ΣτΕ (Β') 2078/14 : Φορολογία κληρονομίας - Προσδιορισμός αγοραίας αξίας κληρονομιαίων ακινήτων. Με την αίτηση της η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2585/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών

ΣτΕ (Β') 2078/14 : Φορολογία κληρονομίας - Προσδιορισμός αγοραίας αξίας κληρονομιαίων ακινήτων. Με την αίτηση της η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2585/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Προβάλλεται ότι η κρίση του διοικητικού εφετείου στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 10 του ν.δ. 118/1973, το οποίο ορίζει ότι για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων ..
μπορεί να λαμβάνεται υπόψη και κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, που ασκεί επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων. Κατά την αιτούσα, τέτοιο στοιχείο πρέπει ν’ αποτελεί και η αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων, έστω και αν αυτά εντάχθηκαν στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, αλλά πριν από την έκδοση της πράξης προσδιορισμού του φόρου.Επίσης, ισχυρίζεται ότι ενόψει της αρχής της ισότητας, της χρηστής διοίκησης και της ενιαίας εφαρμογής των επιβαλλόμενων επί των ακινήτων φόρων, προκειμένου του προσδιορισμού φόρου δεν μπορεί να διαφοροποιείται η αξία του ακινήτου ανάλογα με το εάν πρόκειται για προσδιορισμό φόρου ή φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας. Απορρίπτει τους ως άνω ισχυρισμούς της αιτούσας, όπως και την αίτηση στο σύνολό της.


ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΑΠΟΦΑΣΗ 2078/2014


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Ε. Γαλανού, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Ε. Νίκα, Εμμ. Κουσιουρής, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Γ. Φλίγγου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 14 Μαΐου 2012 αίτηση:
της …, η οποία δεν παρέστη, αλλά η δικηγόρος που υπογράφει την αίτηση νομιμοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο,
κατά του Υπουργού Οικονομικών, ο οποίος παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2585/2011 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Β. Μόσχου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθμ. 1248207-8, 3310537/2012 ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α), ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2585/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού συνεκδίκασε αντίθετες εφέσεις της αναιρεσείουσας και του Δημοσίου κατά της υπ’ αριθμ. 3151/2009 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, τις απέρριψε. Με την πρωτόδικη απόφαση κατόπιν εν μέρει αποδοχής προσφυγής της αναιρεσείουσας κατά της υπ’ αριθμ. 71/26-8-2003 πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, με την οποία είχε καταλογιστεί σε βάρος της διαφορά κύριου φόρου 58.778.519 δραχμών, (172.497,48 ευρώ) και πρόσθετος φόρος λόγω υποβολής ανακριβούς δήλωσης σε ποσοστό 75% της εν λόγω διαφοράς, ανερχόμενος σε 44.083.889 δραχμές, (129.373,11 ευρώ), μεταρρυθμίστηκε η ανωτέρω πράξη, προσδιορίστηκε η κληρονομιαία περιουσία, που περιήλθε σ’ αυτήν, κατά το χρόνο επαγωγής της (1-3-1993), στο ποσό των 244.998.001 δραχμών (718.996,33 ευρώ), έναντι 268.895.285 δραχμών (789.127,76 ευρώ), που είχε προσδιοριστεί από τη φορολογική αρχή και περιορίστηκε ο πρόσθετος φόρος για ανακρίβεια της δήλωσης σε ποσοστό 40% επί της προκύπτουσας νέας διαφοράς του φόρου.
2. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 «Εξορθολογισμός διαδικασιών και επιτάχυνση της διοικητικής δίκης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ Α 213), οι ρυθμίσεις του οποίου εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι μετά την 1.1.2011, (ΣτΕ 2177/2011 7μ.), αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ.18/1989 (ΦΕΚ Α ) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των ανωτέρω παραγράφων, ήτοι και του ελαχίστου ποσού της διαφοράς και των ειδικοτέρων προϋποθέσεων της ως άνω παραγράφου 3. Επομένως, επί διαφοράς, της οποίας το αντικείμενο υπερβαίνει το ποσό των 40.000 ευρώ, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου, είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία επί του αυτού νομικού ζητήματος ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (Σ.τ.Ε. Α.Π., Ελ.Σ.) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (ΣτΕ 797/2013). Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, οι αποφάσεις προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση θα πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς, το δε υπ’ αυτών κριθέν νομικό ζήτημα πρέπει να ήταν επίσης ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων αχθεισών διαφορών (ΣτΕ 2301/2011 7μ.). Εξ άλλου, εν όψει του σκοπού της ως άνω διατάξεως, του περιορισμού, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, ασκήσεως μεγάλου αριθμού αιτήσεων αναιρέσεως, ως νομολογία, κατά την έννοιά της, νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρισίμου νομικού ζητήματος και όχι επί αναλόγου ή παρομοίου (ΣτΕ 2961/2010 7μ.). Οι δικαστικές αποφάσεις, των οποίων γίνεται επίκληση ως προς το ζήτημα της αντιθέσεως της νομολογίας, πρέπει να προσκομίζονται από τον αναιρεσείοντα κατά την κατάθεση της αιτήσεως, εκτός αν πρόκειται για αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου, οπότε, κατ΄ εξαίρεση, αρκεί να προσδιορίζονται ειδικώς στο εισαγωγικό δικόγραφο κατά τρόπο που επιτρέπει την εξατομίκευσή τους (ΣτΕ 130/2012 εν Συμβ., πρβλ. ΣτΕ 3475/2011 Ολομ.).
3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατατέθηκε στις 16-5-2012, και επομένως, διέπεται από τις διατάξεις του ν. 3900/2010, το δε ποσό της διαφοράς, όσον αφορά τον καταλογισμό του κυρίου φόρου, σύμφωνα και με το αποσταλέν στο Δικαστήριο υπ’ αριθμ. 3456/31-5-2012 έγγραφο της φορολογικής αρχής, ανέρχεται στο ποσό των 137.737,03 ευρώ, υπερβαίνοντας, επομένως, τις 40.000 ευρώ. Στο εισαγωγικό δικόγραφο, αφού παρατίθεται το ιστορικό της υποθέσεως και έξι λόγοι αναιρέσεως (Α έως Στ), προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινομένης αιτήσεως αναφέρεται το εξής: «Επειδή για τους Α και Δ λόγους αναιρέσεως υφίσταται σχετική νομολογία του Δικαστηρίου Σας και το δικάσαν εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έκρινε αντίθετα προς τη νομολογία αυτή, ενώ για τα ειδικότερα ζητήματα που τίθενται με τους Β, Γ και Ε λόγους αναιρέσεως δεν υφίσταται σχετική νομολογία του Δικαστηρίου Σας».
4. Επειδή, με την υπ’ αριθμ. 921/2012 απόφαση της επταμελούς συνθέσεως του Β Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι κατά την έννοια των διατάξεων, των άρθρων 79 παρ. 1 και 3 , 95 και 97 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α 97), σε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής κατά εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξεως ή παραλείψεως, το δικαστήριο ελέγχει την πράξη ή παράλειψη κατά τον νόμο και την ουσία μέσα στα όρια της προσφυγής, όπως αυτά προσδιορίζονται από τους λόγους και το αίτημά της. Κατ' εξαίρεση ελέγχει και αυτεπαγγέλτως τους αναφερομένους στο τελευταίο εδάφιο της ανωτέρω παραγράφου 1 του άρθρου 79 λόγους, μεταξύ των οποίων την αναρμοδιότητα του οργάνου και την μη νόμιμη συγκρότηση ή σύνθεση του οργάνου που εξέδωσε την πράξη, όχι, όμως και την μη τήρηση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, που έχει ταχθεί για την έκδοση της πράξεως, εφόσον η ως άνω διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 περ. α΄ παραπέμπει μόνον στην περίπτωση α΄, όχι δε και στην περίπτωση β΄ της παρ. 3 αυτού. Εξάλλου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά την υπόθεση εντός των ορίων των αιτιάσεων που προβάλλονται κατά της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ερευνά δε αυτεπαγγέλτως μόνον τους λόγους, τους οποίους και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αλλά δεν τους εξέτασε, καθώς και τις μνημονευόμενες στην παράγραφο 2 του άρθρου 97 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας πλημμέλειες που αναφέρονται στην δικαιοδοσία, αρμοδιότητα, συγκρότηση και σύνθεση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Τα ανωτέρω ισχύουν και όταν ο φορολογούμενος προβάλλει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 του Συντάγματος, δεν ακούστηκε πριν από την έκδοση δυσμενούς πράξεως της φορολογικής αρχής. Και τούτο, διότι το γεγονός ότι το άρθρο 20 παρ. 2 του Συντάγματος επιβάλλει, προ της εκδόσεως δυσμενούς για τον πολίτη διοικητικής πράξεως, την προηγούμενη ακρόασή του, έστω και αν καθιερώνει ατομικό δικαίωμα τούτου, δεν συνεπάγεται υποχρέωση των δικαστηρίων να εξετάζουν αυτεπαγγέλτως την τήρηση του συνταγματικού αυτού κανόνα από μέρους των διοικητικών αρχών, καθώς υποχρέωση αυτεπάγγελτου ελέγχου το Σύνταγμα επιβάλλει στα δικαστήρια, στο άρθρο 93 παρ.4 αυτού, μόνον σε σχέση με την εξέταση της συμφωνίας του εφαρμοστέου, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, νόμου προς το Σύνταγμα, που αφορά στον έλεγχο του κύρους του κανόνα δικαίου, όχι δε και στο διαφορετικό ζήτημα του ελέγχου της τηρήσεως των εφαρμοστέων συνταγματικών κανόνων κατά την έκδοση διοικητικών πράξεων.
5. Επειδή, η αναιρεσείουσα με την έφεσή της είχε προβάλει ότι εσφαλμένα το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως η τήρηση του δικαιώματος της προηγούμενης ακρόασης απορρίπτοντας ως απαράδεκτο τον προταθέντα με το υπόμνημά της ισχυρισμό, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη πράξη είναι άκυρη γιατί δεν τηρήθηκε ο ουσιώδης αυτός τύπος, δεδομένου ότι, κατά τα προβληθέντα, σε κάθε περίπτωση έκδοσης δυσμενούς για το διοικούμενο πράξης, η τήρηση ή μη του πιο πάνω τύπου της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου πρέπει να εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι ο ως άνω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν προβλήθηκε με το δικόγραφο της προσφυγής της, αλλά με το επ’ αυτής υπόμνημά της, τον απέρριψε ως αβάσιμο με την αιτιολογία ότι από τις διατάξεις των παρ. 1 και 3 του άρθρου 79 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας συνάγεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεν οφείλουν να ελέγχουν αυτεπαγγέλτως την τήρηση του ουσιώδους τύπου της προηγούμενης ακρόασης του ενδιαφερομένου πριν από την έκδοση σε βάρος του δυσμενούς ατομικής διοικητικής πράξης, έστω και αν η ακρόαση αυτή συνιστά ατομικό δικαίωμα προστατευόμενο από το Σύνταγμα, δεδομένου ότι η σχετική παράλειψη τήρησης του εν λόγω τύπου δεν περιλαμβάνεται στις υπό στοιχεία α΄, β΄ και γ΄ περιπτώσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 79 του Κώδικα αυτού, τις οποίες το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως. Με την κρινόμενη αίτηση, προς θεμελίωση του παραδεκτού του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίο επαναλαμβάνεται κατ’ ουσία σχετικός κατ’ έφεση προβληθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχεται σε αντίθεση με τις υπ’ αριθμ. 1748/2007, 1927-8/1994, 3450-2/2001, 591/2011, 1862/2008, 3969/2001, 1914/2002 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Από τις αποφάσεις αυτές η μόνη που αναφέρεται στις, με βάση τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα διοικητικά δικαστήρια ελέγχουν νομική πλημμέλεια της καταλογιστικής πράξης, συνιστάμενη σε μη τήρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης, είναι η υπ’ αριθμ. ΣτΕ 591/2011. Ήδη, όμως, η κρίση της εν λόγω αποφάσεως του ΣτΕ έχει ανατραπεί με την παρατεθείσα στην προηγούμενη σκέψη κρίση της μεταγενέστερης υπ’ αριθμ. 921/2012 απόφασης της επταμελούς συνθέσεως του Β Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, δημοσιευθείσα στις 8-3-2012, πριν, δηλαδή, από την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως (16-5-2012) και μη ανατραπείσα έως σήμερα (βλ. και την ΣτΕ 1360/2014), ως προς την κρίση της οποίας, ενόψει των αναφερθέντων στην προηγούμενη σκέψη, η προπαρετεθείσα κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν έρχεται σε αντίθεση. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος λόγος περί αντιθέσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως σε νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σ’ εσφαλμένη προϋπόθεση. Ενόψει δε της απορρίψεως αυτού του λόγου αναιρέσεως, αλυσιτελώς επαναλαμβάνεται με την κρινόμενη αίτηση ως λόγος αναιρέσεως ο σχετικός λόγος εφέσεως περί του ότι εν προκειμένω απαιτείται η κλήση του φορολογουμένου σε προηγούμενη ακρόαση πριν από την έκδοση πράξης προσδιορισμού φόρου κληρονομίας για συγκεκριμένα αναφερόμενους λόγους, διότι η εξέτασή του προϋποθέτει ότι ο λόγος περί υποχρεώσεως των διοικητικών δικαστηρίων να ερευνήσουν αυτεπαγγέλτως νομική πλημμέλεια της καταλογιστικής πράξης συνιστάμενη σε μη τήρηση του δικαιώματος προηγούμενης ακρόασης είχε προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.
6. Επειδή, το ν.δ. 118/1973 «Περί Κώδικος Φορολογίας Κληρονομιών κ.λ.π.» (ΦΕΚ A 202) ορίζει, στο άρθρο 1 ότι: «1. Επιβάλλεται φόρος, κατά τα ειδικότερον εν τω παρόντι οριζόμενα, επί των κτωμένων αιτία θανάτου, δωρεάς ή προικός περιουσιών και επί των κερδών εκ λαχείων. 2. Εις τον φόρον υπόκειται παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον κτώμενον εκ τινός των κατά την προηγουμένην παράγραφον αιτιών», στην παράγραφο 1 του άρθρου 2 ότι: «Κτήσις περιουσίας αιτία θανάτου διά την επιβολήν του φόρου είναι η εκ: α) , κληροδοσίας ή τρόπου, …», στην παράγραφο 1 του άρθρου 3 ότι: «Εις τον φόρον υποβάλλεται: α) Η εν Ελλάδι κειμένη και ανήκουσα είτε εις ημεδαπούς είτε εις αλλοδαπούς, πάσης φύσεως περιουσία …», στην παράγραφο 1 του άρθρου 6 ότι: «Η φορολογική υποχρέωσις γεννάται κατά τον χρόνον θανάτου του κληρονομουμένου», στην παράγραφο 1 του άρθρου 9 ότι: «Ως αξία των αντικειμένων της κτήσεως διά τον υπολογισμόν του φόρου, λαμβάνεται η κατά τον χρόνον της γενέσεως της φορολογικής υποχρεώσεως αγοραία αξία, προσδιοριζομένη κατά τα εν άρθροις 10 έως και 18, ειδικότερον οριζόμενα», στο άρθρο 10 ότι: «Επί ακινήτων διά τον προσδιορισμόν της αξίας λαμβάνονται υπόψιν και συνεκτιμώνται ιδία: τα στοιχεία εκτιμήσεως των αυτών ή ετέρων πλησιοχώρων ομοειδών ακινήτων, τα προκύπτοντα εκ μεταβιβάσεων επ‘ ανταλλάγματι ή κτήσεων αιτία θανάτου, δωρεάς ή προικός ή εξ απαλλοτριώσεων ή δικαστικών διανομών, η καθαρά πρόσοδος αυτών, ως και παν έτερον πρόσφορον στοιχείον, ασκούν ουσιώδη επίδρασιν επί της διαμορφώσεως της αγοραίας αξίας αυτών. Εν ελλείψει οιουδήποτε εκ των ανωτέρω στοιχείων ή εφ’ όσον τα υπάρχοντα κρίνονται απρόσφορα ή ανεπαρκή, ο προσδιορισμός της αξίας αυτών χωρεί διά παντός αποδεικτικού μέσου».
7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η αναιρεσείουσα, ως κληρονόμος της μητέρας της …, που πέθανε την 1-3-1993, με δήλωση φόρου κληρονομίας, που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. Ψυχικού, δήλωσε ότι περιήλθαν σ' αυτήν ακίνητα, των οποίων η δηλωθείσα αξία ανήλθε συνολικώς σε 31.928.481 δραχμές, μετά την προσθήκη δε νοσηλίων, ποσού 170.430 δραχμών, που δηλώθηκε στο ενεργητικό της ως άνω , η αξία της περιουσίας που απέκτησε λόγω κληρονομίας η αναιρεσείουσα ανήλθε σε 32.098.911 δραχμές και η αξία της κληρονομικής της μερίδας, μετά την αφαίρεση παθητικού ποσού 211.700 δραχμών και την προσθήκη προγενέστερης κτήσης ποσού 4.894.000 δραχμών, ανήλθε σε 36.781.211 δραχμές, για την οποία καταβλήθηκε φόρος ποσού 5.870.302 δραχμών. Ακολούθως, η φορολογική αρχή, αφού εκτίμησε ως ειλικρινή την αξία που δηλώθηκε για δυο από τα κληρονομιαία ακίνητα, διενήργησε έλεγχο, προκειμένου να προσδιοριστεί η αξία των λοιπών ακινήτων, συντάχθηκαν δε σχετικώς εκθέσεις ελέγχου. Ενόψει αυτών, η συνολική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων ανήλθε σε 236.560.000 δραχμές. Στη συνέχεια, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 71/2003 πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας, με την οποία προσδιορίστηκε η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που περιήλθε στην αναιρεσείουσα, σε 255.712.985 δραχμές (αξία των ως άνω ακινήτων συν 170.430 δρχ. νοσήλια) και με την αφαίρεση παθητικού ποσού 211.700 δραχμών, καθώς και με την προσθήκη της αξίας των επίπλων και σκευών ποσού 8.500.000 δραχμών και προγενέστερης κτήσης περιουσίας ποσού 4.894.000 δραχμών, η κληρονομική της μερίδα σε 268.895.285 δραχμές. Επίσης, με την ίδια πράξη καταλογίστηκε σε βάρος της διαφορά κυρίου φόρου 58.778.519 δραχμών, καθώς και πρόσθετος φόρος σε ποσοστό 75% του εν λόγω ποσού, ανερχόμενος σε 44.083.889 δραχμές, λόγω υποβολής ανακριβούς δήλωσης. Κατά της πράξης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε προσφυγή. Το διοικητικό πρωτοδικείο έκρινε ότι η αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που περιήλθε στην αναιρεσείουσα πρέπει να προσδιοριστεί σε 232.572.346 δραχμές και η αξία τη κληρονομικής μερίδας της, μετά την αφαίρεση παθητικού ποσού 211.700 δραχμών και την προσθήκη της αξίας των επίπλων και σκευών, ποσού 7.743.354 δραχμών (232.360.647 Χ 1/30), καθώς και ποσού 4.894.000 δραχμών από προγενέστερη δήλωση σε 244.998.001 δραχμές ή 718.996,33 ευρώ. Ακολούθως, το πρωτόδικο δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του ότι η διαφορά ανάμεσα στην αξία της κληρονομικής της μερίδας, που δηλώθηκε, και εκείνης που προσδιορίστηκε πιο πάνω είναι μεγαλύτερη από το 25% της τελευταίας, έκρινε ότι πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της πρόσθετος φόρος, λόγω ανακρίβειας της δήλωσης, το ποσοστό του οποίου, ενόψει της ανακρίβειας αυτής καθορίστηκε σε 40% του φόρου την πληρωμή του οποίου θα διέφευγε. Κατόπιν αυτών το διοικητικό πρωτοδικείο δέχθηκε εν μέρει την προσφυγή και μεταρρύθμισε την υπ’ αριθμ. 71/2003 πράξη προσδιορισμού φόρου κληρονομίας του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Ψυχικού κατά τα ανωτέρω. Κατά της αποφάσεως του διοικητικού πρωτοδικείου άσκησαν αντίθετες εφέσεις το Δημόσιο και η αναιρεσείουσα. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα με την έφεσή της και το δικόγραφο πρόσθετων λόγων, που κατέθεσε, ισχυρίσθηκε ότι εσφαλμένα και κατά παράβαση των υπουργικών αποφάσεων υπ’ αριθμ. 1062222/198/013/ΠΟΛ.1079/27-7-2004 και 1098592/315/0013ΠΟΛ.1129/8-12-2004 το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι αντικειμενικές αξίες των κληρονομιαίων ακινήτων δεν λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας αυτών και ότι ορθά υπολογίστηκε η αξία καθενός από τα κληρονομιαία ακίνητα χωρίς να συνεκτιμηθεί η αντικειμενική αξία τους κατ’ εφαρμογή των 1144814/26361/1998 και 1107357/5686/ΔΟΟΤΥ/1999 αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες επεκτάθηκε το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού αξίας γης και στο νομό της Εύβοιας, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ότι η φορολογική αρχή όφειλε να λάβει υπόψη τις αντικειμενικές αξίες των κληρονομιαίων ακινήτων. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα στήριξε τον ισχυρισμό της αυτό στο γεγονός ότι, κατά το χρόνο έκδοσης της πράξης προσδιορισμού φόρου, η περιοχή στην οποία βρίσκονταν τα ανωτέρω ακίνητα είχε υπαχθεί στο σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων, με βάση το άρθρο 10 του ν. 2961/2001 «Κώδικας Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών κ.λ.π.», με συνέπεια, να προκύπτει ότι στα στοιχεία εκτίμησης της αξίας των ακινήτων περιλαμβάνονται και τα στοιχεία της αντικειμενικής αξίας αυτών, εφόσον η περιοχή εντάχθηκε στο εν λόγω σύστημα μετά το θάνατο του κληρονομουμένου και πριν από την έκδοση της σχετικής πράξης, τα ίδια δε ισχύουν και στην περίπτωση που εφαρμόζεται μόνο το άρθρο 10 του ν.δ. 118/1973. Το διοικητικό εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν θεωρώντας ότι για τον προσδιορισμό της αξίας των ένδικων ακινήτων δεν μπορεί κατ’ αρχήν να εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 10 του ν. 2961/2001, αφού αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας. Περαιτέρω, δε θεώρησε ότι το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της υποκείμενης σε φόρο κληρονομίας αξίας των ακινήτων, ως προς τα οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε πριν από την έκδοση των κατά το άρθρο 41 του ν. 1249/1982 διαταγμάτων (και, μετά το άρθρο 24 παρ. 8 του ν. 1828/1989, αποφάσεων του Υπουργού Οικονομικών) δεν μπορεί να αποτελέσει βάση συγκρίσεως για την εξεύρεση της αγοραίας αξίας των ακινήτων βάσει των διατάξεων του ν.δ. 118/1973, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν.δ. 118/1973 για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας των ακινήτων δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συγκριτικό στοιχείο η φορολογητέα αξία που προκύπτει από το θεσπιζόμενο με τις διατάξεις του άρθρου 41 του ν. 1249/1982 σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού. Ενόψει αυτών, το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι, κατά το χρόνο επαγωγής της κληρονομίας στην αναιρεσείουσα, που είναι και ο χρόνος φορολογίας, δεν ίσχυε το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας των ένδικων ακινήτων, καθόσον ίσχυσε για πρώτη φορά στις 16-11-1999, δυνάμει της 1107357/ 5686/ΔΟΟΤΥ/1999 απόφασης του Υπουργού Οικονομικών, έκρινε ότι οι ορισθείσες με την απόφαση αυτή τιμές δεν μπορούν να αποτελέσουν βάση υπολογισμού της αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων. Εξάλλου, θεώρησε ότι οι υπ’ αριθμ. 1062222/198/0013/ΠΟΛ.1079/27-7-2004, 1098592/315/0013/ΠΟΛ.1129/8-12-2004 και 1089063/401/Α0013/ ΠΟΛ.1123/19-9-2005 εγκύκλιοι του ίδιου Υπουργού, οι οποίες δεν αποτελούν υπουργικές αποφάσεις, όπως θεώρησε ότι εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, με τις οποίες ορίζεται ότι ο αντικειμενικός προσδιορισμός της αξίας ακινήτου συνεκτιμάται για τον προσδιορισμό της αξίας ακινήτου και επί της φορολογίας, μεταξύ άλλων κληρονομιών, δεν έχουν ισχύ νόμου και δεν το δεσμεύουν. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 10 του ν.δ. 118/1973, το οποίο ορίζει ότι για τον προσδιορισμό της αγοραίας αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων μπορεί να λαμβάνεται υπόψη και κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, που ασκεί επίδραση στη διαμόρφωση της αγοραίας αξίας των κληρονομιαίων ακινήτων. Κατά την αιτούσα, τέτοιο στοιχείο πρέπει ν’ αποτελεί και η αντικειμενική αξία των κληρονομιαίων ακινήτων, έστω και αν αυτά εντάχθηκαν στο αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της αξίας των μετά το θάνατο του κληρονομουμένου, αλλά πριν από την έκδοση της πράξης προσδιορισμού του φόρου. Ισχυρίζεται δε ότι επί του ζητήματος αυτού δεν υφίσταται νομολογία, με συνέπεια, κατά τα προβαλλόμενα, ο εν λόγω ισχυρισμός να προβάλλεται παραδεκτώς. Ο προβαλλόμενος, όμως, αυτός λόγος προς θεμελίωση του παραδεκτού είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δοθέντος ότι επί του ζητήματος αυτού υφίσταται νομολογία (ΣτΕ 3264/2001, 2016/2010, 3205/2011), η οποία, μάλιστα, δεν έρχεται κατ’ αποτέλεσμα σε αντίθεση με την ως άνω κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, με συνέπεια, να μην ανακύπτει ούτε περίπτωση οψιγενούς αντίθεσης της αποφάσεως αυτής προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, και δη προς τις ως άνω αποφάσεις, η οποία θα καθιστούσε παραδεκτή, κατά την ως άνω διάταξη την κρινόμενη αίτηση για τον λόγο αυτό, ο οποίος, ως επιγενόμενος, θα εξεταζόταν αυτεπαγγέλτως (ΣτΕ 62/2012 7μ.). Ειδικότερα, με τις προμνημονευθείσες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι «όπως συνάγεται από τις διατάξεις του ν.δ. 118/1973 και του ν. 1249/1982, ο προσδιορισμός της υποκειμένης σε φόρο κληρονομιών αξίας ακινήτων, ως προς τα οποία η φορολογική υποχρέωση γεννήθηκε πριν από την εισαγωγή του νέου συστήματος φορολόγησης (κατά το άρθρο 41 του ν. 1249/1982), γίνεται με τον τρόπο που ορίζουν οι εφαρμοστέες στην περίπτωση αυτή διατάξεις των άρθρων 9 και 10 του ν.δ. 118/1973, με καθορισμό δηλαδή της "αγοραίας αξίας" τους βάσει, κατ' αρχήν, των κατά τις διατάξεις αυτές πρόσφορων συγκριτικών στοιχείων. Για τον καθορισμό δε αυτόν δεν μπορούν να ληφθούν υπ' όψιν οι αξίες των ακινήτων που προκύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 41 του ν. 1249/1982. Γιατί, με τις τελευταίες αυτές διατάξεις θεσπίσθηκε νέο, διαφορετικό σύστημα «αντικειμενικού» προσδιορισμού της «φορολογητέας αξίας» των ακινήτων, σύμφωνα με λεπτομερώς προκαθορισμένους στο νόμο παράγοντες (τιμές εκκίνησης, συντελεστές αυξομείωσης κ.λ.π.) , έτσι ώστε το σύστημα αυτό, του οποίου η έναρξη ισχύος εξαρτήθηκε από την έκδοση των κατά την ως άνω διάταξη του ν. 1249/1982 διαταγμάτων, να μην μπορεί να αποτελέσει βάση συγκρίσεως για την εξεύρεση της αγοραίας αξίας των ακινήτων, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις του ν.δ. 118/1973».
8. Επειδή, εξάλλου, με το δικόγραφο προσθέτων λόγων εφέσεως η αναιρεσείουσα είχε προβάλει ότι με την υπ’ αριθμ. 310/10-11-2009 πράξη αποδοχής του εκκαθαριστικού σημειώματος περαίωσης υπόθεσης φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας βάσει του ν. 3763/2009, την οποία, το διοικητικό εφετείο θεώρησε ότι καταρχήν παραδεκτώς προσκομίσθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, εφόσον αυτή είναι οψιγενής, έγινε δεκτή η δηλωθείσα από αυτήν αξία των ένδικων ακινήτων για το έτος 1997, προσαυξημένη κατά 10%, με βάση την αξία δε αυτή πρέπει να προσδιοριστεί η αξία των ακινήτων αυτών για τον υπολογισμό του ένδικου φόρου. Το διοικητικό εφετείο, αφού έλαβε υπόψη του ότι με την υπ’ αριθμ. 310/2009 πράξη αποδοχής του εκκαθαριστικού σημειώματος περαίωσης υπόθεσης φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας βάσει του ν. 3763/2009, έγινε, πράγματι, δεκτή η δηλωθείσα αξία των ανωτέρω ακινήτων, χωρίς, όμως, όπως ανελέγκτως δέχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η εκτίμηση της αξίας των ακινήτων αυτών από τη φορολογική αρχή για την επιβολή του φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, κατά τη διαδικασία της περαίωσης, να γίνει μετά από έλεγχο, έκρινε ότι το στοιχείο που προκύπτει από την κατά τα άνω περαίωση της υποθέσεως δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον προσδιορισμό της αξίας των ανωτέρω ακινήτων για την επιβολή του ένδικου φόρου. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου στηρίζεται σ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 10 του ν.δ. 118/1973 σε συνδυασμό με το άρθρο 46 παρ. 1 του ν. 3763/2009. Ειδικότερα δε ισχυρίζεται ότι ενόψει της αρχής της ισότητας, της χρηστής διοίκησης και της ενιαίας εφαρμογής των επιβαλλόμενων επί των ακινήτων φόρων, προκειμένου του προσδιορισμού φόρου δεν μπορεί να διαφοροποιείται η αξία του ακινήτου ανάλογα με το εάν πρόκειται για προσδιορισμό φόρου ή φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, πολλώ δε μάλλον που εν προκειμένω η προσδιορισθείσα αξία των ακινήτων για την επιβολή φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας κατέστη δια της περαιώσεως οριστική. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του εν λόγω ισχυρισμού της προβάλλεται ότι η ως άνω κρίση του διοικητικού εφετείου έρχεται σε αντίθεση με την υπ’ αριθμ. 287/2009 απόφαση του ΣτΕ. Η εν λόγω απόφαση αφορά σε υπόθεση φορολογίας εισοδήματος, και ειδικότερα, σε προσδιορισμό του εισοδήματος στο οποίο περιλαμβανόταν και η (τεκμαρτή) δαπάνη από την αγορά ακινήτων. Με την ως άνω απόφασή του το ΣτΕ επικυρώνοντας τη σχετική κρίση του διοικητικού εφετείου, έκρινε ότι «εφόσον, τελικώς, η αξία του ακινήτου (αναφορικά με τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης ακινήτου) προσδιορίστηκε οριστικώς στα πλαίσια της διαδικασίας περαίωσης, η οποία, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 2573/1999, έχει, πάντως, ως βάση υπολογισμού την προκύπτουσα αντικειμενική αξία του ακινήτου κατά την πρώτη εφαρμογή του αντικειμενικού συστήματος προσδιορισμού της αξίας ακινήτων, η τελικώς προσδιορισθείσα οριστικώς από τη διαδικασία περαίωσης αξία είναι ληπτέα υπόψη και για τον προσδιορισμό της ετήσιας τεκμαρτής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου για αγορά του ακινήτου στα πλαίσια της φορολογίας εισοδήματος», θεωρώντας ότι αφενός μεν «δεν νοείται να λαμβάνεται υπόψη διαφορετική αξία του αυτού ακινήτου στις δυο αυτές φορολογίες» (δηλ. μεταβιβάσεως ακινήτου και εισοδήματος), αφετέρου δε ότι «η αξία αυτή (ληφθείσα υπόψη για τον υπολογισμό του φόρου μεταβίβασης ακινήτου), η οποία έχει, εν πάση περιπτώσει ως βάση την αντικειμενική αξία του ακινήτου, κατέστη δια της διαδικασίας της περαιώσεως οριστική». Από το περιεχόμενο της εν λόγω αποφάσεως προκύπτει ότι με αυτήν δεν αντιμετωπίστηκε το αυτό νομικό ζήτημα που ανακύπτει στην υπό κρίση υπόθεση. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται αντίθεση κατά το μέρος αυτό, της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης με την απόφαση αυτή, απορριπτομένου ως ερειδόμενου σ’ εσφαλμένη προϋπόθεση του σχετικού ισχυρισμού προς θεμελίωση του παραδεκτού του προβαλλόμενου λόγου.
9. Επειδή, στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 13 του ν.δ/τος 118/1973 "περί Κώδικος Φορολογίας κληρονομιών κ.λ.π." (ΦΕΚ Α 202), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 32 παρ. 1 του ν. 12/1975 (ΦΕΚ Α 34), ορίζεται ότι "θεωρείται ότι μεταξύ της κληρονομίας περιλαμβάνονται και έπιπλα, του εις φόρον υποχρέου δυναμένου να αποδείξη το εναντίον δια παντός νόμιμου μέσου. Η αξία των επίπλων λογίζεται ίση προς το 1/30 της αξίας της λοιπής κληρονομίας, επιτρεπομένης εις τε το Δημόσιον και τον εις φόρον υπόχρεων της αποδείξεως δια παντός νομίμου μέσου αξίας μεγαλυτέρας ή μικροτέρας". Με την διάταξη αυτή εισάγεται μαχητό τεκμήριο τόσο για την ύπαρξη επίπλων στην κληρονομία, όσο και για την αξία τους (ΣτΕ 2955/1990, πρβλ. ΣτΕ 2059/1989, 2937/1988).
10. Επειδή, εξάλλου, το διοικητικό εφετείο προσδιόρισε την συνολική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας που περιήλθε στην αναιρεσείουσα σε 232.572.347 δραχμές και της κληρονομικής μερίδας της, μετά την αφαίρεση παθητικού 211.700 δραχμών (232.572.347 – 211.700 = 232.360.647) και την προσθήκη επίπλων και σκευών αξίας 7.743.354 δραχμών (αξία κληρονομιαίας περιουσίας 232.360.647 Χ 1/30 = 7.745.354,) σε 244.998.001 δρχ. ή 718.996,33 ευρώ. Ειδικότερα, το διοικητικό εφετείο θεώρησε ότι νόμιμα υπολογίστηκε η αξία της οικοσκευής στο σύνολο της κληρονομιαίας περιουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν.δ. 118/1973, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε κατά το χρόνο επαγωγής της ένδικης κληρονομιαίας περιουσίας και έκρινε ότι δεν αντίκειται στην αρχή της φορολογικής ισότητας, με την αιτιολογία ότι με αυτήν γίνεται ομοιόμορφη ρύθμιση όλων των περιπτώσεων υπολογισμού φόρου κληρονομίας. Με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 13 του ν.δ. 118/1973, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι νομίμως προσδιορίστηκε η αξία της οικοσκευής σε ποσοστό 1/30 της αξίας όλης της κληρονομιαίας περιουσίας, καθώς και ότι η διάταξη αυτή δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, ενώ, κατά τα προβαλλόμενα, προκειμένης της ορθολογικότερης επιβολής του σχετικού φόρου, η αξία της οικοσκευής θα πρέπει να υπολογίζεται επί της αξίας των κτισμάτων της κληρονομιαίας περιουσίας, ενόψει του ότι και εννοιολογικά δεν νοείται «οικοσκευή» ανεξάρτητα απ’ την οικία στην οποία αυτή ανήκει. Ο λόγος αυτός, ο οποίος προβάλλεται παραδεκτώς, δεδομένου ότι, όπως βασίμως ισχυρίζεται η αιτούσα, επί του ζητήματος αυτού δεν υπάρχει πράγματι νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι η διάταξη του β εδαφίου της παρ. 2 του ν.δ. 118/1973 καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο αναφορικά με την ύπαρξη και αξία της οικοσκευής επιτρέπει τόσο στο Δημόσιο, όσο και τους κληρονόμους την εξατομίκευσή του σε κάθε περίπτωση, με την επίκληση εκ μέρους τους συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων που να έχουν σχέση με τα έπιπλα και σκεύη του κληρονομουμένου ή έστω με τις εν γένει ειδικότερες συνθήκες διαβίωσής του, έτσι ώστε να προκύπτει ότι η αξία αυτής είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη της προκύπτουσας με βάση την εφαρμογή του καθοριζομένου στο νόμο ποσοστού. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται αντίθεση της διάταξης αυτής στην αρχή της ισότητας.
11. Επειδή, τέλος προβάλλεται ότι μη νομίμως το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η διάταξη του άρθρου 277 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, με την οποία, σε αντίθεση με τις λοιπές διοικητικές διαφορές, προβλέπεται ειδικώς για τις τελωνειακές και φορολογικές διαφορές, επί ποινή απαραδέκτου, η καταβολή ποσοστιαίου παραβόλου υπολογιζομένου επί του αντικειμένου της διαφοράς, δεν αντίκειται στην αρχή της ισότητας, δοθέντος ότι, κατά τα προβαλλόμενα, οδηγεί στην επιβολή υπέρογκων ποσών, όπως στην υπό κρίση υπόθεση που το παράβολο που καταβλήθηκε ανήλθε στο ποσό των 1.698,40 ευρώ. Λαμβανομένου, όμως, υπόψη ότι ως προς αυτόν το λόγο αυτόν δεν προβάλλεται ούτε αντίθεση της σχετικής κρίσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς υφιστάμενη νομολογία, ούτε έλλειψη νομολογίας, ως προς το ζήτημα αυτό, αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
12. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.

Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Διατάσσει την κατάπτωση του παραβόλου.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τη δικαστική δαπάνη του Δημοσίου που ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Φεβρουαρίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 4ης Ιουνίου του ιδίου έτους.

Η Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος        Η Γραμματέας
Ε. Γαλανού                                 Α. Ζυγουρίτσα  



Σχόλια