Κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Για την έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου νομής, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα της κυριότητας επί του ακινήτου, αλλά.1352/2014 ΑΠ.


Επιδίκαση της κυριότητας του τμήματος γειτονικού γηπέδου που καταλήφθηκε με την επέκταση οικοδομής. Άσκηση της σχετικής αξίωσης μόνο με αγωγή ή με ανταγωγή, όχι όμως και με ένσταση που προτείνεται από εκείνον που προέβη στην ανοικοδόμηση προς αντίκρουση της διεκδικητικής αγωγής του κυρίου του καταληφθέντος..1032/2014 ΑΠ.

1352/2014 ΑΠ ( 640427) 
Κτήση κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Για την έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου χρόνου νομής, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα ...
της κυριότητας επί του ακινήτου, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του ακινήτου, η οποία χωρεί με παράδοση με τη βούληση του νομέα και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που είχε ο μεταβιβάζων. Διακοπή του χρόνου της χρησικτησίας. Αποτελέσματα. Τέτοια διακοπή επέρχεται και όταν ο νομέας είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει να έχει τη διάνοια κυρίου, δηλαδή τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του. Ο νομέας ακινήτου δεν μπορεί να αντιτάξει ότι έγινε κύριος δια συνυπολογισμού του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εναντίον του τελευταίου αυτού ή εκείνου, προς τον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος δια συμβάσεως νομίμως μεταγεγραμμένης, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των πράξεων επί ακινήτων. Κτήση κυριότητας επί των κληρονομιαίων με κληρονομική διαδοχή. Απόρριψη αναίρεσης κατά της υπ’ αριθμ. 450/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.


  
Αριθμός 1352/2014 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ` Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ελένη Διονυσοπούλου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. χας Α. Α., το γένος Γ. Κ., κατοίκου ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Βερβενιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ζ. χας Φ. Κ., το γένος Γ. Φ., 2) Α. Φ. Κ. και 3) Γ. Κ. του Φ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Λάππα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/11/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καρδίτσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 150/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 450/2012 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8/2/2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής ανέγνωσε την από 30/12/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 8/2/2013 αίτησης της Μ. Α. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 450/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ιδίου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ` άρθρο 1051 ΑΚ. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ` αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Τέτοια πράξη νομής αποτελεί και η εποπτεία του ακινήτου. Από τις ίδιες ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για την έκτακτη χρησικτησία, δεν απαιτείται, για τον συνυπολογισμό της νομής των προκτητόρων του χρησιδεσπόζοντος στη δική του νομή προς συμπλήρωση του προβλεπόμενου γι` αυτήν στο νόμο χρόνου νομής (εικοσαετία), ειδική διαδοχή στο επί του πράγματος δικαίωμα της κυριότητας, αλλά αρκεί απλώς ειδική διαδοχή στη νομή του πράγματος, η οποία χωρεί με παράδοση με οικεία βούληση του νομέα (976 ΑΚ) και έχει την έννοια ότι στον αποκτώντα μεταβιβάζεται η ίδια νομή που έχει ο μεταβιβάζων, και συνεπώς αν αυτή ήταν κτητική, προσπορίσασα κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία στον μεταβιβάσαντα, η ίδια μεταβιβάζεται και στον αποκτώντα με τα ίδια κτητικά προσόντα, ο οποίος στη περίπτωση αυτή δεν προσμετρά, αλλά συνεχίζει την ήδη κτητική νομή του δικαιοπαρόχου του, χωρίς να απαιτείται η σχετική συμφωνία να περιβληθεί τον συμβολαιογραφικό τύπο και να μεταγραφεί, δεδομένου ότι η νομή δεν είναι εμπράγματο δικαίωμα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1033 ΑΚ για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1048 εδ. α` ΑΚ, η χρησικτησία διακόπτεται με την απώλεια της νομής, κατά δε τις διατάξεις του άρθρου 1050 ΑΚ, αν η χρησικτησία διακόπηκε, ο χρόνος που πέρασε έως τη διακοπή δεν υπολογίζεται. Νέα χρησικτησία μπορεί να αρχίσει μόνο μετά τη λήξη της διακοπής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με τις διατάξεις που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη, προκύπτει ότι ορισμένα γεγονότα που προβλέπονται περιοριστικά από το νόμο επιφέρουν διακοπή της χρησικτησίας, με συνέπεια ο χρόνος που διανύθηκε μέχρι τη διακοπή να μην υπολογίζεται πλέον. Σ` αυτά τα γεγονότα συγκαταλέγεται η απώλεια της νομής, που επέρχεται όταν ο νομέας διαζευκτικά ή συμπλεκτικά είτε παύσει εκούσια ή ακούσια να ασκεί τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε παύσει να έχει τη διάνοια κυρίου, δηλαδή τη θέληση να εξουσιάζει το πράγμα σαν δικό του. Ακολούθως, από το συνδυασμό των άρθρων 369, 1033, 1045, 1051, 1192 και 1198 του Α.Κ. προκύπτει σαφώς ότι ο νομέας ακινήτου δεν μπορεί να αντιτάξει ότι έγινε κύριος δια συνυπολογισμού του χρόνου χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, εναντίον του τελευταίου τούτου (ήτοι του δικαιοπαρόχου του) ή εκείνου, προς τον οποίο μεταβίβασε την κυριότητα ο δικαιοπάροχος δια συμβάσεως νομίμως μεταγεγραμμένης, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας των πράξεων επί ακινήτων. Τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1193, 1195, 1198 και 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί εκ του νόμου, είτε εκ διαθήκης, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας των κληρονομιαίων κινητών και ακινήτων πραγμάτων, η κυριότητα όμως των ακινήτων που περιλαμβάνονται στη κληρονομιά, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα σ` αυτά, μεταβιβάζεται στον κληρονόμο αναδρομικώς από το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, μόνο εφόσον αυτός - κληρονόμος - αποδεχθεί την κληρονομιά με δημόσιο έγγραφο και η αποδοχή αυτή μεταγραφεί ή εκδοθεί κληρονομητήριο και μεταγραφεί (ΟλΑΠ 1593/1979, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 818/2010, ΑΠ 504/2009, ΑΠ 218/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου πριν από την άσκηση του καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε στο διάστημα που μεσολάβησε, η μεταγενέστερη άσκηση του καθιστούν αυτή μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον υπόχρεο την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ` απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να επέρχονται δυσμενείς (και όχι απαραίτητα αφόρητες ή δυσβάστακτες) για τα συμφέροντα του υπόχρεου οφειλέτη επιπτώσεις (Ολ.ΑΠ 33/2005, Ολ.ΑΠ 7/2002, Ολ.ΑΠ 8/2001). Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης σε ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθεμένα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθμ 19 του ίδιου άρθρου, ανεπαρκής αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομικής βάσης, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ως αποδεικτικό πόρισμα, τα ακόλουθα : "Το επίδικο οικόπεδο βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου ... . Εχει εμβαδόν 1100 τ.μ. και συνορεύει γύρωθεν με ακίνητο ιδιοκτησίας Η. Κ., με κοινοτικό δρόμο, με ακίνητο ιδιοκτησίας της εναγομένης και με τα υπ` αριθ. 3 και 4 οικόπεδα ιδιοκτησίας Γ. Κ.. Κύριος του ακινήτου αυτού και απώτερος δικαιοπάροχος όλων των διαδίκων, όπως συνομολογούν αμφότερες οι διάδικες πλευρές, ήταν ο Γ. Κ. του Ν., πεθερός της πρώτης ενάγουσας και παππούς της δεύτερης και του τρίτου των εναγόντων και πατέρας της εναγομένης, ο οποίος απεβίωσε στις 6-12-2003 (βλ. την υπ` αριθ. 35/Α/2003 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου ... Καρδίτσας). Στις 21-2-1995, ο Γ. Κ. του Ν. με το υπ` αριθμόν .../1995 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καρδίτσας .............. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, για την καλύτερη εκμετάλλευση και αξιοποίηση του οικοπέδου που ανήκε στην κυριότητα του, και το οποίο βρισκόταν εντός της Κοινότητας ..., συνολικής επιφάνειας 5.549 τ.μ., τα όρια του οποίου δεν αμφισβητούνται από τους διαδίκους, προέβη στην κατάτμηση αυτού σε πέντε (5) άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, αυτοτελή μεταξύ τους, όπως αυτά εμφαίνονται ειδικότερα στο προσαρτώμενο στο άνω συμβόλαιο τοπογραφικό διάγραμμα της μηχανικού Α. Β., ακριβές φωτοαντίγραφο του οποίου, επικυρωμένο από την προαναφερθείσα συμβολαιογράφο με ημερομηνία 27-4-2010, το οποίο νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες, ως ακολούθως: Α) το με αριθμό 1 οικόπεδο, επιφάνειας 1.003 τ.μ. συνορευόμενο γύρωθεν με κοινοτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Ε. Κ., και με τα οικόπεδα με αριθμούς 3 και 2 3 ιδιοκτησίας του ιδίου. Β) το με αριθμό 2 οικόπεδο, επιφάνειας 1.093 τ.μ, οριζόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Μ. Α., με κοινοτικό δρόμο, και με τα οικόπεδα με αριθμό 1 και 3 του ιδίου. Γ) το με αριθμό 3 οικόπεδο, επιφάνειας 1.341 τ.μ., οριζόμενο γύρωθεν με κοινοτικό δρόμο, με το οικόπεδο με αριθμό 4 ιδιοκτησίας του ιδίου, με ιδιοκτησία Μ. Α., και με τα οικόπεδα 2 και 1 ιδιοκτησίας του ιδίου. Δ) το με αριθμό 4 οικόπεδο, επιφάνειας 1.102 τ.μ., οριζόμενο γυρωθεν με κοινοτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Η. Κ., και το οικόπεδο 5 ιδιοκτησίας του ιδίου και με το οικόπεδο με αριθμό 3 ιδιοκτησίας του ιδίου, μετά της εις αυτό διώροφης οικοδομής. Και Ε) το με αριθμό 5 οικόπεδο (επίδικο), επιφανείας 1.110 τ.μ., οριζόμενο γύρωθεν με ιδιοκτησία Η. Κ., με κοινοτικό δρόμο, με ιδιοκτησία Μ. Α., και με τα οικόπεδα 3 και 4 του ιδίου. Την ίδια ημέρα, ήτοι στις 21-2-1995 ο προαναφερθείς Γ. Κ. του Ν., δια του υπ` αριθμόν .../21-2-1995 συμβολαίου που συντάχθηκε ενώπιον του ιδίου ανωτέρω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής, στον υιό του και δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ. Κ., μεταξύ άλλων και την ψιλή κυριότητα επί του προπεριγραφέντος οικοπέδου με αριθμό 5, έκτασης 1.110 τ.μ, ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία επ` αυτού. Ο ανωτέρω Φ. Κ., απεβίωσε στις 6-2- 2002 (βλ. την με αριθμό 41/7-2-2002 ληξιαρχική πράξη θανάτου της Ληξιάρχου Καρδίτσας), και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους ενάγοντες, κατά ποσοστό 2/8 από την πρώτη εξ αυτών, σύζυγο του, και τα δύο τέκνα του δεύτερη και τρίτο εξ αυτών κατά ποσοστό 3/8 καθένα. Οι ενάγοντες αποδέχτηκαν την κληρονομιά δυνάμει της με αριθμό .../24-1-2003 πράξης αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Καρδίτσας ............... , που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο προαναφερθείς Γ. Κ. του Ν., δια του με αριθμό .../10-4-1980, συμβολαίου της συμβολαιογράφου Νεβροπόλεως ................. , το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε ως προίκα στον σύζυγο της θυγατέρας του Μ. Κ. (εναγομένης) Α. Α., ένα οικόπεδο εντός του ..., ευρισκόμενο στη θέση "...", εκτάσεως 540 τ.μ., συνορευόμενο γύρωθεν Ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, δυτικά με κοινοτικό δρόμο, βόρεια με δρόμο και νότια με ιδιοκτησία του ιδίου του προικοδότη. Ακολούθως με το με αριθμό .../5-8-1982 συμβόλαιο της ίδιας προαναφερθείσας συμβολαιογράφου Νεβροπόλεως (το οποίο, επίσης, μεταγράφηκε νόμιμα), που συντάχθηκε μεταξύ του άνω προικολήπτη και προικοδότη έγινε ανταλλαγή του παραπάνω οικοπέδου των 540 τ.μ, με ένα άλλο οικόπεδο, εκτάσεως, επίσης, 540 τ.μ., που βρίσκεται στην ίδια θέση "..." που συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., δυτικά με κοινοτικό δρόμο, βόρεια εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Τ. και νότια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Η. Κ.. Η ανταλλαγή αυτή επιτράπηκε δια της με αριθμό 5018/15/5/1981 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ηδη μετά την κατάργηση του θεσμού της προίκας, η κυριότητα του αμέσως προπεριγραφέντος οικοπέδου μετατέθηκε στην εναγομένη. Η εναγομένη, με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν νομότυπα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, πρότεινε ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, ισχυριζόμενη ότι ο κοινός με τους αντιδίκους της και απώτερος δικαιοπάροχος όλων, Γ. Κ. (πατέρας της ιδίας και του δικαιοπαρόχου των εναγομένων Φ. Κ.), κατά το έτος 1980, της μεταβίβασε προφορικά την κυριότητα νομή και κατοχή ενός οικοπέδου, συνολικής εκτάσεως 1.146,17 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." στο Νεοχώρι Καρδίτσας και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Κ. και ιδιοκτησία Ι. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία Ε. Τ. και δημοτική οδό, βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Κ. και νότια με δημοτική οδό, όπως αυτό απεικονίζεται στο νόμιμα προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από αυτή τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου- Τοπογράφου μηχανικού Β. Θ.. Ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του αμέσως προαναφερθέντος οικοπέδου εκτάσεως 1.146,17 τ.μ., την κυριότητα του οποίου απόκτησε η εναγομένη, με έκτακτη χρησικτησία, ασκώντας τις αναφερόμενες λεπτομερώς πράξεις νομής και κατοχής, συνεχώς και αδιαλείπτως, με διάνοια κυρίου, υπό τα όμματα του πατέρα της Γ. Κ. και στη συνέχεια του αδελφού της Φ. Κ. και των κληρονόμων αυτού (εναγόντων), χωρίς ουδεμία διαμαρτυρία και εναντίωση αυτών, από το έτος 1980 μέχρι και το χρόνο επίδοσης της υπό κρίση αγωγής, κατά το έτος 2009, ήτοι επί 29 συνεχή έτη. Η ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης δεν αποδείχτηκε ουσιαστικά βάσιμη. Και τούτο διότι ο πατέρας της Γ. Κ., γνώριζε ότι για τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου, λόγω προικός, απαιτείται κατάρτιση της σχετικής δικαιοπραξίας με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού, όπως σαφώς συνάγεται από την ενέργεια του να της μεταβιβάσει ως προίκα το προπεριγραφόμενο οικόπεδο, δια του προεκτεθέντος .../10-4-1980 συμβολαίου. Επίσης, γνώριζε ότι για την ανταλλαγή του αμέσως προαναφερθέντος προικώου με άλλο ακίνητο, εκτός από την άδεια του αρμοδίου δικαστηρίου, απαιτείτο, επίσης, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, και γι` αυτό προέβη στην κατάρτιση του πιο πάνω με αριθμό ..../5-8-1982 συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτου. Από τις ανωτέρω ενέργειες του Γ. Κ., προκύπτει σαφώς, ότι εάν αυτός κατά το έτος 1980 είχε τη βούληση να μεταβιβάσει στην εναγομένη την κυριότητα, νομή και κατοχή του πιο πάνω οικοπέδου, εκτάσεως 1.146,17 τ.μ, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, θα ακολουθούσε την ίδια τυπική διαδικασία για τη μεταβίβαση του, την οποία γνώριζε και εφάρμοσε και για την μεταβίβαση της κυριότητας, κατά το ίδιο έτος 1980, του άνω προικώου ακινήτου. Εξάλλου, από την ενέργεια του να προβεί στην ανταλλαγή του παραπάνω προικώου ακινήτου, δια του προαναφερθέντος με αριθμό .../5-8-1982 συμβολαίου, με το προπεριγραφέν έτερο οικόπεδο, στην ίδια θέση "......", με το ίδιο ακριβώς εμβαδόν των 540 τ.μ., συνάγεται σαφώς ότι στην εναγομένη ο Γ. Κ. ήθελε να μεταβιβάσει την κυριότητα, νομή και κατοχή, του συγκεκριμένου οικοπέδου που περιγράφεται στο οικείο συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων και όχι το οικόπεδο μεγαλύτερης έκτασης 1.146,17 τ.μ. στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο. Άλλωστε, εάν ο Γ. Κ. είχε πράγματι μεταβιβάσει προφορικά κατά το έτος 1980 στην εναγομένη το πιο πάνω οικόπεδο των 1.146,17 τ.μ. στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, δεν υπήρχε λόγος να μην αναγραφεί το γεγονός αυτό στο προαναφερθέν .../5-8-1982 συμβόλαιο της ανταλλαγής οικοπέδων, το οποίο καταρτίστηκε νόμιμα, προς άρση κάθε αμφισβήτησης της ταυτότητας και των ορίων του ακινήτου επί του οποίου συστάθηκε προίκα υπέρ της εναγομένης θυγατέρας του. Στη συνέχεια, ο Γ. Κ. με το με αριθμό .... .. ......../1995 συμβολαιογραφικό έγγραφο, προέβη στην κατάτμηση του άνω οικοπέδου εκτάσεως 5.549 τ.μ., σε πέντε (5) αυτοτελή άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, από τα οποία το επίδικο μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ. Κ., δυνάμει του υπ` αριθμόν .../21-2-1995 συμβολαίου, και τα προαναφερθέντα έτερα δύο επί μέρους οικόπεδα, επίσης κατά ψιλή κυριότητα, στον υιό του Ν. Κ. και στην θυγατέρα του Α. Κ., δυνάμει των με αριθμούς .../21-2-1995 και .../20-12-1996 συμβολαίων, αντίστοιχα, ενώ παρακράτησε για τον εαυτό του, σ` όλες τις ανωτέρω μεταβιβάσεις την επικαρπία εφ` όρου ζωής. Εάν ο Γ. Κ. είχε ήδη μεταβιβάσει άτυπα την κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου στην εναγομένη από το έτος 1980, όπως. η τελευταία ισχυρίζεται, δεν θα προέβαινε στη μεταβίβαση της κυριότητας, νομής και κατοχής αυτού (του επιδίκου) στον δικαιοπάροχο των εναγόντων και σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε να μεταβιβάσει στην εναγομένη και έτερο ακίνητο, πλέον εκείνου το οποίο της είχε μεταβιβάσει ως προίκα, θα το έπραττε με συμβολαιογραφικό έγγραφο, διαδικασία την οποία γνώριζε και τήρησε και ως προς τα ανωτέρω τέκνα του, όπως προεκτέθηκε. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχτηκε, ότι ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Γ. Κ. κατά το έτος 1980 μεταβίβασε άτυπα την νομή και κατοχή του επιδίκου στην εναγομένη. Σημειώνεται, ότι για άτυπη μεταβίβαση της κυριότητας αυτού δεν μπορεί να γίνει λόγος ενόψει των προεκτεθέντων διατάξεων, που καθιερώνουν την μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτων με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή αυτού. Αλλωστε, η ως άνω ένσταση ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου, που προτείνει η εναγομένη, την οποία ισχυρίζεται ότι απόκτησε με έκτακτη χρησικτησία, με χρόνο έναρξης το έτος 1980, δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του ιδίου του δικαιοπαρόχου της, ούτε κατά του δικαιοπαρόχου των εναγόντων Φ. Κ., προς τον οποίο ο Γ. Κ. μεταβίβασε την κυριότητα αυτού με το προαναφερθέν νόμιμα μεταγεγραμμένο συμβόλαιο, καθόσον τούτο αντιτίθεται στο θεσμό της χρησικτησίας και της δημοσιότητας της μεταβίβασης της κυριότητας επί ακινήτων, όπως προεκτέθηκε αναλυτικά στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, το χρονικό διάστημα από το έτος 1980 μέχρι και τον χρόνο μεταγραφής του με αριθμό .../21-2-1995 συμβολαίου με το οποίο μεταβιβάστηκε η ψιλή κυριότητα του επιδίκου από τον μέχρι τότε αποκλειστικό κύριο αυτού Γ. Κ. στον δικαιοπάροχο των εναγόντων Φ. Κ., δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στον χρόνο των είκοσι ετών που απαιτείται για την απόκτηση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία. Κατά συνέπεια, αφού το επόμενο χρονικό διάστημα από το έτος 1995 έως και το έτος 2009 (χρόνος επίδοσης της υπό κρίση αγωγής) δεν επαρκεί για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, διότι δεν συμπληρώνεται το απαιτούμενο χρονικό διάστημα της εικοσαετίας από την έναρξη της (χρησικτησίας), η άνω ένσταση ιδίας κυριότητας που πρότεινε η εναγομένη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, εφόσον με την εκκαλουμένη έγινε δεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας, που πρότεινε η εναγομένη και κρίθηκε ότι η τελευταία απόκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και πρέπει να γίνουν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης ως βάσιμοι κατ` ουσίαν. Περαιτέρω, η εναγομένη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου πρότεινε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων ισχυριζόμενη, ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η άσκηση από την ίδια και το σύζυγο της, από το έτος 1980 έως και το έτος 2009 (ήτοι μέχρι το χρόνο της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής), συνεχώς και αδιαλείπτως των αναφερομένων παρακάτω πράξεων νομής και κατοχής επί του επιδίκου, με τη σύμφωνη γνώμη και παρότρυνση του πατέρα της Γ. Κ. και του αδελφού της Φ. Κ., οι οποίοι ουδέποτε της ανέφεραν ότι ο πρώτος μεταβίβασε κατά το έτος 1995 με το προαναφερθέν συμβόλαιο την κυριότητα αυτού στον τελευταίο, δημιούργησαν εύλογα σ` αυτή την πεποίθηση ότι η κυριότητα του επιδίκου ανήκει στην ίδια, και ότι οι προαναφερθέντες δεν θα διεκδικήσουν την κυριότητα αυτού, καθώς και ότι με τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η παρακάτω πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για την ίδια. Η ένσταση αυτή - η οποία δεν ερευνήθηκε κατ` ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έγινε δεκτή η ένσταση ιδίας κυριότητας της εναγομένης επί του επιδίκου και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό η υπό κρίση αγωγή- πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα από το παρόν Δικαστήριο. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ότι η εναγομένη χρησιμοποιεί το επίδικο ως αύλειο χώρο της οικίας της, που βρίσκεται στο όμορο με το ως άνω επίδικο προικώο ακίνητο που της μεταβίβασε κατά κυριότητα ο πατέρας της, Γ. Κ., με το προαναφερθέν συμβόλαιο ανταλλαγής ακινήτων και η οποία (οικία), ήδη χρησιμοποιείται από αυτή ως ξενώνας ενοικιαζομένων δωματίων. Εντός του προαναφερθέντος προικώου ακινήτου η εναγομένη κατά το έτος 1981 ανήγειρε την αμέσως προαναφερθείσα οικία. Κατά το ίδιο έτος 1981 η εναγομένη, με δικές της δαπάνες, κατασκεύασε τοιχίο μεταξύ του επιδίκου και του ομόρου ακινήτου του Ι. Κ.. Στη συνέχεια κατά τα έτη 1986-1987 κατασκεύασε με δικές της δαπάνες περίφραξη μεταξύ του επιδίκου και του όμορου ακινήτου του Ε. Τ.. Το έτος 1990 τοποθέτησε εκ νέου καινούργιο τοιχίο στη νότια πλευρά του επιδίκου, η οποία συνορεύει με τη δημοτική οδό, καθώς και μια σιδερένια καγκελόπορτα, προκειμένου να ασφαλίσει καλύτερα την είσοδο της οικίας της από αυτή την πλευρά. Κατά το έτος 1997 προέβη στην τσιμεντόστρωση και του μέρους του επιδίκου που χρησιμοποιούσε ως αύλειο χώρο της οικίας της, καθώς και στην τσιμεντόστρωση του οριζοντίου διαδρόμου, που το ένα άκρο του ξεκινά από την ανωτέρω σιδερένια καγκελόπορτα που τοποθετήθηκε στο επίδικο προς την πλευρά που αυτό συνορεύει με την πιο πάνω δημοτική οδό, διασχίζει εσωτερικά το επίδικο και καταλήγει στην είσοδο της οικίας της, που όπως προαναφέρθηκε ανεγέρθηκε επί του άνω προικώου ακινήτου. Και τέλος, κατά το έτος 2000, με δαπάνες της η εναγομένη τοποθέτησε πασσάλους στην ανατολική πλευρά του όλου οικοπέδου, στο οποίο ισχυρίζεται η ίδια ότι συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο, προκειμένου να καταστούν ευδιάκριτα και αδιαμφισβήτητα τα όρια ολοκλήρου του ακινήτου της έναντι των τρίτων. Η παραπάνω χρησιμοποίηση του επιδίκου από την εναγομένη ως προαύλειου χώρου του όμορου μ` αυτό οικοπέδου ιδιοκτησίας της, όπου βρίσκεται η οικία της, και οι προπεριγραφείσες κατασκευές σ` αυτό, έγιναν με την άδεια του πατέρα της, ο οποίος μέχρι το έτος 1995 ήταν αποκλειστικός κύριος αυτού και στη συνέχεια με την άδεια του αδελφού της Φ. Κ., ως ψιλού κυρίου αυτού και του επικαρπωτή αυτού πατέρα της, μέχρι του χρόνου θανάτου του τελευταίου, στα πλαίσια της συγγενικής τους σχέσης και συγκεκριμένα προς διευκόλυνση της εναγομένης, έτσι ώστε να έχει η τελευταία ευχερέστερη πρόσβαση από την οικία της (και ήδη ξενώνα) προς την άνω Δημοτική οδό, με την οποία συνορεύει το επίδικο, δεδομένου του ότι, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας Χ. Α., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά πρόταση της, η άλλη είσοδος στο προικώο ακίνητο της ενάγουσας από την πλευρά που "... είναι προς το Β. Τ., έχει πάνω από δέκα μέτρα υψομετρική διαφορά με ελικόπτερο πρέπει να μπει ........", και "... δεν χωράει ένα αυτοκίνητο να μπει ..." από την δημοτική οδό που υπάρχει από εκείνη την πλευρά. Η συναίνεση των προαναφερθέντων πατέρα και αδελφού της εναγομένης, στην ως άνω χρησιμοποίηση του επιδίκου ως προαυλίου χώρου της οικίας της, δεν αποδείχτηκε ότι χορηγήθηκε κατόπιν παραίτησης αυτών από τα αντίστοιχα δικαιώματα τους κυριότητας, νομής και κατοχής επ` αυτού, έτσι ώστε να δημιουργηθεί εύλογα η πεποίθηση στην εναγομένη ότι δεν επρόκειτο να τα ασκήσουν στο μέλλον. Η κατάθεση του μάρτυρα Β. Κ., που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά πρόταση των εναγόντων, είναι ρητή και κατηγορηματική στο σημείο τούτο, ότι δηλαδή η ως άνω χρήση του επιδίκου ως προαυλείου της οικίας της εναγομένης, έγινε κατόπιν "συνεννόησης" με τον πατέρα και αδελφό της, προς διευκόλυνση της "......... αλλά όχι να το διεκδικήσει ... απλώς την άφησε να περάσει ..." "... για να μην πάει γύρω-γύρω ....", ενισχύεται δε και από την προαναφερθείσα κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, σχετικά με την δυσχέρεια της πρόσβασης στην οικία της από την άλλη πλευρά του ακινήτου της που συνορεύει με δρόμο. Το ότι οι προπεριγραφείσες κατασκευές εντός του επιδίκου έγιναν από την εναγομένη με δικές της δαπάνες, δεν δύναται να οδηγήσει στο αντίθετο συμπέρασμα, ενόψει του ότι είναι εύλογο και κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, να προβεί σ` αυτές για την ασφάλεια της οικίας της (περιφράξεις) και την διευκόλυνση της πρόσβασης σ` αυτή (διάδρομος), αφού το χρησιμοποιούσε (το επίδικο) ως προαύλειο αυτής, με δικά της έξοδα, καθόσον η ίδια έκανε χρήση και ωφελούνταν από την ύπαρξη αυτών των κατασκευών. Αλλωστε, το γεγονός ότι κατά το έτος 1995, ο πατέρας της μεταβίβασε με το προαναφερθέν συμβόλαιο την ψιλή κυριότητα επί του επιδίκου στον αδελφό της Φ., παρακρατώντας την επικαρπία εφ` όρου ζωής του ο ίδιος, εν γνώσει του ότι η εναγομένη ήδη το χρησιμοποιούσε ως προαύλειο της οικίας της, δεν ήταν πρόσφορο για την πρόκληση σ` αυτή εύλογης πεποίθησης ότι ο ίδιος ή ο παραπάνω αδελφός της δεν θα είχαν την πρόθεση να ασκήσουν τα άνω δικαιώματα τους επικαρπίας και κυριότητας, αντίστοιχα, επ` αυτού. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι δεν γνώριζε ότι κατά το έτος 1995, με το υπ` αριθμόν .../21-2-1995 συμβόλαιο ο πατέρας της μεταβίβασε την ψιλή κυριότητα του επιδίκου στον αδελφό της Φ. και παρακράτησε για τον εαυτό του την επικαρπία αυτού εφ` όρου ζωής, δεν αποδείχτηκε ουσιαστικά βάσιμος, καθόσον αντίκειται και στα διδάγματα της κοινής πείρας να μην πληροφορήθηκε το γεγονός αυτό από τα αδέλφια της, στα οποία ο πατέρας τους είχε, επίσης, μεταβιβάσει με συμβόλαια τα επί μέρους οικόπεδα που είχαν δημιουργηθεί από την κατάτμηση του προπεριγραφέντος οικοπέδου, όμορου με το δικό της προικώο ακίνητο, όπου βρισκόταν και η πιο πάνω οικία της, δεδομένου ότι τέτοια ζητήματα συζητούνται μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας, ιδίως, όταν πρόκειται για διανομή της περιουσίας των γονέων προς τα τέκνα τους. Από τις όλες προεκτεθείσες ενέργειες του πατέρα της και του αδελφού της, Φ. (δικαιοπαρόχου) των εναγόντων δεν αποδείχτηκε, ότι δημιουργήθηκε στην εναγομένη και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση, ότι αυτοί δεν πρόκειται να ασκήσουν τα ανωτέρω δικαιώματα τους επί του επιδίκου και ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής από τους ενάγοντες και κληρονόμους του παραπάνω αδελφού της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Επομένως, η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης της υπό κρίση αγωγής εκ μέρους των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, ενόψει ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή της ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης και απόρριψη ως κατ` ουσίαν αβάσιμη τόσο της ενστάσεως ιδίας κυριότητας της εναγομένης, όσο και της από το άρθρο 281 ΑΚ προβληθείσας ένστασης εκ μέρους της εναγόμενης, δέχθηκε την αγωγή ως κατ` ουσίαν βάσιμη (αναγνώρισε τους ενάγοντες συγκυρίους του επιδίκου ακινήτου του και υποχρέωσε την εναγόμενη να το αποδώσει στου ενάγοντες). Ετσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου(ΑΚ) που εφάρμοσε, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή της σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ως άνω κανόνων-ουσιαστικού δικαίου που εφάρμοσε και επομένως αυτή δεν στερείται νόμιμης βάσης. Συνακόλουθα οι από τους αριθμ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δύο πρώτοι λόγοι της ένδικης αίτησης αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα των ανωτέρω είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατά τις διατάξεις του άρθρ. 270 παρ 3 εδ. γ` και δ` ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το ν. 2915/2001 και εφαρμόζονται κατά το αρθρ. 524§1 εδ. α` ΚΠολΔ και στην κατ` έφεση δίκη, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δυο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή, για δε την αντίκρουση ένορκων βεβαιώσεων επιτρέπεται η προσκομιδή, μέσα στην προθεσμία της παραγράφου 3 του αρθρ. 237, πρόσθετων βεβαιώσεων, το πολύ ίσου αριθμού προς τις προσκομιζόμενες. Γενικεύθηκε έτσι στην τακτική διαδικασία η χρήση των ένορκων βεβαιώσεων ως ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου, εφόσον βέβαια για το αποδεικτέο θέμα επιτρέπονται μάρτυρες, τέθηκε όμως όριο ως προς τον αριθμό των ένορκων βεβαιώσεων που κάθε διάδικο μέρος μπορεί να προσκομίσει και το δικαστήριο να λάβει υπόψη. Επομένως αν το δικαστήριο της ουσίας λάβει υπόψη και συνεκτιμήσει με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα περισσότερες των τριών πρώτων από τις ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέσθηκε και προσκόμισε οποιοδήποτε από τα διάδικο μέρη, υποπίπτει στις πλημμέλειες από το αρθρ. 559 αριθ. 11α και 14 ΚΠολΔ, δηλαδή λαμβάνει υπόψη απαγορευμένα από το νόμο αποδεικτικά μέσα και παρά το νόμο δεν τα κηρύσσει απαράδεκτα (ΑΠ 1103/2011, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 747/2008). Το όριο των τριών ένορκων βεβαιώσεων ισχύει αθροιστικά για το σύνολο των αντικειμένων της δίκης που κάθε διάδικο μέρος αποσκοπεί να υποστηρίξει ή να αντικρούσει με τις ένορκες βεβαιώσεις, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών (αρθρ. 218 ΚΠολΔ) ή της ανταγωγής (αρθρ. 268 ΚΠολΔ), δηλαδή και στις περιπτώσεις αυτές τρεις συνολικά ένορκες βεβαιώσεις επιτρέπεται σε κάθε διάδικο μέρος να επικαλεσθεί και να προσκομίσει, δεν συνιστά δε ο περιορισμός αυτός αντίθεση προς τις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με ν.δ. 53/1974), που κατοχυρώνουν μεν το δικαίωμα δικαστικής έννομης προστασίας στο πλαίσιο δίκαιης δίκης, δεν αποκλείουν όμως τη θέσπιση περιορισμών στην απόδειξη, εφόσον αυτοί δεν καταστρατηγούν, αλλά διασφαλίζουν τις αρχές δίκαιης δίκης, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον περιορισμό των ένορκων βεβαιώσεων, που στόχο έχει εξαιτίας του επισφαλούς χαρακτήρα του αποδεικτικού αυτού μέσου τη μεγαλύτερη δικαιϊκή ασφάλεια στις σοβαρές κατά κανόνα υποθέσεις της τακτικής διαδικασίας. Εξάλλου σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.11 περ.γ ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν σ`αυτό. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης (κατά το πρώτο μέρος του) ισχυρίζεται ότι το Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην ως άνω αναιρετική πλημμέλεια καθόσον δεν έλαβε υπόψη του τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, τα οποία η ίδια επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο. Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα του σημείου της όπου γίνεται αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, ρητώς μνημονεύονται οι εν λόγω ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που αναμφίβολα συναξιολόγησε και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο νομίμως (άρθρα 270 παρ.2 εδ.γ και δ και 524 παρ.1 εδ.α` ΚΠολΔ) δεν έλαβε υπόψη του, ως πλεονάζουσες, την υπ’ αριθμ. .../21-4-2010 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Β. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρδίτσας .......... και την υπ’ αριθμ. .../22-4-2010 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Α. Τ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών ............. ..... , από τις συνολικά πέντε ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, χωρίς να ισχυρισθεί όμως ότι τις δύο ως άνω ένορκες βεβαιώσεις επιπλέον των τριών παλαιοτέρων, ενόρκων βεβαιώσεων, προσκόμισε μόνο για την αντίκρουση ενόρκων βεβαιώσεων των αντιδίκων της ή για την αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών τους που παραδεκτά πρότειναν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο δεύτερο βαθμό και καταχωρήθηκαν στα αντίστοιχα πρακτικά. Επομένως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από τους αριθμ.11 περ.γ και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος (κατά το λοιπό, πλην του παραπάνω μέρος του) της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα των προεκτιθεμένων.

Κατ` ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ως ηττώμενη στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-2-2013 αίτηση της Μ. χήρας Α. Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 450/2012 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. 

Και

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Ρ.Κ.

Σχόλια