Ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου στον έναν γονέα του λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων. Κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο είναι μεταξύ άλλων...317/2015 ΑΠ


ΑΣΤΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ 1509.- ΠΑΡΟΧΕΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΤΟΥΣ

317/2015 ΑΠ ( 646926) 
Ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου στον έναν γονέα του λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων. Κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο είναι μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του γονέα για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης..
και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του, η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση αυτών. Συμφέρον του ανήλικου τέκνου. Οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Σφάλμα του Εφετείου που επικυρώνοντας τη πρωτόδικη απόφαση ανέθεσε την επιμέλεια του τέκνου των διαδίκων στην αναιρεσίβλητη. Έλλειψη νόμιμης βάσης και παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ειδικές διαδικασίες. Διαφορές από διατροφή και επιμέλεια τέκνων. Η μη κατάθεση από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παραβόλου, δεν καθιστούσε αυτή απαράδεκτη εφόσον επρόκειτο για διαφορά που εκδικαζόταν κατά το άρθρο 681Β ΚΠολΔ. Αναιρεί την υπ` αριθμ. 226/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Παραπέμπει.


  
Αριθμός 317/2015 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1` Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη και Χαράλαμπο Μαχαίρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Μ. του Γ., κατοίκου ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ζήση με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. 

Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Λ. του Γ., κατοίκου ......... , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου με δήλωση κατ` άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/7/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 25/2/2009 ανταγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 75/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 226/2013 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/1/2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 6/10/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αυτοί κατά τα ανωτέρω συμπληρώνονται, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να απορριφθούν δε οι λοιποί λόγοι αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012 και ισχύει κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού από 02-04-2012 <<εκείνος που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφισης, υποχρεούται να καταθέσει παράβολο ποσού διακοσίων (200), τριακοσίων (300) και τετρακοσίων (400) ευρώ αντίστοιχα, το οποίο επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας.....Σε περίπτωση που δεν κατατεθεί το παράβολο, το ένδικό μέσο απορρίπτεται από το δικαστήριο ως απαράδεκτο....Η υποχρέωση της παρούσας παραγράφου δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 663, 677 και 681Β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 681Β ΚΠολΔ, δικάζονται οι διαφορές που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων, ειδικότερα δε κατά την περ. β`του άνω άρθρου δικάζονται οι διαφορές που αφορούν την άσκηση ή αφαίρεση της γονικής μέριμνας αναφορικά με το τέκνο κατά τη διάρκεια του γάμου και σε περίπτωση διαζυγίου ή ακύρωσης του γάμου ή όταν πρόκειται για τέκνο χωρίς γάμο των γονέων του, η διαφωνία των γονέων κατά την κοινή άσκηση απ` αυτούς της γονικής μέριμνας, καθώς και την επικοινωνία των γονέων και των υπόλοιπων ανιόντων με το τέκνο. Με την κρινομένη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 681Β επ. ΚΠολΔ υπ` αριθ. 226/2013 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, το οποίο δίκασε την από 31- 10-2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ` αριθ. 75/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, το οποίο συνεκδίκασε την από 17-7-2008 αγωγή του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να ανατεθεί σ` αυτόν η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους, με την από 25-2-2009 διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου της και να επιδικασθεί σ` αυτήν ατομικώς και υπέρ του ανηλίκου τέκνου διατροφή από τον ενάγοντα, επικουρικά δε να ρυθμιστεί η επικοινωνία της με το ανήλικο τέκνο τους. Με την άνω πρωτόδικη απόφαση, απορρίφθηκε η αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το άνω αίτημά της, ενώ έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η ανταγωγή και ανατέθηκε η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων στην αναιρεσίβλητη μητέρα του, το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση κατ` αυτής, επικυρώνοντας έτσι την άνω πρωτόδικη απόφαση. Ενόψει των ανωτέρω, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, η μη κατάθεση από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης του προβλεπόμενου από το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ παραβόλου, δεν καθιστά αυτή απαράδεκτη εφόσον πρόκειται για διαφορά που δικάζεται κατά το άρθρο 681Β ΚΠολΔ, η προβληθείσα δε διά των προτάσεων της αναιρεσίβλητης ένσταση περί απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως για τον λόγο αυτό, είναι αβάσιμη και απορριπτέα. Κατά τα λοιπά, η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ συνάγεται, ότι η γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου του (η οποία εμπεριέχει την ανατροφή, την επίβλεψη, τη μόρφωση και την εκπαίδευση του τέκνου, καθώς και τον προσδιορισμό του τόπου της διαμονής του), επί πλέον δε και την διοίκηση της περιουσίας του και την εκπροσώπηση του τέκνου σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορά το πρόσωπο ή την περιουσία του. Στην περίπτωση διακοπής της συζυγικής συμβίωσης, όταν ανατρέπονται πλέον οι συνθήκες της ζωής της οικογένειας, καταργείται ο συζυγικός οίκος, δημιουργείται χωριστή εγκατάσταση του καθενός από τους γονείς και ανακύπτει το θέμα της διαμονής των ανηλίκων τέκνων πλησίον του πατέρα ή της μητέρας τους, η ρύθμιση δε της γονικής μέριμνας και της επιμέλειας αυτών γίνεται από το δικαστήριο. Ως κατευθυντήρια γραμμή για την άσκηση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στην περίπτωση διαφωνίας των γονέων των τέκνων και της προσφυγής τους στο δικαστήριο, αλλά και πυρήνας για τον προσδιορισμό της άσκησής της είναι το αληθινό συμφέρον του τέκνου, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του ανηλίκου σε μία ανεξάρτητη και υπεύθυνη προσωπικότητα. Για την εξειδίκευση της αόριστης αυτής νομικής έννοιας δεν παρέχονται από τον νομοθέτη εκ των προτέρων προσδιοριστικά στοιχεία πέραν από το επιβαλλόμενο στον δικαστή καθήκον να σεβαστεί την ισότητα μεταξύ των γονέων και να μην κάνει διακρίσεις εξαιτίας του φύλου, της κοινωνικής προέλευσης ή της περιουσιακής - οικονομικής κατάστασής τους. Η μικρή ηλικία του ανηλίκου τέκνου και το φύλο του δεν αποτελούν κυρίαρχο κατά νόμο στοιχείο για τον προσδιορισμό του συμφέροντος του ανηλίκου αναφορικά με την ανάθεση της γονικής μέριμνας ή της επιμέλειας στον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, γιατί η άποψη ότι η γονική μέριμνα των μικρής ηλικίας τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους λόγω του ότι έχουν ανάγκη της μητρικής στοργής και ιδιαίτερων περιποιήσεων, εξακολουθεί να ισχύει, κατά τις νεότερες ιατρικές παιδαγωγικές και ψυχολογικές έρευνες, μόνο για την νηπιακή ηλικία, για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή στη μητέρα, ενώ για το μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. Στην δικαστική, συνεπώς, κρίση καταλείπεται ευρύ πεδίο ώστε, αφού ληφθούν υπόψη, όλες οι σχέσεις και οι περιστάσεις, να καταλήξει σε ρύθμιση τέτοια, που να εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του ανηλίκου τέκνου. Κρίσιμα προς τούτο στοιχεία είναι, μεταξύ άλλων, η καταλληλότητα του ή των γονέων για την ανάληψη του έργου της διαπαιδαγώγησης και της περίθαλψης του ανηλίκου τέκνου, και οι έως τότε δεσμοί του τέκνου με τους γονείς του. Για το σκοπό αυτό λαμβάνεται υπόψη η προσωπικότητα και η παιδαγωγική καταλληλότητα του κάθε γονέα και συνεκτιμώνται οι συνθήκες κατοικίας και η οικονομική κατάσταση τούτων (ΑΠ 952/2007). Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται επίσης, ότι οι ικανότητες των γονέων, το περιβάλλον, το επάγγελμα, η πνευματική τους ανάπτυξη και η δράση τους στο κοινωνικό σύνολο, η ικανότητα προσαρμογής τους στις απαιτήσεις της σύγχρονης κοινωνίας μέσα στα πλαίσια της λογικής και ορθολογικής αντιμετώπισης των θεμάτων των νέων, η σταθερότητα των συνθηκών ανάπτυξης του τέκνου χωρίς εναλλαγές στις συνθήκες διαβίωσης, περιλαμβάνονται στα κριτήρια προσδιορισμού του συμφέροντος του τέκνου. Αυτό δε ισχύει ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα των γονέων ως προς το διαζύγιο ή τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης. Τέλος, το συμφέρον του τέκνου λαμβάνεται υπό ευρεία έννοια, προς διαπίστωση δε της συνδρομής του εξετάζονται πάντα τα επωφελή και πρόσφορα για τον ανήλικο στοιχεία και περιστάσεις. Ουσιώδους σημασίας είναι και η επισημαινόμενη στο νόμο ύπαρξη ιδιαίτερου δεσμού του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, την οποία συνεκτιμά το δικαστήριο ύστερα και από τη στάθμιση του βαθμού της ωριμότητάς του, καθώς και οι τυχόν συμφωνίες που έκαναν οι γονείς του τέκνου σχετικά με την επιμέλεια και τη διοίκηση της περιουσίας του. Με δεδομένη την ύπαρξη του εν λόγω δεσμού του τέκνου προς το συγκεκριμένο γονέα, αυτός θεωρείται ότι έχει τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης διαπαιδαγώγησης προς όφελος του ανηλίκου και επομένως ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για την επιμέλειά του, όμως υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο ιδιαίτερος αυτός δεσμός του τέκνου προς τον ένα από τους γονείς του έχει αναπτυχθεί φυσιολογικά και αβίαστα ως ψυχική στάση, η οποία είναι προϊόν της ελεύθερης και ανεπηρέαστης επιλογής του ανηλίκου, που έχει την στοιχειώδη ικανότητα διακρίσεως. Πρέπει δε να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη ότι ο ανήλικος, που έχει ακόμη ατελή την ψυχοπνευματική ανάπτυξη και την προσωπικότητά του υπό διαμόρφωση, υπόκειται ευχερώς σε επιδράσεις και υποβολές των γονέων ή άλλων, οι οποίες, έστω και χωρίς επίγνωση γενόμενες, οδηγούν ασφαλώς στο σχηματισμό της μονομερούς διαμόρφωσης και προτίμησης προς τον ένα από τους γονείς, οπότε η προτίμηση του δεν εξυπηρετεί πάντοτε και το αληθές συμφέρον του. Η διάσπαση εξάλλου της έγγαμης συμβίωσης των γονέων, με συνεπακόλουθο και την διάσπαση της οικογενειακής συνοχής κλονίζει σοβαρώς την ψυχική ισορροπία του τέκνου που αισθάνεται ανασφάλεια και επιζητεί στήριγμα. Οι μεταξύ των συζύγων δημιουργούμενες έντονες αντιθέσεις ενίοτε αποκλείουν κάθε συνεννόηση μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τα τέκνα τους, τα οποία όχι σπανίως χρησιμοποιούνται ως όργανα για την άσκηση παντοειδών πιέσεων και την ικανοποίηση εκδικητικών διαθέσεων. Έτσι, υπό το κράτος της κατάστασης αυτής ο γονέας που αναλαμβάνει την γονική μέριμνα ή την επιμέλεια έχει, κατά την επιταγή του νόμου, πρόσθετα καθήκοντα και αυξημένη την ευθύνη της αντιμετώπισης των ως άνω ειδικών περιστάσεων κατά προέχοντα λόγο, και αυτό προϋποθέτει την εξασφάλιση στο τέκνο κατάλληλων συνθηκών προσαρμογής (ΑΠ 1910/2005). Εξάλλου, εφόσον το συμφέρον του τέκνου συνιστά αόριστη νομική έννοια με αξιολογικό περιεχόμενο, το οποίο εξειδικεύεται από το ουσιαστικό δικαστήριο, η κρίση του ως προς το αν, ενόψει των περιστάσεων που δέχθηκε, για την ύπαρξη των οποίων κρίνει ανέλεγκτα, εξυπηρετείται το συμφέρον του τέκνου, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, αν η απόφαση περιέχει κρίση για την εξυπηρέτηση του συμφέροντος του τέκνου, πλην όμως αυτή είναι εσφαλμένη, δημιουργείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν δε η απόφαση δεν έχει ως προς τούτο καθόλου αιτιολογίες ή έχει ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες υπόκειται σε αναίρεση κατ` άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 1218/2006, 1910/2005). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27, 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά. Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο (ΑΠ 164/1994). Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ` αριθ. 226/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, μετά από την συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, στα οποία έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να συμπεριλαμβάνεται και η υποβολή της προβλεπόμενης από το άρθρο 681 Γ παρ. 2 εδ. α` του ΚΠολΔ, έκθεσης έρευνας των συνθηκών διαβίωσης του ανηλίκου από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο, σύμφωνα με τους κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, στις 10-9-2005, στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδας Αμφιθέας του Δήμου Διρφύων Ευβοίας. Από το γάμο τους απέκτησαν στις 10-5-2007 ένα άρρεν τέκνο, που έλαβε το κύριο όνομα Π. και είναι ανήλικο (βλ. αντίγραφο της με αριθ. 203/Β/18-5-2007 ληξιαρχικής πράξης γέννησης της Ληξιάρχου Αλεξανδρούπολης). Μετά τον γάμο τους, ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), που υπηρετεί στις τάξεις του στρατού ως μόνιμος αξιωματικός, μετατέθηκε σε μονάδα της Αλεξανδρούπολης και οι σύζυγοι εγκαταστάθηκαν στην πόλη αυτή (αρχικά στην οδό ...... αριθ. .. , στην συνέχεια στην οδό ................ .), όπου και διέμειναν έκτοτε. Αρχικά οι σχέσεις τους ήταν αρμονικές. Όμως, τον μήνα Μάρτιο του έτους 2006 η ενάγουσα παρουσίασε επιπλοκές κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης της, που για τον λόγο αυτό είχε δυσμενή κατάληξη. Μάλιστα, στις 27-3-2006 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση αφαίρεση δεξιάς σάλπιγγας, στην ιδιωτική κλινική ".........." Αθηνών. Η θλίψη και η αναστάτωσή της από το συγκεκριμένο συμβάν, σε συνδυασμό με τα παράπονα για την πλημμελή φροντίδα και συνδρομή του συζύγου της κατά το διάστημα της αναφερόμενης κύησης και με την προδιάθεσή της σε συμπτώματα ψυχολογικής αστάθειας, αποτέλεσε έναυσμα για την εκδήλωση στην συνέχεια διαταραχών στην συμπεριφορά της. Αρχισε σταδιακά να κατηγορεί το σύζυγό της ότι έχει συνάψει εξωσυζυγικό δεσμό, με έρεισμα την παραπάνω συμπεριφορά του, ενώ κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, δημιουργώντας επανειλημμένες σκηνές ζηλοτυπίας. Έγινε εριστική, εξύβριζε τον ενάγοντα και προκαλούσε φθορές στα οικιακά τους σκεύη, ενώ δημιούργησε επανειλημμένα εντάσεις, διενέξεις και παρεξηγήσεις με πρόσωπα του οικογενειακού, του φιλικού, αλλά και του επαγγελματικού του περιβάλλοντος. Ενδεικτικά, στις 20-6-2007 επικοινώνησε με την μητέρα της κουμπάρας τους και της δήλωσε ότι η τελευταία διατηρεί ερωτικό δεσμό με τον ενάγοντα, ενώ στις 17-1-2008 η εναγομένη τηλεφώνησε στο Διοικητή της Μονάδας που υπηρετούσε ο σύζυγός της και τον κατηγόρησε ότι διατηρεί εξωσυζυγικό δεσμό. Η νέα κύησή της και η αγωνία για την ομαλή της έκβαση, επέτειναν τα παραπάνω προβλήματα και κλιμάκωσαν τις εντάσεις του ζεύγους. Από την άλλη πλευρά και ο ενάγων δεν επέδειξε την δέουσα κατανόηση και υπομονή για την κατάσταση της υγείας της συζύγου του, που διήγαγε δύο δύσκολες εγκυμοσύνες και δεν την περιέβαλε με την απαραίτητη στοργή. Αντίθετα, επηρεαζόμενος από τους γονείς του, οι οποίοι όπως προέκυψε, ποτέ δεν είχαν αποδεχθεί την εναγομένη-αντενάγουσα ως νύφη τους, απομακρύνθηκε από αυτήν και έγινε σταδιακά επιθετικός, άρχισε να την εξυβρίζει, καταλήγοντας να χειροδικήσει εναντίον της την πρώτη φορά κατά τον 5ο μήνα της δεύτερης κύησής της, κατόπιν στις 20-6-2007, και κατά τη διάρκεια ενός από τους συχνούς πλέον, κατά τον τελευταίο καιρό της έγγαμης συμβίωσής τους, μεταξύ τους διαπληκτισμούς, οπότε και εκτόξευσε απειλές για τη σωματική της ακεραιότητα (βλ. την από 3-7-2007 εξώδικη δήλωση της αντενάγουσας που επιδόθηκε στον αντίδικό της στις 10-7-2007, όπως προκύπτει από τη με αριθμό 2193β`/10-7-2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης Δ. Κ. και το με το αριθ. πρωτ. 1019/26/1086 από 22-6-2007 απόσπασμα βιβλίου αδικημάτων του Α/Τ Αλεξανδρούπολης). Η προκατάληψη των γονιών του συζύγου της, συνάγονται από την με αριθμό .../19-11-2009, ένορκη βεβαίωση του Γ. Μ. του Ν., πατέρα του ενάγοντος, όταν στην προσπάθειά του να υποστηρίξει το αντίθετο, ανέφερε ότι ο πατέρας της εναγομένης δεν έδωσε στο γιο του- σύζυγό της, την προίκα που του έταξαν, ούτε καν εσώρουχα, που αναγκάσθηκε να της αγοράσει ο γιος του, και ότι η εναγομένη είναι άσπλαχνη και άστοργη μάνα και όλη η οικογένειά της έχουν σκοπό την εκδίκηση, αλλά ο ίδιος βεβαιών παραδέχεται ότι η νύφη του είχε ενημερώσει τον γιο του για την αρρώστια της. Στις 26-6-2007 η εναγομένη, έπειτα από το παραπάνω περιγραφόμενο μεταξύ τους επεισόδιο, δίχως να ενημερώσει το σύζυγό της, πήρε το ανήλικο, μόλις σαράντα (40) ημερών τότε τέκνο της και εγκατέλειψε την συζυγική εστία, μεταβαίνοντας στην πατρική της οικία στην Αμφιθέα του Ν. Ευβοίας. Από εκεί επέστρεψε στις 7-7-2007, κατόπιν επίδοσης εξώδικης δήλωσης του συζύγου της, με την οποία την καλούσε να επανέλθει στην συζυγική στέγη (βλ. την με αριθμό 7026/2-7-2007 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Μ. Α.). Η παραπάνω κατάσταση δεν βελτιώθηκε και η εναγομένη στις 5-2-2008 εγκατέλειψε εκ νέου την συζυγική στέγη, όπου επέστρεψε στις 7-2-2008 (βλ. τα με αριθμό 1019/26/1075-0/08, 1019/26/1086β/08 και 1019/26/1086γ` αποσπάσματα του βιβλίου συμβάντων του Α/Τ Αλεξανδρούπολης). Στις 22-2-2008, δυνάμει της με αριθμό 8/2008 παραγγελίας της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, κατόπιν αίτησης του πατρός της, η αντενάγουσα εισήχθη στην ψυχιατρική κλινική του ΕΣΥ του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης, όπου νοσηλεύθηκε και εξήλθε στις 13-3-2008 από την κλινική, αφού διαπιστώθηκε βελτίωση της κατάστασής της, με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και εξακολούθηση της ιατρικής παρακολούθησής της στον τόπο διαμονής της στην πατρική της κατοικία (βλ. τα από 17-4-2008 ιατρικά πιστοποιητικά της ψυχιάτρου Α. Α. και της παιδοψυχιάτρου Ε. Κ. του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης). Στις 8-3-2008 φέρεται ότι επήλθε ο θάνατος της μητρός της Ε. Λ., δίχως όμως ν` αποδεικνύεται και ο τρόπος θανάτου αυτής (αυτοκτονία), όπως υποστηρίζει ο αντίδικός της. Ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με την υπ` αριθ. 126/2009 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού. Εν τω μεταξύ, δυνάμει της με αριθμό 756/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του (ενάγοντα). Το ανήλικο ανέλαβε ο τελευταίος, ο οποίος ασκεί το λειτούργημά του με τη συνδρομή των γονέων του, ενώ δεν υπήρξε καμιά επικοινωνία με την εναγομένη, από τότε μέχρι σήμερα, ήτοι επί πέντε έτη. Ο ενάγων-αντεναγόμενος υπηρετεί, ως μόνιμος αξιωματικός, με τον βαθμό του υπασπιστή, στις τάξεις του ελληνικού στρατού και λάμβανε κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής σταθερές μηνιαίες αποδοχές 1.600 ευρώ περίπου. Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις ικανότητας της υπηρεσίας του, κρίνεται ηθικός, με σταθερή προσωπικότητα και ευσυνειδησία (βλ. τις προσκομιζόμενες εκθέσεις ικανότητας της υπηρεσίας του), ενώ στην από 16-3-2012 ένορκη βεβαίωση η ενόρκως βεβαιούσα μητέρα του Ε. Μ. τονίζει τις μη αμφισβητούμενες από κανένα αρετές του (δεν καπνίζει, δεν πίνει, φροντίζει το παιδί του). Κατά το χρονικό σημείο της διάστασης της έγγαμης συμβίωσης των συζύγων, υπηρετούσε στην Αλεξανδρούπολη και κατοικούσε σε διαμέρισμα που μίσθωνε στην ίδια πόλη (στην οδό Πλωτινουπόλεως αριθ. 6). Αρχικά, το τέκνο του διέμενε εκεί, όπου είχαν μετοικήσει για κάποιο διάστημα και οι γονείς του διαδίκου, προκειμένου να του προσφέρουν συνδρομή στην φροντίδα του. Ο ενάγων-αντεναγόμενος μετατέθηκε όμως στο Λιτώχωρο Πιερίας (οδός ...), όπου κατοικεί πλέον και οι γονείς του, που είναι κάτοικοι Φαρσάλλων και επέστρεψαν ήδη στη μόνιμη κατοικία τους, όπου μετέφεραν και το ανήλικο τέκνο, το οποίο διαμένει στο εξής μαζί τους. Η εναγομένη ενάγουσα, από την διάσπαση της έγγαμης συμβίωσής της, μετοίκησε στην πατρική κατοικία (Αμφιθέα Δήμου Δυρφύων Ν. Ευβοίας), όπου διαμένει με τον πατέρα, τον αδελφό και την αδελφή της. Είναι απόφοιτη του Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ) Χαλκίδας με την ειδικότητα του Διοικητικού και Οικονομικού Στελέχους Επιχειρήσεων. Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας της εναγομένης-αντενάγουσας, προκύπτει ότι αρχικά ήταν ελεύθερη συμπτωμάτων επί οκτώ έτη, παρουσίασε την ως άνω έξαρση, προφανώς λόγω των συζυγικών διαπληκτισμών και των κυήσεων. Η εισαγωγή και νοσηλεία της τις 22-2-2008 έως τις 13-3-2008 στην ψυχιατρική κλινική του ΕΣΥ του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης, αποδίδεται σε συναισθηματική διαταραχή από τον τοκετό και την αντίδραση σε στρεσσογόνα γεγονότα (διάσταση). Ειδικότερα, διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ήπια ιδεοφυγή και παρανοϊκό ιδεασμό που αφορούσε κυρίως σε πρόσωπα από το συγγενικό της περιβάλλον, συμπτώματα τα οποία, κατά το ιατρικό πόρισμα άρχισαν να εμφανίζονται σταδιακά κατά την περίοδο της δεύτερης εγκυμοσύνης της και κυρίως της λοχείας, όμως δεν έγιναν αντιληπτά από την ίδια και τον πρώην σύζυγό της. Μάλιστα, αυτά εκδηλώθηκαν και επιτάθηκαν από την έκρυθμη κατάσταση που διήγε το ζευγάρι και τις συγκρούσεις του αντιδίκου της με τα μέλη της πατρικής της οικογένειας. Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας της, συνεργάστηκε με τους θεράποντες ιατρούς της, ακολούθησε φαρμακευτική αγωγή στην οποία ανταποκρίθηκε σύντομα και σε μεγάλο βαθμό, με σημαντική βελτίωση, με αποτέλεσμα να εξέλθει στις 13-3-2008 με διάγνωση "συναισθηματική διαταραχή σε έδαφος περιόδου λοχείας", η οποία κατά την εκτίμηση των ιατρών της, τυγχάνει συνήθως καλής διάγνωσης. Εξάλλου, και από την με ημερομηνία 22-2-2008 εξέταση της παιδοψυχιάτρου της παραπάνω δημόσιας κλινικής, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σταθερότητας και συνέχειας της συναισθηματικής φροντίδας του βρέφους (τότε οκτώ περίπου μηνών), το οποίο είχε καλή σωματική ανάπτυξη και καλή επικοινωνία και δεν εγκατέλειπε την αγκαλιά της μητέρας του. Η παραπάνω ιατρός παρατήρησε ακόμη ότι η διάδικος ήταν καλή ως μητέρα στην σχέση με το τέκνο της και στη συναισθηματική του φροντίδα, εκτός του διαστήματος των δύο τελευταίων μηνών που βρισκόταν σε αντιπαράθεση με το σύζυγό της, εξαιτίας του επικείμενου διαζυγίου τους και ενδεχόμενης αναζωπύρωσης της ψυχικής της διαταραχής (βλ. το με αριθμό 1039/24-1-2011 πιστοποιητικό νοσηλείας της ψυχιατρικής κλινικής του ΕΣΥ του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης, και τις από 17-4-2008 ιατρικές γνωματεύσεις των θεραπόντων ιατρών Διευθυντή του Τμήματος ψυχιάτρου Κ. Μ. και της παιδοψυχιάτρου Ε. Κ.). Το περιεχόμενο της γνωμάτευσης της παραπάνω παιδοψυχιάτρου, καθιστά μη πειστική την κατάθεση του πατέρα του ενάγοντος στην με αριθμό .../19-11-2009 ένορκη βεβαίωσή του, αναφορικά με τα γεγονότα αλλά και τις προσωπικές του κρίσεις που την παρουσιάζουν ως αδιάφορη και άστοργη μητέρα. Η διάδικος, μετά την έξοδό της ακολούθησε συστηματική φαρμακευτική αγωγή, και είναι νορμοθυμική χωρίς να παρουσιάσει άλλωστε κανένα σύμπτωμα ή διαταραχή στη συμπεριφορά της. Αντίθετα, χαρακτηρίστηκε λειτουργική και φροντίζει, όχι μόνο τον εαυτό της, αλλά συνεισφέρει στις ανάγκες για οικιακές και εξωτερικές εργασίες, όπως και στην αποκλειστική περίθαλψη της αδελφής του πατρός της, που διαμένει μαζί τους. Κρίνεται ικανή να αναλάβει την φροντίδα του ανηλίκου τέκνου της, η οποία είναι ευνοϊκή και όχι επιβαρυντική γι` αυτήν (βλ. το από 9-3-2010 ιατρικό σημείωμα του ιδιώτη ψυχιάτρου Κ. Ζ. και το με αριθμό 9877/9-2-2010 πιστοποιητικό της ψυχιάτρου Χ. Λ., ιατρού του δημόσιου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "Δρομοκαείτειο ΝΠΔΔ"). Η εναγομένη-αντενάγουσα υποβλήθηκε και σε πρόσφατες εξετάσεις των αναφερθέντων θεραπόντων ιατρών της, καθώς βρίσκεται υπό συστηματική ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση και διαγνώσθηκε ότι, πέραν του ιστορικού της διπολικής συστηματικής διαταραχής, δεν εκδηλώθηκε κανένα νέο σύμπτωμα. Αντίθετα, η φαρμακευτική αγωγή που ακολουθεί μειώθηκε στο ελάχιστο, αφού παρουσιάζει σταθερότητα επί τέσσερα και πλέον έτη. Παρατηρείται ότι έχει καλό υποστηρικτικό περιβάλλον από την οικογένειά της, κρίνεται και πάλι ικανή για την ανάληψη της φροντίδας του τέκνου της, η οποία επισημαίνεται ότι είναι θετική γι` αυτήν, καθώς την στεναχωρεί ιδιαίτερα ότι έχει μέχρι τώρα ουσιαστικά αποκλεισθεί από την επιμέλειά του, αλλά και την επικοινωνία με αυτό (βλ. το με αριθμό πρωτ. 10255/17-5-2010 πιστοποιητικό της ψυχιάτρου Χ. Λ., ιατρού του δημόσιου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής "Δρομοκαείτειο ΝΠΔΔ" και το από 2-3-2011 ιατρικό σημείωμα του ιδιώτη ψυχιάτρου Κ. Ζ.), είναι δε χαρακτηριστικό ότι η εφεσίβλητη, παρόλο που κέρδισε την πρωτόδικη δίκη, όχι μόνο δεν πήρε από τον εκκαλούντα την επιμέλεια του τέκνου τους, αλλά αυτός της στερεί την επικοινωνία με αυτό εδώ και πέντε έτη (το τέκνο είναι τώρα 6 ετών και ουσιαστικά ανατρέφεται από τους εκ πατρός παππού και γιαγιά). Όπως προκύπτει από το από 3-3-2012 αντίγραφο από το δελτίο συμβάντων του Α/Τ Φαρσάλων σε μία απόπειρα επικοινωνίας της αντενάγουσας με το τέκνο της, ώρα 16:00, αυτό δεν επιθυμούσε να είναι μαζί της μετά την πάροδο δύο λεπτών, διότι δεν την γνώριζε. Τούτο δε, κατά την κρίση του δικαστηρίου, ερμηνεύεται ως παρεμπόδιση της μητέρας, από τον πατέρα και τους γονείς αυτού, να επικοινωνεί με το τέκνο της, διότι δεν νοείται ένα παιδί πέντε ετών να μην γνωρίζει τη μητέρα του. Η κρίση αυτή του δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι την ίδια ημέρα και ώρα 12 η αντενάγουσα δέχθηκε να επικοινωνήσει με το τέκνο της μόνο για δέκα λεπτά στην είσοδο της πολυκατοικίας του ενάγοντος και το τέκνο της αρνήθηκε, τότε εκείνη άφησε στο διάδρομο διάφορα πράγματα ως δώρα (ρούχα κλπ), τα οποία ο ενάγων σε έξαλλη κατάσταση και παρουσία των αστυνομικών τα πέταξε έξω. Από όσα αναφέρθηκαν προέκυψε ότι, η εναγομένη-αντενάγουσα είχε προδιάθεση ψυχικής αστάθειας, η οποία εκδηλώθηκε από τις κυήσεις και τη συμπεριφορά του συζύγου της, ο οποίος έφθασε στο σημείο να χειροδικήσει εις βάρος της, ενώ ήταν έγκυος και να την απειλήσει. Η κατάσταση αυτή, που αντεδεικνύεται για κάθε γυναίκα, η οποία διάγει το στάδιο της λοχείας και είναι, σύμφωνα με την κοινή πείρα, επιρρεπής σε επιλόχειες ψυχικές διαταραχές, ήταν ασφαλώς καταλυτική για την συγκεκριμένη, που είχε ήδη ψυχική προδιάθεση. Περαιτέρω, συνάγεται ότι το παραπάνω ανήλικο τέκνο λόγω της νηπιακής του ηλικίας (τεσσάρων ετών κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής) έχει πρωτίστως ανάγκη της μητρικής φροντίδας και στοργής, που επί πέντε έτη στερήθηκε. Η θαλπωρή αυτή και η σχέση με την μητέρα του δεν μπορεί να αναπληρωθεί από τις φροντίδες και το ενδιαφέρον του παππού και της γιαγιάς του, οι οποίοι ανεξάρτητα από την αγάπη και την στοργή τους, δεν δύνανται να εξοβελίσουν την εγγενή ψυχική του ανάγκη να απολάβει την μητρική αγάπη. Επιπλέον, ο πατέρας του ανηλίκου είναι υποχρεωμένος, λόγω του επαγγέλματός του, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, σε συχνές μεταθέσεις και πολυήμερες απουσίες από τον εκάστοτε τόπο κατοικίας του, έστω και αν ο ίδιος υποστηρίζει ότι οι αξιωματικοί που αποτελούν μονογονεϊκές οικογένειες, όπως αυτός, δεν τοποθετούνται σε νυκτερινές βάρδιες. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ο ανήλικος γιος του ουσιαστικά δε διαμένει μαζί του στο Λιτόχωρο, όπου αυτός υπηρετεί, αλλά με τον παππού και τη γιαγιά στα Φάρσαλα. Οι τελευταίοι, λόγω της ηλικίας τους, ο πρώτος ήδη 72 ετών και η δεύτερη 69 ετών περίπου, είναι δεδομένο ότι δεν έχουν την δυνατότητα να παρέχουν στο τέκνο τις φροντίδες, την ανατροφή, την ψυχαγωγία που απαιτούνται για την ηλικία του. Ήδη, όπως αναφέρθηκε, κατοικεί μαζί τους, στερούμενο στην ουσία την ενδελεχή παρουσία και φροντίδα αμφότερων των γονιών του. Αντίθετα, η εναγομένη-αντενάγουσα δεν εργάζεται, έχει τον απαιτούμενο χρόνο και είναι πλέον, με την κατάλληλη φαρμακοθεραπεία, ικανή να αφοσιωθεί αποκλειστικά στην φροντίδα του τέκνου της, την ανατροφή και την διαπαιδαγώγησή του, εφόσον δεν εργάζεται. Η ψυχική κατάστασή της είναι επαρκής και δεν θα επιβαρυνθεί από την επιμέλεια του ανηλίκου, αλλά σύμφωνα με τις διαγνώσεις των θεραπόντων ιατρών της αντίθετα θα είναι ευεργετική γι` αυτήν. Αλλωστε, η διατάραξη της υγείας της, την οποία επικαλείται ως το σημαντικότερο πρόσκομμα ο εκκαλών, δεν εκδηλώθηκε απρόκλητα, αλλά, όπως εκτέθηκε, κατά την περίοδο μεγάλης και διαρκούς έντασης. Εξάλλου, κατά την διάρκεια της παραπάνω κρίσιμης κατάστασής της, ο πρώην σύζυγό της-ενάγων, όχι μόνο δεν της συμπαραστάθηκε, αλλά επέδειξε επιθετική συμπεριφορά εναντίον της και έλλειψη υπευθυνότητας, ενώ η προσπάθειά του να αποκλείσει την επικοινωνία της μητέρας με το τέκνο της δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για την ύπαρξη στο πρόσωπό του περισσότερων εχέγγυων από αυτήν, για την ανάληψη της αποκλειστικής επιμέλειας του τέκνου τους. Επίσης, πρέπει να τονιστεί ότι οι γιατροί ουδέποτε διέγνωσαν επικινδυνότητα, ή ακόμη ακαταλληλότητα της εναγομένης-αντενάγουσας για την επιμέλεια του τέκνου της, αφού ακόμη και από την παιδοψυχίατρο που εξετάσθηκε αυτή στις 22-2-2008, δηλαδή κατά το χρονικό σημείο που βρισκόταν σε έξαρση η διατάραξη της ψυχικής της ηρεμίας και νοσηλευόταν, παρατηρήθηκε πως δεν απεμπόλησε την μέριμνα για την περιποίηση του τέκνου της, ούτε απώλεσε την σταθερότητά της συναισθηματικής φροντίδας της για το ανήλικο και δεν το εγκατέλειψε, όπως αβάσιμα ισχυρίσθηκε ο ενάγων, αλλά διατηρούσε καλή επικοινωνία με αυτό, το οποίο ήταν αντίστοιχα συναισθηματικά δεμένο μαζί της (όπως επί λέξει αναφέρεται στο από 17-4-2008 πιστοποιητικό της παιδοψυχιάτρου Ε. Κ. του Π.Γ.Ν. Αλεξανδρούπολης, "το παιδί δεν έφευγε από την αγκαλιά της μητέρα του"). Επίσης, όπως επισημάνθηκε, η διάδικος βιώνει πλέον σε ήρεμο υποστηρικτικό περιβάλλον, που εκτός από την συνδρομή του πατρός της (ηλικίας 62 ετών), έχει και αυτή του αδελφού της και της αδελφής της, που είναι και οι δύο άγαμοι, δίχως άλλες υποχρεώσεις πρόθυμοι να συνεισφέρουν στη μητέρα και το τέκνο, κατοικούν δε σε ιδιόκτητη διώροφη οικία, που είναι κατάλληλη για τη διαμονή του τέκνου. Έτσι, εκτιμάται πως η αλλαγή περιβάλλοντος δεν θα προκαλέσει στην συγκεκριμένη στιγμή, κατόπιν και των επανειλημμένων μεταβολών στις οποίες ήδη υποβλήθηκε το ανήλικο, αποτρεπτικό παράγοντα.

Συνεπώς, τo Δικαστήριο, δίχως να παραβλέπει την αγάπη αμφότερων των διαδίκων γονέων προς το τέκνο τους, αλλά με αποκλειστικό γνώμονα το αληθινό συμφέρον του ανηλίκου, όπως το καθορίζουν οι βιοτικές και ψυχικές ανάγκες του, η ηλικία, καθώς και οι προσωπικές ιδιότητες των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να ανατεθεί στην ενάγουσα αποκλειστικά η άσκηση της επιμέλειάς του. Και τούτο, διότι κρίνει ότι η έμφυτη ανάγκη κάθε νήπιου για την μητρική στοργή στο ευαίσθητο αυτό σημείο της νηπιακής ηλικίας δεν δύναται να υποκατασταθεί από τις φροντίδες των παππούδων του, αφετέρου διότι άγεται στην κρίση ότι παρέχει η διάδικος μητέρα τα εχέγγυα για τη σωστή ανατροφή, διαπαιδαγώγηση, όπως και ορθή ψυχοσωματική και συναισθηματική ανάπτυξή του, ως καταλληλότερη βάσει των συνθηκών διαβίωσής της, του χρόνου και της δυνατότητας για αποκλειστική απασχόληση με αυτό, αλλά και ως ικανής από άποψης ψυχικής υγείας, διατηρούμενης δε της από κοινού άσκησης από τους διαδίκους, των υπολοίπων λειτουργιών της γονικής μέριμνας του τέκνου τους. Περαιτέρω, βάσει των προσκομιζομένων γνωματεύσεων ψυχιάτρων και παιδοψυχιάτρων, οι περισσότεροι από τους οποίους υπηρετούν σε δημόσια νοσοκομεία και μάλιστα πανεπιστημιακά δεν υφίσταται ανάγκη, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, της διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, οπότε πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης. Με τις σκέψεις του αυτές το Εφετείο, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο, αφού απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που ζητούσε να ανατεθεί σ` αυτόν η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου που απέκτησε από τον γάμο του με την αναιρεσίβλητη, έκανε δεκτή την ανταγωγή της τελευταίας, με την οποία ζητούσε ομοίως να ανατεθεί σ` αυτήν η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1510, 1511, 1512, 1513, 1514 και 1518 ΑΚ, καθόσον, τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν πληρούσαν το πραγματικό των διατάξεων αυτών, ως προς το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων να ανατεθεί η επιμέλεια αυτού στην αναιρεσίβλητη μητέρα του. Ειδικότερα, δεν δικαιολογούσαν την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου των διαδικών στην αναιρεσίβλητη, οι παραδοχές του Εφετείου: α) Ότι η αναιρεσίβλητη, έχουσα ήδη από το παρελθόν προδιάθεση σε συμπτώματα ψυχολογικής αστάθειας, κατά την διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσείοντα, εξαιτίας μιας πρώτης εγκυμοσύνης αυτής με επιπλοκές, που είχε δυσμενή κατάληξη, και εν συνεχεία μιας δεύτερης, εξίσου προβληματικής, από την οποία τελικώς γεννήθηκε το ανήλικο τέκνο τους, αποτέλεσαν το έναυσμα για να εκδηλώσει έντονες ψυχικές διαταραχές και προβληματική συμπεριφορά, με τη συνδρομή προς τούτο και του αναιρεσείοντος, που δεν μπορούσε να κατανοήσει την κατάστασή της, ώστε να δημιουργούνται συνεχώς μεταξύ τους εντάσεις, διαπληκτισμοί, εξυβρίσεις και απειλές εκατέρωθεν, ακόμη και χειροδικίες κατά της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα, στις 22-2-2008, δυνάμει της με αριθμό 8/2008 παραγγελίας της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, κατόπιν αίτησης του πατρός της, να εισαχθεί στην ψυχιατρική κλινική του ΕΣΥ του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης, στο οποίο διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ήπια ιδεοφυγή και παρανοϊκό ιδεασμό που αφορούσε κυρίως σε πρόσωπα από το συγγενικό της περιβάλλον και ότι μετά από τη νοσηλεία της, που διήρκεσε από τις 22-2-2008 έως τις 13-3-2008, εξήλθε από την κλινική, με τη διαπίστωση βελτίωση της κατάστασής της και με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και εξακολούθηση της ιατρικής παρακολούθησής της στον τόπο διαμονής της στην πατρική της κατοικία, με διάγνωση "συναισθηματική διαταραχή σε έδαφος περιόδου λοχείας" και ότι έκτοτε βρίσκεται υπό συστηματική ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση με διάγνωση, ότι πέραν του ιστορικού της διπολικής συστηματικής διαταραχής, δεν εκδηλώθηκε κανένα νέο σύμπτωμα, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή (μειωμένη λόγω βελτίωση της κατάστασής της υγείας της) και ψυχιατρική παρακολούθηση, κρίνει (το Εφετείο) ως καταλληλότερη την αναιρεσίβλητη να αναλάβει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, μολονότι τα περιστατικά αυτά δεν συνάδουν στο πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, αφού δεν υπάρχει ασφάλεια και βεβαιότητα ότι αυτό βιώνοντας με την αναιρεσίβλητη μητέρα του, παρά την βελτίωση της ψυχικής κατάστασης της υγείας αυτής, θα μπορέσει να ανταποκριθεί η τελευταία στα καθήκοντά της, διασφαλίζοντας για τον ανήλικο υγιές και χωρίς προβλήματα περιβάλλον, καθώς και στην παροχή προς αυτόν της απαιτούμενης διαπαιδαγώγησης και φροντίδας, ώστε ο ανήλικος, στα πλαίσια του περιβάλλοντος αυτού, να αναπτύξει υγιή και χωρίς προβλήματα προσωπικότητα, που θα τον αναδείξουν κατάλληλο και χρήσιμο μέλος της κοινωνίας, β) Ότι η ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου στην αναιρεσίβλητη και η διαμονή μαζί της, θα έχει ευεργητικά αποτελέσματα στην εν γένει ψυχική κατάσταση της τελευταίας, τούτο όμως δεν αποβλέπει στο πραγματικό συμφέρον του ανήλικου, το οποίο αποτελεί μοναδικό κριτήριο για την ανάθεση της επιμέλειάς του στον ένα ή στον άλλο γονέα, αλλά στην περαιτέρω βελτίωση της ψυχικής κατάστασης της υγείας της αναιρεσίβλητης. γ) Ότι, από του έτους 2008, και πριν ακόμη λυθεί ο γάμος των διαδίκων, δυνάμει της με αριθμό 756/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του (αναιρεσείοντα), όταν ακόμη αυτό βρισκόταν σε νηπιακή ηλικία (δεν είχε συμπληρωθεί έτος από την γέννηση του), χωρίς έκτοτε η αναιρεσίβλητη να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του, οπότε πλέον, όταν στις 3-3-2012 επεχείρησε να επικοινωνήσει μ`αυτό, και ενώ το ανήλικο ήταν ήδη ηλικίας έξι (6) ετών περίπου, να μην την αναγνωρίζει και να μη δέχεται την οποιαδήποτε επικοινωνία μ` αυτήν, γεγονός που αντεδείκνυται τελείως στο πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου για την ανάθεση της επιμέλειάς του στην αναιρεσίβλητη, αφού προέχον στοιχείο για το τελευταίο, αποτελεί η ύπαρξη δεσμού του τέκνου προς τον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του και η περί αυτού ρητώς εκφραζόμενη προτίμησή του, κάτι, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όχι μόνο δεν συνέβαινε αναφορικά με την αναιρεσίβλητη, αλλ` αντιθέτως κανένας δεσμός δεν υπήρχε μ` αυτήν, ανεξάρτητα από το τι συνετέλεσε σ` αυτό, δ) Οτι ο αναιρεσείων, κατά την διάρκεια των πέντε (5) και πλέον ετών, που έχει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου του, επέδειξε ιδιαίτερη αγάπη και στοργή προς αυτό, και άσκησε τα με επιτυχία τα καθήκοντά του, συνεπικουρούμενος και από τους γονείς του, οι οποίοι για το χρονικό διάστημα που υπηρετούσε στην Αλεξανδρούπολη, μετοίκησαν από την οικία τους στα Φάρσαλα εκεί για το σκοπό αυτό, όταν δε μετατέθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας, εγκαταστάθηκαν με το ανήλικο στην οικία τους στα Φάρσαλα, ενόψει της μικρής αποστάσεως από τον τόπο υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, ο οποίος πλέον είχε την δυνατότητα σε καθημερινή σχεδόν βάση να βρίσκεται στα Φάρσαλα κοντά στον ανήλικο και με την συμπαράσταση των γονέων του να εξακολουθήσει να ασκεί επιτυχώς την επιμέλειά του, έστω και αν το μεγαλύτερο βάρος προς τούτο είχαν οι γονείς του, γεγονός όμως που δεν αντίκειται στο πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου για να εξακολουθήσει ο αναιρεσείων να ασκεί την επιμέλεια αυτού. ε) Ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων εξακολουθεί να έχει ανάγκη μητρικής στοργής και ιδιαίτερης περιποίησης ώστε καταλληλότερη για την επιμέλειά του να κρίνεται η αναιρεσίβλητη μητέρα του, ενώ, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το ανήλικο είναι ήδη έξι (6) ετών και δεν βρίσκεται σε νηπιακή ηλικία, κατά την οποία και μόνο η επιμέλεια των τέκνων πρέπει να ανατίθεται στη μητέρα τους για την οποία αναγνωρίζεται σαφής βιοκοινωνική υπεροχή, ενώ για τον μεταγενέστερο χρόνο αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. στ) Οτι η αλλαγή περιβάλλοντος του ανήλικου, που επί έξι (6) περίπου χρόνια κατοικεί με τον αναιρεσείοντα πατέρα του και τους γονείς του τελευταίου που συμβάλλουν σημαντικά στην επιμέλεια του τέκνου του, κάτω από ένα σταθερό περιβάλλον, δεν θα επηρεάσει την μετοίκησή του στο άγνωστο γι` αυτό περιβάλλον, σε άλλον τόπο, που κατοικεί η αναιρεσίβλητη μητέρας του, που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν την αναγνωρίζει, διότι από την βρεφική ηλικία των οκτώ (8) μηνών δεν είχε καμιά επικοινωνία μ` αυτήν, ενώ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, αντίκειται προς το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, η αλλαγή περιβάλλοντος αυτού, μετά μάλιστα από μακρά διαβίωση κάτω από διαφορετικές συνθήκες και με πρόσωπα που του είναι οικεία και δύσκολα θα μπορούσε να αποχωριστεί, ώστε να αντεδείκνυται στο πραγματικό του συμφέρον μια τέτοια απρόσμενη και αιφνιδιαστική αλλαγή περιβάλλοντος, καθόσον θα είχε ψυχοσωματικές συνέπειες στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητάς του. ζ) Ότι ο αναιρεσείων διατηρεί σταθερό μισθό ως μόνιμος αξιωματικός του στρατού (1600 ευρώ μηνιαίως), ενώ η αναιρεσίβλητη είναι άνεργη επί σειρά ετών, και δεν διαθέτει εισοδήματα, γεγονός που δεν συνηγορεί στην καταλληλότητα της τελευταίας για την ανάθεση σ` αυτήν της επιμέλειας του ανηλίκου, αφού, σημαντικό κριτήριο, εκτός των άλλων, για το συμφέρον της ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου, συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, και η οικονομική κατάσταση των γονέων, γιατί έτσι επιτυγχάνεται κατά πλέον αποτελεσματικό τρόπον η διαπαιδαγώγηση, η ανατροφή και η περίθαλψη του ανηλίκου τέκνου. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές του το Εφετείο, προκύπτει ότι, διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά τη διατύπωση της κρίσης του ως προς την υπερέχουσα καταλληλότητα της αναιρεσίβλητης έναντι του αναιρεσείοντος πρώην συζύγου της για την ανάθεση από το Δικαστήριο προς εκείνη της αποκλειστικής ασκήσεως της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου τους, ως επιβαλλόμενου τούτου από το αληθινό συμφέρον του τελευταίου, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις 1510, 1511, 1512, 1513 παρ. 2, 1514 και 1518 ΑΚ, που εφάρμοσε. Ειδικότερα το Εφετείο: α) Ενώ δέχεται, ότι η αναιρεσίβλητη έχουσα ήδη από το παρελθόν προδιάθεση σε συμπτώματα ψυχολογικής αστάθειας, κατά την διάρκεια του γάμου της με τον αναιρεσείοντα, εξαιτίας μιας πρώτης εγκυμοσύνης αυτής με επιπλοκές, που είχε δυσμενή κατάληξη, και εν συνεχεία μια δεύτερης, εξίσου προβληματικής, από την οποία τελικώς γεννήθηκε το ανήλικο τέκνο τους, αποτέλεσαν το έναυσμα για να εκδηλώσει έντονες ψυχικές διαταραχές και προβληματική συμπεριφορά, με τη συνδρομή προς τούτο και του αναιρεσείοντος, που δεν μπορούσε να κατανοήσει την κατάστασή της, ώστε να δημιουργούνται συνεχώς μεταξύ τους εντάσεις, διαπληκτισμοί, εξυβρίσεις και απειλές κατέρωθεν, ακόμη και χειροδικίες κατά της αναιρεσίβλητης από τον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα, στις 22-2-2008, δυνάμει της με αριθμό 8/2008 παραγγελίας της Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αλεξανδρούπολης, κατόπιν αίτησης του πατρός της, να εισαχθεί στην ψυχιατρική κλινική του ΕΣΥ του Π.Π.Ν. Αλεξανδρούπολης, στο οποίο διαγνώσθηκε ότι πάσχει από ήπια ιδεοφυγή και παρανοϊκό ιδεασμό που αφορούσε κυρίως σε πρόσωπα από το συγγενικό της περιβάλλον και ότι μετά από τη νοσηλεία της που διήρκεσε από τις 22-2-2008 έως τις 13-3-2008, εξήλθε από την κλινική, με τη διαπίστωση βελτίωση της κατάστασής της και με οδηγίες για φαρμακευτική αγωγή και εξακολούθηση της ιατρικής παρακολούθησής της στον τόπο διαμονής της στην πατρική της κατοικία, με διάγνωση "συναισθηματική διαταραχή σε έδαφος περιόδου λοχείας", έκτοτε δε βρίσκεται υπό συστηματική ψυχοθεραπευτική παρακολούθηση με διάγνωση, ότι πέραν του ιστορικού της διπολικής συστηματικής διαταραχής, δεν εκδηλώθηκε κανένα νέο σύμπτωμα, εξακολουθεί όμως να βρίσκεται υπό φαρμακευτική αγωγή (μειωμένη λόγω βελτίωση της κατάστασής της υγείας της) και ψυχιατρική παρακολούθηση, δέχεται ακολούθως (το Εφετείο), τελείως αντιφατικά και αντίθετα προς τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ως καταλληλότερη την αναιρεσίβλητη να αναλάβει την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου, μολονότι τα περιστατικά αυτά δεν συνάδουν στο πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, αφού δεν υπάρχει ασφάλεια και βεβαιότητα ότι αυτό βιώνοντας με την αναιρεσίβλητη μητέρα του, παρά την βελτίωση της ψυχικής υγείας αυτής, θα μπορέσει να ανταποκριθεί η τελευταία στα καθήκοντά της, διασφαλίζοντας για τον ανήλικο υγιές και χωρίς προβλήματα περιβάλλον, καθώς και την παροχή προς αυτόν της απαιτούμενης διαπαιδαγώγησης και φροντίδα, ώστε ο ανήλικος, στα πλαίσια του περιβάλλοντος αυτού, να αναπτύξει υγιή και χωρίς προβλήματα προσωπικότητα, που θα τον αναδείξουν κατάλληλο και χρήσιμο μέλος της κοινωνίας. β) Ενώ δέχεται, ότι από του έτους 2008, και πριν ακόμη λυθεί ο γάμος των διαδίκων, δυνάμει της με αριθμό 756/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), ανατέθηκε προσωρινά η επιμέλεια του προσώπου του ανηλίκου τέκνου στον πατέρα του (αναιρεσείοντα), όταν ακόμη αυτό βρισκόταν σε νηπιακή ηλικία (δεν είχε συμπληρωθεί έτος από την γέννηση του), χωρίς έκτοτε η αναιρεσίβλητη να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία μαζί του, οπότε πλέον, όταν στις 3-3-2012 επεχείρησε να επικοινωνήσει μαζί του, και ενώ το ανήλικο ήταν ήδη ηλικίας έξι (6) ετών περίπου, να μην την αναγνωρίζει και να μη δέχεται την οποιαδήποτε επικοινωνία μ` αυτήν, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι καταλληλότερη για την ανάθεση της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου είναι η αναιρεσίβλητη μητέρα του, μολονότι το γεγονός αυτό αντεδείκνυται τελείως στο πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, αφού προέχον στοιχείο για το τελευταίο, αποτελεί η ύπαρξη στενού δεσμού του τέκνου προς τον ένα ή τον άλλο από τους γονείς του, κάτι όμως, που κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όχι μόνο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αλλ` αντιθέτως κανένας δεσμός δεν υπάρχει μεταξύ του ανηλίκου και της αναιρεσίβλητης μητέρας του, λόγω της παντελούς έλλειψης επικοινωνίας με τον ανήλικο για διάστημα 5,5 ετών περίπου, ανεξάρτητα από το τι συνετέλεσε σ` αυτό. γ) Ενώ δέχεται ότι, ο αναιρεσείων, κατά την διάρκεια των πέντε (5) και πλέον ετών, επέδειξε ιδιαίτερη αγάπη και στοργή προς στο ανήλικο τέκνο τους, και άσκησε με επιτυχία τα καθήκοντά του, συνεπικουρούμενος και από τους γονείς του, οι οποίοι για το χρονικό διάστημα που υπηρετούσε στην Αλεξανδρούπολη, μετοίκησαν από την οικία τους στα Φάρσαλα εκεί για το σκοπό αυτό, όταν δε μετατέθηκε στο Λιτόχωρο Πιερίας, εγκαταστάθηκαν με το ανήλικο στην οικία τους στα Φάρσαλα, ενόψει της μικρής αποστάσεως από τον τόπο υπηρεσίας του αναιρεσείοντος, ο οποίος πλέον είχε την δυνατότητα σε καθημερινή σχεδόν βάση να βρίσκεται στα Φάρσαλα κοντά στον ανήλικο και με την συμπαράσταση των γονέων του να εξακολουθήσει να ασκεί επιτυχώς την επιμέλειά του, έστω και αν το μεγαλύτερο βάρος προς τούτο είχαν οι γονείς του, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι δεν ενδείκνυται στο συμφέρον του ανηλίκου η ανάθεση της επιμέλειάς του στον αναιρεσείοντα, λόγω του ότι ως στρατιωτικός έχει συχνές μετακινήσεις από τόπο σε τόπο, αφού και όταν συνέβαινε το τελευταίο άσκησε επιτυχώς την επιμέλεια του τέκνου του (τοποθέτηση στην Αλεξανδρούπολη), αλλά ότι καταλληλότερη προς τούτο είναι η αναιρεσίβλητη, παρ` όλα τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σε μικρότερο βαθμό. δ) Ενώ δέχεται ότι το ανήλικο είναι ήδη έξι (6) ετών και επομένως δεν βρίσκεται πλέον σε νηπιακή ηλικία, όπου μόνο στην ηλικία αυτή τα ανήλικα τέκνα έχουν πράγματι ανάγκη μητρικής στοργής και ιδιαίτερης περιποίησης, ώστε καταλληλότερη για την επιμέλειά τους να κρίνεται η μητέρα τους, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων, λόγω της νηπιακής ηλικίας του, εξακολουθεί να έχει ανάγκη μητρικής στοργής και ιδιαίτερης περιποίησης, ώστε καταλληλότερη για την επιμέλειά του να κρίνεται η αναιρεσίβλητη μητέρα του, ενώ πλέον δεν συμβαίνει, κατά τις παραδοχές του, αυτό, αφού είναι ήδη έξι (6) ετών, μετά δε την ηλικία αυτή αναγνωρίζεται ο σοβαρός ρόλος του πατέρα στην όλη διαμόρφωση των διαπροσωπικών σχέσεων του τέκνου. ε) Ενώ δέχεται ότι το ανήλικο τέκνο των διαδίκων επί έξι (6) περίπου χρόνια κατοικεί με τον αναιρεσείοντα πατέρα του και τους γονείς του τελευταίου, που συμβάλλουν σημαντικά στην επιμέλεια και την ανατροφή του, κάτω από ένα σταθερό περιβάλλον, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι η αλλαγή περιβάλλοντος του ανήλικου, δεν θα επηρεάσει την μετοίκησή του στο άγνωστο γι` αυτό περιβάλλον, σε άλλον τόπο, της κατοικίας της αναιρεσίβλητης μητέρας του, που, κατά τα προεκτεθέντα, δεν την αναγνωρίζει, διότι από την βρεφική ηλικία των οκτώ (8) μηνών δεν είχε καμιά επικοινωνία μ` αυτήν, ενώ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αρχή της παρούσης σκέψεως, αντίκειται προς το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, η αλλαγή περιβάλλοντος, μετά μάλιστα από μακρά διαβίωση κάτω από διαφορετικές συνθήκες και με πρόσωπα που του είναι οικεία και δύσκολα θα μπορούσε να αποχωριστεί, ώστε να αντεδείκνυται στο πραγματικό του συμφέρον μια τέτοια απρόσμενη και αιφνιδιαστική αλλαγή περιβάλλοντος, αφού αυτό θα είχε ψυχοσωματικές συνέπειες στην ομαλή ανάπτυξη της προσωπικότητας του. στ) Ενώ δέχεται ότι ο αναιρεσείων διατηρεί σταθερό μισθό ως μόνιμος αξιωματικός του στρατού (1600 ευρώ μηνιαίως), και ότι η αναιρεσίβλητη είναι άνεργη επί σειρά ετών, και δεν διαθέτει εισοδήματα, δέχεται ακολούθως αντιφατικά, ότι η τελευταία είναι καταλληλότερη για την ανάθεση σ` αυτήν της επιμέλειας του ανηλίκου τέκνου, αφού, σημαντικό κριτήριο, εκτός των άλλων, για το συμφέρον της ανάθεσης της επιμέλειας του τέκνου, συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα, και η οικονομική κατάσταση των γονέων, γιατί έτσι επιτυγχάνεται κατά πλέον αποτελεσματικό τρόπον η διαπαιδαγώγηση, η ανατροφή και η περίθαλψη του ανηλίκου τέκνου. ζ) Ενώ δέχεται την όλη ως άνω κατάσταση, η οποία φθάνει μέχρι του σημείου το ανήλικο τέκνο των διαδίκων να μην αναγνωρίζει την αναιρεσίβλητη μητέρα του, ενόψει του ότι δεν υπήρξε μ` αυτό καμιά επικοινωνία της από την βρεφική ηλικία των 8 μηνών περίπου, μέχρις της ηλικίας των 6 ετών, δέχεται ακολούθως, τελείως αντιφατικά, ότι δεν ήταν αναγκαία η υποβολή έκθεσης έρευνας από την αρμόδια κοινωνική υπηρεσία, κατ` άρθρον 681 Γ παρ. 2 εδ. α`ΚΠολΔ, ενόψει της μικρής ηλικίας του τέκνου (6 ετών), αν και το τελευταίο επεβάλλετο στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει των προεκτεθεισών παραδοχών του, και ιδίως εκείνης κατά την οποία το ανήλικο σε ηλικία ήδη έξι (6) ετών δεν αναγνώριζε την μητέρα του, σε τρόπον ώστε, όχι μόνο να απαιτείται η άνω έρευνα, αλλά να μην μπορεί να γίνει λόγος ανάθεσης του ανηλίκου στην αναιρεσίβλητη, ως αντεδεικνυόμενη στο αληθινό συμφέρον του, χωρίς την προηγούμενη, αρχικά ελεγχόμενη, με την παρουσία κοινωνικού λειτουργού, επικοινωνία του ανήλικου με την μητέρα του, και μετά τις δέουσες διαπιστώσεις, εφόσον αυτές ήταν θετικές, την ελεύθερη επικοινωνία μαζί του, μέχρις πλήρους εξοικείωσης του ανήλικου με την αναιρεσίβλητη και την αναγνώριση και αποδοχή της τελευταίας ως μητέρας του. η) Τέλος, δέχεται το Εφετείο, ότι στην έλλειψη επικοινωνίας της αναιρεσίβλητης με τον ανήλικο, συνέβαλε ο αναιρεσείων πατέρας του, χωρίς όμως να διευκρινίζει (μολονότι αυτό δεν συνιστά καθοριστικό κριτήριο για το πραγματικό συμφέρον της ανάθεσης της επιμέλειας του ανηλίκου), αν κατά την διάρκεια των 5,5 περίπου ετών που είχε την επιμέλειά του ο τελευταίος, επεδίωξε η αναιρεσίβλητη εξωδίκως ή δικαστικά να αναλάβει την επιμέλειά του ή να έχει επικοινωνία μαζί του, αλλά ως πρώτη απόπειρα επικοινωνίας με το ανήλικο, αναφέρεται αυτή της 3-3-2012, μετά δηλαδή από πέντε περίπου έτη από την ανάθεση της προσωρινής επιμέλειας στον αναιρεσείοντα, η οποία είχε τα προαναφερόμενα αποτελέσματα, ενώ το πρώτον επεδίωξε την ανάθεση σ`αυτήν της επιμέλειας του ανηλίκου, με την ανταγωγή που άσκησε με τις προτάσεις της, μετά την άσκηση της αγωγής του αναιρεσείοντος να ανατεθεί σ` αυτόν, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, και η οριστική επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου τους. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καταλαμβάνει τους λοιπούς, ώστε να παρέλκει η έρευνά τους, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ` αριθμ. 226/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του Ν. 4139/2013), και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ` αριθμ. 226/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαρτίου 2015.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια