
42/2014 ΑΠ ( 625053)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2014/451) Ένδικα μέσα. Αναψηλάφηση της δίκης λόγω ψευδορκίας. Η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη .,.
να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη, με αναψηλάφηση, απόφαση. Αδιάφορος ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης, ενώ δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Όρια ελέγχου του επιλαμβανόμενου της ψευδορκίας δικαστηρίου. Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους, και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα. Δεν αποδείχθηκε το ψευδές των κατατεθέντων από τον μάρτυρα περιστατικών, αλλά αντίθετα η αλήθεια αυτών. Αναίρεση. Λόγοι. Η παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Προϋποθέσεις για τη θεμελίωση του σχετικού αναιρετικού λόγου. Το δικαστήριο απορρίπτει την αναίρεση της υπ` αριθμ. 200/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 42/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ` Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Σίδερη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Ρουμπή, Ερωτόκριτο Καλούδη, Αργύριο Σταυράκη και Ευγενία Προγάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1)Α. χήρας Ε. Β., το γένος Η. Δ. , η οποία δεν παραστάθηκε, 2)Μ. (Μ.) Β. του Ε. και 3)Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Ε. Β. , κατοίκων ... , οι οποίες παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δέσποινα Καλογήρου, η οποία δήλωσε ότι η 1η αναιρεσείουσα απεβίωσε και κληρονομήθηκε από τις 2η και 3η που συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και παρίστανται με την ίδια.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Δ. του Σ. , κατοίκου .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ρουμελιώτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/10/2000 αγωγή των αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 364/2001, 294/2004 μη οριστικές, 367/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19/3/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη ανέγνωσε την από 29/12/2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Μαζαράκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 62 Κ.Πολ.Δικ. ικανός να είναι διάδικος είναι εκείνος που έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Ο άνθρωπος επομένως έχει τέτοια ικανότητα από τότε που θα γεννηθεί ζων μέχρι το θάνατό του (άρθρα 34 και 35 ΑΚ). Εξάλλου κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δικ. το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως αν συντρέχει η κατά το άρθρο 62 διαδικαστική προϋπόθεση, κατά δε το άρθρο 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. δικαίωμα αναίρεσης έχουν εφόσον νικήθηκαν στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, οι καθολικοί και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού ή νομικού προσώπου είναι άκυρη και απορριπτέα, γιατί η έλλειψη του να έχει κάποιος την ικανότητα διαδίκου αποτελεί απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης η δε ακυρότητα αυτή λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη, από 18-10-2000 αγωγή, ασκήθηκε από τις τρεις αναιρεσείουσες, στο όνομα των οποίων εξεδόθησαν οι υπ` αριθμ. 364/2001 και 294/2004 παρεμπίπτουσες, περί αποδείξεων αποφάσεις του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, ενώ στη συνέχεια η υπ` αριθμ. 367/2006 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου εκδόθηκε στο όνομα της δεύτερης και τρίτης αναιρεσείουσας ατομικά και ως κληρονόμων της εν μεταξύ στις 12-7-2004 αποβιώσασας μητέρας τους πρώτης αναιρεσείουσας (βλ. αντίγραφο της υπ` αριθμ. …/13-7-2004 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιαρχείου Βαθέος Χαλκίδος). Στο όνομα της δεύτερης και τρίτης αναιρεσείουσας εξεκκλήθει η παραπάνω απόφαση και εκδόθηκε η προσβαλλομένη 200/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Επομένως η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά το μέρος που ασκήθηκε στο όνομα της εν λόγω αποβιώσασας Α. χήρας Ε. Β. είναι άκυρη, αφού αυτή δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο κατά το χρόνο ασκήσεώς της, ήτοι για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης και γι` αυτό πρέπει να απορριφθεί, ενώ η δηλωθείσα στο ακροατήριο από τη δεύτερη και τρίτη αναιρεσείουσα συνέχιση της δίκης, στο όνομά τους ως κληρονόμων της πρώτης, δεν επάγεται καμία έννομη συνέπεια, εφόσον η αίτηση έπρεπε να ασκηθεί από την αρχή στο όνομα των ίδιων και μόνο.
Επειδή σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 544 αρ. 6 Κ.Πολ.Δικ. "αναψηλάφιση επιτρέπεται μεταξύ άλλων, αν η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε ψευδή κατάθεση μάρτυρα ή διαδίκου, σε ψευδή έκθεση ή κατάθεση πραγματογνώμονα, σε ψευδή όρκο διαδίκου ή σε πλαστά έγγραφα, εφόσον το ψεύδος ή η πλαστότητα αναγνωρίστηκαν με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και, αν πρόκειται για κατάθεση διαδίκου, και με δικαστική ομολογία του. Αν η άσκηση της ποινικής αγωγής ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας είναι αδύνατη, η αναγνώριση γίνεται με απόφαση που εκδίδεται σε κύρια αγωγή, η οποία ασκείται μέσα σε έξι μήνες από την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και, αν η αδυναμία επήλθε κατόπιν, μέσα σε έξι μήνες από αυτήν". Κατά την έννοια της προαναφερόμενης διάταξης η αναγνώριση του ψεύδους, είτε με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, είτε με αναγνωριστική απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, δεν είναι ανάγκη να αφορά ολόκληρο το περιεχόμενο της μαρτυρικής κατάθεσης, γιατί και το εν μέρει ψευδές αυτής κλονίζει την εμπιστοσύνη για όλη την κατάθεση στην οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη, με αναψηλάφιση, απόφαση. Ο λόγος της ψευδούς κατάθεσης είναι αδιάφορος, αφού η διάταξη δεν διαλαμβάνει διακρίσεις, ενώ, εξάλλου δεν έχει σημασία, αν η κατάθεση έγινε ενώπιον δικαστηρίου ή εκτός δίκης, εφόσον τούτο επιτρέπεται από το νόμο, ούτε αν εκτιμήθηκε προς άμεση ή έμμεση απόδειξη. Με τα δεδομένα αυτά, το επιλαμβανόμενο της ψευδορκίας δικαστήριο (ποινικό ή το δικάζον την κύρια πιο πάνω αναγνωριστική αγωγή) περιορίζεται στην αναγνώριση του ψεύδους της μαρτυρικής κατάθεσης, η οποία θεμελιώνει το δικαίωμα του διαδίκου που επιδίωκε την αναγνώριση της ψευδορκίας να ασκήσει στη συνέχεια αίτηση αναψηλάφησης και δεν επεκτείνει την έρευνά του στην επίδραση που είχε η ψευδής κατάθεση στην έκβαση της δίκης, αφού αυτό αποτελεί αντικείμενο έρευνας του μέλλοντος να δικάσει την αναψηλάφιση δικαστηρίου. Η αναγνώριση του ψεύδους απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου ή και με κύρια αγωγή, αν είναι αδύνατη η έναρξη ή η πρόοδος της ποινικής διαδικασίας, εκτός από άλλους λόγους, και λόγω θανάτου του ψευδώς καταθέσαντος μάρτυρα. Εξάλλου ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον τα δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσία και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση, τούτο δε συμβαίνει, μεταξύ άλλων και όταν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του. Εξ ετέρου κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσία στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας περιέχει ελλείψεις στην αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτέ, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, αλλά όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και είναι αναγκαία για την κρίση στην συγκεκριμένη περίπτωση της συνδρομής των όρων του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας του. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμων, σ` αυτό, επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ` ανέλεγκτη κρίση, ως προς την ένδικη, αναγνωριστική ψευδούς μαρτυρικής κατάθεσης αγωγή των αναιρεσειουσών, ώστε αυτές να θεμελιώσουν δικαίωμα αγωγής αναψηλάφησης, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά:
Επί της από 28-6-1995 αγωγής (διεκδικητικής κυριότητας) του ήδη εναγομένου, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 247/1996 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλκίδας, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή αυτή, αναγνωρίστηκε ο (τότε) ενάγων (ήδη εναγόμενος) κύριος του επίδικου εδαφικού τμήματος και υποχρεώθηκαν οι (τότε) εναγόμενες (ήδη ενάγουσες) να του το αποδώσουν. Το εν λόγω (επίδικο) εδαφικό τμήμα είναι σχήματος τριγώνου, έχει έκταση 21,82 τ.μ, βρίσκεται μέσα στο χωριό … και συνορεύει ανατολικά επί πλευράς 6μ. με κοινοτική οδό, νότια επί πλευράς 5,85μ με ιδιοκτησία των τότε εναγομένων και βορειοδυτικά επί πλευράς 9,40 μ, με ιδιοκτησία του τότε ενάγοντος. Κατά της άνω απόφασης άσκησαν έφεση οι (τότε) εναγόμενες, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 196/2000 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ` ουσίαν. Κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας εξετάσθηκε ενόρκως στο ακροατήριο, ως μάρτυρας του ενάγοντος (αποδείξεως), ο αδελφός αυτού Ε. Δ. , ο οποίος μεταξύ άλλων, κατέθεσε τα εξής: "η ιδιοκτησία του ενάγοντος... συνορεύει με την ιδιοκτησία των εναγομένων με όριο ευθεία από το κυπαρίσσι που είναι φυτεμένο στου ενάγοντα και καταλήγει στον κοινοτικό δρόμο, παράλληλα με το σπίτι των εναγομένων το όριο", "... στο συγκεκριμένο σημείο ( επίδικο) παλιά η οικογένεια μας είχε σταύλο. Το τοιχείο, ερείπια του οποίου υπάρχουν τώρα, ήταν το κτίσμα-σταύλος που η οικογένεια μας έβαζε τα ζώα, γκρεμίστηκε μετά το `40, εδώ και 20-30 περίπου χρόνια" και "η μάντρα που φαίνεται, (σε επιδειχθείσα στο μάρτυρα φωτογραφία) είναι το υπόλοιπο από τον παλιό σταύλο. Στην αριθμ. 2 φωτογραφία είναι το θεμέλιο της μάντρας. Τα παράθυρα νύχτα τα άνοιξαν οι εναγόμενοι. Το επιδεικνυόμενο στη φωτογραφία παράθυρο είναι ανοιγμένο 15-20 χρόνια. Το σπίτι υπάρχει από παλιότερα αλλά χωρίς παράθυρα στην πλευρά αυτή". Επίσης, κατά τη συζήτηση της άνω αγωγής στο Ειρηνοδικείο Χαλκίδας ο (τότε) ενάγων προσκόμισε, με επίκληση, την υπ` αριθμ. 5004/30-9-1994 ένορκη βεβαίωση του ίδιου ως άνω μάρτυρος ενώπιον της Συμβ/φου Χαλκίδας ................. ................ , ο οποίος, μεταξύ άλλων, κατέθεσε ότι "το επίδικο, δηλαδή το τρίγωνο που διεκδικούν, ο πατέρας μου είχε επιτρέψει στον Π. Μ. να το χρησιμοποιεί ως χασάπικο κι είχε φτιάξει αυτός εκεί ένα κιόσκι. Οι κληρονόμοι του Ε. Β. , εάν ήταν δικό τους το επίδικο τρίγωνο, θα το είχαν περιφράξει και τη μάντρα που είχαν φτιάξει την είχαν φέρει στην ευθεία του σπιτιού τους και δεν την είχαν φέρει προς το μέρος μας". Με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγουσες (τότε εναγόμενες) ζητούν να αναγνωρισθεί ότι τα ως άνω κατατεθέντα από τον παραπάνω μάρτυρα του (τότε) ενάγοντος (ήδη εναγομένου) είναι ψευδή, προκειμένου να θεμελιώσουν δικαίωμα αναψηλάφησης της ως άνω υπ` αριθμ. 196/2000 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, που στηρίχθηκε στα όσα παραπάνω (ψευδώς) κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας. Από τα προαναφερόμενα όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αγωγής, δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι τα ως άνω κατατεθέντα από τον παραπάνω μάρτυρα είναι ψευδή. Ειδικότερα, ως προς το κατατεθέν απ` αυτόν ζήτημα του ορίου των δύο (ομόρων) ιδιοκτησιών (εναγουσών και εναγομένου), το οποίο (όριο) είναι καθοριστικό για το σε ποία ιδιοκτησία περιλαμβάνεται το επίδικο (τριγωνικό) εδαφικό τμήμα, αποδείχθηκε ότι τούτο (όριο) πράγματι ξεκινάει από το κυπαρίσσι που βρίσκεται στην ιδιοκτησία του εναγομένου(δυτικά του τριγώνου) και καταλήγει, σε ευθεία γραμμή, στον κοινοτικό δρόμο (ανατολικά του επιδίκου και των δύο ως άνω ιδιοκτησιών), σε κάθετη θέση προς αυτόν και παράλληλα προς τον βορεινό τοίχο της (παλαιάς) οικίας των εναγουσών και δεν αποτελεί τούτο (όριο) την πλάγια πλευρά (προς βορράν) του επιδίκου (τριγωνικού) εδαφικού τμήματος (υποτείνουσα αυτού), όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες με την αγωγή τους. Επίσης αποδείχθηκε ότι εντός του επιδίκου, πριν από το έτος 1940, η οικογένεια του εναγομένου είχε κατασκευάσει και διατηρούσε στάβλο (όπου στάβλιζε τα ζώα της), ο οποίος καθαιρέθηκε (καταργήθηκε) μετά το έτος 1940 και απέμεινε ο (μοναδικός) λιθόκτιστος τοίχος κατά μήκος της "υποτείνουσας" του επιδίκου (τριγωνικού) εδαφικού τμήματος, ο οποίος (τοίχος) με την πάροδο του χρόνου καταστράφηκε και απέμεινε ένα μικρό τοιχείο από πέτρες. Το παράθυρο που υπήρχε στη βόρεια πλευρά της παλαιάς οικίας των εναγουσών και πλησίον της βορειοανατολικής γωνίας αυτής (με άνοιγμα προς το επίδικο) κατασκευάστηκε από το δικαιοπάροχο των εναγουσών μετά το έτος 1940 και μετά την κατάργηση του ως άνω στάβλου της οικογένειας του εναγομένου και μάλιστα αφότου η παραπάνω παλαιά οικία χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του δικαιοπαρόχου των εναγουσών. Προηγουμένως, το εν λόγω κτίσμα (οικία) χρησιμοποιείτο ως καφενείο και στο σημείο του τοίχου όπου ανοίχθηκε αργότερα το παράθυρο υπήρχε (εσωτερικά) εσοχή που χρησιμοποιείτο για τις ανάγκες του καφενείου. Μάλιστα, η διάνοιξη του παραθύρου έγινε νυκτερινές ώρες από κάποιο γείτονα των διαδίκων Γ. Β. , που ασχολείτο και με οικοδομικές εργασίες. Μετά την κατάργηση του παραπάνω στάβλου, ο πατέρας του εναγομένου είχε επιτρέψει στον Π. Μ. να κατασκευάσει στο επίδικο πρόχειρο σφαγείο ζώων-κρεοπωλείο, χρησιμοποιώντας τον ως άνω τοίχο (λιθόκτιστο) και στέγαστρο από κλαδιά δένδρων. Το ότι τα ως άνω κατατεθέντα από τον παραπάνω μάρτυρα του εναγομένου δεν είναι ψευδή προκύπτει, κατ` αρχήν, από τις καταθέσεις των εξετασθέντων στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μαρτύρων του εναγομένου (αδελφού και γαμβρού επ` αδελφή αυτού), οι όποιοι, λόγω της σχέσης τους με τον εναγόμενο, της ηλικίας τους (69 και 77 ετών αντίστοιχα) και της συνεχούς διαμονής τους, ανέκαθεν, πλησίον του επιδίκου, μπορούν να έχουν γνώση και αντίληψη για τα όσα έλαβαν χώρα σχετικά με το επίδικο, καλύτερη εκείνης των μαρτύρων των εναγουσών, από τους οποίους ο μεν πρώτος διέμενε στο … (όπου βρίσκεται το επίδικο) μέχρι το έτος 1964 (έως ηλικία 18 ετών) ο δε δεύτερος εγκαταστάθηκε στο … (στην οικία των εναγουσών) το έτος 1974. Ειδικότερα, το ότι το υπάρχον κατά μήκος της μεγάλης πλευράς (υποτείνουσας) του επιδίκου (τριγωνικού) τμήματος πέτρινο τοιχείο αποτελεί υπόλειμμα του ανεγερθέντος, πριν από το έτος 1940, από τον πατέρα του εναγομένου στάβλου και όχι υπόλειμμα διαχωριστικού των δύο ιδιοκτησιών μανδρότοιχου, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ενάγουσες, συνάγεται και από το ότι ανατολικά της παλαιάς οικίας (ήδη κατεδαφισθείσης) των εναγουσών (προς τον κοινοτικό δρόμο) υπήρχε πλιθόκτιστη μάνδρα με κάγκελα, η οποία/ όμως, στο βόρειο άκρο αυτής, σχημάτιζε ορθή γωνία και ενώνετο με την βορειανατολική γωνία της άνω οικίας και δεν συνέχιζε προς τα βόρεια κατά μήκος της ανατολικής πλευράς του επιδίκου, όπως θα έπρεπε εάν πράγματι τούτο αποτελούσε τμήμα της ιδιοκτησίας των εναγουσών και το ως άνω τοιχείο αποτελούσε το όριο των δύο ιδιοκτησιών (βλ. και προσκομιζόμενη από τις ενάγουσες φωτογραφία (αρ. 1), ληφθείσα το έτος 1991, όπου φαίνονται τα ίχνη εκσκαφής της θεμελίωσης της ήδη καθαιρεθείσης περιτοίχισης, καθώς και τα καθαιρεθέντα κάγκελα, τοποθετημένα στη βόρεια πλευρά της οικίας των εναγουσών, ενόψει της κατεδάφισης αυτής. Τα αντικείμενα (καρότσα, κάγκελα) που φαίνονται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, τοποθετημένα από τις ενάγουσες στο επίδικο, δεν μαρτυρούν και προηγούμενη χρήση του επ` αυτές, αφού η λήψη των εν λόγω φωτογραφιών έγινε το έτος 1991, ενώ δηλαδή είχαν αρχίσει οι διενέξεις των διαδίκων σχετικά με το επίδικο και επίκειτο η κατεδάφιση της παλαιάς όμορης οικίας των εναγουσών. Εξ άλλου, στο από Σεπτεμβρίου 1962 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου Π. Π. , το οποίο είναι προσαρτημένο στο υπ` αριθμ. ... /1964 συμβόλαιο του Συμβ/φου Χαλκίδας ................... , αποτυπώνεται το όλο, μείζονος εκτάσεως, ακίνητο του πατέρα του εναγομένου Σ. Δ. , διηρημένο σε τρία τμήματα, τα οποία στη συνέχεια μεταβιβάστηκαν στα τρία τέκνα αυτού, μεταξύ των οποίων και ο εναγόμενος στον οποίο μεταβιβάστηκε το με στοιχείο Α τμήμα(όμορο του επιδίκου) με το υπ` αριθμ. ... /1964 δωρητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω Συμβολαιογράφου. Στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα και στη νοτιοανατολική γωνία του μεταβιβασθέντος στον εναγόμενο τμήματος, σχηματίζεται, τριγωνικού σχήματος, εδαφικό τμήμα, εκτάσεως 11,25 τ.μ, ενώ, κατά μήκος της νότιας πλευράς του άνω τμήματος, σχηματίζεται λωρίδα πλάτους 1,00 μ., εκτάσεως 11,50 τ.μ, στην οποία αναγράφεται η ένδειξη "προς τακτοποίησιν". Την εν λόγω αποτύπωση του άνω τοπογράφου ο διορισθείς, με την 81/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας (δικάζοντος κατ` έφεση την από 28-6-95 αγωγή του νυν εναγομένου) πραγματογνώμονας Α. Π., τοπογράφος μηχανικός, ερμήνευσε, στην από 18-6-98 έκθεσή του, ως καταγραφή προθέσεως του δικαιοπαρόχου του εναγομένου για ανταλλαγή, μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου των εναγουσών, του άνω αποτυπωμένου (διαγραμμισμένου) τριγωνικού τμήματος (με το οποίο συμπίπτει κατά ένα μέρος το επίδικο) με την, επίσης, διαγραμμισμένη, εδαφική λωρίδα της νότιας πλευράς του ακινήτου του, καταλήγοντας τελικά (ο πραγματογνώμονας) στο συμπέρασμα ότι το επίδικο εδαφικό τμήμα περιλαμβάνεται στους τίτλους των νυν εναγουσών (τότε εναγομένων). Τέτοια όμως πρόθεση ανταλλαγής δεν προκύπτει ότι αποτυπώθηκε σε κάποιο άλλο (έγγραφο) στοιχείο, ούτε βεβαίως προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια ανταλλαγή. Μάλιστα, με το ως άνω υπ` αριθμ. ... /1964 δωρητήριο συμβόλαιο, μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο(από τον πατέρα του) ολόκληρο το αποτυπωμένο στο άνω διάγραμμα με στοιχ. Α τμήμα του ακινήτου, εκτάσεως 218,90 τ.μ, συμπεριλαμβανομένου σ` αυτό τόσον του επιδίκου εδαφικού τμήματος όσον και της άνω εδαφικής λωρίδας, χωρίς να γίνεται καμία μνεία περί μελλοντικής ανταλλαγής αυτών, όπως θα έπρεπε εάν πράγματι υπήρχε τέτοια πρόθεση του άνω δικαιοπαρόχου. Τούτο επισημαίνεται και από τον πραγματογνώμονα, Ε. Π. , τοπογράφο-μηχανικό, που διορίσθηκε με την υπ` αριθμ. 294/04 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο οποίος, στην υπ` αριθμ. 47/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του, εκθέτει μεν την παραπάνω άποψη του ως άνω πραγματογνώμονα, χωρίς όμως να φαίνεται και ότι συμφωνεί με αυτή. Επίσης, πρέπει να σημειωθεί ότι στην υπ` αριθμ. 1653/27-8-1982 οικοδομική άδεια και τις υπ` αριθμ. 503/14-4-83 και 472/30- 3-83 αναθεωρήσεις αυτής, που έχουν εκδοθεί κατ` αίτηση των εναγουσών για το όμορο του επιδίκου ακίνητο τους, καθώς και στα συνοδεύοντα αυτές τοπογραφικά διαγράμματα, που έχει συντάξει, καθ` υπόδειξη αυτών (εναγουσών), η μηχανικός Ε. Π. , το επίδικο εμφανίζεται ως περιλαμβανόμενο στην όμορη ιδιοκτησία του εναγομένου (και όχι των εναγουσών), ενώ στο από μηνός Ιουλίου 1983 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε, μεταγενέστερα, η ίδια ως άνω μηχανικός, καθώς και στο συνοδεύον την υπ` αριθμ. 64/3-2-92 μεταγενέστερη οικοδομική άδεια τοπογραφικό διάγραμμα της ίδιας μηχανικού, που συντάχθηκαν πάλι κατ` εντολήν των εναγουσών, το επίδικο, σε διαφοροποίηση προς τα παραπάνω, εμφανίζεται ως περιλαμβανόμενο στην όμορη ιδιοκτησία των εναγουσών (βλ. και σχετική επισήμανση στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Α. Π. ).
Ακολούθως το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την προδιαληφθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 544 αρ. 6 Κ.Πολ.Δικ., αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής της με την αναγνώριση, ως ψευδών των επίμαχων μαρτυρικών καταθέσεων. Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά που με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, δεν ήταν αρκετά για την πλήρωση του πραγματικού της προδιαληφθείσας ουσιαστικής διάταξης. Ειδικότερα διαλαμβάνεται στην απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα κατατεθέντα από τον αναφερόμενο μάρτυρα είναι ψευδή και ότι αντίθετα αποδείχθηκαν ως αληθινά τα από αυτόν κατατεθέντα, ότι δηλαδή το όριο των δύο όμορων ιδιοκτησιών των διαδίκων, ξεκινάει από το κυπαρίσσι που βρίσκεται στην ιδιοκτησία του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και καταλήγει σε ευθεία γραμμή στον κοινοτικό δρόμο, ότι πριν το έτος 1940 η οικογένεια του αναιρεσιβλήτου είχε κατασκευάσει στάβλο, μετά την κατάργηση του οποίου απέμεινε τελικά, ένα μικρό τοιχείο από πέτρες και ότι το παράθυρο που υπήρχε στη βόρεια πλευρά της παλαιάς οικίας των εναγουσών και ήδη αναιρεσειουσών κατασκευάστηκε από το δικαιοπάροχο αυτών μετά το έτος 1940. Ενόψει τούτων, ο πρώτος, κατά το πρώτο και τρίτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., που υποστηρίζει τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες η απόφαση περιέχει ελλείψεις ως προς την αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ιδιαίτερα των επικαλουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, των φωτογραφιών και της εκθέσεως πραγ/νης είναι απαράδεκτες, γιατί αφορούν σε ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση των αποδειχθέντων, οι οποίες δεν ιδρύουν τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγο, ενώ οι αιτιάσεις κατά τις οποίες από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα προέκυπτε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από το εξαχθέν, αφορούν σε κακή εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την περί τα πράγματα, αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται, επαγωγικά, από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (Ολ.ΑΠ 8/2005) και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρισίμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται ιδρύει τον από τον αριθμό 1 εδ. β` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Επομένως ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ` αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς. Ο λόγος πάντως αυτός δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και όταν χρησιμοποιούνται για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και τη συναγωγή πραγματικών επιχειρημάτων, γιατί στις περιπτώσεις αυτέ πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, εκφεύγουσα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., του ακυρωτικού ελέγχου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 1 εδ. β` του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα κατατεθέντα από τον αναφερόμενο μάρτυρα είναι ψευδή, καθόσον "το παράθυρο που υπήρχε στη βόρεια πλευρά της παλαιάς οικίας των αναιρεσειουσών και πλησίον της βορειοανατολικής γωνίας αυτής (με άνοιγμα προς το επίδικο) κατασκευάστηκε από τον δικαιοπάροχο αυτών μετά το 1940 και μετά την κατάργηση του σταύλου της οικογένειας του αναιρεσιβλήτου και μάλιστα αφότου η παλαιά οικία χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειουσών. Μάλιστα, η διάνοιξη του παραθύρου έγινε νυκτερινές ώρες από κάποιο γείτονα των διαδίκων Γ. Β. , που ασχολείτο και με οικοδομικές εργασίες", γιατί δεν είναι δυνατή η κατασκευή σε χωριό, σε τοίχο λιθόκτιστης, πολύ παλαιάς οικίας, σε νυκτερινές ώρες ενός παραθύρου, που η κατασκευή περιείχε ειδικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και απαιτούσε υλικά εξειδικευμένα με ειδικές τεχνικές γνώσεις. Με το περιεχόμενο όμως αυτό ο ερευνώμενος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, γιατί η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας (ως προς τις ειδικές τεχνικές γνώσεις για την κατασκευή παραθύρου με ειδικά αρχιτεκτονικά στοιχεία) δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτόν αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά αφορά την εκτίμηση των αποδείξεων για την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει του αναιρετικού λόγου.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αρ. 20 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ως έγγραφα η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ του ίδιου κώδικα ως αποδεικτικά μέσα.
Επομένως δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω έννοια τα διαδικαστικά έγγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως είναι οι προτάσεις, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου, που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων ή η εισηγητική έκθεση εξέτασης μαρτύρων. Επίσης δεν αποτελούν έγγραφα εκείνα στα οποία αποτυπώνεται άλλο ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, περαιτέρω παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο και ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (Ολ.ΑΠ 2/2008). Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε και όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να το εξαίρει αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο αναίρεσης και με την επίκληση της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προσκομισθείσας από τις αναιρεσείουσες φωτογραφίας, με το να δεχθεί ότι σ` αυτήν "φαίνονται τα ίχνη εκσκαφής θεμελίωσης της ήδη καθαιρεθείσης περιτοίχησης", καθώς επίσης και τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης, που επαναφέρθηκαν, νόμιμα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αλλά και τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιέχονται στην υπ` αριθμ. 67/2003 Εισηγητική έκθεση, του ορισθέντα ως Εισηγητή δικαστή, με την υπ` αριθμ. 364/2001 παρεμπίπτουσα απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας). Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και μάλιστα α) όσον αφορά την φωτογραφία, γιατί όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.) το αποδεικτικό πόρισμα δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στη φωτογραφία αυτή, αλλά απλώς το Εφετείο την συνεκτίμησε, χωρίς να την εξαίρει, με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, όπως τις λοιπές προσκομισθείσες από τις ενάγουσες φωτογραφίες, το από Σεπτεμβρίου 1962 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Π. Π. , τις μαρτυρικές καταθέσεις, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης κλπ (φύλλα Αβ και 5 της απόφασης) και β) όσον αφορά τις προτάσεις, την εισηγητική έκθεση και την έκθεση πραγ/νης, γιατί δεν συνιστούν "έγγραφα" κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη έννοια. Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί.
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 368 και 388 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει, ότι, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 368 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., περί της οποίας δεν πρόκειται στην παρούσα περίπτωση, η διάταξη πραγματογνωμοσύνης επί συγκεκριμένου ζητήματος ή η διάταξη νέας ή η συμπλήρωση της γενομένης από τους ίδιους ή άλλους πραγματογνώμονες ή ο αριθμός των πραγματογνωμόνων που θα οριστεί, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας και η σχετική κρίση αυτού δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ενώ η έκθεση πραγ/νης, κατά το άρθρο 387 Κ.Πολ.Δικ., που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και δεν έχει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, που να είναι αντίθετη με το πόρισμα της πραγ/νης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγ/νης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και με τη διάταξη του αριθμού 1 του ίδιου άρθρου, αφού οι κανόνες των άρθρων 368, 388 και 387 είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ` εκτίμηση του περιεχομένου του, με την επίκληση των προαναφερθεισών διατάξεων των αριθμών 1 και 12 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων με τον διορισμό τριών πραγματογνωμόνων και όχι μόνο ενός, πράγμα το οποίο αν έπραττε το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης που θα συντασσόταν θα ήταν δεσμευτικό για το δικαστήριο και θα παρείχε πλήρη απόδειξη. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη ο αριθμός των πραγματογνωμόνων που θα διορισθεί απόκειται στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση δεν στοιχειοθετείται ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 αναιρετικός λόγος αφού η προβλέπουσα τη συμπλήρωση της πραγ/νης διάταξη του άρθρου 388 Κ.Πολ.Δικ. είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, ενώ η επίκληση της διατάξεως του αριθμού 12 του ίδιου άρθρου είναι αλυσιτελής, αφού αναφέρεται σε ανύπαρκτη προϋπόθεση, όπως επίσης αλυσιτελής είναι και η επίκληση των σχετικών με την πραγ/νη διατάξεων της προϊσχύσασας, πριν το 1971, δικονομίας, οι οποίες δεν έχουν εφαρμογή στην ένδικη υπόθεση που αφορά σε αγωγή ασκηθείσα το 2000. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν. Η δεύτερη και η τρίτη από τις αναιρεσείουσες, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρο 176, 180 παρ. 1 και 183 Κ.Πολ.Δικ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-3-2009 αίτηση των Α. χας Ε. Β. , το γένος Η. Δ. , Μ. Β. του Ε. και Ε. συζ. Δ. Μ., το γένος Ε. Β. κατά του Π. Δ. του Σ. , για αναίρεση της υπ` αριθμ. 200/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την δεύτερη και την τρίτη αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Δεκεμβρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου