Ακυρότητα δικαιοπραξίας ως καταπλεονεκτικής. Προϋποθέσεις. Φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από ...820/2014 ΑΠ


Ένδικα μέσα. Αναψηλάφηση της δίκης λόγω ψευδορκίας. Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να...42/2014 ΑΠ

820/2014 ΑΠ ( 638102) 
Ακυρότητα δικαιοπραξίας ως καταπλεονεκτικής. Προϋποθέσεις. Φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το...
οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά το χρόνο της κατάρτισής της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, η οποία ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο. Η κρίση, όμως του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία διαπιστώνει κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά. Σύμβαση πώλησης ακινήτου. Καταβολή μικρότερου τιμήματος σε σχέση με αυτό που είχε προσδιορίσει η Δ.Ο.Υ. Επρόκειτο για απλή δυσαναλογία παροχής-αντιπαροχής και όχι για φανερή δυσαναλογία, δηλαδή τέτοια που γίνεται αντιληπτή από λογικό άνθρωπο με συναλλακτική πείρα. Οι αγοραστές δεν εκμεταλλεύθηκαν κάποια οικονομική ανάγκη του πωλητή. Απορρίπτει την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 6201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 820/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Μαρία Βαρελά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Π. χήρας Γ. Β., το γένος Σ. Κ., ατομικά και ως νομίμου εξ αδιαθέτου κληρονόμου του Γ. και του Δ. Β., κατοίκου ..... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζαφείρη.

Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: 1) Α. Ε. Γ., 2) Ε. Δ. Γ., ως νόμιμου κληρονόμου του ....., κατοίκων ..., και 3) Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "...............", πρώην "................", που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 1ος και 2ος εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Παπαδημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και για την 3η παραστάθηκε ο νόμιμος εκπρόσωπος της .............. , ο οποίος διόρισε την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλεία Σεϊτανίδου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του ήδη αποβιώσαντος Δ. Β., που κατατέθηκε στο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3397/2002 μη οριστική, 1910/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6201/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 19/3/2010 αίτησή της και τους από 21/12/2012 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Βαρελά ανέγνωσε τις από α) 11/1/2013 και β) 30/7/2013 εκθέσεις του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημήτριου Μαζαράκη, με τις οποίες εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αναίρεσης αντίστοιχα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια της 3ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α`, 287, 291 και 292 ΚΠολΔ τα οποία εφαρμόζονται και στην κατ` αναίρεση δίκη (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 1846 και 1847 ΑΚ, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι της στιγμής της επελεύσεως του θανάτου κάποιου διαδίκου ήταν πληρεξούσιός του. Ο αντίδικος του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης και ο ομόδικός του, μπορούν να προκαλέσουν την επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί προσκαλώντας τον για τον σκοπό αυτό με κοινοποίηση δικογράφου. Ο κληρονόμος δεν μπορεί να κληθεί να επαναληφθεί η δίκη που έχει διακοπεί πριν περάσει η προθεσμία της αποποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση από την με χρονολογία ... με αριθμό …, τόμο . έτους … ληξιαρχική πράξη θανάτου της Δ/νσης Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων αποδεικνύεται ότι ο αναιρεσείων Β. Δ. απεβίωσε στις .... δηλαδή μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης που έγινε στις 22 Μαρτίου 2010, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 23-1-2013. Κατά τη δικάσιμο αυτή, η δίκη αναβλήθηκε για την εις την αρχή της παρούσης αναφερομένη δικάσιμο αφού δηλώθηκε ο θάνατος του αναιρεσείοντος Δ. Β. και επήλθε βίαια διακοπή της δίκης. Ηδη, με την από 23-9-2011 κλήση της αναιρεσείουσας Π. Γ. Β., ατομικώς και ως μοναδικής εξ αδιαθέτου κληρονόμου του υιού της αρχικώς αναιρεσείοντος Δ. Β. του Γ. η οποία επιδόθηκε στους αναιρεσιβλήτους στις 21-10-2011 όπως προκύπτει από τις υπ` αριθμ. 10526Β`/21-10-2011 (για τον αναιρεσίβλητο Α. Γ.), υπ` αριθμ. 10528Β`/21-10-2011 (για τον αναιρεσίβλητο Ε. Γ.) και υπ` αρ. 10530Β`/21-10-2011 (για την αναιρεσίβλητο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....... ....... .... ...........") εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γ. Τ., νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα δίκη. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 569 παρ. 2, 571 παρ. 1 ΚΠολΔ συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 111 παρ. 1 και 2, 568 παρ. 2,3 και 4, 570 παρ. 1 και 3 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικόγραφο των προσθέτων λόγων πρέπει να κατατεθεί και να επιδοθεί στον αναιρεσίβλητο τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση. Η προθεσμία υπολογίζεται με βάση την αρχική δικάσιμο και όχι την ορισθείσα μετά από αναβολή, ματαίωση ή κήρυξη απαράδεκτης της συζήτησης. Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 6201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατατέθηκε στη γραμματεία του παραπάνω Εφετείου στις 22-3- 2010 και με την από 18-10-2011 πράξη της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και Προέδρου του Γ` Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε χρονολογία συζήτησης αυτής η 23-1-2013. Στις 21-12-2012, η αναιρεσείουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου με αριθμό 212/2012 το από 21-12- 2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης το οποίο επέδωσε στους αναιρεσιβλήτους στις 21-12-2012 όπως προκύπτει από τις υπ` αριθμ. 6602Γ`/21-12-2012, 6603Γ`/21-12-2012 και 6601Γ`/21-12-2012 με τις συνημμένες σ` αυτή από 21-12-2012 απόδειξη παραλαβής εγγράφου από τον αξιωματικό Υπηρεσίας του Αστυνομικού Τμήματος Μοσχάτου και βεβαίωση παραδόσεως του αυτού δικαστικού επιμελητή εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Α. Ε. Π.. Επομένως, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης κατατεθέντες και επιδοθέντες στους αναιρεσιβλήτους τουλάχιστον τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την αρχική ημεροχρονολογία συζητήσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης, έχουν ασκηθεί παραδεκτώς. Επειδή, κατά το άρθρο 178 ΑΚ "αδικοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή σκοπό στον οποίον αυτοί αποβλέπουν αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών που τη συνοδεύουν. Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή". "Οπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του. Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ` αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές. Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία) επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή. Αν λείπει ένα από τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορεί να γίνει λόγος για ακυρότητα της δικαιοπραξίας ως αισχροκερδούς κατά το άρθρο 179 ΑΚ γιατί απαιτείται να συντρέχουν και η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής και η ανάγκη, κουφότητα ή απειρία του άλλου συμβαλλομένου και η εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο μιας από τις γνωστές σ` αυτόν ως άνω καταστάσεις του αντισυμβαλλομένου. Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου. Η δυσαναλογία αυτή η οποία διαπιστώνεται ενόψει των περιστάσεων και της φύσεως της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας κατά το χρόνο της κατάρτισής της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές περιστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από το Αρειο Πάγο (Ολ ΑΠ 714/1973, ΑΠ 2095/2009). Η κρίση, όμως του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία διαπιστώνει κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ότι συνέτρεξαν ή όχι τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικά κατ` άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Εξάλλου, κατά το άρθρο 554 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτή τα ακόλουθα: Ο Γ. Β. του Δ., πατέρας του πρώτου ενάγοντα και σύζυγος της δεύτερης ενάγουσας, ο οποίος πέθανε στις ..., χωρίς διαθήκη και κληρονομήθηκε από τους ενάγοντες κατά ποσοστά 3/4 και 1/4 εξ αδιαιρέτου, αντίστοιχα, ήταν κύριος, από κληρονομία της μητέρας του Ε. χήρας Δ. Κ. που είχε πεθάνει το έτος 1974, ενός οικοπέδου εμβαδού 287,20 τ.μ. με τα τρία πάνω σε αυτό αυτοτελή κτίσματα, που βρίσκεται στην Αθήνα, στην οδό .... Το έτος 1980 ο παραπάνω δικαιοπάροχός τους εγκατέλειψε την συζυγική εστία, στο πιο πάνω επίδικο ακίνητο και εγκαταστάθηκε σε διαμέρισμα της οδού ..., στην Αθήνα. Με το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ........... ........... , που μεταγράφηκε νόμιμα, επώλησε το επίδικο ακίνητο, κοινά και αδιαίρετα, στον πρώτο εναγόμενο Α. Γ. και στον Δ. Γ., ο οποίος πέθανε το έτος 1983 και κληρονομήθηκε από τον γυιό του Ε. Γ., δεύτερο εναγόμενο. Ως τίμημα πώλησης αναγράφηκε στο συμβόλαιο το ποσό του 1.000.000 δραχμών, ενώ η προεκτίμηση της εφορίας ήταν 5.784.000 δραχμές, δεδομένου, ότι τότε, δεν ίσχυε ακόμα το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων (άρθρο 41 ν.1249/1982). Η τελική εκτίμηση της αξίας του από την εφορία ήταν 6.418.000 δραχμές. Τρία κτίσματα του ακινήτου ήταν τότε μισθωμένα, το ένα στον Σ. Σ. αντί μισθώματος 10.000 δραχμών το μήνα, το δεύτερο στην Ε. Δ. αντί μισθώματος 3.060 δραχμών το μήνα και το τρίτο στην Α. Μ. αντί μισθώματος 2.500 δραχμών το μήνα. Με το παραπάνω συμβόλαιο όλες αυτές οι μισθωτικές σχέσεις μεταβιβάστηκαν στους αγοραστές. Το ακίνητο, τότε, ήταν βεβαρυμένο με δύο υποθήκες και δύο κατασχέσεις. Συγκεκριμένα, με υποθήκη για δραχμές 181.965 υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, με υποθήκη για δραχμές 106.000 υπέρ των Σ. και Κ. Κ., με αναγκαστική κατάσχεση για δραχμές 605.159 υπέρ του Α` Ταμείου Κεφαλαίου Αθηνών και με ίδια κατάσχεση για δραχμές 106.756 υπέρ των Σ. και Κ. Κ.. Για την εξόφληση των πιο πάνω ποσών, κατά τα υπόλοιπα που οφείλονταν, αναγράφηκε στο συμβόλαιο, ότι οι πωλητές παρακράτησαν ποσό 600.000 δραχμών, από το τίμημα πώλησης με απόδοση λογαριασμού από μέρους τους για την εξάλειψη των υποθηκών και άρση των κατασχέσεων (βλ. το συμβόλαιο και το από 27-2-1981 συμφωνητικό απόδοσης λογαριασμού). Στις 3-3-1981 οι αγοραστές επέστρεψαν στον πωλητή το ποσό των 215.000 δραχμών, από το ποσό των 600.000 δραχμών που είχαν παρακρατήσει (βλ. σημείωση με την υπογραφή του πωλητή στο περιθώριο του παραπάνω συμφωνητικού απόδοσης λογαριασμού). Αποδείχθηκε, όμως, ότι το πραγματικό τίμημα πώλησης του επιδίκου ακινήτου ήταν 3.500.000 δραχμές. Το επιπλέον ποσό των 2.500.000 δραχμών έλαβε ο πωλητής ως τίμημα εκτός συμβολαίου και εξέδωσε την επικαλούμενη και νόμιμα προσκομιζόμενη από τους εναγομένους-εφεσίβλητους, από 27-2-1981 απόδειξη είσπραξης. Το ιδιωτικό αυτό έγγραφο είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει οι εναγόμενοι και στις δύο συζητήσεις της πρωτόδικης δίκης και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων για βραδεία προσκόμισή του είναι προφανώς αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, ο ισχυρισμός τους ότι το έγγραφο τούτο είχε προσβληθεί ως πλαστό στη δίκη που ανοίχθηκε με την από 7-2-1991 προηγούμενη αγωγή του δικαιοπαρόχου τους Γ. Β. κατά των εναγομένων, δεν ασκεί νόμιμη επιρροή, διότι, με την με αριθμό 1723/2001 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που έκρινε τελεσίδικα την αγωγή αυτή, το επίμαχο έγγραφο κρίθηκε ως γνήσιο και όχι πλαστό. Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο αυτό βασίζει την πεποίθησή του για το πιο πάνω πραγματικό τίμημα που καταβλήθηκε και στην σαφή και διεξοδική κατάθεση της μάρτυρος των εναγομένων Ε. Μ.. Με το με αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ................... , που μεταγράφηκε νόμιμα, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι επώλησαν το επίδικο ακίνητο στην τρίτη εναγομένη, αντί τιμήματος 16.000.000 δραχμών, ενώ η αντικειμενική του αξία ανερχόταν στο ποσό των 7.740.000 δραχμών. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, όταν ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ... επώλησε το επίδικο ακίνητο με το με αριθμό ... συμβόλαιο, ελάμβανε από αυτό μισθώματα ύψους 15.660 δραχμών το μήνα, όπως προαναφέρθηκε. Ακόμη, από κληρονομία της μητέρας του Ε. χήρας Δ. Κ. ήταν κύριος ενός οικοπέδου εμβαδού 202 τ.μ., που βρίσκεται στην Αθήνα και στην οδό .... Με το με αριθμό ... συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών ............... , που μεταγράφηκε νόμιμα, το οικόπεδο αυτό συνενώθηκε με όμορο οικόπεδο εμβαδού 128 τ.μ. ιδιοκτησίας ............ . Με το με αριθμό ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, του ίδιου, όπως παραπάνω, Συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, στο ενιαίο οικόπεδο προβλέφθηκε η ανέγερση πολυκατοικίας, με το σύστημα της αντιπαροχής, από την οποία θα περιέρχονταν στον Γ. Β., κατά κυριότητα, το με στοιχεία Ι-1 κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 127 τ.μ., με πατάρι εμβαδού 60,27 τ.μ. και η με στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 127 τ.μ. Επίσης, από την οικοδομή που τελικά ανεγέρθηκε, ο Γ.Β.ς αγόρασε το με στοιχεία Ε-1 διαμέρισμα του πέμπτου ορόφου, εμβαδού 54 τ.μ., αντί αναγραφόμενου τιμήματος 1.458.000 δραχμών, με το με αριθμό ....... συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ................ , που μεταγράφηκε νόμιμα. Τέλος, την ημέρα που καταρτίστηκε το επίμαχο με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης, καταρτίστηκε και το με αριθμό ... προσύμφωνο πώλησης ακινήτου του ίδιου Συμβολαιογράφου, .......... ........ ..... , με το οποίο ο Γ. Β.ς προσυμφώνησε να αγοράσει, με τίμημα 200.000 δραχμές, ένα αγροτικό ακίνητο (ελαιοστάσιο) επιφάνειας 4.020 τ.μ. στην .... Τους πωλητές στην δικαιοπραξία αυτή εκπροσώπησε ο πρώτος εναγόμενος Α. Γ.. Με τα δεδομένα αυτά, κατά τον επίδικο χρόνο (27-2-1981) δεν ήταν κακή η οικονομική κατάσταση του ενάγοντα, ο οποίος ας σημειωθεί ότι στο παρελθόν είχε δοκιμαστεί οικονομικά και ψυχολογικά, καθόσον το έτος 1975 είχε αποβιώσει από ανίατη νόσο η θυγατέρα του. Δεν αποδείχθηκε, δηλαδή, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής οικονομική ανάγκη του ενάγοντα, την οποία μάλιστα να γνώριζαν και να εκμεταλλεύτηκαν οι αγοραστές, ουσιαστικές προϋποθέσεις απαραίτητες για να χαρακτηριστεί μια δικαιοπραξία ως αντίθετη στα χρηστά ήθη (ΑΠ 1356/98 ΕλλΔνη 40,303, ΑΠ 52/96 ΕλλΔνη 37,1327, ΑΠ 1081/94 ΕΕΝ 1995,641). Εξάλλου, το τίμημα των 3.500.000 δραχμών που καταβλήθηκε για την αγορά του επιδίκου ακινήτου είναι δυσανάλογο με την αξία του των 6.418.000 δραχμών που εκτίμησε τελικά η Εφορία. Δεν βεβαιώθηκε ότι η αγοραία αξία του ήταν υπέρτερη και μάλιστα στο ποσό των 16.000.000 δραχμών που επικαλούνται οι ενάγοντες. Πρόκειται, όμως, για απλή δυσαναλογία παροχής- αντιπαροχής και όχι για φανερή δυσαναλογία, δηλαδή τέτοια που γίνεται αντιληπτή από λογικό άνθρωπο με συναλλακτική πείρα. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν εκμεταλλεύτηκαν με οποιοδήποτε τρόπο κάποια οικονομική ανάγκη του ως άνω πωλητή, η οποία δεν υπήρχε ως άμεση και επιτακτική και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική της βάση της αναγνώρισης της ακυρότητας της επίδικης δικαιοπραξίας ως αντίθετης στα χρηστά ήθη και ιδιαίτερα ως αισχροκερδούς, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε καθόσον στις παραδοχές του περιλαμβάνονται τα αναγκαία περιστατικά που δεν καθιστούν άκυρη ως καταπλεονακτική την επίδικη σύμβαση για την πώληση και μεταβίβαση της κυριότητάς του ως άνω επιδίκου ακινήτου. Επομένως οι συναφείς πρώτος κατά το πρώτο μέρος του και εκτός κατά το πρώτο μέρος του λόγο αναίρεσης του κυρίου δικογράφου, τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του όπως αναπτύσσεται στα με αριθμό 1, 2, 3 και 4 τμήματα του μέρους αυτού και τέταρτος, πέμπτος και έκτος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επίσης, με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ` αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εκμετάλλευσης της ανάγκης, απειρίας ή κουφότητας του Γ. Β. από τους αναιρεσίβλητους. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες σαφείς παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον επίδικο χρόνο (27-2-1981) υφίστατο επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής οικονομική ανάγκη του ως άνω Γ. Β. την οποία μάλιστα να γνώριζαν και να εκμεταλλεύτηκαν οι αναιρεσίβλητοι. Περαιτέρω, δεν υφίσταται αντίφαση με την παραδοχή του Εφετείου ότι "Εξάλλου το τίμημα των 3.500.000 δραχμών που καταβλήθηκε για την αγορά του επιδίκου ακινήτου είναι δυσανάλογο με την αξία των 6.418.000 δραχμών που εκτίμησε τελικά η Εφορία" και της παραδοχής ότι "πρόκειται όμως για απλή δυσαναλογία παροχής - αντιπαροχής και όχι για φανερή δυσαναλογία δηλαδή τέτοια που γίνεται αντιληπτή, από λογικό άνθρωπο με συναλλακτική πείρα" αφού το πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης εκτίθεται σαφώς. Τέλος, ο μη προσδιορισμός του εκπροσωπήσαντος το νομικό πρόσωπο της τρίτης των αναιρεσιβλήτων εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ".........................." πρώην ".................." αφορά επουσιώδες στοιχείο της αιτιολογίας που δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης, γιατί η σχετική αναφορά στην προσβαλλομένη απόφαση δεν αφορά στην επίμαχη δικαιοπραξία. Επομένως, οι συναφείς δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος κατά το τρίτο μέρος του και ένατος λόγοι αναίρεσης του κυρίου δικογράφου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Επειδή, ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 εδ. β` ΚΠολΔ που ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του, όπως αυτό αναπτύσσεται στο με αριθμητικό στοιχείο 5 τμήμα του λόγου αυτού, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι κατά τον χρόνο σύναψης της επίμαχης συμβάσεως πωλήσεως (27-2-1981) δεν αποδείχθηκε επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής οικονομική ανάγκη του δικαιοπαρόχου των εναγόντων και πωλητή Γ. Β. την οποία μάλιστα να γνώριζαν και να εκμεταλλεύτηκαν οι αγοραστές και κατόπιν τούτου να απορρίψει την ένδικη αγωγή, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίστανται στο ότι "η ύπαρξη ληξιπροθέσμων χρεών προς το Ελληνικό Δημόσιο και προς τρίτους οι οποίοι έχουν προβεί σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου, αποτελεί έντονη ανάγκη ευρέσεως χρημάτων και δη μόνιμη, αδήριτη, επιτακτική και ανεπίδεκτη αναβολής". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού τα αναφερόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά ως διδάγματα της κοινής πείρας δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων αλλά αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, για τις οποίες κρίνουν ανελέγκτως τα δικαστήρια της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 9/1997). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς. Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 8 περ. β` ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια ότι τι Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αγωγικούς ισχυρισμούς που απετέλεσαν και λόγους εφέσεως ότι "ο δικαιοπάροχός τους Γ. Β.ς κατά το χρόνο πωλήσεως της επίδικης οικίας με το επίμαχο συμβόλαιο (27-2-1981), αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά και οικογενειακά προβλήματα και ψυχολογικά προβλήματα λόγω ανίατης ασθένειας της ανήλικης θυγατέρας του η οποία και τελικά απεβίωσε το έτος 1975 σε ηλικία 15 ετών και ότι κατά τον ίδιο χρόνο είχε άμεση επιτακτική και ενεστώσα οικονομική ανάγκη προς εξεύρεση χρημάτων για την πληρωμή ανεξόφλητων πιεστικών και ανεπίδεκτων αναβολής χρεών του περί των οποίων ασκείτο πίεση από τους δανειστές του, οι οποίοι είχαν εκδώσει σε βάρος του αποφάσεις και είχαν εγγράψει πάνω στο επίδικο ακίνητο δύο υποθήκες και δύο κατασχέσεις". Από την προσβαλλομένη απόφαση, όμως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς και λόγους έφεσης και τους απέρριψε ως κατ` ουσίαν αβάσιμους. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν προσβάλλεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Μη παραδεκτή δε πρόταση συνιστά και η επαναφορά στο Εφετείο ισχυρισμών που δεν έγινε κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ κατά το οποίο για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγουμένης συζήτησης που τους περιέχουν, με προσκόμιση των προτάσεων της προηγουμένης συζητήσεως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Επομένως, η συρραφή και ενσωμάτωση ολοκλήρου του κειμένου των προτάσεων, που είχαν υποβληθεί στο πρωτόδικο δικαστήριο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (Ολ. ΑΠ 9/2000). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αληθείας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 περ β` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β`, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε. Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου κατ` ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα αφενός μεν με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, αφετέρου δε με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρασάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 8 περ. α` ΚΠολΔ και από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 11 περ. β`, αντίστοιχα, πλημμέλειες ότι το Εφετείο δικάζοντας την έφεσή της κατά τη πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ` ουσίαν η ένδικη αγωγή της, που έχει ως επικουρική βάση την αναγνώριση της ακυρότητας της επίμαχης δικαιοπραξίας, αφ` ενός μεν παρά το νόμο δέχθηκε ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων και δη ότι πέραν του τιμήματος των 1.000.000 δραχμών που γράφτηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο, το πραγματικό τίμημα πώλησης ήταν 3.500.000 δραχμές και το επιπλέον ποσό των 2.500.000 δραχμών, έλαβε ο δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας και πωλητής ως τίμημα εκτός συμβολαίου και ο οποίος εξέδωσε την από 27-2-1981 απόδειξη είσπραξης, ενώ ούτε τον ισχυρισμό αυτό ούτε την ως άνω απόδειξη είσπραξης οι αναιρεσίβλητοι είχαν προτείνει και επικαλεσθεί παραδεκτώς με τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση διότι περιορίστηκαν σε απλή συρραφή και ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων τους που είχαν υποβληθεί πρωτοδίκως. Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όμως και δη τις από 15-1-2009 προτάσεις των δύο πρώτων των αναιρεσιβλήτων και τις από 15-1-2009 προτάσεις της τρίτης αναιρεσίβλητης ενώπιον του Εφετείου κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, προκύπτει ότι οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι στη σελίδα 75 των προτάσεών τους και η τρίτη αναιρεσίβλητη στη σελίδα 54 των προτάσεων της, αντίστοιχα, επανυπέβαλαν ειδικώς τον ως άνω ισχυρισμό προς αντίκρουση του πέμπτου λόγου έφεσης της αναιρεσείουσας και με ειδική μνεία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν την από 27-2-1981 απόδειξη είσπραξης, η δε αναφορά της προσβαλλομένης απόφασης ότι "σημειώνεται ότι δεν λαμβάνονται υπόψη οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις ενσωματωμένες πρωτόδικες προτάσεις όλων των διαδίκων, καθώς και τα έγγραφα που επικαλούνται με τις προτάσεις αυτές, διότι δεν γίνεται κανονική επαναφορά των ισχυρισμών και επίκληση των εγγράφων με τον τρόπο που ορίζει η διάταξη του άρθρου 240ΚΠολΔ", δεν αφορά τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων και την από 27-2-1981 απόδειξη είσπραξης, των οποίων νόμιμα και παραδεκτά έγινε επανυποβολή και επίκληση. Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται ως αληθινά γεγονότα που ασκούν ουσιώδη επίδραση, χωρίς να εκθέτει ούτε γενικώς από ποιά αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη, χωρίς όμως να απαιτείται να αξιολογεί τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξειδικεύει τα έγγραφα. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο εκθέτει σ` αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθώς και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, από τα οποία άντλησε την κρίση του ότι αποδείχθηκαν και είναι αληθινά όλα τα παρατιθέμενα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης πραγματικά περιστατικά, ειδικότερα δε την ως άνω από 27-2-1981 απόδειξη είσπραξης, την οποία κατά την παραδοχή του Εφετείου οι αναιρεσίβλητοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Επομένως, ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο από την παραβίαση των ορισμών του νόμου αναφορικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων λόγος αναίρεσης ιδρύεται, κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που, δεσμευτικά γι` αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι όμως και στην περίπτωση κατά την οποία, εκτιμώντας ελεύθερα όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τους έκτο κατά το δεύτερο μέρος του και όγδοο λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ 12 ΚΠολΔ, παραπονούμενοι ότι η απόφαση αυτή, απέδωσε μεγαλύτερη δύναμη αποδείξεως στο ... προσύμφωνο πώλησης ακινήτου του συμβολαιογράφου Αθηνών ...... και στην κατάθεση της μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων Ε. Μ., ενώ δεν απέδωσε την πρέπουσα βαρύτητα στην προσκομισθείσα και επικληθείσα 1723/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε επί δίκης που ανοίχθηκε με την από 7-2-1981 προηγούμενη αγωγή του Γ. Β. κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και στην οποία αναφέρεται ότι η αντικειμενική αξία του επιδίκου κατά την 31-12- 1990 ανερχόταν, όπως αναγράφεται στο ... συμβόλαιο, του συμβολαιογράφου ............... σε 7.740.000 δραχμές αλλά η πραγματική του αξία ανερχόταν σε πολύ μεγαλύτερο ποσό και κατά την αναιρεσείουσα στο ποσό των 22.000.000 δραχμών. Οι λόγοι αυτοί σύμφωνα με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Επειδή, κατά τους ορισμούς του άρθρου 352 ΚΠολΔ δικαστική ομολογία είναι μόνον η γενόμενη προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον του δικαστηρίου που δίκασε ή του ενταταλμένου δικαστή, αποτελεί δε, πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος διαδίκου, ενώ οι γενόμενες ενώπιον άλλου δικαστηρίου καθώς και εκείνες που περιέχονται σε άλλα έγγραφα που εκδίδονται από το διάδικο αποτελούν ομολογίες εξώδικες οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Εξ άλλου, η μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο επικληθέντων και προσκομισθέντων από τους διάδικους αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η ομολογία δικαστική ή εξώδικη (άρθρα 339, 352 ΚΠολΔ), ιδρύει το λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αρ 11 γ` ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον έβδομο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ` άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι το πραγματικό τίμημα πώλησης του επιδίκου ακινήτου ήταν 3.500.000 δραχμές και όχι 1.000.000 δραχμές που αναγράφηκε στο συμβόλαιο, δεν έλαβε υπόψη τις προσκομισθείσες και επικληθείσες, με τις προτάσεις αυτών ενώπιον του Εφετείου, υποβληθείσες στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών από 8-10-1991 προτάσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων επί δίκης που ανοίχθηκε με την 7-2-1981 προηγούμενη αγωγή του Γ. Β. κατά των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, στις οποίες οι δύο πρώτοι αναιρεσίβλητοι ομολογούν "ότι το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο ... τίμημα του 1.000.000 δραχμών είναι δίκαιο και εύλογο "Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση ρητή διαβεβαίωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα, χωρίς κάποια εξαίρεση, τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τις παραπάνω προτάσεις των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων στις οποίες κατά την αναιρεσείουσα περιέχεται η ως άνω εξώδικη ομολογία. Κατ` ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη από 19-3- 2010 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθμ 6201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων κατά το νόμιμο (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) αίτημα αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 19-3-2010 αίτηση της Π. χήρας Γ. Β. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 6201/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και τους προσθέτους αυτής λόγους.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τους δύο πρώτους και στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια