Συγκυριότητα επί κληρονομιαίων ακινήτων. Κληρονομική διαδοχή. Αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των κληρονομιαίων πραγμάτων. Η κυριότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο...383/2014 ΑΠ


Ένδικα μέσα. Αναψηλάφηση της δίκης λόγω ψευδορκίας. Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να...42/2014 ΑΠ

383/2014 ΑΠ ( 625114) 
Συγκυριότητα επί κληρονομιαίων ακινήτων. Κληρονομική διαδοχή. Αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας επί των κληρονομιαίων πραγμάτων. Η κυριότητα των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται..
στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Τα στοιχεία αυτά της αποδοχής και της μεταγραφής δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή εφόσον ο θάνατος του κληρονομούμενου επήλθε πριν την εισαγωγή του αστικού κώδικα και η κληρονομία διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου. Ερμηνεία διαθήκης. Δεν εφαρμόζονται τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, τα οποία αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες αλλά σε συμβάσεις. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 173/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.


  
Αριθμός 383/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Χ., κατοίκου ... και 2) Ε. συζ. Δ. Π., το γένος Χ. Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιοι δικηγόρο τους Χρήστο Μπήινα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Δ. Σ. του Σ., που δεν παραστάθηκε, 2) Ε. Π. του Ι., 3)Ε. Π. του Ι. και 4)Β. Π. του Ι., συζ. Χ. Κ., κατοίκων ....., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Μπαρδή, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 20/8/2012 (όπως προκύπτει από την με αριθμό .....…/2012 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Κοζάνης) και κληρονομήθηκε από τη σύζυγός του Σ. Σ., το γένος Χ. Σ., η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/2/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 169/2006 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι με την από 20/6/2007 αίτηση και τους από 22/9/2008 προσθέτους λόγους τους, επί των οποίων εκδόθηκε η 406/2009 του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 169/2006 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από κείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως. Στη συνέχεια το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας εξέδωσε την 173/2011 απόφασή του, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 28/3/2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 7/10/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 28-3- 2012 αίτησης για αναίρεση της υπ` αριθ. 173/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη συζήτηση της κρινόμενης από 28-3-2012 αίτησης των: 1)Ε. Σ. του Χ. και 2)Ε. συζύγου Δ.Π., το γένος Χ. Σ. για αναίρεση της υπ`αριθμ.173/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας στην αναφερόμενη της παρούσας απόφασης δικάσιμο (16-10-2013) ο πληρεξούσιος δικηγόρος του πρώτου αναιρεσιβλήτου Δ. Σ. του Σ. Παναγιώτης Μπαρδής δήλωσε ότι ο αναιρεσίβλητος αυτός απεβίωσε στην Κοζάνη στις 21-8-2012 και ότι στη θέση αυτού υπεισέρχεται ως εκ διαθήκης κληρονόμος του όσο αφορά τα επίδικα ακίνητα η συζυγός του Σ. χήρα Δ. Σ. και ότι επαναλαμβάνει την από το λόγο αυτόν διακοπείσα αναιρετική δίκη, η δήλωσή του δε αυτή καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τη Σ. χήρα Δ. Σ.: 1)την υπ`αρ..../12/21-8-2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξίαρχου του Δήμου Κοζάνης, 2) την υπ`αρ..../30-1-2001 δημόσια διαθήκη του Δ. Σ. του Σ. (πρώτου αρχικά αναιρεσίβλητου) που συντάχθηκε από τη συμβολαιογράφο Κοζάνης ......... ............. και δημοσιεύθηκε με τα υπ`αρ.363/22-11-2012 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και 3)το υπ`αρ.6697/1-10-2013 πιστοποιητικό μη αποποίησης κληρονομίας του Πρωτοδικείου Κοζάνης, ο προαναφερόμενος πρώτος αρχικά αναιρεσίβλητος απεβίωσε την 20- 8-2012 και άφησε ως κληρονόμο του, όσο αφορά τα επίδικα ακίνητα, με την προμνημονευόμενη δημόσια διαθήκη του τη σύζυγό του Σ. χήρα Δ. Σ., που δεν αποποιήθηκε την κληρονομία αυτή μέσα στην προθεσμία των τεσσάρων (4) μηνών που ορίζεται από το άρθρο 1847 ΑΚ. Συνεπώς αυτή αυτοδικαίως υπεισήλθε στην κληρονομία αυτού και σύννομα ζήτησε την επανάληψη της διακοπείσας δίκης (άρθρα 286 περ.α`, 287 και 290 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα το Δικαστήριο αυτό προχωρεί στη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την παρουσία όλων των διαδίκων.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 του ΑΚ, προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου είτε εκ διαθήκης αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σε αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία της αποδοχής και της μεταγραφής αυτής δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.12 Παν. (28.7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική) είτε σιωπηρή, εναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ`αυτή και απόκτησή της. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν.2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής" που καταργήθηκε μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 96 του Εισ.ΝΑΚ αλλά εφαρμόζεται για την κληρονομία των προσώπων που αποβίωσαν πριν την 23-2-1946, ο επιζών σύζυγος καλείται αυτοδικαίως ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος μετά των συγγενών της πρώτης τάξης στο 1/4 της κληρονομίας, χωρίς τη συνδρομή οποιασδήποτε άλλης προϋπόθεσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο επιζών σύζυγος περιορίζεται στη νόμιμη μοίρα. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία δεν αποκλείεται να εφαρμοσθεί και στην άσκηση δικαιώματος που πηγάζει από τις δημοσίας τάξεως διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μεσολαβήσαν χρονικό διάστημα δεν δικαιολογούν τη μεταγενέστερη άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολομ. ΑΠ 17/1995).

Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν επί πλέον και περιστατικά που ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον υπόχρεο η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του, η μεταγενέστερη δε επιδίωξη από αυτόν ανατροπής της καταστάσεως που δημιουργήθηκε να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο. Επίσης πρέπει οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού κατά τους κανόνες της καλής πίστης τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος (Ολ. ΑΠ 62/1990, ΑΠ.163/2004). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσης έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Τέλος, κατά την έννοια του αριθ. 19 του ιδίου άρθρου, ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ` την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 163/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Στις 1-1-1942 απεβίωσε στην Κοζάνη, όπου και κατοικούσε όσο ζούσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο Ε. Σ. του Ν. και κατέλειπε, ως εγγύτερους συγγενείς, οι οποίοι κλήθηκαν στην εξ αδιαθέτου διαδοχή, την σύζυγο του, Ε., το γένος Π. Κ. και τα ενήλικα τέκνα του, Ν., Π., Α., Χ., Π. και Ε.. Κατά τον ως άνω χρόνο του θανάτου του, ο Ε. Σ. ήταν κύριος, νομέας και κάτοχος των πιο κάτω ακινήτων, πού βρίσκονται στην κτηματική περιοχή της …, ήτοι 1) Ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 5.500 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αμπέλι Α. Δ. και χέρσο, 2) ενός αγρού, στη θέση "..." (καλογριές), εκτάσεως 6.000 τ.μ, περίπου, πού συνορεύει με αγρούς αδελφών Δ., Ν. Π. αδελφών Π. και αδελφών ............ ........... 3) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 18.000 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρό , αγροτικό δρόμο και χέρσο, 4) ενός αγρού, στη θέση "...". εκτάσεως 2.500 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Γ. Τ.. αδελφών Β., Ε. Κ. και με δρόμο προς το χωριό Άργιλος, 5) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 11.000 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Ε. Κ., αδελφών Β.. δημοτικό δρόμο και δρόμο προς το χωριό Άργιλος, 6) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 1.100 τ. μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Σ. Δ., Σ., Γ. Δ. και με δρόμο προς Παναγία, 7) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 2.000 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Μ., Σ., αδελφών Π. και Δ. Δ., 8) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 2.800 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Μ., Σ. Δ., αδελφών Δ. και αδελφών Κ., 9) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 16.000 τ.μ., περίπου, που συνορεύει με αγρούς Ι. Γ., Λ. Μ., Χ. Γ. και Μ. Τ., 10) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 1.500 τ.μ. περίπου, πού συνορεύει με αγρούς Λ. Κ., Ν. Γ. και αδελφών Ρ., 11) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 1.800 τ.μ., περίπου, που συνορεύει με αγρούς ............. , αγροτικό δρόμο, αδελφών Δ., Ν. Μ. και με δρόμο, 12) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 800 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με ακίνητα Γ., Ε. Δ. Σ. Τ. και με δρόμο προς Σιόποτο, 13) ενός αγρού, στη θέση "...-...", εκτάσεως 1.000 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς αδελφών Τ., αδελφών Γ. και λατομεία, 14) ενός αγρού, στη θέση "... ...", εκτάσεως 1.200 τ.μ., περίπου, που συνορεύει με αγρούς Κ. Φ.. αδελφών Τ., αδελφών Γ., Σ. και αδελφών Τ., 15) ενός αγρού, στη θέση "... - ...", εκτάσεως 1.000 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς - αδελφών Κ., αδελφών Π., αδελφών Κ. και αδελφών Κ.,, 16) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 3.500 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει με αγρούς αδελφών Π., Χ.Ζ., αδελφών Χ. και αδελφών Κ., 17) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 3.200 τ.μ., περίπου, που συνορεύει με αγρούς Σ. Λ., με αγροτικό δρόμο Κορυτσάς και με δρόμο Αγίου Νικάνωρος προς Σιόποτο, 18) ενός αγρού, στη θέση "...", εκτάσεως 4.200 τ.μ., περίπου, πού συνορεύει γύρωθεν με αγρό Δ. Π., αγρό Ι. Σ. και αγροτικό δρόμο, καθώς και ενός οικοπέδου, επί της οδού … στην …, εμβαδού 162 τ.μ περίπου, το οποίο δεν περιλαμβάνεται στα επίδικα. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι από τα παραπάνω ακίνητα τα υπ` αριθμ. 1 και 5 αγοράσθηκαν ατύπως από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων το μεν υπ` αριθμ. 1 το έτος 1960 από τον Δ. Σ., το δε υπ` αριθμ. 5 το έτος 1950 από την Ι. Κ. Β., όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, αφού ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προσκομίζεται συναφώς από τους τελευταίους... Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από τα αναφερόμενα ανωτέρω τέκνα του αποβιώσαντος Ε. Σ., αποδέχθηκαν την κληρονομιά πού κατέλιπε ο πατέρας τους, εκδηλώνοντας την σχετική θέληση τους ρητά και σιωπηρά, με πράξεις που ενέχουν ανάμειξη στην κληρονομιά του, καταλαμβάνοντας ο καθένας το κληρονομικό τους μερίδιο, μόνο ο Π., Χ. και Ε. καθώς και η σύζυγος του Ε.. Ειδικότερα, μετά τον θάνατο αυτού η σύζυγος του και τα παραπάνω τέκνα του διέμεναν αρχικά στην συζυγική και πατρική οικία, που βρισκόταν στο επί της οδού … στην …οικόπεδο και στη συνέχεια στην οικοδομηθείσα επί του υπ` αριθμ. .. αγρού οικία, καλλιεργούσαν τους αγρούς και συνέλεγαν τους καρπούς αυτών. Οι πράξεις αυτές συνιστούν ενεργό ανάμιξη στην κληρονομιά και έγιναν με σκοπό να αποκτήσουν οι παραπάνω το κληρονομικό τους μερίδιο επί αυτής. Αποτελούν δε κατά το βυζαντινορωμαικό δίκαιο, που ίσχυε τότε, νόμιμο τρόπο αποδοχής της κληρονομιάς, με αποτέλεσμα οι παραπάνω να καταστούν κληρονόμοι του ως άνω αποβιώσαντος, κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Αναφορικά με τα υπόλοιπα τέκνα αυτού, δηλαδή τον Ν., Α. και Π. αποδείχθηκε ότι ουδέποτε αναμείχθηκαν στην κληρονομιά του πατέρα τους. Ειδικότερα, ο Ν., είχε ήδη μεταναστεύσει, πριν το έτος 1910, στην Αμερική, χωρίς να επανέλθει έκτοτε στην Ελλάδα και χωρίς ποτέ να ενδιαφερθεί για την κληρονομιαία περιουσία, η Α., είχε τελέσει γάμο μετά του Ε. Σ. και διέμενε μαζί του και η Π., είχε και αυτή τελέσει γάμο, το έτος 1940, με τον αυτοκινητιστή Ι. Π. και είχε απομακρυνθεί, και αυτή, μετά την τέλεση του γάμου της. από την πατρική οικία. Στη συνέχεια, συγκεκριμένα στις 6-5-1946 απεβίωσε στην Κοζάνη η σύζυγος του Ε. Σ., Ε., χωρίς να αφήσει διαθήκη και κατέλειπε ως συγγενείς, τα τέκνα της, Ν., Π., Α., Χ., Π. και Ε., τα οποία αποδέχθηκαν σιωπηρώς την επαχθείσα σ` αυτούς από τη μητέρα τους κληρονομιά, με την παρέλευση απράκτου της οριζόμενης από το νόμο τετράμηνης προθεσμίας αποποιήσεως. Στην κληρονομιά της τελευταίας περιλαμβανόταν και το κληρονομικό της μερίδιο από την κληρονομιά του συζύγου της, Ε. Σ.. Ετσι τα κληρονομικά μερίδια των τέκνων της, στην κληρονομιά του αποβιώσαντος συζύγου της, διαμορφώθηκαν {1/4:6} ως εξής: Του Ν. σε ποσοστό 1/24, του Π. σε 7/24, της Α. σε 1/24, του Χ. σε 7/24, της Π. σε 1/24 και του Ε. σε 7/24. Το έτος 1970 απεβίωσε στην Αμερική ο Ν., χωρίς να αφήσει κατιόντες και έτσι το κληρονομικό του μερίδιο από την κληρονομιά της προαποβιώσασας μητέρας του επί της κληρονομιάς του πατέρα του, περιήλθε στα αδέλφια του, τα οποία αποδέχθηκαν σιωπηρώς, με την παρέλευση απράκτου της προς αποποίηση τετράμηνης προθεσμίας, το επαχθέν κληρονομικό μερίδιο του αδελφού τους, το οποίο προστέθηκε στα κληρονομικά τους μερίδια, τα οποία διαμορφώθηκαν {1/24:5} ως εξής: Του Π. σε ποσοστό 6/20, της Α. σε 1/20, του Χ. σε 6/20, της Π. σε 1/20 και του Ε. σε 6/20. Στη συνέχεια, το έτος 1977 απεβίωσε Π., ο οποίος με την υπ` αριθμ. .../1976 δημόσια διαθήκη του, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου ...... ............... και δημοσιεύθηκε με το υπ` αριθμ. 81/1997 πρακτικό συνεδριάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, κατέλειπε το κληρονομικό του μερίδιο από την επαχθείσα, κατά τα παραπάνω, κληρονομιά επί του ευρισκομένου επί της οδού …, στην … οικοπέδου, στα τέκνα της αδελφής του Π., δηλαδή στον Ε., Ε. και Β. (δεύτερο, τρίτο και τέταρτη των εναγόντων). Ως προς δε το κληρονομικό του μερίδιο επί των λοιπών προαναφερθέντων κληρονομιαιων, από τον πατέρα του ακινήτων (αγρών) εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή. Έτσι τα κληρονομικά μερίδια των ευρισκομένων εν ζωή, κατά τον χρόνο του θανάτου του, αδελφών του Α., Χ., Π. και Ε., οι οποίοι αποδέχθηκαν σιωπηρώς, με την παρέλευση απράκτου της οριζόμενης από το νόμο τετράμηνης προς αποποίηση προθεσμίας, την επαχθείσα σ` αυτούς κληρονομιά, διαμορφώθηκαν {6/20 : 4} ως εξής: Της Α. σε 5/40, του Χ. σε 15/40, της Π. σε 5/40 και του Ε. σε 15/40 στα αναφερόμενα ως άνω ακίνητα, πλην του επί της οδού … οικοπέδου, επί του οποίου τα κληρονομικά τους μερίδια ήταν της Α. 1/20, του Χ. 6/20, της Π. 1/20 και του Ε. 6/20. Στις 14-2- 1980, απεβίωσε η Α., η οποία κατέλειπε ως εγγύτερο μοναδικό συγγενή της, αφού ο σύζυγος της είχε ήδη προαποβιώσει, το τέκνο της Δ. Σ., πρώτο ενάγοντα, και στις 6-8-1986, απεβίωσε και η Π., η οποία κατέλειπε ως εγγύτερους συγγενείς της, αφού και ο σύζυγος αυτής είχε προαποβιώσει, τα τέκνα της Ε., Ε. και Β. (2ο, 3ο και 4η των εναγόντων). Τέλος, στις 28-4-1992, απεβίωσε και ο Ε., ο οποίος με την από 18-3-1992 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την υπ` αριθμ. 97/1997απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης και τα ταυτάριθμα αυτής πρακτικά, κατέλειπε το κληρονομικό του μερίδιο στα τέκνα της αδελφής του Π., Ε., Ε. και Β. (2ο, 3ο και 4η των εναγόντων). Με την υπ` αριθμ .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Κοζάνης ............. , πού μεταγράφηκε νόμιμα (Τομ. … και αριθμ. …) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης, ο ανωτέρω αποβιώσας (Ε. Σ.) αποδέχθηκε κληρονομικό μερίδιο επί των επιδίκων ακινήτων, ποσοστού 1/5 εξ αδιαιρέτου, περιελθόν σ` εκείνον, σύμφωνα με το περιεχόμενο της άνω δήλωσης, κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου από τον αποβιώσαντα πατέρα του Ε. Σ., κατά ποσοστό 1/20 από την αποβιώσασα μητέρα του Ε. και κατά ποσοστό 1/20 από τον αποβιώσαντα αδελφό του Π.. Ωστόσο, όμως, ο Ε. Σ. με την ως άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς αποδέχθηκε α) μικρότερο ποσοστό από αυτό που του αναλογούσε από την κληρονομιαία περιουσία του πατέρα του, αφού, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, το ποσοστό του, από την περιουσία του πατέρα του ανερχόταν σε 1/4 εξ αδιαιρέτου, β) μεγαλύτερο ποσοστό από αυτό που του αναλογούσε από την κληρονομιά της μητέρας του, αφού το ποσοστό που του αναλογούσε ανέρχονταν σε 7/24 και αποδέχθηκε ποσοστό 1/20 και γ) μικρότερο ποσοστό από την κληρονομιαία περιουσία του αδελφού του Π., διότι από το ποσοστό κληρονομιάς του τελευταίου, το οποίο, κατά τον χρόνο του θανάτου του, ανερχόταν σε 6/20 εξ αδιαιρέτου, αποδέχθηκε ποσοστό 1/20, αντί αυτού που, κατά τα προαναφερθέντα, του αναλογούσε των 15/40 εξ αδιαιρέτου. Κατά συνέπεια, ο Ε. Σ., βάσει της δηλώσεως κληρονομιάς και των αναλογούντων στην πραγματικότητα σ` αυτόν ποσοστών κληρονομιάς, κατά τον χρόνο του θανάτου του, καταστεί συγκύριος των επίδικων ακινήτων, κατά ποσοστό 15/40 εξ αδιαιρέτου. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων με την υπ` αριθμ. .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, πού μεταγράφηκε νόμιμα (Τομ. … και αριθμό …) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης, αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας του, Α., επί των επίδικων ακινήτων, κατά ποσοστό όμως μεγαλύτερο από αυτό που είχε εκείνη καταστεί συγκυρία και δη κατά ποσοστό 15/60 εξ αδιαιρέτου, αποδεχόμενος α) ποσοστό 3/20, προερχόμενο από την κληρονομιαία περιουσία του Ε. Σ., πατέρα της δικαιοπαρόχου του Α., στην κληρονομιά όμως του οποίου, προαναφέρθηκε, η ανωτέρω δεν αναμίχθηκε και συνεπώς δεν κατέστη κληρονόμος του, κατά το παραπάνω ποσοστό, β) ποσοστό 1/20 από την κληρονομιά της Ε. Σ., μητέρας της δικαιοπαρόχου του, το οποίο όμως είναι μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι κληρονόμησε η ανωτέρω και ανέρχονταν σε 1/24 και γ) ποσοστό 1/20 από την κληρονομιά του αδελφού της μητέρας του, Π. μολονότι το ποσοστό κληρονομιάς αυτής (μητέρας του) από την, κληρονομιαία περιουσία του ανωτέρω αδελφού της ανέρχονταν σε 5/40, χωρίς να αποδεχθεί το ποσοστό κληρονομιάς, πού περιήλθε στην μητέρα του από το κληρονομιαίο ποσοστό επί των επιδίκων του αδελφού της Ν.. Ενόψει της ανωτέρω δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς και των ποσοστών κληρονομιάς που πράγματι αναλογούσαν στην δικαιοπάροχο του, κατέστη συγκύριος των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων, κατά ποσοστό 15/120 ή 1/8 εξ αδιαιρέτου. Οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτη των εναγόντων Ε., Ε. και Β. Π. με την υπ` αριθμ. .../1991 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, πού μεταγράφηκε νόμιμα (Τομ. .. και αριθμό …) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης, αποδέχθηκαν την κληρονομιά της μητέρας τους, Π.ς, επί των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό όμως μεγαλύτερο από αυτό που πράγματι εκείνη ήταν συγκυρία και δη κατά ποσοστό 15/60 εξ αδιαιρέτου, αποδεχόμενοι την κληρονομιά κατά τα ίδια ακριβώς ποσοστά που αποδέχθηκε για λογαριασμό της μητέρας του, Α.ς και ο πρώτος ενάγων, όπως αναφέρονται παραπάνω και χωρίς να αποδεχθούν και αυτοί το ποσοστό κληρονομιάς, πού περιήλθε στην μητέρα τους από το κληρονομιαίο ποσοστό επί των επιδίκων του αδελφού της, Ν.. Επίσης, οι παραπάνω ενάγοντες με την υπ` αριθμ..../1992 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, πού μεταγράφηκε νόμιμα (Τομ… και αριθμό …) στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κοζάνης, αποδέχθηκαν και την κληρονομιά του θείου τους Ε., επί των επιδίκων ακινήτων, κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου ήτοι κατά ποσοστό μεγαλύτερο από αυτό που εκείνος είχε καταστεί πράγματι συγκύριος και πού ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε, σε 15/40 εξ αδιαιρέτου. Ενόψει της ανωτέρω δηλώσεως αποδοχής κληρονομιάς και των ποσοστών κληρονομιάς που πράγματι αναλογούσαν στους δικαιοπαρόχους τους, κατέστησαν ο 2ος, 3ος και 4η των εναγόντων συγκύριοι των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων, κατά ποσοστό 20/120 ή 1/6 εξ αδιαιρέτου έκαστος [5/40 της μητέρας : 3 τέκνα = 5/120 κάθε τέκνο + 15/40 από θείο Π. : 3 = 15/120]. Ακολούθως, στις 31-5-1994 απεβίωσε και το τελευταίο εν ζωή τεκνό του Ε. Σ., ο Χ. και εγκατέστησε με την υπ` αριθμ. .../1994 δημόσια διαθήκη του, πού συντάχθηκε ενώπιον της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου και δημοσιεύθηκε με τα υπ` αριθμ. 200/1994 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, ως κληρονόμους του, τους εναγομένους, εκ των οποίων οι πέντε πρώτοι είναι τέκνα του και οι υπόλοιποι δύο εγγονοί του και ειδικότερα κατέλειπε το κληρονομικό του μερίδιο επί της κληρονομιαίας από τον πατέρα του περιουσίας σε όλους τους παραπάνω πλην του υπ` αριθμ. 17 επιδίκου ακινήτου (οικία με οικόπεδο επί της οδού … αρ. …, περιοχή ... της Κοζάνης), το οποίο κατέλειπε στον πρώτο των εναγομένων, Ε. Σ.. Οι εναγόμενοι ...ισχυρίσθηκαν ότι ο πατέρας του δικαιοπαρόχου τους (Χ. Σ.), Ε. Σ., το έτος 1932 δώρισε άτυπα στον τελευταίο τους αναφερόμενους λεπτομερώς στην αγωγή αγρούς (πλην των 1ου και 5ου, οι οποίοι περιήλθαν στην νομή του από αγορά), έκτοτε δε αυτός νέμονταν και κατείχε αυτούς συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι και την άσκηση της περί κλήρου αγωγής (το έτος 1991), ασκώντας επ` αυτών τις αναφερόμενες πράξεις νομής, χωρίς ποτέ οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων να προβάλουν κληρονομικό δικαίωμα ή συγκυριότητα επ` αυτών και συνεπώς ο δικαιοπάροχος τους κατέστη κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας". Περαιτέρω και αναφορικά με την ένσταση των εναγομένων περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων που απέκτησαν με έκτακτη χρησικτησία, το Εφετείο δέχθηκε τ`ακόλουθα: "αποδείχθηκε, όπως προαναφέρθηκε, ότι μετά τον θάνατο του πατερά του, το έτος 1942 ο Χ. Σ. καλλιεργούσε αυτούς από κοινού με την μητέρα και τους αδελφούς του Π. και Ε., με τους οποίους συνέχισε να τους καλλιεργεί από κοινού και μετά, τον κατά το έτος 1946, θάνατο της μητέρας τους και μέχρι τα τέλη του έτους 1989, χωρίς να αμφισβητήσει μέχρι τότε το κληρονομικό δικαίωμα και συνακόλουθα και το δικαίωμα συγκυριότητας αρχικά των προαναφερομένων αδελφών του και στη συνέχεια των εναγόντων στην κληρονομιαία παραπάνω ακίνητη περιουσία". Γι` αυτό κατέληξε στην κατ`ουσίαν απόρριψη της ως άνω ένστασης περί ιδίας κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων, όπως όμοια την είχε απορρίψει και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ`αρ.4/2004 απόφασή του. Ακόμη όσον αφορά την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος από τους ενάγοντες που πρότειναν οι εναγόμενοι, το Εφετείο την απέρριψε ως κατ`ουσίαν αβάσιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: "οι δικαιοπάροχοι των εναγόντων, όπως και οι ίδιοι οι ενάγοντες, όταν για πρώτη φορά αμφισβητήθηκε το κληρονομικό τους δικαίωμα επί των επιδίκων από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων, Χ. Σ., όχι μόνο δεν αδράνησαν, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι αλλά εναντιώθηκαν αμέσως -στη βούληση του τελευταίου, ασκώντας την περί κλήρου αγωγή, η οποία, κατά τα ανωτέρω, απορρίφθηκε, για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησης, ούτε ποτέ εξ άλλου δήλωσαν ότι παραιτούνται του κληρονομικού τους δικαιώματος αλλά ούτε και συνάγεται τέτοια βούληση τους από την προαναφερθείσα συμπεριφορά αυτών. Το γεγονός δε της συνοικήσεως του Χ. Σ. στην ανεγερθείσα επί του υπ` αριθμ. 17 ακινήτου οικίας μετά των αδελφών του, αμφοτέρων ατέκνων, Π. και Ε., έως του θανάτου των τελευταίων, επί τον οποίον (υπ`αρ.17 ακινήτου) ο Ε. είχε αναγείρει, όπως προαναφέρθηκε, και αποθήκη που μέχρι το θάνατό του χρησιμοποιούσε ως ξυλουργείο, καταδεικνύει την συγκυριότητα των άνω δικαιοπαρόχων των εναγόντων στα επίδικα και ουδόλως ενέχει παραίτηση αυτών ή των εναγόντων από το δικαίωμα συγκυριότητάς τους".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατέληξε κρατώντας αυτό την υπόθεση και δικάζοντας κατ`ουσίαν την από 4-2-2003 ένδικη αγωγή, αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους στα επίδικα ακίνητα και ειδικότερα τον μεν πρώτο αυτών κατά ποσοστό 15/120 ή 1/8 εξ αδιαιρέτου καθένα δε των λοιπών κατά ποσοστό 20/120 το 1/6 εξ αδιαιρέτου και υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδώσουν στους ενάγοντες, κατά τα προαναφερόμενα ποσοστά τη συγκυριότητα των επιδίκων ακινήτων.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου πουν εφάρμοσε ως προς την κτήση της συγκυριότητας των εναγόντων επί των επιδίκων ακινήτων (άρθρα 7 του Ν.2310/1920, 1094, 1033, 1193 και 1846 ΑΚ) η προσβαλλόμενη δε απόφασή του έχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Επομένως οι δεύτερος και πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Οι διαλαμβανόμενες περαιτέρω στον τέταρτο λόγο αιτιάσεις περί του ότι τα υπ`αριθμ.1 έως 5 ακίνητα της αγωγής δεν ανήκαν στον κληρονομούμενο Ε. Σ. και δεν ταυτίζονται με εκείνα που κατείχε αυτός κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, από το έτος 1888, και ως εκ τούτου έπρεπε να απορριφθεί, ως μη νόμιμη, πλήττουν, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, την ανέλεγκτη αναιρετικά επί της ουσίας κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Κατά συνέπεια ο τέταρτος, κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τέλος, όλα τα προαναφερθέντα γενόμενα δεκτά και κατ`ουσίαν, αποτέλεσαν και περιεχόμενο της υπό κρίση διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων, και συνεπώς η αγωγή είναι νομικά ορισμένη στο πλαίσιο εφαρμογής στη μείζονα σκέψη διατάξεων για τη θεμελίωση της εξ αδιαθέτου διαδοχής της συζύγου του αποβιώσαντος στις 10-1-1942 Ε. Σ., στο προσδιοριζόμενο με την αγωγή ποσοστό του 1/4 της κληρονομιάς, με το οποίο ικανοποιείται η αξίωση αυτής, ώστε να μη τίθεται ζήτημα εφαρμογής του εκ του ΒΡΔ δικαίου ποσοστού της απόρου χήρας. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση, που έκρινε νομικά ορισμένη την αγωγή, δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις και επομένως ο πρώτος από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 ΑΚ, προκειμένου να γίνει ερμηνεία διαθήκης, αναζητείται η αληθινή βούληση του διαθέτη χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς δικαιοπραξίες αλλά σε συμβάσεις. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της αληθινής βούλησης του διαθέτη, ως κρίση περί τα πράγματα, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Τα παραπάνω εφαρμόζονται όταν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο της διαθήκης η έννοια της βούλησης του διαθέτη, είτε γιατί αυτή δεν εκφράστηκε με σαφήνεια, δημιουργώντας έτσι αντίστοιχη αμφιβολία, είτε γιατί η ίδια εκφράστηκε ατελώς, παρουσιάζοντας έτσι αντίστοιχο κενό. Αν δε το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, περί της ύπαρξης αμφιβολίας ή κενού ως προς την έννοια της βούλησης του διαθέτη, παραλείψει να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες προς εξεύρεση της αληθινής (πραγματικής ή ακόμη και εικαζόμενης) βούλησης του διαθέτη, κάνοντας χρήση ακόμη και στοιχείων κειμένων εκτός της διαθήκης, η απόφαση του ελέγχεται για παραβίαση των κανόνων αυτών με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθ. 1 του άρθρ.559 ΚΠολΔ. Αντίθετα η κρίση του Δικαστηρίου περί του ότι η βούληση του διαθέτη είναι πλήρης και σαφής δεν ελέγχεται αναιρετικά. Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος του από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια της παραβιάσεως του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπησή της, ότι η βούληση του διαθέτη ... είναι πλήρης και σαφής. Ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο, ως προς την κληρονομική διαδοχή των κληρονόμων του Π. Σ., δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη, αλλά μετά την εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων που προσκόμισαν μετ`επίκληση οι διάδικοι, χωρίς να υποχρεούται να τάξει προς τούτο αποδείξεις, μετά την κατάργηση της προδικαστικής αποφάσεως (αρθ.14 του ν.2915/2001). Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμ.17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις κρίνοντας ότι η ένδικη διεκδικητική αγωγή είναι κατ`ουσίαν βάσιμη.

Επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, συνεπεία της αοριστίας του, είναι και ο τέταρτος λόγος, κατά το μέρος, που με αυτόν αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι από τους αριθμ.11 και 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, δοθέντος ότι δεν προσδιορίζονται ποία είναι τα αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη του το Δικαστήριο χωρίς να τα προσκομίσουν και να τα επικαλεστούν οι διάδικοι, επιπλέον δε περιορίζεται στην αριθμητική αναφορά και μόνο του άρθρου 559 αριθμ.13 ΚΠολΔ, χωρίς να προσδιορίζει το συγκεκριμένο σφάλμα του Δικαστηρίου ως προς τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Με τον έκτο και τελευταίο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο την κατ`αντιμωλία των τότε εκκαλούντων και εφεσιβλήτων και ήδη αναιρεσιβλήτων συζήτηση των αντιθέτων εφέσεων παρά την κατάθεση από τους τελευταίους των προτάσεων τους κατά την ημέρα της συζήτησής τους ενώπιον του, ενώ έπρεπε να τους ερημοδικήσει λόγω της κατ`αυτούς (αναιρεσείοντες) εκπρόθεσμης κατάθεσης των προτάσεων τους και της εντεύθεν μη προσήκουσας παράστασης τους, ενόψει του ότι η συζήτηση γινόταν στο Εφετείο με τη παραπομπή σ`αυτό από τον Άρειο Πάγο με την υπ`αρ.406/2009 απόφαση του τελευταίου (κατ`εφαρμογή των άρθρων 581 παρ.2, 237 και 524 παρ.3 και 4 του ΚΠολΔ) υπέπεσε στην από τον αριθμ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως ως μη νόμιμος, καθόσον από τον προαναφερόμενο αριθμό του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν χώρησε παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι και αυτή του άρθρου 524 ΚΠολΔ που εφήρμοσε ορθά το Εφετείο κατά την ενώπιον του διαδικασία δεχόμενο ότι σύννομα οι εκκαλούντες - εφεσίβλητοι κατέθεσαν προτάσεις κατά την ημέρα συζήτησης της υπόθεσης σ`αυτό. Εξάλλου οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 528 ΚΠολΔ στην κατά τα ως άνω μετ`αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης.

Κατ`ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες ως ηττώμενοι στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2012 αίτηση των Ε. Σ. του Χ. και Ε. συζύγου Δ. Π. για αναίρεση της υπ`αριθμ.173/2011 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Ιανουαρίου 2014.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.



Σχόλια