάσεως των παραπάνω διατάξεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ως προς την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Ενόψει τούτων η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔικ. Οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176 παρ. 1, 180 παρ. 1 και 183 ΚΠολΔικ) και όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον απολιπόμενο έκτο των αναιρεσειόντων (Δ. Α. του Χ.).

Κηρύσσει ως προς αυτόν απαράδεκτη τη συζήτηση.

Απορρίπτει την από 2-9-2013 αίτηση των Β. χας Κ. Κ., το γένος Χ. Α. κλπ κατά των Α. Π. του Θ. κλπ για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1605/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου.

Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια