
14/2015 ΕΦ ΔΥΤ. ΣΤΕΡ. ΕΛΛΑΔΑΣ ( 648522)
Διεκδικητική αγωγή. Στοιχεία για το ορισμένο της, εφόσον στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας και ειδικότερα σε κληρονομική διαδοχή τόσο πριν την ισχύ του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμάικού Δικαίου, όσο και μετά. Συγκληρονόμοι. Αν ο συγκοινωνός ή ...
συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό. Μορφές τέτοιας γνωστοποίησης. Μόνο το γεγονός της περιστασιακής χρήσης των ακινήτων για τοποθέτηση κινητών, την επιτήρησή του, την ύπαρξη κατοικίδιων ζώων και τη φύτευση οπωρολαχανικών δεν αποδεικνύει και το αναγκαίο για τη χρησιδεσποσία στοιχείο του animus, δηλαδή των πράξεων με σκοπό εξουσιάσεως ως κύριος. Η αναδρομική ενέργεια της μεταγραφής της αποδοχής κληρονομιάς, δεν επάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα πριν το θάνατο του κληρονομούμενου και μέχρι το χρόνο της μεταγραφής, όπως είναι το δικαίωμα κυριότητας που αποκτήθηκε παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής ή πρωτοτύπως με χρησικτησία.
Αριθμός: 14/2015
TO ΕΦΕΤΕΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΣΤΕΡΕΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Αποτελούμενο από τους Δικαστές Στεφανία Καρατζά, Πρόεδρο Εφετών, Γεώργιο Αλεξόπουλο, Αλέξανδρο Παλούκη, Εισηγητή - Εφέτες, και από το Γραμματέα Χαρίλαο Κοτρότσο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 14η Οκτωβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καθών η κλήση - εκκαλουσών: 1) ................, κατοίκου Ιλίου Αττικής, 2) ................, κατοίκου Περιστερίου Αττικής 3) ................, κατοίκου Νέας Φιλαδέλφειας Αττικής και 4) ................, κατοίκου Ιλίου Αττικής οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Τάκη Παπαδόπουλο, πλην της 4ης τούτων, η οποία παραστάθηκε μετά του άνω δικηγόρου.
Των καλούντων - εφεσίβλητων: 1) ................ συζ. ................, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής 2) ................ κατοίκου Νέων Λιοσίων Αττικής 3) ................, κατοίκου Κηφισιάς Αττικής 4) ................, κατοίκου Ζωγράφου Αττικής 5) ................ κατοίκου Γραμματικούς Αρακύνθου, και 6) ................ κατοίκου Γραμματικούς Αρακύνθου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιάκωβο Μπαλτά, πλην του 4ου, ο οποίος παραστάθηκε μετά του ως άνω δικηγόρου, και του 2ου ο οποίος δεν παρέστη.
Η αρχική και ήδη αποβιώσασα ενάγουσα, ................ χα ................, με την από 10.3.2006 αγωγή της και οι εκκαλούσες με την από 10.4.2006 αγωγή τους προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ` αυτές. Το πιο πάνω Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις δύο (2) αγωγές) εξέδωσε την 102/2007 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την από 10.4.2006 αγωγή και δέχθηκε την από 10.3.2006 αγωγή.
Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν ενώπιον του Εφετείου Πατρών οι εκκαλούσες με την από 5.11.2007 έφεσή τους (αριθμ. έκθ. κατ. 123/8.11.2007), ζητώντας να γίνει δεκτή για τους λόγους που αναφέρονται σ` αυτή. Η πιο πάνω έφεση προσδιορίστηκε μετά από ανασυζήτηση ενώπιον του πιο πάνω Δικαστηρίου για τη δικάσιμο της 7ης Απριλίου 2011, εκδόθηκε δε η 282/2011 απόφαση του Εφετείου Πατρών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να εμφανιστούν στο ακροατήριο ένας εκ των πλειόνων ομοδίκου κάθε διάδικης πλευράς προς παροχή διασαφήσεων.
Ηδη, οι καλούντες κατ` εφαρμογή του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 4022/2011, με την από 15.3.2012 και αριθμ. έκθ. κατ 149/2012 κλήση τους για την οποία ορίστηκε δικάσιμος ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου η 11.12.2012 και μετ` αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας επαναφέρουν προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως την πιο πάνω έφεση.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και κατά την εκφώνησή της από το σχετικό πινάκιο με τη σειρά της οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο όπως αναφέρεται πιο πάνω και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
Μελέτησε τη δικογραφία Σκέφτηκε κατά το Νόμο
1. Η αρχικώς ενάγουσα ................ Χα ................, το γένος ................ - εφεσίβλητη με την από 10.3.2006 διεκδικητική αγωγή της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ζήτησε να αναγνωρισθεί συγκυρία κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου των λεπτομερώς περιγραφομένων στην αγωγή ακινήτων και να υποχρεωθούν οι εκκαλούσες, οι οποίες βρίσκονταν στην κατοχή τους, να της τα αποδώσουν κατά το ανωτέρω ποσοστό. Εξάλλου οι εκκαλούσες με την από 10.4.2006 αναγνωριστική αγωγή τους ζήτησαν να αναγνωρισθεί το δικαίωμα της αποκλειστικής συγκυριότητάς τους κατά τα εκτιθέμενα ποσοστά επί των ιδίων ως άνω ακινήτων, το οποίο αμφισβητεί η εφεσίβλητη. Επί των ανωτέρω αγωγών, που συνεκφωνήθηκαν, εκδόθηκε η εκκαλούμενη 102/2007 απόφαση του ΜΠρΜεσολογγίου, με την οποία έγινε δεκτή ως κατ` ουσία βάσιμη η πρώτη αγωγή και απορρίφθηκε η δεύτερη. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης παραπονούνται οι εναγόμενες - εκκαλούσες με την ένδικη έφεσή τους, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλούμενης, προκειμένου να απορριφθεί η αγωγή της εφεσίβλητης και να γίνει δεκτή η δική τους αγωγή. Συζητήσεως γενομένης ενώπιον του Εφετείου Πατρών εκδόθηκε η 282/2011 μη οριστική απόφαση, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η εκούσια συνέχιση της δίκης από τους κληρονόμους της αποβιώσασας μετά την άσκηση της εφέσεως αρχικώς ενάγουσας - εφεσίβλητης ................ (άρθρ. 286 επ., 290 ΚΠολΔ), διατάχθηκε η επανάληψη της συζητήσεως στο ακροατήριο, προκειμένου να εμφανιστούν αυτοπροσώπως ένας εκ των πλειόνων ομοδίκων κάθε διάδικης πλευράς προς υποβολή ερωτήσεων και παροχή διασαφήσεων. Συνεπώς, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση και έκδοση οριστικής αποφάσεως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 15.3.2012 κλήση των εφεσίβλητων η πιο πάνω έφεση των εναγόμενων-εκκαλουσών.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδαφ. α`, 287 § 1 και 290 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται από το θάνατο διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητας τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υποθέσεως (ολΑΠ 22/2000, ΕλΔ 2001.56), Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη υπ` αριθμ. 11/2011 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Παπαδατών, στις 22.2.2011, ήτοι μετά την άσκηση της κρινόμενης έφεσης, απεβίωσε ο εκ των υπεισελθόντων στη δικονομική θέση της αρχικώς ενάγουσας, ................, χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου από τους λοιπούς εφεσίβλητους, οι οποίοι, νομίμως δήλωσαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως την λόγω του θανάτου εκείνου βίαιη διακοπή της δίκης και την εκούσια στο όνομα τους επανάληψη της, χωρίς να δημιουργείται απ` αυτό απαράδεκτο της συζητήσεως της υποθέσεως.
3. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε αυτή χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων, κινητών και ακινήτων, πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνεται στην κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ` αυτό, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός (κληρονόμος) αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομιά και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί αυτό. Ετσι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος στα επίδικα ακίνητα, στην κληρονομική διαδοχή, αποτελούν στοιχεία του κύρους αυτής κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, τόσο η αποδοχή της κληρονομιάς όσο και η μεταγραφή της ή η έκδοση κληρονομητηρίου και η μεταγραφή αυτού, η παράλειψη δε των στοιχείων αυτών στην αγωγή, καθιστά την τελευταία αόριστη, της αοριστίας αυτής μη δυναμένης να συμπληρωθεί με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης της αγωγής. Τα αμέσως πιο πάνω στοιχεία δεν είναι αναγκαία να μνημονεύονται στην αγωγή στην περίπτωση που ο θάνατος του κληρονομουμένου επήλθε πριν από την εισαγωγή του Α.Κ. (23.2.1946), εφόσον η κληρονομία του, σύμφωνα με το άρθρο 92 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ, διέπεται από τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμάικού Δικαίου, που δεν απαιτούσαν την τήρηση των διατυπώσεων αυτών. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7), ν. 14 παρ. 8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του προϊσχύσαντος του ΑΚ Β.Ρ.Δ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία). Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμιξη σ` αυτή και απόκτησή της. Σύμφωνα επίσης, με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3- 1), 14 πανδ. (38.16), οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούληση τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη. Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώραν υπό την ισχύ του Β.Ρ.Δ, πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής αγωγής, να αναφέρονται σ` αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομίας στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ` αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομία με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του και αναμίχθηκε σ` αυτή με πρόθεση κληρονόμου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομία, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής. (ΑΠ 397/2014, ΑΠ 717/2014, ΑΠ 217/2008, ΑΠ 1201/2001, Νόμος). Περαιτέρω, κατά μεν τις διατάξεις, επίσης, των ν. 10, πανδ. (29.2), Βασ. 10 (35.14) του προϊσχύααντος Β.Ρ.Δ η υπεισέλευση του κληρονόμου σε μέρη της κληρονομίας ισχύει για ολόκληρη την κληρονομία, της οποίας γίνεται αυτός συγκοινωνός με τους λοιπούς κληρονόμους, κατά δε τις διατάξεις των ν. 3 Κωδ. 7.34, ν. 42 πανδ. 41.2, ν. 7 παρ. 5, πανδ. 10.3, ν. 28 πανδ. 10.3 του ίδιου πιο πάνω δικαίου, οι οποίες, κατά τα άρθρα 50 και 43 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται και στην κοινωνία μεταξύ συγκυρίων ή συγκληρονόμων, που δημιουργήθηκε πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) και συνεχίζεται και μετά από αυτή, καθώς και τις αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις των άρθρων 787, 980, 981, 982, 994, 1113 και 1884 ΑΚ, συνάγεται η αρχή, ότι ο συγκοινωνός, όπως είναι και ο εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών συγκοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) προτού καταστήσει γνωστό στους άλλους συγκοινωνούς, είτε ρητά, είτε με πράξεις που υποδηλώνουν τέτοια απόφαση, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομα του ως κύριος, για δικό του λογαριασμό, περάσει δε από τη γνωστοποίηση αυτή η προθεσμία της εν λόγω (αποσβεστικής ή κτητικής) παραγραφής. Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποιήσεως. Τέτοια γνωστοποίηση προς τους συγκύριους μπορεί να γίνει, είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου. Η περί της αντιποιήσεως της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει, είτε από τη δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό τους) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οπουδήποτε και αν προέρχεται (ΑΠ 1509/2013, ΑΠ 928/2012, ΑΠ 1171/2012, Νόμος). Μόνη η κατοχή του κοινού πράγματος ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ` αυτού από ένα συγκύριο δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, αν δεν εκδηλωθεί σαφώς στους λοιπούς συγκυρίους η βούλησή του περί αποκλειστικής, στο όνομα του μόνον, νομής του κοινού πράγματος (ΑΠ 397/2014, Νόμος). Η πιο πάνω αρχή προϋποθέτει την ύπαρξη κοινωνίας δικαιώματος, κατά το χρόνο που άρχισε να νέμεται αποκλειστικά και μόνο στο δικό του όνομα, ως κύριος, εκείνος κατά του οποίου προτείνεται η σχετική ένσταση ή ο άμεσος δικαιοπάροχός του. Δεν απαιτείται, όμως, γνωστοποίηση, όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση, με οποιονδήποτε τρόπο, της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός, ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικά για δικό του και μόνο λογαριασμό, όπως αυτό συμβαίνει στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών (ΑΠολ 485/1982, ΑΠ 717/2014, ΑΠ 810/2010, Νόμος).
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα υπό των διαδίκων επικαλούμενα και προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και των εγγράφων, που οι διάδικοι προσχομιζοον μετά νομίμου επικλήσεως, μεταξύ των οποίων και η από 13.3.1994 βεβαίωση του Προέδρου Κοινότητος Καστανιάς Ναυπακτίας περί κατοχής οικίας από την ................, η οποία λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ως βεβαίωση τρίτου, καθώς δεν δόθηκε πριν από τη δίκη ή κατά τη διάρκεια αυτής με σκοπό να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο αλλά σε ανύποπτο και πριν κάθε αντιδικία χρόνο (βλ 1368/2000, ΕλΔ 43.460), καθώς και τις υπ` αριθμ. 17249, 17250 & 17251/24.10.2006 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που προσκομίζει η αρχικώς ενάγουσα και ήδη σε δεύτερο βαθμό οι υπεισελθόντες στη δικονομική της θέση εφεσίβλητοι, οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (βλ 4073β, 4074β, 4075β & 4076β/20.10.2006 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ν. Καμπά), μη λαμβανομένων υπόψη των υπό των εκκαλουσών με επίκληση προσκομιζομένων ενόρκων βεβαιώσεων και δη των κατά σειρά επικλήσεως 145, 146, 147 & 148/24.10.2006, 54/2.11.2006, και 2459 & 2466/3.11.2006, 2464 & 2465/6.112006, καθώς ως προς αυτές δεν προσκομίζεται έκθεση κλητεύσεως των αντίδικων τους, ώστε να κριθεί το νομότυπο και εμπρόθεσμο της κλητεύσεώς τους (σημειωτέον ότι προσκομίζονται επίσης από τις εκκαλούσες οι με αριθμ. 20 & 21/5.10.2009 ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Πλατάνου ............., οι με αριθμ. 918, 919 & 920/6.112006 όμοιες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ιλίου, οι οποίες λήφθηκαν μετά νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων τους (βλ προσκομιζόμενες 4379Β, 4708Β, & 7862/28.9.2009 εκθέσεις επιδόσεως), πλην όμως δεν γίνεται νόμιμη επίκληση με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης, ούτε και εκείνες ενώπιον του Εφετείου Πατρών, και των φωτογραφιών, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 αριθμ. 3, 448 παρ. 2, 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), προκειμένου τα ως άνω να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη (άρθρο 438 ΚΠολΔ) είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), χωρίς να παραλείπεται κάποιο άλλο, πλην των υπερβαινουσών τον προβλεπόμενο αριθμό ενόρκων βεβαιώσεων, για την κατ` ουσία διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν για ορισμένα θα γίνει αναφορά ειδικώς παρακάτω, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατά τον μήνα Μάιο του 1944 αποβίωσε στην Καστανιά Ναυπακτίας χωρίς να αφήσει διαθήκη, ο ............. και κατέλιπε εγγύτερους συγγενείς του τη σύζυγο του ............. Χα ............. και τα μετ` αυτής αποκτηθέντα νόμιμα τέκνα του, ............., αρχικώς ενάγουσα και γεννηθείσα την 5η Σεπτεμβρίου 1928, στη δικονομική θέση της οποίας λόγω θανάτου υπεισήλθαν οι εφεσίβλητοι και ............. ή ............. Χα ............., γεννηθείσα το έτος 1929, δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων. Κατά το χρόνο θανάτου του ο ............. είχε στην αδιαμφισβήτητη κατοχή, νομή και κυριότητά του τα πιο κάτω ακίνητα, ήτοι: α) ένα οικόπεδο μετά της εντός αυτού ευρισκομένης παλαιάς λιθόκτιστης κατοικίας συνολικής επιφανείας 877,82 μ2, το οποίο κείται εντός των ορίων οικισμού Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας και συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 20,50 μέτρων με βατό δρόμο πλάτους δύο μέτρων, νοτιοδυτικώς επί πλευράς 17 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 7,70 μέτρων με ιδιοκτησία ............., επί πλευράς 4,60 μέτρων με ιδιοκτησία ............. και επί πλευράς 4,60 ............., νοτιοανατολικώς επί πλευράς 20,30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 4,30 μέτρων με ιδιοκτησία ............. και επί πλευράς 9,30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., βορειοανατολικώς επί πλευράς 15,80 μέτρων με ιδιοκτησία ............., βορείως επί πλευράς 25 μέτρων με ρέμα και βορειοδυτικώς επί πλευράς 13 μέτρων με δρόμο, β) ένα ξηρικό αγρόκτημα εκτάσεως 6000 μ2, που κείται εκτός οικισμού στη θέση «Κεφαλόβρυσο» της κτηματικής περιφερείας Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 200 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 200 μέτρων με ιδιοκτησία ............., γ) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 4.500 μ2, που κείται στη θέση «Πλατάνια» της κτηματικής περιφερείας Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με δυτική έκταση, μεσημβρινώς επί πλευράς 150 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 150 μέτρων με ιδιοκτησία ............., δ) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 300 μ2, που κείται στη θέση «Τσιντζέλη» της κτηματικής περιφερείας Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 10 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 10 μέτρων με ιδιοκτησία ............. και αρκτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ε) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 5500 μ2, κείμενο στη θέση «Σταυρομάντρι» της κτηματικής περιφερείας Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 1(Χ) μέτροον με ρέμα, ανατολικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία ............. και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία ............., στ`) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 2000 μ2, κείμενο στη θέση «Φουντούκια» Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 40 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 50 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 40 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 50 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ζ) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 3000 μ2, κείμενο στην θέση «Ζερβό» Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 30 μέτρων με ιδιοκτησία ............. και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία ............., και η`) ένα ξηρικό αγρόκτημα συνολικής εκτάσεως 5.500 μ2, κείμενο στη θέση «Ανθότρυπα» Καστανιάς Πλατάνου Αιτωλοακαρνανίας, το οποίο συνορεύει δυτικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ιδιοκτησία ............., μεσημβρινώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία ............., ανατολικώς επί πλευράς 55 μέτρων με ρέμα και αρκτικώς επί πλευράς 100 μέτρων με ιδιοκτησία .............. Στην κληρονομιά του άνω αποβιώσαντος εχώρησε η εξ αδιαθέτου διαδοχή και έτσι αυτός κληρονομήθηκε από την σύζυγο του ............. Χα ............., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία, όπως δεν αμφισβητείται, υπεισήλθε στην κληρονομιά αυτή δι αναμείξεως, εκδηλώνοντας σαφώς την πρόθεση της να είναι κληρονόμος, και τις ανήλικες θυγατέρες του, ............. και ............. ή ............., κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη, οι οποίες ως υπεξούσιες ανήλικες και τελούσες υπό την άμεση πατρική εξουσία του κληρονομουμένου κατά το χρόνο θανάτου του (sui), υπεισήλθαν αυτοδικαίως στην κληρονομιά του πατέρα τους, κατά τους κανόνες του ισχύοντος τότε βρ δίκαιου. Οι τελευταίες και μετά την ενηλικίωσή τους συνέχισαν να ασκούν διακατοχικές πράξεις επί των επιδίκων ακινήτων ως εξ αδιαιρέτου συγκύριες κατά τα προαναφερόμενα ποσοστάί, ασκώντας διακατοχικές πράξεις επΝ αυτών και με την πεποίθηση ότι δεν βλάπτουν δικαιώματα κανενός. Την 28η Απριλίου 1955 η ............. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον ............. και έκτοτε εγκαταστάθηκε στη Γραμματικού Μακρυνείας, επισκεπτόμενη την πατρική της οικία στην Καστανιά Πλατάνου Ναυπακτίας όπου ζούσε η μητέρα της ............. σε τακτά χρονικά διαστήματα μέχρι και το 1975 που αποβίωσε, μετέπειτα δε περιορίστηκαν οι επισκέψεις της στο ελάχιστο. Την 7η Νοεμβρίου 1965 η ............. τέλεσε νόμιμο γάμο με τον ............. και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, απέκτησε δε από το γάμο της αυτό τις εκκαλούσες. Την 26η Νοεμβρίου 1975 αποβίωσε χωρίς να αφήσει διαθήκη η μητέρα των δικαιοπαρόχων των διαδίκων ............. Χα ............., κατέλιπε δε ως μόνες εξ αδιαθέτου κληρονόμους της τις προαναφερόμενες θυγατέρες της, οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά, με την άπρακτη πάςρδο της προβλεπόμενης προς αποποίηση προθεσμίας. Επιπλέον, η ............. δυνάμει της ...../2006 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Προσχίου ............., νόμιμα μεταγραφείσα στα οικεία βιβλία μεταγραφών, αποδέχθηκε και ρητώς την άνω κληρονομική της μερίδα. Την 1η Μαρτίου 1993 αποβίωσε στην Αθήνα η ............., η οποία με την υπ` αριθμ. ....../24.8.1992 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Ναυπάκτου ............. και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 40/1993 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατέστησε κληρονόμους της στο σύνολο της προαναφερόμενης κληρονομιάς του ............. τις εκκαλούσες και σε διακριτά μέρη καθεμιά επί ενός εκάστου εξ αυτών, κατά τα ειδικότερα στην από 10.4.2006 αγωγή τους διαλαμβανόμενα. Την κληρονομιά αυτή οι εκκαλούσες αποδέχθηκαν με την ....../22.42004 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Ιλίου ............., η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Προσχίου. Με βάση την άνω δήλωση αποδοχής κληρονομιάς και με επιπλέον ιστορικό μεταβίβασης του συνόλου της κληρονομιαίας περιουσίας στην μητέρα τους ............. από τη γιαγιά τους ............., δυνάμει άτυπης δωρεάς που έλαβε χώρα κατά το έτος 1966, την άσκηση έκτοτε πράξεων νομής και κατοχής από την μητέρα τους μέχρι το 1993 και μετέπειτα από τις ίδιες ως αποκλειστικές συγκυρίες, οι εκκαλούσες άσκησαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την από 10.4.2006 αγωγή τους με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί η συγκυριότητα τους επί των επιδίκων ακινήτων, πρόβαλαν δε αντίστοιχα ένσταση αποσβεστικής ή κτητικής παραγραφής ως εναγόμενες επί της από 10.3.2006 αντίθετης αγωγής της θείας τους ............., προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους και εκείνο των δικαιοπαρόχων τους. Οπως προεκτέθηκε, μετά το θάνατο του ............. το έτος 1944, η κληρονομιαία περιουσία του επήχθη, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη εκτίθενται, στη σύζυγο του ............. χα ............., κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου, η οποία υπεισήλθε στην κληρονομιά του δι` αναμείξεως και στις υπεξούσιες ως ανήλικες θυγατέρες του (sui), ............. και ............., κατά ποσοστό 3/8 η καθεμία. Οι τελευταίες μέχρι την τέλεση των γάμων τους (1955 & 1965 αντίστοιχα) ασκούσαν από κοινού με την μητέρα τους ως εξ αδιαιρέτου συγκυρίες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό των επιδίκων πράξεις νομής και κατοχής διαμένουσες στην λιθόκτιστη οικία του πρώτου των επιδίκων ακινήτων, επισκευάζοντας αυτήν μετά από πυρκαγιά που εκδηλώθηκε, καλλιεργώντας και συλλέγοντας τους παραγόμενους καρπούς και προστατεύοντας τη σύννομη τους έναντι τρίτων. Μετά την τέλεση των γάμων τους, η μεν πρώτη εγκαταστάθηκε στη Γραμματικού Μακρυνείας, η δε δεύτερη στα Λιόσια Αττικής όπου δημιούργησαν και μεγάλωσαν τις οικογένειες της η καθεμία, μεταδημοτεύοντας μάλιστα από την Κοινότητα Καστανιάς Πλατάνου Ναυπακτίας μετά την τέλεση των γάμων τους (βλ από 13.9.2005 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών της ............. του Δημάρχου Πλατάνου). Ετσι, διακατοχικές επί των επιδίκων πράξεις ασκούσε και για λογαριασμό των λοιπών κοινωνών η μητέρα τους ............. μέχρι και το 1975, που αποβίωσε, συνεπικουρούμενη και από τις θυγατέρες της κατά τις επισκέψεις τους στην Καστανιά Ναυπακτίας ιδίως κατά τους θερινούς μήνες. Από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι μετά το θάνατο της ............. κάποια εξ αυτών άσκησε αποκλειστικά για τον εαυτό της πράξεις νομής και κατοχής επί των επιδίκων, γνωστοποιώντας τη βούλησή της αυτή στην άλλη εξ αδιαιρέτου συγκυρία, όπως αβάσιμα διατείνονται οι εκκαλούσες. Βέβαια αποδεικνύεται ότι τη χρήση της λιθόκτιστης οικίας του πρώτου τουλάχιστον των επιδίκων ακινήτων είχαν οι εκκαλούσες και ιδιαίτερα η ............. αλλά και η ............. (βλ. προσκομιζόμενες βεβαιώσεις περί πληρωμής λογαριασμών ΔΕΗ, ΟΤΕ και τελών ύδρευσης), όμως ουδέποτε γνωστοποιήθηκε είτε ρητώς είτε σιωπηρώς στην αρχικώς ενάγουσα ότι οι πράξεις αυτές ασκούνται με διάνοια αποκλειστικής κυριότητος επ` αυτού. Η επικαλούμενη εκ μέρους των εκκαλουσών άτυπη μεταβίβαση της όλης πατρικής περιουσίας από την ............. προς την μητέρα τους ............. περί το έτος 1966 και η εν συνεχεία άσκηση διακατοχικών πράξεων από την τελευταία με διάνοια αποκλειστικής κυρίας επ` αυτής μέχρι και το θάνατο της (1993) και έκτοτε από τις ίδιες (εκκαλούσες), καθώς και η εκείθεν δήλωση αποδοχής της κληρονομίας της μητέρας τους, δεν επάγεται έννομες υπέρ αυτών συνέπειες, καθόσον, όπως προεκτέθηκε: α) στην κληρονομιαία περιουσία του ............., ήδη από το θανάτου του, αυτοδικαίως και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου είχε καταστεί συγκληρονόμος η ............., β) ουδέποτε η τελευταία παραιτήθηκε του κληρονομικού της δικαιώματος με εκούσια παράδοση της νομής μετά από άτυπη δωρεά, διανομή ή πώληση μεταξύ των συγκοινωνών, ενώ ο ισχυρισμός περί παροχής προικώας περιουσίας στην ............. με την τέλεση του γάμου της και την εντεύθεν παραχώρηση της νομής των επιδίκων στους λοιπούς συγκληρονόμους δεν αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς όλως αορίστως αναφέρονται σε αυτήν οι μάρτυρες χωρίς όμως να περιγράφονται τα προικώα δήθεν περιουσιακά στοιχεία που της μεταβιβάστηκαν, ούτε προσδιορίζεται χρηματικό ποσό που έλαβε ως προίκα, γ) επίσης η ............. είχε καταστεί συγκυρία της ίδιας κληρονομίας κατά ποστοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου και συνεπώς κατ` εφαρμογή της αρχής του βρδ «ουδείς μετάγει πλέον του ού έχει δικαιώματος»), που διατηρήθηκε σε ισχύ και υπό το κράτος του ΑΚ, μόνον ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου μπορούσε να μεταβιβάσει με άτυπη δωρεά στην ............., όχι δε το σύνολο της κληρονομίας, παραγράφοντας τα αυτοδικαίως κτηθέντα δικαιώματα συγκυριότητας τόσο της ............. όσο και της .............. Τέλος, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι είτε η ............. μέχρι το 1993 είτε οι εκκαλούσες έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσαν επί των επιδίκων πράξεις με διάνοια αποκλειστικής κυριότητος. Από μόνο το γεγονός της περιστασιακής χρήσης των ακινήτων για τοποθέτηση κινητών, την επιτήρησή του, την ύπαρξη κατοικίδιων ζώων και τη φύτευση οπωρολαχανικών στα επίδικα περί των οποίων καταθέτει ο μάρτυρας των εκκαλουσών, αντικρουόμενος σαφώς από τον μάρτυρα των εφεσίβλητων και μη επιβεβαιούμενος από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται και το αναγκαίο για τη χρησιδεσποσία στοιχείο του animus, δηλαδή ότι ασκούσαν επ` αυτών τις ως άνω πράξεις με σκοπό εξουσιάσεώς τους ως αποκλειστικές κυρίες. Ακόμη και αν ήθελε εκληφθεί η εκ μέρους των εκκαλουσών δήλωση φόρου κληρονομίας και η συμπερίληψη των επιδίκων στο έντυπο δήλωσης ακίνητης περιουσίας (Ε9) από τα έτη 1994 και 1997 αντίστοιχα ως πράξη νομής με διάνοια αποκλειστικών συγκυρίων μέχρι την άσκηση της αγωγής δεν συμπληρώνεται ο απαιτούμενος για την χρησικτησία χρόνος και επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι. Από όλα τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία της υπόθεσης αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία δικαιώματος, αφού αυτοί ήσαν εξ αδιαιρέτου συγκύριοι των επίδικων ακινήτων με τις ως άνω κληρονομικές διαδοχές και μεταβίβαση από τον τιρσγγρύμενο κύριο, και οι συγκληρονόμοι - συγκύριοι εκκαλούσες, ακόμη και αν κατείχαν τα επίδικα, θεωρείται ότι νεμόταν αυτά ως αντιπρόσωποι και των άλλων συγκληρονόμων - συγκυρίων, και δη της αρχικώς ενάγουσας και των ήδη υπεισελθόντων στη δίκη κληρονόμων αυτής. Μόνη η κατοχή των κοινών ακινήτων ή μόνη η διενέργεια διακατοχικών πράξεων επ` αυτών από τις εκκαλούσες και τη δικαιοπάροχο αυτών ............., δεν αρκεί για την απόκτηση ιδίας κυριότητας με χρησικτησία, δεδομένου ότι δεν εκδήλωσαν οι τελευταίοι σαφώς στην αρχικώς ενάγουσα τη βούλησή τους περί αποκλειστικής στο όνομά τους μόνον, νομής των κοινών ακινήτων. Ετσι, δεν μπορούν να αντιτάξουν κατ` αυτής ή των δικαιοδόχων της κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), αφού δεν εκδήλωσαν τη βούλησή τους αυτή με οποιονδήποτε τρόπο όσο ζούσε η αρχικώς ενάγουσα μέχρι και την άσκηση της αγωγής. Με βάση τα παραπάνω, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων κληρονομιαίων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, γιατί τα νέμονταν αυτά από το έτος 1966 μέχρι και το 1993 η δικαιοπάροχος μητέρα τους και μετέπειτα οι ίδιες μέχρι και την άσκηση της αγωγής είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε μεταβίβαση της νομής του μεριδίου της ............. επί των επιδίκων, με παράδοση αυτής ούτε και αντιποίηση της νομής του μεριδίου της εκ μέρους της δικαιοπαρόχου των εκκαλουσών, που επέρχεται εφόσον καταστήσει γνωστό ότι νέμεται αποκλειστικά το κοινό πράγμα ή κατά μεγαλύτερο μερίδιο, ούτε αποδείχθηκε άτυπη διανομή γενόμενη μεταξύ των συγκληρονόμων - συγκυρίων. Ετσι, οι εκκαλούσες τις οποιεσδήποτε διακατοχικές πράξεις τους στα επίδικα τις διενήργησαν και ως αντιπρόσωποι της αρχικώς ενάγουσας - συγκληρονόμου, κατά της οποίας δεν μπορούν να αντιτάξουν κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) και θα πρέπει ο σχετικός ισχυρισμός τους, που αποτελεί τη βάση της από 10.4.2006 αναγνωριστικής συγκυριότητας αγωγής τους και αντίστοιχα ένστασης περί ιδίας κυριότητας επί της αντίθετης από 10.3.2006 διεκδικητικής αγωγής της αντιδίκου τους, να απορριφθεί ως αβάσιμη. Με τις σκέψεις αυτές, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απέρριψε την ένσταση κτητικής παραγραφής των εκκαλουσών επί των επιδίκων κληρονομιαίων ακινήτων και αναγνώρισε το δικαίωμα συγκυριότητας της ............. επν αυτών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως πλην του 4ου αυτών, περί του οποίου αμέσως κατωτέρω, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
5. Περαιτέρω, με τον 4ο λόγο της εφέσεως οι εκκαλούσες πλήττουν την εκκαλούμενη ότι κακώς απέρριψε τον ισχυρισμό τους περί συμπληρώσεως στο πρόσωπό τους του απαιτούμενου χρόνου για την τακτική χρησικτησία, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1133 και 1199 ΑΚ, καθόσον με την μεταγραφή της 322/2004 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας της μητέρας τους ............., τα αποτελέσματα της οποίας ανατρέχουν στο χρόνο θανάτου της και ο εν τω μεταξύ διαδραμών χρόνος συνυπολογίζεται στο χρόνο χρησικτησίας των κληρονόμων από το χρονικό σημείο του θανάτου του κληρονομουμένου, ώστε οι ίδιες έχουν καταστεί συγκυρίες των ακινήτων με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας. Ο ισχυρισμός αυτός των εκκαλουσών που αποτελεί και λόγο εφέσεως περί του ότι από το έτος 1993 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (2006) νέμονται και κατέχουν οι ίδιες τα επίδικα, και ότι πριν από αυτές και συγκεκριμένα από το έτος 1966, νεμόταν και κατείχε αυτά η, ως άνω, μητέρα τους ............., κρίνεται ως αβάσιμος στην ουσία του και ως εκ τούτου είναι απορριπτέος, καθόσον η αναδρομική, κατά τα ως άνω, ενέργεια της μεταγραφής της αποδοχής κληρονομιάς στην οποία προέβησαν οι εκκαλούσες, δεν επάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων στα κληρονομιαία ακίνητα, τα οποία αποκτήθηκαν νόμιμα πριν το θάνατο της κληρονομούμενης μητέρας τους και μέχρι το χρόνο της μεταγραφής αυτής όπως είναι το δικαίωμα κυριότητας που αποκτήθηκε παραγώγως αιτία κληρονομικής διαδοχής ή πρωτοτύπως με χρησικτησία (ΑΠ 268/2014, Νόμος). Αλλωστε η αναδρομική κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων προϋποθέτει ότι ο κληρονομούμενος ήταν κύριος των κληρονομιαίων ακινήτων κατά το χρόνο θανάτου του, πράγμα όμως που ουδόλως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν.
6. Κατόπιν όλων αυτών, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, να επιβληθούν δε τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας σε βάρος των εκκαλουσών (αρθρ. 191 παρ. 2, 183, 176 ΚΠολΔ).-
Για τους λόγους αυτούς
Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους
Απορρίπτει την έφεση κατά της 102/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου ως αβάσιμη κατ` ουσίαν, και
Καταδικάζει τις εκκαλούσες στα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε πεντακόσια (500) €.-
Κρίθηκε, αποφασίστηκε στο Αγρίνιο, την 10η Μαρτίου 2015 και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 17 Μαρτίου, ίδιου έτους, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.-
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ε.Φ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου