126/2010 ΜΠρΑθ: Η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο άλλου δικηγόρου συνιστά έμμισθη εντολή με πάγια αντιμισθία

126/2010 ΜΠρΑθ: Η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο άλλου δικηγόρου συνιστά έμμισθη εντολή με πάγια αντιμισθία
Αριθμός αποφάσεως
126/2010
TO ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Πρωτοδίκη Βασιλική Κατσούλα που ορίστηκε από τον..
Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από την Γραμματέα Ασημουλα Γαλάνη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στ ς 19-1-2010, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: ........, δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος και με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Διονυσοπούλου.

Του εναγομένου: ......., δικηγόρου και κατοίκου Αθηνών, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως ως δικηγόρος.

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η αγωγή του που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 145371/386/2009, προσδιορίστηκε για την τταραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο ενάγων και ο εναγόμενος ως δικηγόροι και η πληρεξούσια δικηγόρος του ενάγοντος, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και σης προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 38, 44, 63 παρ. 4-5 και 94 του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ήδη ισχύουν, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι η επιτρεπόμενη κατ' εξαίρεση στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αμοιβή ρυθμίζεται από τον ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων και συμπληρωματικά από τους ορισμούς του Αστικού Κώδικα περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών και τους κανόνες αυτού περί εντολής, εφόσον δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως αυτής, δεν δύναται δε η τέτοια παροχή υπηρεσιών απά δικηγόρους να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθόσον δεν ισχύουν καταρχήν επ' αυτής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας.

Η σχετική σύμβαση, η οποία αποτελεί σχέση έμμισθης εντολής, είναι πάντοτε, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της, αορίστου χρόνου, οπότε, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο, θεωρείται ότι είναι αορίστου χρόνου και λύεται ελεύθερα με έγγραφη καταγγελία και του εντολέα, εκτός αν περιορίζεται από διάταξη νόμου με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, ενώ μέχρι της πλήρους καταβολής αυτής οφείλονται οι αποδοχές (ΑΠ 104772008 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 751/2007 Δημ. ΝΟΜΟΣ). Αν η καταγγελία δεν περιβληθεί τον έγγραφο τύπο είναι άκυρη (ΑΠ 203/1999 ΕλλΔνη 40.1047, Εφθεσ 1535/2006 Αρμ 2006, 1352).

Περαιτέρω η σύμβαση παροχής καθαρώς νομικών υπηρεσιών με πάγιο ετήσιο ή μηνιαία αντιμισθία μπορεί να συναφθεί, εφόσον ο νόμος δε διακρίνει, και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέως και του άλλου ως εντολοδόχου, της συμβάσεως αυτής ρυθμιζόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1 και 2, 92Α του κώδικα των Δικηγόρων και των σε εκτέλεση του άρθρου 92 παρ. 2 του αυτού Κώδικα εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες καθορίζεται το ελάχιστο όριο αμοιβής αυτών. Και η σχέση συνεπώς των δικηγόρων που απασχολούνται ως βοηθοί σε δικηγορικά γραφεία με πάγια αντιμισθία, υποχρεούμενοι να εκτελούν δικηγορική εργασία σύμφωνα με τις εντολές και οδηγίες ταυ δικηγόρου, πρέπει να χαρακτηρισθεί ως έμμισθη εντολή με πάγια αντιμισθία, αφού είναι ασυμβίβαστη η παροχή εξαρτημένης εργασίας από δικηγόρο (ΑΠ 937/1990 Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΔΣΑ, ΕφΘεσ 1535/2006 ο.π, Λ. Ντάσιου Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο εκδ. 1999 τ.Ι, σελ. 96).

Τέλος η εντολή περί αμοιβής, ως και σύμβαση παροχές υπό δικηγόρου νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία αποδεικνύεται με κάθε αποδεικτικό μέσο και αυτό ακόμη που δεν πληροί τους όρους του νόμου, όπως ορίζεται στο άρθρο 671 ΚΠοΑΔ, το οποίο εφαρμόζεται και στη διαδικασία των άρθρων 677 επ. με την οποία εκδικάζονται οι διαφορές περί αμοιβής των δικηγόρων (ΟλΑΠ 3071988).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του, ιστορεί τα εξής: Ο ίδιος τυγχάνει δικηγόρος Αθηνών και τον Μάρτιο του έτους 2008, συνήψε προφορικά με τον εναγόμενο, επίσης δικηγόρο Αθηνών, σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που ορίσθηκε στο ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο εναγόμενος του ζήτησε να υπογράψει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας που ήταν διαφορετικοί από αυτούς που είχαν συμφωνήσει προφορικά, αφού δεν θεωρούσε την μεταξύ τους σχέση σύμβαση εντολής με πάγια αντιμισθία, το οποίο αρχικά αρνήθηκε να υπογράψει ο ενάγων, τελικά όμως τα υπέγραψε στις 2-2-2009, λόγω του αρνητικού κλίματος που είχε δημιουργηθεί στον εργασιακό χώρο από την άρνηση υπογραφής του από τον ενάγοντα. Την επόμενη ημέρα, στις 3-2-2009 ο εναγόμενος ζήτησε οπό τον ενάγοντα να αποχωρήσει από την εργασία, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την μεταξύ τους σχέση, ενώ σης 6-2-2009 όταν ο ενάγων μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου για να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα, ο τελευταίος του επιτέθηκε φραστικά, προσβάλλοντας την προσωπικότητά του, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ισχυριζόμενος ότι η μεταξύ αυτού και του εναγομένου σχέση, φέρει το χαρακτήρας της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει α) τις διαφορές μεταξύ των καταβαλλομένων και των νομίμων αποδοχών του, συνολικού ποσού 2.061 ευρώ β) την αναλογία επιδομάτων Πάσχα ετών 2008 και 2009, ποσού 260,62 και 197,62 ευρώ αντίστοιχα γ) την αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2008 ποσού 1.395 ευρώ δ) την αναλογία επιδόματος αδείας 2008 ποσού 697,50 ευρώ ε) τα 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών του ενάγοντα έτους 2008, που ανέρχονται στο ποσό των 835,90 ευρώ στ) ως bonus για το έτος 2008, με βάση την αρχή της ισότητας, αφού τέτοιο δόθηκε σε άλλη δικηγόρο του γραφείου το έτος 2007, ανερχόμενο στο ποσό των 3.000 ευρώ. Ζητεί επίσης να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εναγομένου, γιατί δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και να υποχρεωθεί ως εκ τούτου ο εναγόμενος να του καταβάλει ως μισθούς (αντιμισθίες) υπερημερίας ενός έτους το συνολικό ποσό των 19.530 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και τα επιδόματα εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και αδείας, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα που κάθε αντιμισθία ήταν καταβλητέα, άλλως σε περίπτωση που η καταγγελία θεωρηθεί έγκυρη να υποχρεωθεί να του καταβαλει την νόμιμη αποζημίωση, ήτοι μία πάγια αντιμισθία καθώς και ως ποινή λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης, τις πάγιες αντιμισθίες του χρονικού διαστήμιπος μέχρι την καταβολή της αποζημίωσης, ήτοι ποσό 19.350 ευρώ.

έλος ζητεί, όπως παραδεκτά μετέτρεψε σε αναγνωριστικό τι αίτημα αυτό της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να του καταβαλει και ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη και προσβλητική συμπεριφορά του. Τα παραπάνω ποσά (αντιμισθίες, επιδόματα εορτών και αδείας) ζητεί ο ενάγων με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστησαν απαιτητά, όπως ειδικότερα αναφέρει στην αγωγή του, άλλως από την επίδοση της αγωγής, τα δε λοιπά ποσά (χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αναλογίες ασφαλιστικών εισφορών, bonus) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Ζητεί επίσης να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή.

Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου κατά την ειδική διαδικασία των αρ. 677 επ. (αρ. 16 αριθμ. 7 και 678 ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 5 αρ. 4, 92 παρ. 2, 92Α, 94 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. και 713 επ. ΑΚ καθόσον όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη η συνδεόμενη τον ενάγοντα με τον εναγόμενο σχέση, φέρει το χαρακτήρα της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, που μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων, δεδομένου ότι είναι ασυμβίβαστη η παροχή εξαρτημένης εργασίας από δικηγόρο, καθώς και κατωτέρω μνημονευόμενες διατάξεις και στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 159, 299, 932, 340, 341, 34S, 346, 349, 350, 361 ΑΚ και 70, 907, 908 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, έχει καταβληθεί το ατταπτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες προσαυξήσεις υπέρ τρίτων (υπ' αριθμ. 053858, 448398 και 567482 αγωγόσημα Σειράς Α με τα επικολληθέντα σε αυτά ένσημα ΤΠΔΑ και ΤΝ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, τις με αριθμ. 84, 85 και 86/18-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ακριβής-Αναστασίας Γκότση που προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων και λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση του εναγομένου (βλ. την με αριθμ. 5033/14-1-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιά Βασ. Κουτσογιάννη) και τις με αριθμ. 12793, 12794, 12795, 12796 και 12797 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ανδρής Δρακούδη-Δήμα που προσκομίζει με επίκληση ο εναγόμενος και λήφθηκαν μετά από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντα (βλ. την με αριθμ. 5201 Β/13-1-2010 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Δήμητρας Χρόνη) και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται το ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο ενάγων είναι δικηγόρος παρά Πρωτοδίκαις, εγγεγραμμένος στα μητρώα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών από το έτος 2006. Στις 11-3-2008, συνήψε προφορικά με τον εναγόμενο, επίσης δικηγόρο Αθηνών, σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που ορίσθηκε στο ποσό των 1.250 ευρώ μηνιαίως, πλέον bonus, καταβαλλόμενο στο τέλος κάθε έτους, ανάλογα με την εργασία που θα παρείχε. Ειδικότερα ο ενάγων ανέλαβε την εκτέλεση διαφόρων νομικών υπηρεσιών που του ανέθετε ο εναγόμενος και τις οποίες πράγματι εκτελούσε καθ όλο το διάστημα που διήρκεσε η σχέση, ήτοι παραστάσεις ενώπιον δικαστηρίων, σύνταξη δικογράφων, έλεγχο τίτλων ιδιοκτησίας σε Υπσθιηκοφυλακεία κλπ. Τα διάφορα έξοδα για την διαχείριση των υποθέσεων βάρυναν το γραφείο, πλην όμως ο ενάγων έπρεπε να αναφέρει διεξοδικά τον χρόνο που ανάλωσε ανά υπόθεση και το είδος της απασχόλησής στον εναγόμενο, με καταχώριση σε ηλεκτρονική βάση δεδομένων που τηρούνταν στο γραφείο και δεν είχε το δικαίωμα να απασχολείται και αλλού. Προσωπικές υποθέσεις, δεν ανελάμβανε ο ενάγων κυρίως λόγω έλλειψης χρόνου προς τούτο, αλλά και διότι όπως προβλεπόταν στα ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε αργότερα, δεν είχε δικαίωμα προς τούτο χωρίς συμφωνία με τον εναγόμενο.

Αρκετούς μήνες αργότερα από την έναρξη της εργασίας του ενάγοντα στο γραφείο του εναγομένου και δη το καλοκαίρι του έτους 2008, ο εναγόμενος του ζήτησε να υπογράψει ένα ιδιωτικό συμφωνητικό με τους όρους της μεταξύ τους συνεργασίας, στο οποίο αναφερόταν ότι αντικείμενο της μεταξύ τους συνεργασίας, που ήταν αορίστου χρόνου και θα μπορούσε να λυθεί άτυπα με προφορική δήλωση κάθε μέρους, ήταν η από το γραφείο ανάθεση στον ενάγοντα διαφόρων νομικών υποθέσεων πελατών του γραφείου, στις οποίες ο ενάγων θα παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες. Αναφερόταν στο ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο ενάγων θα προέβαινε και σε παραστάσεις ενώπιον διοικητικών ή άλλων αρχών, ότι η αποφασιστική αρμοδιότητα για την ανάθεση των υποθέσεων, τον τρόπο χειρισμού αυτών κλπ ανήκε στην κρίση του εναγομένου-διοικούντος το γραφείο, ο οποίος θα χορηγούσε και τις σχετικές εντολές ανάθεσης και θα είχε το δικαίωμα ανάκλησής τους, ότι η συνεργασία αυτή δεν συνιστούσε σύμβαση αντιμισθίας, ότι ο ενάγων είχε την υποχρέωση να τηρεί τις διαδικασίες εσωτερικής ενημέρωσης με καταχωρήσεις στις τηρούμενες στο γραφείο βάσεις δεδομένων, οικονομικής διαχείρισης και παρεχομένων υπηρεσιών, ότι τα έξοδα διαχείρισης των υποθέσεων που ανατίθεντο στον ενάγοντα, έφερε το γραφείο. Επίσης ότι ο ενάγων δεν θα μπορούσε να απασχολείται σε οποιοδήποτε τρίτο φυσικό ή νομικό πρόσωπο χωρίς ενημέρωση του εναγομένου, προσωπικές του δε υποθέσεις θα μπορούσε να χειρίζεται εκτός γραφείου, εκτός αντίθετης συμφωνίας. Για το σύνολο των παρεχομένων υπηρεσιών του ενάγοντα, ορίσθηκε ως μηνιαία αμοιβή το ποσό των 1.250 ευρώ, από την οποία αφαιρούνταν οι παραστάσεις του ενάγοντα ενώπιον δικαστηρίων ή συμβολαιογράφων, που καταβάλλονταν από το γραφείο. Ορίσθηκε επίσης ότι ο εναγόμενος είχε το δικαίωμα να καταβάλει άπαξ ετησίως ή και περισσότερες φορές έκτακτες αμοιβές.

Το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό, που έφερε ημερομηνία 7-3-2008 αρνήθηκε αρχικά ο ενάγων να υπογράψει, πλην όμως λόγω του άσχημου κλίματος που είχε διαμορφωθεί στον εργασιακό χώρο από την άρνηση αυτή υπογραφής του, το υπέγραψε τελικά στις 2-2-2009 (βλ. σχετικά και κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου στο ακροατήριο, ο οποίος αναφέρει ότι το συμφωνητικό δεν είχε υπογραφεί από τον ενάγοντα τον Αύγουστο του 2008 και τελικά υπογράφηκε αργότερα). Την επόμενη ημέρα, στις 3-2-2009 ο εναγόμενος δήλωσε στον ενάγοντα ότι διακόπτεται η συνεργασία τους, καταγγέλλοντας με τον τρόπο αυτό την μεταξύ τους σχέση, ενώ στις 6-2-2009 όταν ο ενάγων μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, μαζί με την μάρτυρα που κατέθεσε στο ακροατήριο, επίσης δικηγόρο ......., για να λάβει τα προσωπικά του αντικείμενα, ο εναγόμενος τους επιτέθηκε φραστικά, αναφέροντας ότι ειδικά η δεύτερη δεν έχει δικαίωμα να εισέρχεται στο γραφείο του.

Με βάση τους παραπάνω όρους και συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο γραφείο του εναγομένου και ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δόθηκε στο παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό, η σχέση μεταξύ των διαδίκων έφερε τον χαρακτήρα της έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, που μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέα και του άλλου ως εντολοδόχου, αφού δεν μπορεί η παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, κατά τα αναφερόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη. Πρέπει εξάλλου να σημειωθεί ότι αντίθετα από ότι υποστηρίζει ο εναγόμενος, η μη αναγγελία της πρόσληψης του ενάγοντα με πάγια αντιμισθία στο Δικηγορικό Σύλλογο, υποχρέωση που βαρύνει και τις δύο πλευρές, δεν επιφέρει ακυρότητα της συμβάσεως, αλλά επισύρει πειθαρχική ποινή από το Δικηγορικό Σύλλογο (ΑΠ 653/2003 Δημ. ΝΟΜΟΣ). Ρυθμίζεται συνεπώς η σύμβαση αυτή από τις διατάξεις των άρθρων 91 παρ. 1, 92 παρ. 1 και 2, 92Α του κώδικα των Δικηγόρων και των σε εκτέλεση του άρθρου 92 παρ. 2 του αυτού Κώδικα εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες καθορίζεται το ελάχιστο όριο αμοιβής αυτών. Βάσει αυτών η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή ανερχόταν από 1-1-2008 σε 1.083 ευρώ και από 1-10-2008 σε 1.104 ευρώ μηνιαίως, πλέον κινήτρου απόδοσης ποσού 100 ευρώ μηνιαίως (αρθρ 5-9 Ν. 3670/2008). Εφόσον όμως η συμφωνηθείσα αμοιβή υπερέβαινε την νόμιμη, αυτή υπερισχύει και αποτελεί την βάση επί της οποίας υπολογίζονται τα επιδόματα, δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση το επίδομα κινήτρου απόδοσης (αρθ. 12 παρ. 4 Μ. 1033/1980, ΑΠ 1399/2006 Δημ. ΝΟΜΟΣ),

Ετσι η αμοιβή που δικαιούνταν ο ενάγων ανέρχεται στο ποσά των 1.350 ευρώ μηνιαίως (1.250 + 100 ευρώ επίδομα κινήτρου απόδοσης). Το ποσό των 46 ευρώ μηνιαίως που ζητεί ο ενάγων ως επίδομα μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών, δεν πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν, αφού ο εγκαλούμενος τίτλος σπουδών, την επίδειξη του οποίου νόμιμα αιτήθηκε και ο εναγόμενος (αρθ. 450 επ. ΚΠολΔ), προσκομίζεται από αυτόν σε ξένη γλώσσα χωρίς επίσημη μετάφραση επικυρωμένη από το Υπουργείο Εξωτερικών ή άλλη αρμόδια προς τούτο αρχή, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 454 ΚΠολΔ. Δικαιούται συνεπώς ο ενάγων τις διαφορές μεταξύ των νόμιμων και των καταβαλλομένων αποδοχών του των 1.250 ευρώ μηνιαίως.

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον εναγόμενο αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ο ενάγων έλαβε κατά το χρονικά διάστημα από Μάρτιο 2008 έως και Ιανουάριο 2009 ποσό 1.250 ευρώ μηνιαίως (στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν οι παραστάσεις έντυπων δικαστηρίων που πραγματοποιούσε και του καταβάλλονταν από τους πελάτες), ενώ έπρεπε να του καταβληθούν 1.350 ευρώ μηνιαίως. Επίσης για το διάστημα από 1 έως και 3 Φεβρουαρίου 2009, οπότε και καταγγέλθηκε η μεταξύ των διαδίκων σχέση, και για το οποίο δεν έλαβε αποδοχές, δικαιούται το ποσό των 162 ευρώ θα του επιδικαστεί όμως το αιτούμενο ποσό των 140 ευρώ. Δικαιούται συνεπώς ο ενάγων ως διαφορές αποδοχών το συνολικό ποσό των 1.240 ευρώ (100 ευρώ διαφορά αποδοχών Χ 11 μήνες = 1.100 ευρώ + 140 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο ήταν ο μισθός του καταβλητέος, αφού βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας η τελευταία ημέρα κάθε μήνα, ήταν η δήλη ημέρα καταβολής της αντιμισθίας. Η ένσταση συμψηφισμού (440 ΑΚ) που πρότεινε ο εναγόμενος λόγω καταβολής επιπλέον ποσού 699,14 ευρώ στον ενάγοντα και συγκεκριμένα ποσό 416,66 ευρώ που «αναβλήθηκε επιπλέον στον ενάγοντα τον μήνα Μάρτιο του 2008, αφού δεν απασχολήθηκε ολόκληρο το μήνα, καθώς και ποσό 282,48 ευρώ που έλαβε επιπλέον τον Ιούλιο του 2008, πρέπει να απορριφθεί, αφού αυτά καταβλήθηκαν οικειοθελώς από τον εναγόμενο, ο οποίος κατά το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό είχε δικαίωμα καταβολής έκτακτων αμοιβών προς τον ενάγοντα. Δικαιούνταν επίσης ο ενάγων επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και επίδομα αδείας, τα οποία δεν του καταβλήθηκαν, αφού οι διατάξεις που προβλέπουν την χορήγηση αυτών, εφαρμόζονται και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία (αρθρ. 8 παρ. 4 Ν. 4507/1966, 3 παρ. 16 του Ν. 4504/66 σε συνδ. με αρθρ. 2 ΑΝ 539/1945 και την ΕΓΣΣΕ 2002-2003, αρθρ. 1 και 2 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, βλ. και ΑΠ 1272/2006 Δημ. ΝΟΜΟΣ).

Δικαιούται συνεπώς αυτός α) για επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2008, το ποσό των 1.350 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 22-12-2008 (αφού δήλη ημέρα καταβολής του είναι 21 Δεκεμβρίου) β) για αναλογία επιδομάτων εορτών Πάσχα 2008 και 2009, τα ποσά των 286,87 και 191,25 ευρώ αντίστοιχα, (ήτοι για εργασία 51 ημερών και 34 ημερών αντίστοιχα), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της Μ. Τετάρτης των ετών 2008 και 2009 αντίστοιχα (δήλη ημέρα καταβολής τους) και γ) για επίδομα αδείας για το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκε ο ενάγων, ποσό 675 ευρώ (1.350: 2), σύμφωνα με την διάταξη των άρθρων 3 παρ. 16 του Ν. 4504/66 σε συνδ. με άρθρ. 2 ΑΝ 539/1945 και την ΕΓΣΣΕ 2002-2003, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2010, δεδομένου ότι δήλη ημέρα καταβολής του επιδόματος αδείας είναι η 31η Δεκεμβρίου του έτους μέσα στο οποία ο εργοδότη  υποχρεούται να χορηγήσει στον μισθωτό την άδεια.

Το αίτημα για καταβολή έκτακτης αμοιβής (bonus) ποσού 3.000 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αόριστα, αφού ο ενάγων δεν επικαλείται συγκεκριμένα ποια ήταν η εξαιρετική απόδοση των υπηρεσιών του, συγκριτικά με αυτήν άλλων εργαζομένων στο γραφείο, ούτε η κερδοφορία που προέκυψε από αυτές, ώστε να δικαιολογεί την αμοιβή αυτή, σε κάθε δε περίπτωση, από το παραπάνω ιδιωτικό συμφωνητικό (όρος 8.2) προκύπτει ότι η καταβολή της εξαιρετικής αυτής αμοιβής εναπόκειτο στην διακριτική ευχέρεια του εναγομένου, λαμβανομένων υπόψη της συνεισφοράς κάθε συνεργάτη και των οικονομικών αποτελεσμάτων της εργασίας του. Επίσης το αίτημα καταβολής εκ μέρους του εναγομένου ποσού 835,90 ευρώ που αντιστοιχεί κατά τα ισχυριζόμενα από τον ενάγοντα σε ποσοστό 2/3 των ασφαλιστικών εισφορών που κατέβαλε ο ίδιος προς το Ταμείο Νομικών και το Ταμείο Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών, ποσού 1.065,84 και 518,79 ευρώ αντίστοιχα, για το διάστημα που απασχολήθηκε στον εναγόμενο (Ν. 3518/2006), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού ο ενάγων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία περί της καταβολής και του ύψους των ποσών που αναφέρει στα παραπάνω Ταμεία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, καταγγέλθηκε από τον εναγόμενο στις 3-2-2009 και όχι από τον ενάγοντα ή με κοινή συμφωνία τους όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Αυτό προκύπτει από την αξιόπιστη κατά την κρίση του Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρα του ενάγοντα στο ακροατήριο, που χωρίς να προσδοκά όφελος από την έκβαση της δίκης, κατέθεσε με σαφήνεια τα όσα της μετέφερε ο ενάγων για την απόλυση του και εξ ιδίας αντιλήψεως την συμπεριφορά του εναγομένου τρεις μέρες μετά, δηλαδή στις 6-2-2009. Δεν αναιρείται δε αυτό αττό τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, στο ακροατήριο και στις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίσθηκαν, οι οποίες δεν κρίνονται αξιόπιστες λόγω κυρίως της εργασιακής σχέσης που συνδέει τους περισσότερους από αυτούς που ισχυρίζονται ότι εξ ιδίας αντιλήψεως γνωρίζουν τα περί της καταγγελίας αυτής και συνακόλουθα της εξάρτησής τους από τον εναγόμενο. Εξάλλου είναι αντιφατικό να ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι αν και ο ενάγων προέβη στην καταγγελία αυτή, α ίδιος (εναγόμενος) του πρότεινε να παραμείνει στο γραφείο μέχρι τέλος Μαρτίου ή Φεβρουαρίου 2009, μέχρι να βρει άλλο δικηγορικό γραφείο. Η καταγγελία αυτή δεν έγινε νομότυπα από τον εναγόμενο, δηλαδή εγγράφως και με κοινοποίηση στον ενάγοντα (αρθρ. 63 παρ. 5 του Κώδικα Δικηγόρων) και συνεπώς είναι αυτή άκυρη και δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Συνεπώς ο εναγόμενος περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, υποχρεούμενος να του καταβάλει τους νόμιμους μισθούς υπερημερίας, μέχρι την άρση αυτής (υπερημερίας). Στο σημείο  αυτό απορριπτέα είναι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος που προέβαλε επικουρικά ο εναγόμενος, ισχυριζόμενος ότι ο ίδιος ο ενάγων προκάλεσε την καταγγελία της σύμβασης, για να αποσπάσει οφέλη (μισθούς υπερημερίας κλπ) και ότι συνεπώς η αξίωση του για καταβολή μισθών υπερημερίας είναι καταχρηστική, αφού δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού.

Ειδικότερα οι μάρτυρες του ενάγοντος κατέθεσαν ότι ο ενάγων είχε ανάγκη την εργασία του και δεν είχε άλλα μέσα βιοπορισμού, το γεγονός δε ότι όπως κατατέθηκε από τους μάρτυρες του εναγομένου, ο ενάγων επεδείκνυε προκλητική συμπεριφορά στο γραφείο το τελευταίο διάστημα δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει την ένσταση αυτή. Σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία θα έπρεπε να είναι έγγραφη και λόγω ακριβώς της μη τήρησης του τύπου αυτού, οφείλονται μισθοί υπερημερίας. Οφείλει συνεπώς ο εναγόμενος τις αντιμισθίες για το χρονικό διάστημα από 4-2-2009 έως 4-2-2010, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, ήτοι συνολικά οφείλει το ποσό των 18.033,75 ευρώ (1.350 ευρώ Χ 12 μήνες + 1.350 ευρώ επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2009 + 483,75 ευρώ υπόλοιπο επιδόματος εορτής Πάσχα 2009 (ήτοι 675- 191,25 ευρώ που του επιδικάσθηκε ανωτέρω) με το νόμιμο τόκο για μεν τους μισθούς υπερημερίας από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο ήταν ο μισθός καταβλητέος, για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων 2009 από την 22-12-2009 και για το επίδομα εορτής Πάσχα 2009, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της Μ. Τετάρτης του έτους 2009. Το αιτούμενο επίδομα αδείας, έτους 2010 δεν θα επιδικασθεί, αφού δεν έχει παρέλθει η δήλη ημέρα καταβολής του που είναι η 1-1-2011, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος επέδειξε εν γένει απαξιωτική και προσβλητική συμπεριφορά στο πρόσωπο του ενάγοντα, αφού πέραν του ότι τον αποκάλεσε «μαϊμού» και «μωρή», προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτό την τιμή και υπόληψη του, δεν του φερόταν συναδελφικά, αλλά μάλλον υποτιμητικά, αμφισβητώντας την επαγγελματική του ικανότητα ως δικηγόρου, όπως κατατέθηκε με σαφήνεια από όλους τους μάρτυρες του ενάγοντα που ναι μεν δεν είχαν ιδία αντίληψη περί αυτών, πλην όμως αυτά τους μεταφέρθηκαν από τον ίδιο τον ενάγοντα.

Επίσης και ο μάρτυρας του εναγομένου στο ακροατήριο, ανέφερε ότι ο ενάγων κατά το διάστημα της εργασίας του στο γραφείο του εναγομένου, του είχε εκφράσει παράπονα για την συμπεριφορά του τελευταίου προς αυτόν. Το Δικαστήριο κρίνει ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά του εναγομένου προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντα και για τον λόγο αυτό δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, η οποία ενόψει του είδους της προσβολής του ενάγοντα, της ηλικίας του, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, αποτιμάται σε 3.000 ευρώ. Το ποσό αυτό πρέπει να αναγνωρισθεί ότι οφείλει να καταβάλει ο εναγόμενος στον ενάγοντα με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να η αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη κατά την κύρια βάση της (μη ερευνώμενης της επικουρικής βάσης σχετικά με την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, εάν ήθελε θεωρηθεί έγκυρη η καταγγελία), να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 3-2-2009 καταγγελίας και να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει ποσό 3.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει τα ποσά με το νόμιμο τόκο που αναφέρθηκαν ανωτέρω και ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό. Η απόφαση δεν πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αφού ο ενάγων δεν επικαλέσθηκε εξαιρετικούς λόγους προς τούτο, ούτε προέκυψε ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία σε αυτόν. Δικαστικά έξοδα δεν θα επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου που ηττήθηκε κατά το μεγαλύτερο μέρος, ελλείψει σχετικού αιτήματος του ενάγοντα, ο οποίος απαραδέκτως με τις προτάσεις ζήτησε το πρώτον, την καταδίκη του εναγομένου στα δικαστικά του έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 3-2-2009 καταγγελίας της σύμβασης έμμισθης εντολής μεταξύ του ενάγοντα και του εναγομένου.

Αναγνωρίζει ότι ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα νομιμοτόκως όπως αναφέρεται κατωτέρω μέχρι την εξόφληση τα εξής ποσά: 1) ποσό χιλίων διακοσίων σαράντα (1.240) ευρώ ως διαφορές αποδοχών για το διάστημα από Μάρτιο 2008 έως και 3-2-2009, ήτοι εκατό (100) ευρώ μηνιαίως για το διάστημα από Μάρτιο 2008 έως και Ιανουάριο 2009 και εκατόν σαράντα (140) ευρώ για το διάστημα από 1 έως 3 Φεβρουαρίου 2009, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο έπρεπε ο κάθε μισθός να καταβληθεί 2) ποσό χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 22-12-2008 3) ποσά διακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (286,87) και εκατόν ενενήντα ενός ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (191,25), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της Μ. Τετάρτης των ετών 2008 και 2009 αντίστοιχα 4) ποσό εξακοσίων εβδομήντα πέντε (675) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1-1-2010 5) ποσό δέκα έξι χιλιάδων διακοσίων (16.200) ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 4-2-2009 έως 4-2-2010, με το νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κςπά τον οποίο έπρεπε ο κάθε μισθός να καταβληθεί 6) ποσό χιλίων τριακοσίων πενήντα (1.350) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 22-12-2009 7) ποσό τετρακοσίων ογδόντα τριών ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (483,75) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της Μ. Τετάρτης του έτους 2009.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριο του συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 5-7-2010.

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια