AρΠάγος (Β1) 48/15 : Σύμβαση εργασίας και επιχειρησιακή συνήθεια. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση

AρΠάγος (Β1) 48/15 : Σύμβαση εργασίας και επιχειρησιακή συνήθεια.  Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από τη σύμβαση. Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται..
τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα. Επομένως, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής. Απορρίπτει την αίτηση για αναίρεση της 2540/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Αριθμός 48/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Μιχαήλ Αυγουλέα και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Δ. Π., 2.Ι. Α., 3.Ε. Κ., 4.Δ. Γ., 5.Α. Μ. και 6.Π. Τ., κατοίκων…, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Περπατάρη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Θ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ Α.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Ζιώγα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 14-4-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1438/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2540/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-2-2013 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, ανέγνωσε την από 6-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ.7§1 ν.2112/1920, που ορίζει ότι "πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως, βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι' ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου" και των άρθ.648, 652, 281 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι (1) μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει, όταν ο εργοδότης επιχειρεί τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να έχει τέτοια ευχέρεια από την σύμβαση ή το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας της επιχείρησης, η οποία (τροποποίηση/μεταβολή) προκαλεί στον εργαζόμενο υλική ή ηθική ζημία, άμεση ή έμμεση (2) ο εργοδότης μπορεί να μεταβάλει μονομερώς τους όρους παροχής της εργασίας, ακόμη και σε βάρος του μισθωτού, όταν το δικαίωμα αυτό παρέχεται από την ατομική σύμβαση ή από διάταξη νόμου ή συλλογικής σύμβασης ή διαιτητικής απόφασης ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό, στην περίπτωση, όμως, αυτή η μονομερής μεταβολή που γίνεται κατ' ενάσκηση του διευθυντικού δικαιώματος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, διότι διαφορετικά δεν υπάρχει χρήση αλλά κατάχρηση του διευθυντικού δικαιώματος (που συνιστά τελικά και βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας) και ο εργαζόμενος προστατεύεται από την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ (ΑΠ 13/2012, 431/2011, 126/2011).Συνάγεται περαιτέρω από τα παραπάνω ότι η επιχειρησιακή συνήθεια, δηλ. η πρακτική που έχει διαμορφωθεί από μακροχρόνιο, ομοιόμορφο χειρισμό ορισμένων ζητημάτων που ανάγονται στις σχέσεις εργοδότη και μισθωτού μέσα στον χώρο της επιχείρησης, δεν αποτελεί από μόνη της πηγή γένεσης αξιώσεων, αλλά μπορεί ν' αποτελέσει βάση σιωπηρής συμφωνίας. Αυτό συμβαίνει, όταν ο εργοδότης είτε ρητά με ανακοίνωσή του υπόσχεται στους εργαζομένους την χορήγηση μελλοντικών παροχών υπό ορισμένες προϋποθέσεις είτε χωρίς θετική υπόσχεση χορηγεί τέτοιες, οπότε η αποδοχή των παροχών αυτών από τους εργαζομένους παρέχει την βάση δεσμευτικής δέσμευσης και αφαιρεί από την πράξη τον χαρακτήρα της μονομερούς και, συνεπώς, ανακλητής παροχής. Προϋπόθεση και κύριο αντικείμενο της επιχειρησιακής συνήθειας είναι οι οικειοθελείς παροχές του εργοδότη, δηλ. οι πέραν του μισθού παροχές, στις οποίες αυτός προβαίνει προς τους εργαζομένους, χωρίς να έχει νομική δέσμευση και δη από την σύμβαση (ΑΠ 258/2012, 431/2011, 1277/2010). Οι παροχές αυτές και αν ακόμη καταβάλλονται τακτικά και ομοιόμορφα και επί μεγάλο χρονικό διάστημα, διατηρούν τον χαρακτήρα τους ως οικειοθελών, αν αυτή είναι η βούληση των μερών, και ιδίως αν ο εργοδότης έχει επιφυλάξει σ' αυτόν το δικαίωμα ανάκλησής τους (διακοπής) ή με νεότερη συμφωνία με τον εργαζόμενο παρασχεθεί αυτό το δικαίωμα (άρθ.361 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή από την δημιουργηθείσα επιχειρησιακή συνήθεια δεν μπορεί να ανακύψει σιωπηρή συμφωνία και κατ' επέκταση συμβατική δέσμευση του εργοδότη για συνέχιση της καταβολής των παροχών αυτών και κατά συνέπεια η από τον εργοδότη, κατ' ενάσκηση του ως άνω διευθυντικού δικαιώματός του, διακοπή ή τροποποίηση μιας τέτοιας παροχής δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθ.7 ν.2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου, ούτε αξίωση για την συνέχιση της καταβολής μιας τέτοιας παροχής. Επομένως και κατ' αντίθεση, συμβατική δέσμευση για την υποχρέωση καταβολής μιας τέτοιας παροχής (οικειοθελούς αρχικά), από επιχειρησιακή συνήθεια, με βάση σιωπηρή συμφωνία, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, με αποτέλεσμα την αδυναμία του εργοδότη να διακόψει μονομερώς την καταβολή της, μπορεί να δημιουργηθεί, εάν ο εργοδότης δεν έχει επιφυλάξει στον εαυτό του το ως άνω δικαίωμα, αφού στην περίπτωση αυτή η παροχή παύει πλέον να είναι οικειοθελής (ΑΠ 258/2012, 1082/2010, 1217/2005). Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ.561§2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής : (1) Με την από 14-4-2007 (και με αριθ. κατ.4993/2007) ένδικη αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών οι ήδη αναιρεσείοντες (και άλλα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην αναιρετικοί δίκη) εξέθεσαν, ότι είναι διπλωματούχοι μηχανικοί, με τις αναφερόμενες εκεί ειδικότητες, και εργάζονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην εναγομένη και τώρα αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία ("Θ. ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ ΑΕ"), η οποία δραστηριοποιείται στην μελέτη και κατασκευή δημοσίων έργων και δη δικαστικών μεγάρων και φυλακών σε ολόκληρη την χώρα, ότι η εναγομένη με την 45/21-12-1998 απόφαση του ΔΣ αυτής αποφάσισε την παροχή ελάχιστης αποζημίωσης για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της ανερχομένης σε ποσοστό 1/20 των μηνιαίων αποδοχών τους, πλέον οδοιπορικών και λοιπών εξόδων, ότι έκτοτε και μέχρι τον Ιούλιο του 2003 η διοίκηση της εναγομένης εφάρμοζε την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της για το σύνολο των εργαζομένων που μετακινούνταν και απασχολούνταν εκτός έδρας για τις ανάγκες των έργων της εναγομένης εταιρείας και δη πρωτίστως για την επίβλεψη και καθοδήγηση της εξέλιξης των υπό κατασκευή έργων, ότι από τον Ιούλιο του 2003 και μέχρι την άσκηση της αγωγής η διοίκηση της εναγομένης χωρίς νέα απόφαση του ΔΣ αυτής και χωρίς δικαιολογία περιόρισε αυθαίρετα την καταβαλλομένη αποζημίωση για την εκτός έδρας απασχόληση των εργαζομένων της στο ποσό των 100€ κατ' ανώτατο όριο για κάθε ημέρα τέτοιας απασχόλησης, ακόμη και εάν λόγω του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του εργαζομένου η οφειλομένη αποζημίωση υπερέβαινε το ποσό αυτό, ότι ουδέποτε αποδέχθηκαν την ως άνω βλαπτική και παράνομη μεταβολή των όρων εργασίας τους, αλλ' αντίθετα διαμαρτυρήθηκαν επανειλημμένα, προφορικά και εγγράφως, τόσο μεμονωμένα, κάθε εργαζόμενος, όσο και συλλογικά διά του σωματείου εργαζομένων στην εναγομένη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σ' αυτούς τα αναφερόμενα εκεί ποσά ως οφειλομένη διαφορά αποζημίωσης για απασχόληση εκτός έδρας κατά τα έτη 2003-2006 και τις παρατιθέμενες αναλυτικά για κάθε έναν ημέρες. (2) Το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας επί της αγωγής αυτής ύστερ' από την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε δεχθεί και κατ' ουσίαν την αγωγή, με την προσβαλλομένη 2540/2012 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, που ιδρύθηκε με το άρθ.5§7α ν.2408/1996, διέπεται απ' αυτόν και συμπληρωματικά από τον κ.ν.2190/1920, λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και δραστηριοποιείται στην μελέτη και κατασκευή δημοσίων έργων και ειδικότερα δικαστικών μεγάρων και φυλακών σε όλη την χώρα, είχε προσλάβει τους ενάγοντες με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι με το 20/8-9-1997 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης εγκρίθηκε "το σχέδιο Α του Κανονισμού για έξοδα ταξιδιού και αποζημιώσεις εκτός έδρας, που αφορά τους απασχολούμενους με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και τα μέλη του ΔΣ της εταιρίας", ότι περαιτέρω με το 45/21-12-1998 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης τροποποιήθηκε μονομερώς, χωρίς αντίρρηση από τους ενάγοντες ή άλλους εργαζομένους αυτής, η προηγουμένη (ληφθείσα με το 20/1007 πρακτικό) απόφαση σε σχέση με την ελάχιστη αποζημίωση για την εκτός έδρας υπηρεσία των υπαλλήλων της, που καθορίσθηκε από 1-9-1998 στο 1/20 των μηνιαίων αποδοχών, αντί του μέχρι τότε ισχύοντος, με βάση την προηγουμένη απόφαση του ΔΣ, ποσού των 13.000 δρχ., ότι από την γενομένη με το 45/1998 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης μονομερή τροποποίηση της προγενέστερης (ληφθείσας με το προαναφερθέν 20/1997 πρακτικό) απόφασης σε σχέση με το ζήτημα της ελάχιστης αποζημίωσης για την εκτός έδρας υπηρεσία των υπαλλήλων της εναγομένης (αποδείχθηκε ότι) η εναγομένη εργοδότρια θεσπίζοντας την χορήγηση της πιο πάνω οικειοθελούς παροχής προς τους εργαζομένους (ελάχιστη αποζημίωση για την εκτός έδρας υπηρεσία) επεφύλαξε ταυτόχρονα υπέρ αυτής το δικαίωμα μονομερούς και συνεπώς ελεύθερης ανάκλησης ή τροποποίησης, της επιφύλαξης αυτής συναγομένης από την ως άνω μονομερή τροποποίηση, ότι το δικαίωμα της εναγομένης να τροποποιήσει μονομερώς, με το 45/21-12-1998 πρακτικό του ΔΣ αυτής, την απόφασή της για την χορήγηση της προαναφερθείσας οικειοθελούς παροχής, δεν αμφισβητήθηκε από τους ενάγοντες, ούτε από άλλους εργαζομένους της εναγομένης, ούτε το 1998, ούτε μεταγενέστερα και μέχρι το 2003, παρότι οι ενάγοντες, ως μισθωτοί της εναγομένης, έλαβαν γνώση της πιο πάνω (συναγομένης από την ως άνω μονομερή τροποποίηση) επιφύλαξης από την εναγομένη υπέρ αυτής του δικαιώματος τροποποίησης ή και κατάργησης της παραπάνω εκούσιας παροχής προς τους υπαλλήλους της, ενώ εξάλλου η χορήγηση αυτής (που θεσπίσθηκε αρχικά με το 20/1997 πρακτικό του ΔΣ της εναγομένης και τροποποιήθηκε μονομερώς με το 45/1998 πρακτικό αυτού) εφαρμόσθηκε ομοιόμορφα από τις προαναφερθείσες θέσπιση και μονομερή τροποποίησή της μέχρι και τον Ιούνιο του 2003, ότι ρητή αναφορά της επιφύλαξης αυτής υπάρχει και στον ισχύοντα από 30-6-2003 Κανονισμό Λειτουργίας Προσωπικού της εναγομένης (που εγκρίθηκε με την ΥΑ 2120/2003 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 856/30-6-2003), στο άρθ.11 του οποίου ορίζεται ότι "Τυχόν μεγαλύτερες αποδοχές από εκείνες που προβλέπονται από το Νόμο, τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας, τις Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, καταβάλλονται στο προσωπικό ως οικειοθελής παροχή η χορήγηση ή μη της οποίας αποτελεί ανεξέλεγκτο και πάντοτε ανακλητό δικαίωμα της Εταιρείας και εξαρτάται από τις αποφάσεις και την ελεύθερη θέλησή της, σε συνάρτηση με την πορεία των εργασιών και την απόδοση κάθε εργαζομένου" και περαιτέρω σε σχέση με την χορήγηση ή μη της οικειοθελούς παροχής προς το προσωπικό της "Η Εταιρεία έχει πάντοτε το δικαίωμα να περικόψει ή να σταματήσει εντελώς τη χορήγηση τέτοιας παροχής, όπως επίσης έχει το δικαίωμα να καταβάλλει εκούσιες παροχές σε μεμονωμένους εργαζομένους ή τμήματα χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ακολουθεί πολιτική διακρίσεων, αλλά εργοδοτική πολιτική ανάλογη με τις ανάγκες και την απόδοση των εργαζομένων", ότι οι ενάγοντες, ως μισθωτοί της εναγομένης, έλαβαν γνώση της πιο πάνω, περιεχομένης στον Κανονισμό αυτόν, ρητής επιφύλαξης από
την εναγομένη εργοδότρια υπέρ αυτής του δικαιώματος τροποποίησης ή και κατάργησης της ως άνω εκούσιας παροχής, το αργότερο από την δημοσίευσή του στο ΦΕΚ, χωρίς να προβάλουν οποιαδήποτε αντίδραση ή επιφύλαξη, ότι στην από 12-2-2004 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας που καταρτίσθηκε μεταξύ της εναγομένης και του σωματείου των εργαζομένων σ' αυτήν, με την οποία καθιερώθηκε ειδικό μισθολόγιο γι' αυτούς και ορίσθηκε ότι οι αναφερόμενοι εκεί βασικοί μισθοί προσαυξάνονται με όλα τα επιδόματα που προβλέπονται από την οικεία Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση (των εργαζομένων στις μελετητικές και εργοληπτικές επιχειρήσεις όλης της χώρας), που εφαρμόζει η εναγομένη, δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά ή επιφύλαξη για την αποζημίωση των μισθωτών της εναγομένης για την εκτός έδρας υπηρεσία τους, ούτε μνεία στις οικειοθελείς παροχές της εναγομένης προς τους εργαζομένους της, ότι σύμφωνα με τα παραπάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ΣΣΕ κατά το κανονιστικό μέρος τους έχουν ισχύ νόμου και ότι η ως άνω ΕΣΣΕ δεν διαφοροποιήθηκε σε σχέση με την γενομένη με τον παραπάνω Κανονισμό Λειτουργίας της εναγομένης επιφύλαξή της να περικόψει ή να σταματήσει εντελώς την χορήγηση οποιασδήποτε οικειοθελούς παροχής, συνακόλουθα και της επίδικης αποζημίωσης για την εκτός έδρας υπηρεσία των εναγόντων, αποδεικνύεται η ρητή ως άνω επιφύλαξη της εναγομένης και η σχετική γνώση του σωματείου των εργαζομένων της, ότι μετά την εφαρμογή της ως άνω από 12-2-2004 ΕΣΣΕ η εναγομένη τροποποίησε μονομερώς την ληφθείσα με το 42/1998 πρακτικό του ΔΣ αυτής απόφασή της σε σχέση με την ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση των επιβλεπόντων μηχανικών της (μεταξύ των οποίων και οι ενάγοντες) και έθεσε ως ανώτατο όριο της ημερήσιας αυτής αποζημίωσης το ποσό των 99,78€ (που ίσχυε και για την ημερήσια εκτός έδρας αποζημίωση του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής), οι δε ενάγοντες διαμαρτυρήθηκαν το πρώτον την 17-12-2004 για τον ως άνω από 1-7-2003 και εφεξής υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής από την εναγομένη, αναφέροντας ότι γίνεται λογιστικό λάθος, ενώ το προγενέστερο από 22-3-2004 έγγραφό τους δεν αφορά διαμαρτυρία τους για μονομερή βλαπτική μεταβολή της εκτός έδρας αποζημίωσής τους, ότι σύμφωνα με τα προεκτεθέντα δεν διαμορφώθηκε επιχειρησιακή συνήθεια πρόσθετης παροχής και συμβατικής δέσμευσης της εναγομένης ως προς την εκούσια παροχή της εκτός έδρας ημερήσιας αποζημίωσης, αλλ' αυτή διατήρησε τον χαρακτήρα της οικειοθελούς παροχής και συνακόλουθα ο υπό της εναγομένης δυσμενέστερος υπολογισμός της αποζημίωσης των εναγόντων για την εκτός έδρας παροχή της εργασίας τους δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους, ενώ σε κάθε περίπτωση η εναγομένη εργοδότρια είχε από τον ως άνω Κανονισμό το δικαίωμα να μεταβάλλει μονομερώς τους όρους παροχής εργασίας, συνακόλουθα και της παραπάνω αποζημίωσης, ακόμη και σε βάρος των εναγόντων μισθωτών, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά και κατά παραδοχή της έφεσης της αναιρεσείουσας εναγομένης κατά τον μοναδικό λόγο αυτής εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και επομένως αμφότεροι οι λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.1 του άρθ.559 ΚΠολΔ, αλληλοσυμπληρούμενοι και ενιαίως λαμβανόμενοι, καθόσον μέρος τους, κατ' εκτίμηση αυτών, προβάλλεται ότι υπό τα γενόμενα ως άνω ανελέγκτως δεκτά την επίδικη ως άνω παροχή (αποζημίωση για εκτός έδρας εργασία εκ ποσοστού 1/20 των μηνιαίων αποδοχών για κάθε ημέρα τέτοιας απασχόλησης) η αναιρεσίβλητη χορήγησε ανεπιφύλακτα (και για μεγάλο χρονικό διάστημα) και ότι κατά συνέπεια ο μονομερής ως άνω περιορισμός της συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας των αναιρεσειόντων, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθόσον δε μέρος τους πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υπόθεσης (άρθ.561§1 ΚΠολΔ), με αναφορά μάλιστα σε πραγματικά περιστατικά που δεν περιέχονται ως αποδειχθέντα στην αναιρεσιβαλλομένη, ως απαράδεκτοι.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, πρέπει ν' απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-2-2013 αίτηση των Δ. Π. κλπ. για αναίρεση της 2540/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ    Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ


Σχόλια