Κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Νόμιμος τίτλος. Έννοια αυτού. Νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί, και το οποίο ..1192/2014 ΑΠ


Επιδίκαση της κυριότητας του τμήματος γειτονικού γηπέδου που καταλήφθηκε με την επέκταση οικοδομής. Άσκηση της σχετικής αξίωσης μόνο με αγωγή ή με ανταγωγή, όχι όμως και με ένσταση που προτείνεται από εκείνον που προέβη στην ανοικοδόμηση προς αντίκρουση της διεκδικητικής αγωγής του κυρίου του καταληφθέντος..1032/2014 ΑΠ.

1192/2014 ΑΠ ( 640247) 
Κτήση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία. Προϋποθέσεις. Νόμιμος τίτλος. Έννοια αυτού. Νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που..
έχει νομίμως μεταγραφεί, και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εκτός αυτού, όπως είναι και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής. Πώληση ξένου ακινήτου. Μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου. Προστασία του αληθινού κυρίου στην περίπτωση μεταβιβάσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο με διεκδικητική αγωγή, την οποία εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνον κατ’ αυτού και όχι κατά του πωλητή, εναντίον του οποίου μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή. Κτήση κυριότητας ακινήτου με κληρονομική διαδοχή. Η επαγωγή και μόνον κληρονομίας στο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά το καταλειπόμενο σ’ αυτό ακίνητο δημόσια περιουσία, αλλά αυτό γίνεται μόνον από της μεταγραφής της περί αποδοχής της κληρονομίας δηλώσεως του Δημοσίου. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 4085/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.


  
Αριθμός 1192/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ασπασία Μαγιάκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Ελληνικού Δημοσίου/Ταμείου Εθνικού Στόλου (ΤΕΣ), που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, 2)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Εθνικής Αμυνας (ΤΕΘΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3)Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία Ταμείο Αεροπορικής Aμύνης (ΤΑΑ) που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιούς τους Ευγενία Βελώνη, Νομική Σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και Θεόδωρο Ράπτη, Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1)Ι. συζ. Ν. Κ. το γένος Π. Τ. και 1)Ε. Κ. του Ν., συζ. Θ. Μ., κατοίκου .... Η 2η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καρατζά, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η απεβίωσε στις 16/7/2010 (όπως προκύπτει από την με αριθμό 131/2010 τομ.22 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Δήμου Αθηναίων) και κληρονομήθηκε από την 2η η οποία συνεχίζει τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/12/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 926/2002 μη οριστική, 1514/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4085/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν τα αναιρεσείοντα νομικά πρόσωπα με την από 30/6/2011 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ασπασία Μαγιάκου ανέγνωσε την από 18/9/2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 34, 35 ΑΚ, 62, 73, 313 παρ.1 περ.δ` ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου Κώδικα που κατ` άρθρο 573 παρ.1 εφαρμόζονται και στην κατ` αναίρεση δίκη, προκύπτει ότι, αν μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης απεβίωσε ο διάδικος, ο αντίδικός του πρέπει να απευθύνει την αναίρεση κατά των κληρονόμων του, άλλως αυτή απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Τούτο υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει, με οποιοδήποτε τρόπο, γνώση του Θανάτου του αντιδίκου του, διαφορετικά η αναίρεση δεν είναι άκυρη και χωρεί νόμιμα η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη Θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ολ ΑΠ 27/1987). Τόσο η βίαιη διακοπή της δίκης λόγω Θανάτου του διαδίκου όσο και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του μπορούν να γνωστοποιηΘούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί άμεση συζήτηση της υπόθεσης (ολ ΑΠ 22/2000 ΝοΒ 200.602). Στην προκείμενη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 7/7/2011 εμφανίσθηκε στο ακροατήριο η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Κ. με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σταύρο Καρατζά, ο οποίος, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω του θανάτου, στις 6/7/2010, της πρώτης αναιρεσίβλητης Ι. Κ., και ότι αυτή κληρονομήθηκε (εξ αδιαθέτου) από τη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Κ. (κόρη της), η οποία παρίσταται και συνεχίζει εκουσίως τη δίκη στο όνομα εκείνης, καθώς και ατομικά για τον εαυτό της. Ο θάνατος της Πρώτης αναιρεσίβλητης και η συγγενική που στηρίζει την κληρονομική ιδιότητα της δεύτερης αναιρεσίβλητης αποδεικνύονται από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζει η τελευταία, τα γεγονότα δε αυτά δεν αμφισβητούνται ειδικώς από τα αναιρεσείοντα (άρθρο 261 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι ο Θάνατος της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά την 16/7/2010, έλαβε χώρα μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης από το Εφετείο (8/7/2008) και πριν από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης αναίρεση ς (7/72011). Από κανένα, όμως, αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι τα αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αυτής γνώριζαν το θάνατο της Πρώτης αναιρεσίβλητης, ο οποίος γνωστοποιήθηκε σε αυτά, το πρώτον, στο ακροατήριο του δικαστηρίου τούτου, κατά τα προεκτεθέντα. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη κατά το μέρος που στρέφεται κατά προσώπου που έχει αποβιώσει πριν από την άσκησή της, δηλαδή κατά της Πρώτης αναιρεσίβλητης, και νομίμως συνεχίζεται η παρούσα δίκη με τη δεύτερη αναιρεσίβλητη που παραστάθηκε νομίμως με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, ατομικά και ως (εξ αδιαθέτου) κληρονόμος της πρώτης (αναιρεσίβλητης). Κατά τα άρθρα 1846, 1198 και 1199 ΑΚ ο κληρονόμος αποκτά αυτοδικαίως την κληρονομία μόλις γίνει η επαγωγή, με την επιφύλαξη της διατάξεως του άρθρου 1198 ΑΚ που ορίζει ότι χωρίς μεταγραφή στις περιπτώσεις των άρθρων 1192 ΑΚ εδάφια 1 έως και 4 και 1193 ΑΚ δεν επέρχεται η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου ή η σύσταση, μετάθεση, κατάργηση εμπραγμάτου δικαιώματος πάνω στο ακίνητο. Με τη μεταγραφή κατά το άρθρο 1193 ΑΚ η κυριότητα ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα πάνω σε ακίνητο θεωρούνται ότι περιήλθαν στον κληρονόμο ή στον κληροδόχο από το θάνατο του κληρονομουμένου, με την επιφύλαξη των διατάξεων για την αναβλητική αίρεση ή προθεσμία. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η μεν κυριότητα του κληρονομιαίου ακινήτου με το θάνατο του κυρίου παύει να υπάρχει για αυτόν, με την αυτοδίκαιη δε περιέλευση της περιουσίας του ως συνόλου στον κληρονόμο του, ο τελευταίος αποκτά αυτοδικαίως το κληρονομικό δικαίωμα που αποτελεί την ιδιάζουσα, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής, νομική αιτία κτήσεως της κυριότητας του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνεπώς, μέχρι της μεταγραφής της αποδοχής η κυριότητα του κληρονόμου επί του κληρονομιαίου ακινήτου είναι μετέωρη, επέρχεται δε μόνον από της διενέργειας αυτής, αναδρομικώς από το χρόνο θανάτου του κληρονομούμενου, χωρίς, πάντως, η αναδρομική αυτή ενέργεια να συνεπάγεται και την κατάλυση δικαιωμάτων τρίτων, που έχουν νόμιμα αποκτηθεί επί ακινήτου της κληρονομίας, όπως κυριότητα αποκτηθείσα πρωτοτύπως με χρησικτησία συμπληρωθείσα μέχρι το χρόνο της μεταγραφής (ΑΠ 1201/2012). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21- 6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "Περί δικαιοστασίου", τα οποία εκδόθηκαν βάσει αυτού από 12-9-1915 μέχρι και 16-5-1926, του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διαιτητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ", του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938 "Περί Προστασίας των δημοσίων κτημάτων" και του άρθρου 53 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι εξαιρούνται της χρησικτησίας τα δημόσια κτήματα, ήτοι τα ανήκοντα κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον ο προς τούτο απαιτούμενος χρόνος νομής δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-19 15 (ολ. ΑΠ 75/1987). Η επαγωγή και μόνον κληρονομίας στο Ελληνικό Δημόσιο δεν καθιστά το καταλειπόμενο σ` αυτό ακίνητο δημόσια περιουσία, αλλά τούτο γίνεται μόνον από της μεταγραφής της περί αποδοχής της κληρονομίας δηλώσεως του Δημοσίου, από την οποία επέρχεται και, μάλιστα, αναδρομικώς η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου από το θάνατο του κληρονομούμενου, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν αμέσως ανωτέρω. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1043, 1045, 1051 ΑΚ προκύπτει ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου, με τακτική χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο για μια δεκαετία, ενώ με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα, και. στις δύο περιπτώσεις, εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του. Ειδικότερα κατά την έννοια της διάταξης 1041 ΑΚ νόμιμος τίτλος είναι κάθε νομικό γεγονός, προσποριστικό κυριότητας κατά πρωτότυπο ή παράγωγο τρόπο. Στη δεύτερη περίπτωση για τη συγκρότηση του νόμιμου τίτλου αρκούν τα περιστατικά που συνιστούν μεταβίβαση κυριότητας, χωρίς να απαιτείται και ύπαρξη κυριότητας του μεταβιβάζοντα, η οποία χρειάζεται μόνο για την παράγωγο κτήση, διότι με τη χρησικτησία ο νόμος αποβλέπει ακριβώς στην αναπλήρωση του ελλείποντος στοιχείου της κυριότητας του δικαιοπαρόχου. `Ετσι νόμιμος τίτλος προς απόκτηση κυριότητας ακινήτου με τακτική χρησικτησία είναι και το μεταβιβαστικό της κυριότητας για νόμιμη αιτία συμβολαιογραφικό έγγραφο, που έχει νομίμως μεταγραφεί, και το οποίο παρουσιάζει εξωτερικά τους όρους του έγκυρου τίτλου, τυχόν δε ελαττώματα, κείμενα εκτός αυτού, όπως και η έλλειψη κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντος, καλύπτονται από τη χρησικτησία, αν συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, μεταξύ δε αυτών και η καλή πίστη, ήτοι η πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά του, πως με τον τίτλο απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση πρέπει να υπάρχει κατά την κτήση της νομής. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 239, 513, 1033, 1191 ΑΚ προκύπτει ότι η πώληση ξένου ακινήτου είναι έγκυρη, δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης πώλησης. Έναντι όμως του αληθινού κυρίου δεν είναι ισχυρή η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, καθόσον για τη μεταβίβαση αυτή απαιτείται (άρθρ. 1033 ΑΚ) αυτός που μεταβιβάζει να είναι κύριος, και συνεπώς, εκείνος προς τον οποίο μεταβιβάσθηκε ξένο ακίνητο δεν αποκτά κυριότητα, εφόσον του μεταβιβάσθηκε από μη κύριο. Ο αληθής κύριος στην περίπτωση μεταβιβάσεως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με διεκδικητική αγωγή (1094 ΑΚ), την οποία όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνον κατ` αυτού και όχι κατά του πωλητή. Κατά του τελευταίου, εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμά του, μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή. Εξάλλου από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασής του, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν από τα κατ` είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Την ... απεβίωσε στην Αθήνα ο ηλικίας 79 ετών Β. Λ. Ε., ο οποίος όσο ζούσε ήταν κύριος μεγάλης περιουσίας. Ένα από τα περιουσιακά του στοιχεία ήταν το οικόπεδο, που βρίσκεται στην Αγία Παρασκευή Αττικής, στο … ΟΤ, επί της οδού ..., που έχει έκταση 3.709,45τμ. Με το υπ` αριθμό ... προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών ................. , ο παραπάνω οικοπεδούχος, λίγο πριν από το θάνατό του, είχε αναθέσει στην εταιρεία "..............." την ανέγερση δύο συγκροτημάτων πολυκατοικιών στο παραπάνω οικόπεδο, με το σύστημα της αντιπαροχής, ενώ στη συνέχεια με την υπ` αριθμό 76/20-6-1978 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, υπήγαγε τα οικοδομήματα στις διατάξεις της οριζοντίου ιδιοκτησίας. Την 2... δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 1848/1978 πρακτικό του, η υπ` αριθμό ... δημόσια διαθήκη του Β. Ε., που φέρεται να έχει συνταχθεί από τη συμβολαιογράφο Αθηνών .......... . Με τη διαθήκη αυτή εγκαθίσταται κληρονόμος στη ψιλή κυριότητα όλης της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Β. Ε., ο ανήλικος (τεσσάρων ετών), κατά το χρόνο εκείνο, Β. Χ. Π. και σύζυγός του Ο. Ε., με την οποία δεν είχε αποκτήσει τέκνα, στην επικαρπία της παραπάνω περιουσίας. Η τελευταία την 30-8-1978 αποποιήθηκε, με δήλωση στο γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών την εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονομία του συζύγου της, για την οποία συντάχθηκε η 790/30-8-1978 πράξη του άνω γραμματέα. Ετσι, ο ανήλικος Β. Π. κατέστη μοναδικός κληρονόμος της περιουσίας του Β. Ε.. Την κληρονομία αυτή αποδέχθηκε για λογαριασμό του ανήλικου, Ο πατέρας του Χ. Π., ο οποίος, στη συνέχεια, μετέγραψε τη δήλωση αποδοχής στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο Αγίας Παρασκευής. Ο Χ. Π., που ήταν δικηγόρος, γνώρισε μέσω του νομίμου εκπροσώπου της εργολήπτριας εταιρείας Κ. Σ., το Ν. Κ., σύζυγο και πατέρα αντίστοιχα της δεύτερης και Τρίτης των εναγομένων, ο οποίος ήταν επίσης δικηγόρος και υπερασπιζόταν τα συμφέροντα της εργολήπτριας εταιρείας. Εν όψει και της γνωριμίας αυτής, ο Χ. Π., ανέλαβε την υποχρέωση με το υπ` αριθμό ... προσύμφωνο συμβόλαιο, που συμπληρώθηκε με το ... όμοιο, της παραπάνω συμ/φου, να πωλήσει και να μεταβιβάσει, για λογαριασμό του ανηλίκου, στην Ι. σύζυγο Ν. Κ. την κυριότητα του υπό στοιχείο Γ- 5 διαμερίσματος του τρίτου πάνω από την πυλωτή ορόφου, του κτιρίου Β του παραπάνω συγκροτήματος πολυκατοικιών, της υπό στοιχείο Υ-7 αποθήκης και της υπό στοιχείο 7 θέσης στάθμευσης, που βρίσκονταν στο στάδιο εκτελέσεως εργασιών. Το τίμημα για την αγορά των ακινήτων αυτών συμφωνήθηκε στο ποσό των 2.250.000 δραχμών, η δε αγοράστρια κατέβαλε, έναντι του τιμήματος, το ποσό των 800.000 δραχμών, παραλαμβάνοντας μετά τη κατάρτιση του δευτέρου προσυμφώνου, ήτοι την 5-4-1979 και τη νομή των ακινήτων, με σκοπό να επιφέρει αλλαγές στη διαρρύθμιση του διαμερίσματος και να αποπερατωθούν οι εργασίες με υλικά που θα επέλεγε η ίδια. Εν τω μεταξύ, η Ο. χήρα Β. Ε., η οποία μετάνιωσε για την κατά τα παραπάνω αποποίηση της κληρονομίας του συζύγου της, ζήτησε με αγωγή της την ακύρωση της δήλωσής της για αποποίηση της κληρονομιάς του. Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 8217/1980 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και επίσης απορρίφθηκε τελεσίδικα και η παρέμβαση της Ο.ς Ε. στη δίκη για έκδοση κληρονομητηρίου, το οποίο είχε ζητήσει και ο Χ. Π. για λογαριασμό του ανήλικου και το οποίο τελικά εκδόθηκε (βλ. το 988/12-6-1981 πιστοποιητικό). Κατόπιν αυτών καταρτίστηκε το υπ` αριθμό ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της παραπάνω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο ο Χ. Π., εκπροσωπώντας τον ανήλικο γιο του, μεταβίβασε οριστικά στη δεύτερη εναγόμενη την κυριότητα των παραπάνω ακινήτων, ενώ αυτή κατέβαλε το υπόλοιπο τίμημα. Η δεύτερη εναγόμενη, η οποία ήδη, από την υπογραφή του δευτέρου προσυμφώνου, βρισκόταν στη νομή των ακινήτων, συνέχισε να την ασκεί με καλή πίστη και με την πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά της, ότι με το παραπάνω συμβόλαιο και τη μεταγραφή του, απέκτησε την κυριότητά του. Ετσι, και ενώ συνεχίζονταν οι εργασίες αποπεράτωσης του διαμερίσματος, επέφερε αλλαγές στη διαρρύθμισή του και ζήτησε να γίνουν συμπληρωματικές εργασίες, καταβάλλοντας επιπλέον χρήματα μέχρι και την αποπεράτωσή του. Στη συνέχεια η ίδια μεταβίβασε τα 3/5 εξ αδιαιρέτου του διαμερίσματος στο σύζυγό της με το υπ` αριθμό ... συμβόλαιο της παραπάνω συμ/φου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ με το υπ` αριθμό ...... συμβόλαιο της ίδιας συμ/φου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα στις 31-5-1983, σι δύο συγκύριοι μεταβίβασαν το ίδιο διαμέρισμα, ως προίκα, στη θυγατέρα του Ε.- τρίτη εναγόμενη, λόγω του επικείμενου γάμου της με το Θ. Μ.. Η τελευταία, αφού παρέλαβε τη νομή του διαμερίσματος, το χρησιμοποιεί, μετά την αποπεράτωσή του για κατοικία αυτής και της οικογένειάς της και γενικά ασκεί, μετά και την κατάργηση του θεσμού της προίκας, όλες τις πράξεις που αρμόζουν στον κύριο του ακινήτου, με διάνοια κυρίας, με του προαναφερόμενο ... συμβόλαιο, το οποίο φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του στοιχεία, έχοντας την πεποίθηση ότι κατά το χρόνο της κατάρτισης, όσο και της μεταγραφής του, οι γονείς της ήταν κύριοι του ακινήτου και ότι η μητέρα της είχε αγοράσει το διαμέρισμα αυτό από αληθή κύριο. Τον Απρίλιο του έτους 1987, αποκαλύφθηκε ότι ο παραπάνω Χ. Π., πατέρας του Β. Π., είχε διαπράξει, με τη σύμπραξη και άλλων συνεργών, οκτώ (8) δολοφονίες ηλικιωμένων και ευπόρων ατόμων, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβανόταν και ο Β. Ε.ς, ενώ στη συνέχεια, κατασκευάζοντας πλαστές διαθήκες, πωλητήρια, συμβόλαια κλπ άρπαζε τις περιουσίες τους. Για τις πράξεις αυτές και για τη δολοφονία του Β. Ε., κρίθηκε ένοχος από το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο (ΜΟΕ) Αθηνών, η απόφαση του οποίου έγινε αμετάκλητη με τη 1819/1993 απόφαση του Αρείου Πάγου. Μετά την αποκάλυψη της εγκληματικής δραστηριότητας του Χ. Π., η ευρισκόμενη στη ζωή και υπέργηρη, πλέον, σύζυγός Ο. Ε., συνέταξε, λίγο πριν από το θάνατό της, στις 22-12-1987, την από 8-12-1987 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το υπ` αριθμό 230/1988 Πρακτικό του, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους της τις Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας (Ταμείο Εθνικής Αμυνας, Ταμείο Εθνικού Στόλου και Ταμείο Αεροπορικής Άμυνας), ήτοι τα ενάγοντα Ταμεία, στα μετρητά (καταθέσεις σε ταμιευτήρια και Εθνική Τράπεζα), καθώς και στα κληρονομιαία από το θανόντα σύζυγό της ακίνητα. Στη συνέχεια, ο ορισθείς εκκαθαριστής της κληρονομίας της Ο.ς Ε. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 26-10- 1992 αγωγή κατά του ενηλικιωθέντος πλέον Β. Π., με την οποία ζήτησε, μεταξύ άλλων, και την αναγνώριση της ακυρότητας της προαναφερόμενης δημόσιας διαθήκης του Β. Ε.. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή με την 11232/1996 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου, το οποίο αναγνωρίζοντας την ακυρότητα της προαναφερόμενης διαθήκης ως πλαστής και δεχόμενο, ότι η κληρονομιαία Περιουσία του Β. Ε., είχε περιέλθει με την από 25-8-1971 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε νόμιμα και κηρύχθηκε κύρια, στη σύζυγό του Ο., η οποία αποδέχθηκε την επαχθείσα σ` αυτή κληρονομία με την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας για την αποποίησή της, και ότι, ακολούθως, με την από 8-12-1987 ιδιόγραφη διαθήκη αυτής, κληρονόμος της είναι το Ελληνικό Δημόσιο (Ένοπλες Δυνάμεις), υποχρέωσε τον εναγόμενο Β. Π. να αποδώσει στο Ελληνικό Δημόσιο, που είχε παρέμβει στη δίκη, τα ακίνητα, που κατείχε, ως κληρονόμος Του Β. Ε.. Η παραπάνω απόφαση έγινε αμετάκλητη, μετά την έκδοση της 1450/1997 απόφασης του Αρείου Πάγου. Κατόπιν αυτών Το Ελληνικό Δημόσιο με την υπ` αριθμό 1054817/2181/Α0011/31-7-2000 πράξη του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως την 8-9-2000 (ΦΕΚ 81/8-9-2000), προέβη για λογαριασμό των Ενόπλων Δυνάμεων (εναγόντων ταμείων), σε συμπληρωματική αποδοχή περιουσιακών στοιχείων της κληρονομίας της Ο.ς Ε., μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα επίδικα ακίνητα και ακολούθως μετέγραψε την πράξη αυτή στο Υποθηκοφυλακείο Αγίας Παρασκευής στις 19-10-2000. Ομως κατά το χρονικό σημείο αυτό, η τρίτη εφεσίβλητη είχε ήδη αποκτήσει την κυριότητα του επίδικου διαμερίσματος με τακτική χρησικτησία (πρωτότυπο τρόπο), διότι το νεμόταν διανοία κυρίας με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο, που φέρει όλα τα εξωτερικά για το κύρος του στοιχεία, συνεχώς από το χρόνο της μεταγραφής του (31-5-1983) και μετέπειτα, ήτοι για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της δεκαετίας (ΑΚ 1041), έχοντας την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, τόσο κατά το χρόνο της κατάρτισης, όσο και κατά το χρόνο της μεταγραφής του παραπάνω συμβολαίου, ο οποίος ενδιαφέρει, εν προκειμένω, διότι μεταγενέστερη κακή πίστη δεν βλάπτει, ότι οι προικοδότες γονείς της ήταν κύριοι αυτού, η δε μητέρα της Ι. σύζυγος Ν. Κ. απέκτησε την κυριότητά του από αληθινό κύριο με το προαναφερόμενο ... συμβόλαιο και τη μεταγραφή του. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι τα εκκαλούντα δεν αμφισβητούν με την έφεσή τους την ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο των δεύτερης και τρίτης εναγομένων-εφεσιβλήτων κατά τους άνω κρίσιμους χρόνους, ήτοι της μεταγραφής των ... και ... συμβολαίων. Περαιτέρω, μέχρι και τη μεταγραφή της προαναφερόμενης πράξης του Υπουργείου Οικονομικών, η τρίτη εναγομένη είχε αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία και την κυριότητα της αποθήκης και του χώρου σταθμεύσεως, αφού είχε εγκατασταθεί στη νομή τους, από το έτος 1983, δηλαδή συγχρόνως με την εγκατάστασή της στη νομή του διαμερίσματος, χρησιμοποιώντας αυτά σύμφωνα με τον προορισμό τους, ως βοηθητικούς χώρους και χώρους εξυπηρέτησης του διαμερίσματος, νεμόμενη αυτά με διάνοια κυρίας, ενώ πριν απ` αυτή στη νομή τους βρίσκονταν οι δικαιοπάροχοι γονείς της, η δε μητέρα της, από 5/4/1979, με συνέπεια με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της να έχει συμπληρωθεί στο πρόσωπό της, την 5/4/1999, εικοσαετής χρόνος νομής (άρθρα 1045 και 1051 ΑΚ). Την έναρξη του χρόνου της νομής και την άσκηση αυτής από τις δεύτερη και Τρίτη εναγόμενες, για χρονικό διάστημα άνω της εικοσαετίας, στην αποθήκη και στον χώρο σταθμεύσεως, δεν αμφισβητούν με την έφεσή τους τα εκκαλούντα ταμεία. Ετσι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στη νομική σκέψη, εφόσον η τρίτη εναγομένη είχε αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας με τακτική χρησικτησία, που συμπληρώθηκε την 31/5/1993, όσον αφορά το διαμέρισμα, και με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε την 5/4/1999, όσον αφορά στην αποθήκη και το χώρο σταθμεύσεως, ήτοι σε χρόνους, που η κυριότητα των ακινήτων αυτών, ως κληρονομιαίων, ήταν μετέωρη και τελούσε υπό την αίρεση της μεταγραφής της κληρονομίας, δεν μπορεί να καταλυθεί, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της μεταγραφής της αποδοχής, το εν λόγω δικαίωμα κυριότητας της τρίτης εναγομένης, ούτε μπορούν να εφαρμοστούν οι προαναφερόμενες περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων διατάξεις και, ειδικότερα, του άρθρου 4 του α.ν. 1539/1938, διότι καθ` όλο το παραπάνω, μέχρι και της μεταγραφής, διάστημα, τα ακίνητα, δεν είχαν το χαρακτήρα του δημοσίου κτήματος αλλά Θα την αποκτούσαν αναδρομικά, από το χρόνο του θανάτου της κληρονομουμένης την 22/12/1987, μόνο στην περίπτωση, που κατά το χρόνο της μεταγραφής, δεν είχε αποκτηθεί νόμιμο δικαίωμα τρίτου και, στην προκειμένη περίπτωση, της τρίτης εφεσίβλητης σ` αυτά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι τα ενάγοντα-αναιρεσείοντα δεν απέκτησαν την κυριότητα των επίδικων ακινήτων, με κληρονομική διαδοχή από τη διαθήκη της Ο.ς Ε., από το χρόνο του θανάτου της (22/12/1987), και κατόπιν τούτου, επικύρωσε, μετ` απόρριψη κατ` ουσία της έφεσής τους, την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε απορρίψει την ένδικη (από 14/2/2000) διεκδικητική αγωγή ω προς την τρίτη εναγομένη, κατά παραδοχή της ένστασης ιδίας κυριότητας αυτής με (τακτική αλλά και έκτακτη) χρησικτησία. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 513, 1033, 1041, 1045, 1846, 1198, 1199 ΑΚ,2 και 4 του α.ν. 1539/1938, 18 και 21 του νόμου της 216/3.7.1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 ν.ΔΞΗ/1912, 51, 53 ΕισΝΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, Ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1α` ΚΠολΔ, με τους οποίους τα αναιρεσείοντα υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σε αυτούς (ολ ΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ολ ΑΠ 469/1984), ούτε τέλος τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα και συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ολ ΑΠ11Ι/1996).

Στην προκείμενη περίπτωση, τα αναιρεσείοντα, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον πρωτοδίκως και κατ` έφεση προβληθέντα αγωγικό ισχυρισμό τους περί μη ύπαρξης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων στα επίδικα ακίνητα λόγω της πώλησής τους, και, συνακόλουθα, της μεταβίβασης της κυριότητάς τους από μη κύριο. Οπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτό, ο οποίος συνδέεται με το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα περί ακυρότητας των μεταβιβαστικών συμβολαίων, το Εφετείο δέχτηκε ότι "αντιθέτως από τα όσα τα αναιρεσείοντα ισχυρίζονται, η δικαιοπάροχος της δεύτερης αναιρεσίβλητης, δηλαδή η Πρώτη αναιρεσίβλητη Ι. συζ. Ν. Κ., δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο, δηλαδή στηριζόμενη στην κυριότητα του δικού της δικαιοπαρόχου, αλλά ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη απέκτησε κυριότητα με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, που καλύπτει την έλλειψη κυριότητας της άνω δικαιοπαρόχου Ι. συζ. Ν. Κ., εφόσον τόσο η τελευταία, όσο και. η ίδια, αμέσως μετά την κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεως με τα ως άνω συμβόλαια και τη μεταγραφή αυτών, εγκαταστάθηκαν στη νομή των επίδικων οριζοντίων ιδιοκτησιών με καλή πίστη, δηλαδή με την πεποίθηση του νομέα, μη οφειλόμενη σε βαριά αμέλειά τους, πως με τα ως άνω συμβόλαια και τη μεταγραφή τους απέκτησαν την κυριότητα των επιδίκων", και, ακολούθως, απέρριψε ως αλυσιτελή τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30/6/2011 αίτηση των Ελληνικού Δημοσίου κλπ για αναίρεση της 4085/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τα αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της δεύτερης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 3 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια