573/2015 ΑΠ ( 655442) Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου από το δημόσιο. Δημόσια κτήματα. Κτήση κυριότητας επί αυτών με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο. Προϋποθέσεις


ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΔΟΧΗ - ΤΥΧΗ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΙΟΥΧΟΥ ΣΕ ΚΟΙΝΟ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ - Έννοια και λειτουργία του κοινού τραπεζικού λογαριασμού κατά το Ελληνικό δίκαιο - Ο κοινός τραπεζικός λογαριασμός μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου - Καταθέσεις σε κοινό λογαριασμό – Θάνατος συνδικαιούχου - Πώς ο κληρονόμος διεκδικεί κοινό λογαριασμό του θανόντος - Ο τραπεζικός λογαριασμός μετά το θάνατο του δικαιούχου - Ασφαλιστικά Μέτρα – Κοινός Τραπεζικός Λογαριασμός – Όρος αρ. 2 Ν. 5638/1932 – Προσβολή νόμιμης μοίρας κληρονόμου – Μέμψη άστοργης δωρεάς – Συντηρητική κατάσχεση = Αριθμός απόφασης 108/2013    Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου - Κοινός τραπεζικός λογαριασμός: Δικαιώματα συνδικαιούχων   Εφ.Θεσ/νίκης 74/2011

573/2015 ΑΠ ( 655442) 
Αμφισβήτηση κυριότητας επί ακινήτου από το δημόσιο. Δημόσια κτήματα. Κτήση κυριότητας επί αυτών με έκτακτη χρησικτησία κατά το προϊσχύον δίκαιο. Προϋποθέσεις. Ως «καλή πίστη» θεωρούνταν η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με...
την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβαλλόταν κατ’ουσία το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, ήταν ότι το ακίνητο ήταν δημόσιο κτήμα. Οθωμανικά κτήματα. Σύσταση της επί των Οθωμανικών κτημάτων εξεταστικής επιτροπής, η οποία υποδείκνυε προς τους Έλληνες αγοραστές, να αποφεύγουν την αγορά βακουφίων, μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κλπ.) γιατί αυτά περιέρχονταν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη συντάξεως εγκύρων τουρκικών τίτλων πωλήσεως (χοτζετίων). Διάκριση των πράξεων της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29.11.1836 με τις αποφάσεις, που αφορούσαν δάση της Επιτροπής επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 3542/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 573/2015 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Μπιχάκη Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωάννη Σίδερη), Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Μαρία Βαρελά και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..........", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γκούμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/2/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2976/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3542/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το Ελληνικό Δημόσιο με την από 31/10/2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 9/4/2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως της 27ης Ιουνίου (9 Ιουλίου) 1832 και ειδικότερα με την έβδομη παράγραφο συμφωνήθηκε, όπως εντός προθεσμίας δεκαοκτώ μηνών από της χρονολογίας κατά την οποία θα τερματισθεί η οροθέτηση, όσοι από τους κατοίκους (Οθωμανούς) θέλουν να εγκαταλείψουν τα παραχωρηθέντα εδάφη έχουν το δικαίωμα να πουλήσουν τις ιδιοκτησίες τους, ειδική δε επιτροπή θα επιμεληθεί, ώστε οι πωλήσεις αυτές να μην γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης, με δε την πέμπτη και έκτη παράγραφο του Πρωτοκόλλου της 22ας Ιανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830, επετράπη στους μετανάστες Οθωμανούς η πώληση των ιδιοκτησιών που είχαν στην Ελλάδα, μεταξύ των οποίων και ιδιωτικά δάση, αδιακρίτως αν αυτά βρισκόντουσαν εντός ή εκτός των μεγάλων αγροκτημάτων (τσιφλικιών). Σε εκτέλεση των προαναφερθέντων Πρωτοκόλλων συστήθηκε η επί των Οθωμανικών κτημάτων εξεταστική επιτροπή, η οποία, με την από 27 Δεκεμβρίου 1832 διακήρυξη της, υποδείκνυε προς τους αγοραστές (Ελληνες), να αποφεύγουν την αγορά βακουφίων, μαχλουλίων (εγκαταλελειμμένων κλπ.) γιατί αυτά περιερχόντουσαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά τις συμφωνίες του Λονδίνου και των τελούντων υπό τη μεσεγγύηση της Επιτροπής και την ανάγκη συντάξεως εγκύρων τουρκικών τίτλων πωλήσεως (χοτζετίων). Η πιο πάνω Επιτροπή συστάθηκε πολύ πριν από την έκδοση του από 17.11.1836 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών" και όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις και εκείνες της από 28.3.1835 Συμβάσεως μεταξύ αυτής και των απεσταλμένων της Υψηλής Πύλης [(που εγκρίθηκε με το από 4/16.4.1835 ΒΔ (ΦΕΚ 15/1838),] του από 4/16.10.1835 Πρωτοκόλλου του Υπουργικού Συμβουλίου και της υπ’ αριθμ. ... της 1/13.11.1835 διαταγής των επί του Βασ. Οικονομικών και Εξωτερικών Γραμματειών είχε ως αντικείμενο την εξέταση της εγκυρότητας των τίτλων των γενομένων μεταβιβάσεων ακινήτων, μεταξύ των οποίων και των ιδιωτικών δασών που βρισκόντουσαν εντός ή εκτός τσιφλικίων, από τους αποχωρούντες (φεύγοντες) Οθωμανούς στους Ελληνες, προς εξασφάλιση και μόνο των Ελλήνων αγοραστών Οθωμανικών κτημάτων έναντι των πωλητών Οθωμανών. Η τυχόν παρεμπίπτουσα κρίση της εν λόγω Επιτροπής στις ως άνω αποφάσεις περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβαζόμενης εκτάσεως δεν δημιουργεί, προκειμένου περί δάσους υφισταμένου το έτος 1836, νόμιμο τίτλο ανατρέποντα ευθέως και αμέσως το εκ του άρθρου 3 του άνω Δ/τος τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Επομένως, από τα ανωτέρω αναφερόμενα, προκύπτει σαφώς, ότι οι πράξεις της Γραμματείας των Οικονομικών περί αναγνωρίσεως ιδιωτικών δασών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29.11.1836, δεν πρέπει να συγχέονται με τις αποφάσεις, που αφορούν δάση, της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής. Πράγματι, μόνο οι αποφάσεις της επί των Οικονομικών Γραμματείας και της δια της από 16.4/4.5.1842 δηλοποιήσεως της συσταθείσας Τριμελούς Επιτροπής, οι εκδοθείσες κατά τους τύπους και την διαδικασία των άρθρων 1 και 3 του ΒΔ/τος της 17/29-11/1.12.1836,με τις οποίες αναγνωρίζεται η κυριότητα ιδιώτης σε δάσος (που βρίσκεται εντός ή εκτός τσιφλικιού), αποτελούν νόμιμο τίτλο κατά του Δημοσίου, ο οποίος μπορεί να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο του άρθρου 3 του ως άνω Δ/τος. Αλλά και οι αποφάσεις της επί των Οθωμανικών κτημάτων Επιτροπής, που επιτελεί έργο της διοικήσεως, ως προς τα κτήματα που κείνται στην Αττική, Εύβοια κλπ., οι οποίες εκδόθηκαν μετά την ισχύ του ανωτέρω Β.Δ/τος της 17/29-11/1.12.1836, δεν είναι δυνατό να παραμερισθούν εντελώς. Εφόσον με αυτές αναγνωρίζεται η εγκυρότητα της μεταβιβάσεως εμπραγμάτων δικαιωμάτων από Οθωμανούς προς Έλληνες σε δάσος υφιστάμενο το 1836 και σε αυτές περιλαμβάνεται κρίση, μετά από σχετική έρευνα, περί μη υπάρξεως απαιτήσεως του Δημοσίου επί της μεταβιβασθείσας δασικής εκτάσεως, οι οποίες μάλιστα κηρύσσονται εκτελεστές με πράξη της διοικήσεως υπογεγραμμένη από τον επί των Εξωτερικών Γραμματέων της Επικρατείας και από τον Διευθυντή της επί των Οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, τότε οι αγοραστές ιδιώτες, προβάλλοντας κατά του Δημοσίου δικαίωμα κυριότητας επί της δασικής εκτάσεως, που αποκτήθηκε με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, μπορούν να επικαλεσθούν τις προαναφερθείσες αποφάσεις, ως στοιχεία που αποδεικνύουν την καλή πίστη, κατά την τριακονταετή, με διάνοια κυρίου, κατοχή του ειρημένου δάσους (Ολ. ΣτΕ 1251,1252/1975). Εξάλλου κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ.(7.39), 9 παρ.1 Πανδ.(50.14), 2 παρ.20 Πανδ.(41.4) 6 Πανδ.(44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιόγονα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε, να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Σύμφωνα δε, με τις διατάξεις των ν. 20,12 Πανδ.(5.8) ν.27 πανδ.(18.1), 10,15 παρ.3, 17 και 48 Πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ.(41.10), 109 Πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 Πανδ.(51.4) καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Εξ ετέρου η απόφαση που αναγνωρίζει κυριότητα σε ακίνητο από χρησικτησία για να μη στερείται νόμιμης βάσης και να δημιουργείται έτσι ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγους αναίρεσης, πρέπει να αναφέρει στο αιτιολογικό της μεταξύ άλλων στοιχείων της χρησικτησίας και τις πράξεις του νομέα ή των δικαιοπαρόχων του, των οποίων το χρόνο χρησικτησίας προσμετράει στο δικό του, χωρίς να απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ούτε των επί μέρους πράξεων που ο κάθε δικαιοπάροχος διενήργησε μέσα στο χρόνο αυτό, αλλά ούτε και η ιδιαίτερη αναφορά στο πρόσωπο του καθενός από τους δικαιοπαρόχους αυτούς του στοιχείου της καλής πίστης (για τον χρόνο που αυτή χρειαζόταν). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δικ.), μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε, κατ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά ως προς την αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της αναιρεσίβλητης επί των 9/10 εξ αδιαιρέτου τριών δασοτεμαχίων, εκτάσεως 2270,1700 και 590 στεμμάτων, που αποτελούν τμήματα μεγαλυτέρου ακινήτου, επιφανείας 50.900 στρεμμάτων, η οποία (αγωγή) και μετά από επικύρωση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε δεκτή από την προσβαλλομένη απόφαση, τόσο κατά την κύρια, από παράγωγο, όσο και από την επικουρική από έκτακτη χρησικτησία κτήση της κυριότητας, βάσεις της. Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα είναι τρία δασοτεμάχια με την προαναφερθείσα επιφάνεια, που αποτελούν τμήματα του έχοντος συνολική επιφάνεια 50.900 στρεμμάτων δασοκτήματος "...", τα οποία (δασοτεμάχια) η ενάγουσα αναιρεσίβλητη και κατά ποσοστό 9/10 εξ αδιαιρέτου, απέκτησε με παράγωγο τρόπο, στηριζόμενο σε συνεχή σειρά αλλεπαλλήλων διαδοχών, με νόμιμα ματαγεγραμμένους τίτλους, μέχρι τον Α. Η. που απέκτησε το εμπεριέχον και τα επίδικα μεγαλύτερο ακίνητο το 1883 και τα παιδιά του Θ. και Η. Η. που το απέκτησαν το 1903, οι οποίοι προσέτι κατέστησαν κύριοι και με έκτακτη χρησικτησία υπό τους όρους του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθόσον νεμήθηκαν το ακίνητο αυτό από τους προαναφερθέντες χρόνους, και μέχρι το 1903 ο πρώτος και το 1935 και 1964 αντίστοιχα οι λοιποί, ενώ και αν ακόμη το ακίνητο αυτό ήταν δημόσιο κτήμα, η τυχόν κυριότητα του Δημοσίου είχε καταλυθεί λόγω συμπληρώσεως της απαιτούμενης 30ετούς καλόπιστης νομής στις 11.9.1915, η οποία καλόπιστη νομή (και για όσο χρόνο αυτή χρειαζόταν) εδικαιολογείτο από το ότι στις κηρυχθείσες εκτελεστές υπ’ αριθμ. ...13.2.1842 και ...11.12.1836 αποφάσεις της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής (που συστήθηκε με την από 27-6/9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως) με τις οποίες εγκρίθηκαν οι γενόμενες, με χοτζέτια, πωλήσεις των δύο ομόρων ακινήτων που αποτέλεσαν το μεγαλύτερο δασόκτημα των 50.900 στρεμμάτων από τους αποχωρούντες Οθωμανούς προς τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας Κ. Ζ. και Ι. Π., αναφερόταν ότι επί των εν λόγω ομόρων δασοκτημάτων δεν υπάρχουν δικαιώματα του Δημοσίου. Οτι επικουρικά η εφεσίβλητη απέκτησε την κατά τα 9/10 εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, η οποία επιτρεπόταν, εφόσον τα επίδικα δεν ήταν δημόσια κτήματα ή και αν ακόμη ήταν είχαν εκφύγει της κυριότητας του Δημοσίου λόγω συμπληρώσεως μέχρι της 11.9.1915 της απαιτουμένης κατά τους όρους του ΒΡΔ έκτακτης χρησικτησίας και ότι συνακόλουθα η αναιρεσίβλητη, που είχε συμπληρώσει κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής εικοσαετή κατά του ΑΚ νομή με την προσμέτρηση όπου απαιτείτο και της νομής των δικαιοπαρόχων της, είχε καταστεί κυρία και με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο". Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση και δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις περί παραγώγου και πρωτοτύπου τρόπου κτήσεως της κυριότητας, επί ακινήτου, διατάξεις, του ισχύοντος και προϊσχύσαντος δικαίου, αφού διέλαβε σ αυτήν (απόφαση) χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα, τα οποία ήταν ικανά να προσπορίσουν στην ενάγουσα-αναιρεσίβλητη την κυριότητα των επιδίκων, με παράγωγο τρόπο και δη με αδιάλειπτη σειρά μεταβιβαστικών τίτλων από το 1991 και το 1992 μέχρι το 1883, που καταρτίστηκαν με δικαιοπαρόχους που είχαν καταστεί κύριοι και με έκτακτη χρησικτησία, ως νεμηθέντες τα επίδικα με καλή πίστη κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ επί 30 έτη πριν από την ισχύ του ΑΚ και πριν τις 11.9.1915 και των οποίων η καλή πίστη δικαιολογείται από το ότι στις αποφάσεις της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής του 1842 και του 1836 που ενέκρινε τις γενόμενες με χοτζέτια αγορές των δύο ομόρων ακινήτων, που αποτέλεσαν το μεγαλύτερο δασόκτημα από τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας Κ. Ζ. και Ι. Π., αναφέρεται ότι το Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα επί του περιλαμβάνοντος και τα επίδικα μεγαλυτέρου δάσους. Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πρώτος λόγος της αναιρέσεως, που πλήττει την από παράγωγο τρόπο απόκτηση της κυριότητας των επιδίκων βάση της αγωγής, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η απόφαση περιέχει ελλιπείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της αποκτήσεως κυριότητας επί των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και για την πριν από τις 11.9.1915 τριακονταετία, γιατί αναφέρεται σε πράξεις νομής που έγιναν στο περιλαμβάνον και τα επίδικα μεγαλύτερο δάσος, είναι αβάσιμες αφού κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη για την πληρότητα της αποφάσεως δεν απαιτείται ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ "εν τω μείζον εμπεριέχεται και το ελαττον" και συνακόλουθα ο προσδιορισμός των πράξεων νομής στο μεγαλύτερο ακίνητο προσδιορίζει επαρκώς και τις πράξεις νομής στα περιλαμβανόμενα σ αυτό επίδικα. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου κατά τις οποίες η προαναφερθείσα νομή των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας δεν ήταν καλόπιστη, αφού η καλή πίστη συνήχθη από την αναφορά περί ανυπαρξίας δικαιωμάτων του Δημοσίου στο μεγαλύτερο ακίνητο στις υπ’ αριθμ. ...13.2.1834 και ...11.12.1836 αποφάσεις της προαναφερθείσας Εξεταστικής Επιτροπής, η οποία ήταν αναρμόδιο όργανο για τη βεβαίωση των δικαιωμάτων του Δημοσίου είναι απαράδεκτες, γιατί αφενός μεν πλήττουν τη ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου εγγράφων, που εκτιμήθηκαν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αφετέρου δε γιατί στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι στις αποφάσεις της εν λόγω Εξεταστικής Επιτροπής αποδόθηκε από την εκκαλουμένη η αρμοδιότητα της Επιτροπής του ΒΔ/τος της 17/29-11/1.12.1836, η οποία κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ήταν η μόνη αρμόδια να κρίνει κατά τη διαδικασία των άρθρων 1 και 3 περί της κυριότητας ιδιώτη σε δάσος, ενώ δεν συνέβη κάτι τέτοιο, η δε επίμαχη αναφορά περί μη δικαιωμάτων του Δημοσίου εκτιμήθηκε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και κατά το μέρος που περιέχει αιτιάσεις από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, ενώ προσέτι ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του είναι απορριπτέος και ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως και πρωτοτύπως με έκτακτη χρησικτησία λόγω 20ετούς κατά τον ΑΚ νομής-1045 και 1051-), με την δε αναίρεση δεν πλήττεται η μία από αυτές, με επακόλουθο, ο ερευνώμενος λόγος, που πλήττει την άλλη επάλληλη αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελώς, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον πρωτότυπο με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του ΑΚ, τρόπο κτήσεως της κυριότητας της αναιρεσίβλητης, (Ολ ΑΠ 25/2003). Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 8 εδ. β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν απάντησε στους οικείους λόγους εφέσεως με τους οποίους οι παραπάνω αιτιάσεις αποδιδόντουσαν στην εκκαλουμένη απόφαση. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του εφετηρίου και της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι αιτιάσεις αυτές που αποτέλεσαν περιεχόμενο των δύο πρώτων λόγων της έφεσης, λήφθηκαν υπόψη και απορρίφθηκαν και συνακόλουθα δεν στοιχειοθετείται η επικαλούμενη πλημμέλεια. Ειδικότερα αναφέρεται στην προσβαλλομένη απόφαση "οι πρώτος και δεύτερος λόγοι έφεσης, με τους οποίους το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι στην εκκαλουμένη απόφαση δεν αναφέρονται πράξεις νομής επί των επιδίκων δασοτεμαχίων, αλλά μόνον επί του μείζονος δασοκτήματος "..." και ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε καλή πίστη των δικαιοπαρόχων της εφεσίβλητης λόγω της ύπαρξης των αποφάσεων της Εξεταστικής Επιτροπής επί των πωλήσεων Οθωμανικών Ιδιοκτησιών, αφού αυτοί δεν είχαν τηρήσει τη διαδικασία του ΒΔ της 17/29.11.1836 "περί ιδιωτικών δασών", πρέπει να απορριφθούν......". Ενόψει τούτων ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ λόγους αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην αναγνώση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης"), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αναφερομένων παραπάνω, στον πρώτο αναιρετικό λόγο, υπ’ αριθμ. ...13.2.1842 και ...11.12.1836 αποφάσεων της επί των πωλήσεων των Οθωμανικών Ιδιοκτησιών Εξεταστικής Επιτροπής, με το να δεχθεί ότι από την αναφορά στις αποφάσεις αυτές, ότι το Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα στο περιλαμβάνον και τα επίδικα δασοτεμάχια μεγαλύτερο δάσος, των 50.900 στρεμμάτων, συνάγεται καλή πίστη των πριν από τις 11.9.1915 δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, είναι απαράδεκτη, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε λανθασμένη, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, εκτίμηση του περιεχομένου του, από την οποία το δικαστήριο συνήγαγε, ως δικαστικό τεκμήριο, την καλή πίστη των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης. Δηλαδή η επικαλούμενη αιτίαση αφορά σε παράπονο αναγόμενο στην, ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου του εγγράφου. Ενόψει τούτων δεν υφίσταται παραμόρφωση εγγράφου και ο λόγος αυτός (δεύτερος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περγ του ΚΠολΔικ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335,338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βαρύτητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό (Ολ ΑΠ 2/2008) οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο. Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση του αποδεικτικού μέσου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 23/2008). Καμία ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη (μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις κλπ.). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 Κ Πολ Δικ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως επαναφερθέντα σ αυτό έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε το αβάσιμο των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης, περί διενεργείας στα επίδικα πράξεων νομής από τους απώτερους δικαιοπαρόχους της. Ότι τα έγγραφα αυτά είναι 1) απόσπασμα από την "έκθεση έρευνας ιδιοκτησιακού ζητήματος δασών ... και ..." του δασολόγου Ε. Φ., 2) το υπ’ αριθμ. ...1981 συμβόλαιο του συμβ/φου Αθηνών .......................... , 3) το υπ’ αριθμ. ...1840 συμβόλαιο του συμβ/φου ........ , 4) την υπ’ αριθμ. ...1860 απόφαση του Δικαστηρίου της μικτής Ελληνοτουρκικής Επιτροπής, 5) τα υπ’ αριθμ. ... και ...1852 συμβόλαια του συμβ/φου ......... ............. , 6) την πιστοποίηση μεταγραφής του ...1887 συμβολαίου, 7) την από 28.12/1987 βεβαίωση του υποθηκοφύλακα Μαραθώνα, 8) τις υπ’ αριθμ. 289/1878 και 539/1878 αποφάσεις του Πρωτοδικείου και Εφετείου Αθηνών αντίστοιχα, 9) την υπ’ αριθμ. 113917/1899 διαταγή του Υπουργού Οικονομικών, 10) το υπ’ αριθμ. .../1899 έγγραφο περί μη θεωρήσεως των πινάκων υλοτομίας του Α. Η., 11) το απόσπασμα ληξιαρχικής πράξεως θανάτου του Ι. Μ. και 12) το υπ` αριθμ. πρωτ. ......30.6.2005 έγγραφο της Δ/νσης Προστασίας Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος με τις συνημμένες σ αυτό από 22.2.2005 και 21.6.2005 αναφορές του δασολόγου Ε. Φ.. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί από την προσβαλλομένη απόφαση και ιδιαίτερα από την περιεχομένη σ αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα "τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα", σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν γεννιέται καμμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος, ενώ κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν χρειαζόταν ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, η δε αιτίαση του ερευνώμενου λόγου ότι από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ως προς τους επίμαχους ισχυρισμούς είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ενώ εξάλλου πρέπει να λεχθεί ότι τα υπό στοιχ. 2 έως και 5 αποδεικτικά μέσα που αφορούν σε απόδειξη πράξεων νομής για χρόνο προγενέστερο του 1885 δεν αφορούν σε ισχυρισμό που ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού για απόδειξη χρησικτησίας επί δημοσίου κτήματος δεν υφίσταται υποχρέωση του διαδίκου για χρόνο προγενέστερο της πριν τις 11.9.1915 τριακονταετίας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο λόγω της ήττας του (άρθρα 183 και 176 Κ Πολ Δικ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1997, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ αριθμ. 134423/1982 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ β11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31.10.1014 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της "...................", για αναίρεση της υπ αριθμ. 3542/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Απριλίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.



Σχόλια