Οθωμανικό δίκαιο «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274. Παραχώρηση ακινήτων που αποτελούσαν κατηγορία δημοσίων γαιών, σε ιδιώτες. Με τη παραχώρηση αυτή δεν προσποριζόταν στον ιδιώτη η κυριότητα, αλλά μόνο το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που ..710/2014 ΑΠ.


Ένδικα μέσα. Αναψηλάφηση της δίκης λόγω ψευδορκίας. Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να...42/2014 ΑΠ

710/2014 ΑΠ ( 638092) 
Οθωμανικό δίκαιο «περί γαιών» της 7ης Ραμαζάν 1274. Παραχώρηση ακινήτων που αποτελούσαν κατηγορία δημοσίων γαιών, σε ιδιώτες. Με τη παραχώρηση αυτή δεν προσποριζόταν στον ιδιώτη η κυριότητα, αλλά μόνο το δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο...
του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Μόνο για τις καλλιεργήσιμες δημόσιες γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμης προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λιβάδια για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου. Η παραχώρηση σε ιδιώτες ακινήτων της κατηγορίας των δημοσίων γαιών με άλλον τρόπο, πλην της χορηγήσεως ταπίου ήταν ανίσχυρη και δεν μπορούσε να προσπορίσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σ’ αυτούς, πολύ περισσότερο να καταλύσει την κυριότητα του δημοσίου και να δημιουργήσει κυριότητα του ιδιώτη. Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο. Κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα που ανήκαν στο δημόσιο. Προϋποθέσεις. Αναίρεση. Στέρηση νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών από την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για τη κτήση της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Αναιρεί την υπ’αριθμ. 450/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Παραπέμπει.


  
Αριθμός 710/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες. Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου νόμιμα εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Σ. του Ο., ο οποίος δεν παραστάθηκε, διότι απεβίωσε στις 21/3/2011, όπως αναφέρεται στην από 8/3/2013 κλήση και κληρονομήθηκε από τις καλούσες: 1) Κ. χήρα Ν. Σ., το γένος Χ. Ν. και 2) Ε. Σ. του Ν. .. . .. οι οποίες συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ψαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/6/2003 αγωγή του αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 315/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 17/6/2010 αίτησή του και οι καλούσες με την από 8/3/2013 κλήση τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Διονυσοπούλου ανέγνωσε την από 7/10/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των καλουσών ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 286 επ.περ.α, 287, 291 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος. Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης ο αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 21-3-2011 δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγο του Κ. Σ. και από τη θυγατέρα του Ε. Σ., οι οποίες με την από 8-3-2013 κλήση προς συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον το θάνατο του τελευταίου και δήλωσαν ότι συνεχίζουν για εκείνον τη διακοπείσα δίκη. Ο θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η συγγενική σχέση που στηρίζει την κληρονομική διαδοχή του αποδεικνύονται από την προσκομιζόμενη ληξιαρχική πράξη θανάτου, το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης καθώς και το πιστοποιητικό του αρμόδιου γραμματέα περί μη δημοσίευσης διαθήκης αυτού.

Συνεπώς νομίμως επαναλήφθηκε η προκειμένη δίκη και παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης.

Επειδή σύμφωνα με τα άρθρα 1, 2, 3, 9, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών" της 7ης Ραμαζάν 1274, τα ακίνητα κτήματα διακρίνονται α) σε ιδιόκτητα (μούλκια), τα οποία έχουν στην πλήρη και απόλυτη κυριότητα τους αυτοί που τα εξουσιάζουν β) στα δημόσια (μιριγιέ) στα οποία περιλαμβάνονται τα χωράφια, οι χειμερινές και θερινές βοσκές (τόποι που παράγουν χόρτο για βόσκηση ζώων), οι λειμώνες (τσάιρια), τα δάση, καθώς επίσης και τα μέρη στα οποία υπάρχουν δένδρα, που δεν τα φυτεύει κανένας γ) στα αφιερωμένα σε έναν ευαγή σκοπό (μεβκουφέ) δ) στα εγκαταλειμμένα και ε) στα νεκρά. Η κυριότητα των δημοσίων γαιών ανήκει στο Τουρκικό Δημόσιο. Η παραχώρηση στους ιδιώτες των παραπάνω ακινήτων, τα οποία αποτελούν την κατηγορία των δημοσίων γαιών γίνεται με τη χορήγηση από το Αυτοκρατορικό Κτηματολόγιο εγγράφου τίτλου, που ονομάζεται "ταπί", το οποίο φέρει το μονόγραμμα (τουγρά) του Σουλτάνου και αποτελούσε τίτλο αναγνωριστικό έναντι του Ελληνικού Δημοσίου και στο οποίο αναγραφόταν η χρήση της έκτασης, σύμφωνα με τον προορισμό της για κτήση δικαιώματος διηνεκούς εξουσίασης. Η παραχώρηση αυτή δεν προσπόριζε στον ιδιώτη εμπράγματο δικαίωμα (κυριότητα) αλλά μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης (τεσσαρούφ), περιεχόμενο του οποίου ήταν ορισμένη ανεπίδεκτη μετατροπής χρήση του εδάφους, που αναφερόταν στον τίτλο. Μόνο δε για τις καλλιεργήσιμες δημόσιες γαίες αρκούσε η συνεχής και ανεμπόδιστη κατοχή και καλλιέργεια τους επί δεκαετία για την απόκτηση δικαιώματος μόνιμης εγκατάστασης, ισοδύναμης προς εκείνο της διηνεκούς εξουσίασης όχι όμως και για τα δάση, τις δασικές εκτάσεις και τα λειβάδια για την εξουσίαση των οποίων ήταν αναγκαία η έκδοση ταπίου. Eτσι η παραχώρηση σε ιδιώτες ακινήτων της κατηγορίας των δημοσίων γαιών με άλλον τρόπο, πλην της χορηγήσεως ταπίου ήταν ανίσχυρη και δεν μπορούσε να προσπορίσει δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως σ` αυτούς, πολύ περισσότερο δε να καταλύσει την κυριότητα του δημοσίου και να δημιουργήσει κυριότητα του ιδιώτη. Τέτοια κατάλυση της κυριότητας του δημοσίου και δημιουργία κυριότητας του ιδιώτη δεν μπορούσε να επιφέρει ούτε η μεταβίβαση της γης με σπαχί, ταπί ή χοτζέτιο γιατί οι τίτλοι αυτοί μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μπορούσαν να προσπορίσουν. Επειδή κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των νόμων 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1, Β (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (32.3), που ίσχυαν και στη Θεσσαλία από την απελευθέρωση της δηλαδή από το έτος 1882, κατά τις οποίες , σύμφωνα με το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ κρίνεται η κτήση κυριότητας, εφόσον τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία σε ακίνητα, έστω και αν αυτά ανήκαν στο δημόσιο. Προϋπόθεση της χρησικτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές ήταν η άσκηση φυσικής εξουσίας στο ακίνητο επί συνεχή τριακονταετία, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη δηλαδή με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι δεν προσβάλλει κατ` ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12, Πανδ. (5.8), 27 Πανδ. (18.1), 10, 18 και 48, Πανδ. (41.3), 3 Πανδ. (41.10) και 109 Πανδ. (50.16), ενώ ο καθολικός ή ειδικός διάδοχος μπορούσε να συνυπολογίσει το χρόνο των δικαιοπαρόχων του για τη συμπλήρωση του χρόνου της χρησικτησίας, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος του δικαιοπαρόχου του, για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα και για τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου, χρειαζόταν δικαιοπραξία υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το ν. τη` της 26/10-6/11-1856 "περί μεταγραφής κλπ." Οι διατάξεις αυτές του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου δεν καταργήθηκαν με το ν. της 21-6/03- 07-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπον κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων εφαρμόζονται εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις". Η τριακονταετία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί έως την 11-09-1915, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν σε εκτέλεση του, σε συνδυασμό με τρ άρθρο 21 του ΝΔ/τος της 22-4/26-05-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε την 26-05- 1926, που ακόμα ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987). Ετσι οποιοσδήποτε και αν είναι ο χαρακτηρισμός του ακινήτου δημοσίου, ιδιωτικού δάσους ή δασικής έκτασης για να αποξενωθεί το Ελληνικό Δημόσιο από την κυριότητα του αρκεί να έχει συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915 η τριακονταετής νομή του ιδιώτη. Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" της 7 Ραμαζάν 1274 (1856) σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 των οδηγιών της 13 Μουχαρέμ 1293 περί εξελέγξεως τίτλου δασών και το άρθρο 2 των διασαφητικών διατάξεων της 15 Σαπάν 1276, η κυριότητα των δασών της Θεσσαλίας ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο και μετά την προσάρτηση στην Ελλάδα (1882), περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, με την 20-6/02-07-1881 σύμβαση μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για την προσάρτηση τους, που κυρώθηκε με το νόμο ΠΛΖ της 11/13-03-1882. Η τυχόν παραχώρηση σε ιδιώτη δικαιώματος διηνεκούς εξουσιάσεως (τεσσαρούφ) επ` αυτών γίνεται μόνον με την έκδοση ειδικού τίτλου (ταπίου), με τον οποίο οι ιδιώτες δεν αποκτούν δικαίωμα κυριότητας στα ακίνητα αυτής της κατηγορίας, καθ` όσον εξακολουθούν να ανήκουν στο Τουρκικό Δημόσιο. Επειδή κατά το άρθρο 1 του Ν.2074/1920, οι βοσκήσιμες γαίες, οι οποίες, είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση κατά τα άρθρα 94, 95, 96, 98, 99 εδ1, 100, 101 και 102 του από 7 Ραμαζάν 1274 (1856), τουρκικού νόμου περί γαιών, καθίστανται περιουσίες των συνοικισμών υπέρ των κατοίκων των οποίων είχαν ανέκαθεν προορισθεί παραχωρούμενες στην πλήρη κυριότητα και κατοχή αυτών, αναγνωριζομένων ως νομικών προσώπων, κατά δε το άρθρο 12 του Ν. 1051/1917 στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2 του Ν. 2074/1920, η περιουσία συνοικισμού αναγνωριζομένου εις ιδίαν κοινότητα, καθίσταται από της ισχύος του νόμου τούτου περιουσία της κοινότητας που αποτελέσθηκε από το συνοικισμό. Ο προσδιορισμός της έννοιας των γαιών που έχουν αφεθεί ή εγκαταλειφθεί στην κοινή χρήση γίνεται με ευθεία παραπομπή στις σχετικές διατάξεις του περί γαιών νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 (1856).

Από τις διατάξεις αυτές και ειδικότερα εκείνες των άρθρων 1 παρ. 4, 5 παρ. 2 και 91-102 του νόμου αυτού προκύπτει ότι οι γαίες που είχαν αφεθεί στην κοινή χρήση μεταξύ των οποίων και οι βοσκήσιμες εκτάσεις, αποτελούσαν ιδιαίτερη κατηγορία γαιών, διαφορετική από εκείνη των δημοσίων γαιών, διότι ανήκαν μεν, όπως και οι τελευταίες στο Οθωμανικό Δημόσιο (Κράτος), αλλά ενώ στις δημόσιες γαίες παραχωρείτο στους ιδιώτες υπό ορισμένες προϋποθέσεις το δικαίωμα εξουσιάσεως (τεσσαρούφ), στις καθιερωμένες στην κοινή χρήση γαίες απαγορευόταν η εξουσίασή τους από ιδιώτη με οποιονδήποτε τρόπο και αυτές παραχωρούντο είτε επισήμως με την έκδοση αυτοκρατορικών διαταγμάτων (σουλτανικών φιρμανιών) είτε και απλώς κατ` ανοχή του τουρκικού κράτους στην αποκλειστική χρήση της ολότητας των κατοίκων ενός ή περισσοτέρων χωρίων ή κωμοπόλεων το δικαίωμα των οποίων είχε κατοχυρωθεί ως απαράγραπτο με το άρθρο 102 του νόμου περί γαιών. Περαιτέρω κατά το άρθρο 1 του Β.Δ/τος της 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοιδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834" όλα τα λειβάδια (ή βοσκοτόπια) για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) δηλαδή έγγραφο ειδικού σχετικού περιεχομένου που να έχει εκδοθεί από την αρμόδια Οθωμανική Κρατική Υπηρεσία υπέρ ιδιώτη, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο. Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Εξάλλου από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του Βυζαντινορωμαικού δικαίου, 18, 21 του ν. της 21.6/03-07-1837, 21 του ΝΔ/τος της 22.4/16-05-1926, 60 ν. ΣΟΖ71855 και 12 παρ. 1 του ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριάντα χρόνια μέχρι και την 11-09-1915.

Επίσης κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ των ν. 12 πανδ. (18.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7), ν. 69 πανδ. (29.2), οι οποίες έχουν εφαρμογή όταν ο κληρονομούμενος απεβίωσε πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 92 Εισ. Ν.ΑΚ), οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται όλοι οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, που ορίζει ο νόμος 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" εκτός από τους οικείους δηλαδή τα τέκνα που τελούσαν υπό την πατρική εξουσία κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούν την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομιά με μονομερή δήλωση της βουλήσεως τους για αποδοχή αυτής (υπεισέλευση στην κληρονομιά). Η δήλωση αυτή, που αποτελεί μη απευθυντέα δικαιοπραξία, εκφράζεται είτε ρητώς (εγγράφως ή προφορικώς) είτε σιωπηρώς συναγόμενη από τις πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση ανάμιξης στην κληρονομιά και απόκτηση αυτής χωρίς να απαιτείται πανηγυρικώς τύπος γι` αυτήν (ΑΠ 995/2012). Περαιτέρω επί αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, η οποία θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση (1033 ΑΚ) ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος δηλαδή να αναφέρει στην αγωγή το μεταβιβαστικό της κυριότητας τίτλο και η μεταγραφή του, καθώς και ότι ο δικαιοπάροχος του ήταν κύριος του επιδίκου. Αν δε αμφισβητηθεί ειδικά ότι ο φερόμενος ως δικαιοπάροχος του ενάγοντος είχε το δικαίωμα, οφείλει ο ενάγων κατά παραδεκτή συμπλήρωση της αγωγής με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης να ισχυρισθεί και να αποδείξει τα περιστατικά που στηρίζουν τη κτήση κάποτε του δικαιώματος από το δικαιοπάροχο του και ανάλογα με την έκταση της αμφισβήτησης και των απωτέρων μέχρι τη συμπλήρωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας αυτών (χρησικτησία). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ`ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ως ζητήματα δε των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο. Στην προκειμένη περίπτωση με την αναίρεση προσβάλλεται η 450/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που απέρριψε κατ` ουσίαν έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 315/2006 της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που δίκασε κατ` αντιμωλία των διαδίκων, αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που στηριζόταν στον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου και στον πρωτότυπο τρόπο (τακτική και έκτακτη χρησικτησία), την οποία δέχθηκε ως κατ` ουσίαν βάσιμη. Oπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά. "Εις τον ενάγοντα δυνάμει της από 28-2-1961 ιδιογράφου διαθήκης του αποβιώσαντος της 30-10-1966 πατρός του Ο. Σ., δημοσιευθείσης και κηρυχθείσης κυρίας δια των υπ` αριθμ. 9/1968 πρακτικών συνεδριάσεως και αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, την οποία απεδέχθη δια της νομίμως μεταγραφείσης εις τα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... ...... δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ........, περιήλθε μία έκταση εμβαδού 2.168.543,90 τμ. Κείμενη εις την θέση "Αύρα" ή "Ζάσθενη" "Ζάσταινη" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Σηπιάδας-πρώην Κοινότητας Αργαλαστής, όπως εμφαίνεται εις το από Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα ......... συνορευόμενη ........ Το προπεριγραφόμενον ακίνητο περιήλθε εις την κυριότητα του αμέσου δικαιοπαρόχου του ενάγοντος δυνάμει του υπ` αριθμ. .../1930 διανεμητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Αργαλαστής, .................... , μεταγραφέντος νομίμως, κατά το οποίο διανεμήθηκε μεγαλύτερη έκταση περιελθούσα εις τον πατέρα του ενάγοντος και τον αδελφό του Γ. Σ. ισομερώς εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ` αριθμ. 531/1928 αποφάσεως του Δικαστηρίου των εν Βόλω Πρωτοδικών, μεταγραφείσα .........., κατά την οποία διανεμήθηκε μεγαλύτερη έκταση, είχαν δεν αποκτήσει ποσοστό εξ αδιαιρέτου 1/8 του όλου ακινήτου εκτάσεως 6.000 στρεμμάτων δια του νομίμως μεταγεγραμμένου συμβολαίου πωλήσεως του συμβολαιογράφου .... πλέον δε και 1/8 εξ αδιαιρέτου δια του μεταγεγραμμένου συμβολαίου .....του συμβολαιογράφου........... , αντιστοίχως από τους Π. Κ. και Ε. Κ. και Χ. Γ. και Ά. συζ. Χ. Γ. Εις τους προαναφερόμενους απώτερους δικαιοπαρόχους του είχε περιέλθει, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου ..../1914 συμβολαίου του συμβολαιογράφου......., ενώ εις τους δικαιοπαρόχους αυτών περιήλθε εκ κληρονομικής διαδοχής την οποία απεδέχθησαν και μετέγραψαν. Εις τον απώτερον δικαιοπάροχον των προαναφερομένων Κ. Ι. Α. είχε περιέλθει το ακίνητο κατά κυριότητα, νομή και κατοχή εκ κληρονομιάς της αποβιώσασας το έτος 1895 συζύγου του Ά. Α., εις την οποία περιήλθε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή ποσοστόν 1/2 αδιαιρέτου του όλου ακινήτου με αγορά από την Π. συζ. Δ. Φ. κατά το έτος 1863, δηλαδή επί τουρκοκρατίας της Θεσσαλίας δυνάμει του αριθμ. 62 της πέμπτης (5) μηνός Ραμαζάν του έτους εγήρας 1280, (ήτοι 1863) συμβολαίου Χοτζετίου του ιεροδικαστού της Υποδιοικήσεως Βόλου. Πρέπει να λεχθεί ότι η άνω Π. Φ. με το προδιαληφθέν συμβόλαιο το έτερον 1/2 εξ αδιαιρέτου επώλησε κατά κυριότητα, νομή και κατοχή εις την Α. Κ. Γ., περιήλθε δε το προπεριγραφόμενο ευρυτέρας εκτάσεως ακίνητο εις την Π. Φ. κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή από αγορά από την Κοινότητα Αργαλαστής, κατά το έτος 1843 και χρησιμοποιούνταν ως χορτολιβαδική έκταση. Επομένως, από το έτος 1863, ότε οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν το επίδικο με το άνω συμβόλαιον Χοτζέτι μέχρι το έτος 1966 κατά το οποίο ο ενάγων το απέκτησε, κατά το προδιαληφθέντα με κληρονομική διαδοχή, όλοι οι δικαιοπάροχοι αυτού το ενέμοντο αδιάκοπα με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου, με την πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν δικαιώματα τρίτου, καθόσον το κατείχαν με τίτλο ("Χοτζέτι") κι εν συνεχεία το μετεβίβασαν νομίμως με κληρονομική διαδοχή, Οι προδιαληφθείσες μεταβιβάσεις περιέχονται εις τα μεταγεγραμμένα νομοτύπως συμβόλαια, επικυρωμένα κατά τις διατάξεις του άρθρου 52 ΝΔ 3026/1954 "περί Κωδικός Δικηγόρων" αντίγραφα των οποίων προσκομίζονται με επίκληση νομοτύπως, και δεν προσβάλλονται από το εναγόμενo ως πλαστά. Ο προβληθείς πρωτοδίκως ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου ότι το "Χοτζέτι" δεν αποτελούσε επίσημο οθωμανικό τίτλο, αναγνωρισμένο από τους οθωμανικούς νόμους, αποτελών τον πρώτον λόγος της ένδικης εφέσεως, κρίνεται αβάσιμος καθόσον το "Χοτζέτι" αποτελούσε τίτλο Ιεροδικαστηρίου μέχρι τα έτη 1860-1870 προ του κτηματολογίου εις την Οθωμανική αυτοκρατορία και ισοδύναμον τίτλον του "ταπίου". Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, και αν θεωρηθεί ότι δεν απέκτησε ο τελευταίος την κυριότητα επί του επιδίκου με παράγωγον τρόπον, από το έτος 1882, ότε ενσωματώθηκε η Θεσσαλία εις το Ελληνικό Κράτος, μέχρι το έτος 1915, ήτοι επί τριακονταετία, ασκούσαν νομή με διάνοια κυρίου με καλή πίστη, χρησιμοποιούσαν το επίδικο ως χορτολιβαδική έκταση, καλυπτόμενη από νανώδη και ποώδη άγρια βλάστηση, επίσης είχαν και την εκμετάλλευση του εντός του επιδίκου λατομείου, ενώ η απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος Α. Κ. Γ. κατά το έτος 1913 κατέβαλε φόρους επί των βοσκησίμων γαιών...... Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία και αν η επίδικη έκταση χαρακτηρισθεί ως δάσος κατά τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ως εκ της περιγραφής της μορφολογίας του ακινήτου, λαμβανομένης υπόψιν της συνθέσεως, της πυκνότητας και των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών της βλαστήσεως ως περιγράφονται εις την έκθεση αυτοψίας κατ` έτος 1979 του Δασάρχη Βόλου, όπου αναφέρεται χαρακτηριστικώς ότι "εις το βιβλίο κτηματολογίου ιδιοκτητών δασών αναγράφονται δια το δάσος Ζάσταινης (επίδικη έκταση): ιδιοκτησία, ιδιωτικον έκτασης 4.000 στρέμματα, ονοματεπώνυμον ιδιοκτητών: Δ. και Χ. Γ., Ο. Σ. και Π. Γ.εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου ουδεμία διακατοχική πράξη ησκήθη ...... Ενώ οι προκάτοχοι του αιτούντος (ήδη ενάγοντος-εφεσίβλητου) διαχειρίζονται αυτήν ως ιδιωτική βάσει δικαιοπραξιών αρχομένων από το έτος 1863 και μέχρι σήμερα". Μέχρι δε την εκ του Νόμου ενδικοφανή διαδικασία την οποία ακολούθησε το Συμβούλιον Ιδιοκτησίας Δασών Λαρίσης κατ` έτος 1999 και δυνάμει της υπ` αριθμ. 134 Γνωμοδοτήσεως του απεφάνθη ότι έπρεπε να απορριφθεί η αίτηση του ενάγοντος περί αναγνωρίσεως της κυριότητος του εις την επίδικη έκταση, υπήρξε αδιάκοπη νομή με διάνοι α κυρίου από το έτος 1882, ως εδέχθη και το πρωτόδικον Δικαστήριον και κρίνεται απορριπτέος ο δεύτερος λόγος της εφέσεως ως κατ` ουσίαν αβάσιμος, του εναγομένου ισχυριζόμενου ότι το πρώτον οι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος άσκησαν πράξεις νομής μετά το έτος 1917 επί της δασικής εκτάσεως. Επομένως, δεχθέν το πρωτοβάθμιον Δικαστήριον ότι ο ενάγων απέκτησε δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγον τρόπον όσον και με τις προϋποθέσεις της εκτάκτου χρησικτησίας, η οποία ήταν ιδιωτική, προσμετρώντας εις τον δικόν του χρόνο και αυτόν των δικαιοπαρόχων του, και αναγνώρισαν τον ενάγοντα κύριον της προπεριγραφομένης εκτάσεως, ορθώς τον Νόμον εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ` ουσίαν την αγωγή και αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου, δικαίωμα που απέκτησε με τον επικαλούμενο στην αγωγή παράγωγο τρόπο, ως εκ διαθήκης κληρονόμος του πατέρα του, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκε με μετέγραφε σχετική δήλωση αποδοχής όσον και με πρωτότυπο, έκτακτη χρησικτησία. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παραδεκτώς κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., αυτό ως εναγόμενο, ρητώς αμφισβήτησε την κυριότητα των απωτέρων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου, και πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι τούτο ανήκει στην κατηγορία των δημοσίων γαιών ως ανέκαθεν δάσος κατά το μεγαλύτερο μέρος της επιφάνειας του και το υπόλοιπο ήταν δασική έκταση, και εν μέρει χορτολιβαδιών σε κάθε περίπτωση δε το επίδικο στη συνολική του επιφάνεια ήταν δασική έκταση, που ανήκε ως δημόσια γη στο Τουρκικό Δημόσιο και από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας με τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως το 1881, που κυρώθηκε με το Ν.ΠΛΖ/1882 περιήλθε στην κυριότητα του, και κανείς δε χρησιδέσποσε τούτο επί τριάντα χρόνια μέχρι την 11-09-1915, ο δε ενάγων καθ` υποφορά εξέθετε στην αγωγή τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους του.

Συνεπώς κρίνοντας το Εφετείο ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε πριν από την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1881 κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, χορτολιβαδική έκταση δηλαδή ακίνητο που ανήκει στην κατηγορία των δημοσίων γαιών και άρα στην κυριότητα του Τουρκικού Δημοσίου και ότι τούτο μεταβιβάσθηκε κατά κυριότητα το 1863 στις απώτερες, δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, Α. Α. και Α. Γ., κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην κάθε, μια λόγω αγοράς με χοτζέτιο του Ιεροδικαστή από την πωλήτρια Π. Φ., στην οποία είχε περιέλθει κατά κυριότητα λόγω αγοράς με ιδιωτικό έγγραφο το 1843 από την πωλήτρια και κυρία αυτού Κοινότητα Αργαλαστής, απώτατη δικαιοπάροχο του ενάγοντος, υπό την εκδοχή ότι επρόκειτο για την ολότητα των κατοίκων της περιοχής που βρισκόταν το επίδικο, που αναγνωρίσθηκε μετέπειτα σε Κοινότητα Αργαλαστής, αφού ως νομικό πρόσωπο δεν υπήρχε κατά το χρόνο της μεταβίβασης της κυριότητας τούτου, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1, 2, 3, 12, 13, 19, 30, 34, 49, 68, 71, 78, 91-102 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν περί γαιών, 2 και 3 των οδηγιών της 13ης Μουχαρέμ 1293 "περί εξελέγξεως τίτλων γαιών", 2 των διασαφητικών οδηγιών της 15ης Σαπάν 1276 και της 20-6/2-7-1881 σύμβασης μεταξύ της Ελλάδας και Τουρκίας, που κυρώθηκε με το Ν.ΠΖΛ της 11/13-3-1882, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σ` ότι αφορά την κτήση της κυριότητας των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος σε σχέση με την κύρια βάση της αγωγής, τη θεμελιούμενη στον παράγωγο τρόπο, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τούτων, αφού στα δημόσια ακίνητα μόνο δικαίωμα διηνεκούς εξουσίασης μπορούσε να παραχωρηθεί σε ιδιώτη, και μόνο με τη χορήγηση ταπίου από τον αρμόδιο κρατικό υπάλληλο, στη δε ολότητα των κατοίκων χωρίου ή κωμόπολης μόνο δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης παραχωρείτο είτε επισήμως με σουλτανικό φιρμάνι είτε και απλώς κατ` ανοχή του Τουρκικού κράτους, ούτε δε το ταπίον ούτε το χοτζέτιο μπορούσαν να καταλύσουν την κυριότητα του δημοσίου. Ετσι η απώτατη και απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου με τους προαναφερόμενους τίτλους, ώστε να έχουν τη δυνατότητα να μεταβιβάσουν τούτο σε έτερο πρόσωπο και συνεπώς δεν απέκτησε και ο ενάγων την κυριότητα του επιδίκου με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω το Εφετείο στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την συνδρομή των νομίμων όρων και προϋποθέσεων για την κτήση της κυριότητας του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, κατά την επικουρική βάση της αγωγής τη θεμελιούμενη στην έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε στο πρόσωπο των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος με την άσκηση συνεχούς φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίων και καλή πίστη επί τριάντα τουλάχιστον χρόνια μέχρι την 11-9-1915, (ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20, πανδ. (41-44), 6 πανδ. (44,3), 76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23.3) λόγω της παραδοχής της ότι το επίδικο ακίνητο, που αποτελούσε τμήμα μείζονος ακινήτου και προήλθε ως διαιρετό πλέον τμήμα αυτού (μείζονος ακινήτου) με δικαστική διανομή που έλαβε χώρα το 1928, είναι χορτολιβαδική έκταση είτε κατά την επάλληλη αιτιολογία της, δάσος. Ειδικότερα δεν προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα και με πλήρη χρονική συνέχεια ποιοι ήταν οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, καθένας των οποίων άσκησε στο μείζον παραπάνω ακίνητο με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου διακατοχικές πράξεις, ως καθολικός ή ειδικός διάδοχος του προηγούμενου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας δηλαδή από το 1882 μέχρι την 11-09-1915, και πως απέκτησαν την ιδιότητα αυτή (του καθολικού ή ειδικού διαδόχου) ώστε να δικαιολογείται η προσμέτρηση στο χρόνο της χρησικτησίας του εκάστοτε νομέως και εκείνου του δικαιοπαρόχου του. Ετσι ενώ το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το 1863 με χοτζέτιο αγόρασαν το επίδικο ακίνητο η Α. Α. και η Α. Γ. κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου η κάθε μία, δέχεται ακολούθως ότι την πρώτη που νεμήθηκε από το 1882 τούτο με καλή πίστη κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου κληρονόμησε το 1895 που πέθανε, ο σύζυγος της Κ. Α.ς, χωρίς όμως να αναφέρονται σ`αυτήν τα περιστατικά που στηρίζουν την κτήση της κυριότητας του κληρονόμου αυτού κατά το ΒΡΔ, καμμία δε αναφορά γίνεται ως προς την τύχη του υπόλοιπου 1/2 εξ αδιαιρέτου μέχρι την 11- 09-1915, δηλαδή ποιος ή ποιοι νεμήθηκαν τούτο με καλή πίστη κατά το ίδιο εξ αδιαιρέτου ποσοστό. Περαιτέρω δέχεται το Εφετείο ότι με το .../1914 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών .... .. ... .. , που μεταγράφηκε νόμιμα, περιήλθε η κυριότητα εξ αδιαιρέτου ποσοστού του μείζονος ακινήτου στους Π. Κ., Ε.Κ., Χ. Γ. και Α.Γ. (δικαιοπαρόχους του ενάγοντος) και ότι στους δικαιοπαρόχους αυτών περιήλθε "με κληρονομική διαδοχή, την οποία αποδέχθηκαν και μετέγραψαν", χωρίς όμως να αναφέρεται ποιοι ήταν οι δικαιοπάροχοι των συμβληθέντων στο προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο, ποιο είναι το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ποιος ή ποιοι ήταν οι κληρονομούμενοι, με ποιο τρόπο κατέστησαν συγκύριοι και σε ποιο ποσοστό του μείζονος ακινήτου, πως κατέστησαν κληρονόμοι αυτών οι συμβληθέντες στο παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, ενόψει της διάκρισης των κληρονόμων και του τρόπου απόκτησης της ιδιότητας του κληρονόμου κατά το ΒΡΔ δίκαιο και σε ποιο ποσοστό ο καθένας απέκτησε την κληρονομιά, καθώς και ο χρόνος που νεμήθηκε καθένας τούτων ως εξ αδιαιρέτου συγκύριος με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη το μείζον ακίνητο.

Συνεπώς υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού από το παραπάνω αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη και σαφή, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ή ότι δε συνέτρεχαν οι όροι της εφαρμογής τους. Επομένως οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. όπως ο πρώτος συμπληρώθηκε κατ`άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση της ευθείας παραβίασης των προαναφερθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα αντίστοιχα, είναι βάσιμοι. Κατ` ακολουθίαν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττώμενος διάδικος, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά τα άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. Κ.Πολ.Δ., 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και της ΥΑ (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 450/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Λάρισας, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Απριλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια