ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΔΙΑΝΟΜΗ - ΑΡΘΡΑ 478 ΕΩΣ 494 ΚΠΟΛΔ - Η δικαστική διανομή ακι­νήτου υπό την έννοιαν του άρθρου 800 ΑΚ και των αρθρ. 1092 και 1095 ΚΠολΔ

Κεφάλαιον ΙΕ'
Ειδικαι διαταξεις περι διανομης
Ι. Σχετικές διατάξεις
ΠολΔ 11 αρ. 5, 29 § 1, 220. ΕνΠολΔ 23.
Ειδική βιβλιογραφία
Βαμβέτσου, η λύσις της κοινωνίας, Εράνιον Μαριδάκη, II σελ. 589. Κιτσικόπανου, Δικαστική διανομή με τινας συγκοινωνούς αμφιβαλλομένους, ΝοΒ 1, 572. Κιτσικόπουλου, Το δικαστικόν ένσημον επί αγω­γής περί διανομής, ΝΔικ. 10, 77. Κοτσαρίδα, 

Η δικαστική διανομή ακι­νήτου ..
υπό την έννοιαν του άρθρου 800 ΑΚ και των αρθρ. 1092 και 1095 ΠολΔ, ΑρχΝ 9, 194. Κουσουλού, η μεταγραφή της κληρονομιάς δέον να έχη πραγματοποιηθή ττρο της αγωγής διανομής κοινών κληρονομιαίων ακινήτων, Θεμ. 66, 155. Μέντη, Παραίτησις δικαιώματος διανομής, Θεμ. 50, 398. Μορτάκη, Πότε άρχεται η προθεσμία εφέσεως επί αποφάσεως δεχόμενης αγωγήν διανομής οριζούσης συμβολαιογράφον δια την πώλησιν του διανεμητέου εν περιπτώσει ανέφικτου της αυτούσιας διανομής, ΕΕΝ 21, 1200. Πόθου, Δικα­στική διανομή εν μέρει φυσική και εν μέρει δια πλειστηριασμού, ΕΕΝ 30, 301. Ζούρλα, η έκθεσις κληρώσεως επί δικαστικής διανομής ως τίτλος εκτελέσεως, ΑρχΝ 5, 129. Στάϊκου, Περί δικαστικής διανομής — άρθρα 495-511 ΚΠολΔ. Σχινά, Η κτήσις της νομής επί πραγματικής (αυτούσιας) δικαστι­κής διανομής, ΕΕΝ 19, 868. Χατζηδάκη, Το έργον του δικαστού εις την δίκη ν περί διανομής· η δια δικαστικής αποφάσεως σύστασις οριζοντίου ιδιο­κτησίας, ΝοΒ 17, 257. Χρησίμου, η δυνατότης κληρώσεως επί άνισων μερίδων εν αυτούσιο: διανομή, ΕλΔ 1972, 53.

ΙΙ. Η κοινωνία και το δικαίωμα προς λύση της

1. Κοινωνία είναι ο ενοχικός δεσμός, ο οποίος συνδέει τους (περισσότερους) δικαιούχους ενός ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος ή μιας περιουσιακής ομάδας (Βαμβέτσος, ό.π. σελ. 589).

Κάθε κοινωνός έχει ιδανικό μερίδιο στο κοινό δικαίωμα ή στην κοινή περιου­σία, δηλαδή ένα κλάσμα των εξουσιών που συνθέτουν το κοινό δικαίωμα ή ένα κλάσμα των εξουσιών και των υποχρεώσεων που συνθέτουν την περιουσία. Όταν κάποτε λυθεί η εταιρία, τότε, αν γίνει αυτούσια διανομή, κάθε κοινωνός παίρνει το ανάλογο μέρος του διανεμόμενου αντικειμένου. Η συνηθέστερη μορφή κοινωνίας είναι η συγκυριότητα (ΑΚ 113).

2. Στην περίπτωση της κοινωνίας ενοχικού δικαιώματος δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της κοινωνίας, αλλά οι κανόνες των διαιρετών παροχών (ΑΚ 480), η των ένοχων εις ολόκληρον (ΑΚ 489) η των αδιαίρετων παροχών (ΑΚ 495).

3. Κάθε κοινωνός έχει διαπλαστικό δικαίωμα να προκαλέσει τη λύση της κοινωνίας (ΑΚ 795 έως 797 και 799).

ΙΙΙ. Είδη διανομής

1. Η λύση της κοινωνίας συνίσταται στη διανομή του κοινού αντικειμέ­νου κατά μέρη ανάλογα προς τα ιδανικά μερίδια των κοινωνών (ΑΚ 798).

2. Η διανομή, είτε γίνεται εκουσίως είτε δικαστικώς, ενδέχεται να είναι αυτού­σια (ΑΚ 800) ή να μετατρέπεται σε διανομή του τιμήματος του κοινού αντι­κειμένου, ύστερα από πώληση του, είτε με ιδιωτική σύμβαση είτε με δημόσιο πλειστηριασμό (ΑΚ 801).

3. Το ελληνικό δίκαιο ευνοεί την αυτούσια διανομή (Βαμβέτσος, ο.π. σελ. 606). Γι' αυτό η αυτούσια διανομή συνιστά τον κανόνα και ο πλειστηρια­σμός προς διανομή του πλειστηριάσματος την εξαίρεση (Βαμβέτσος, ο.π. σελ. 607. Γ. Οικονομόπουλος, ΣχεδΠολΔ, IV σελ. 145).

4. Το άρθρο 14 ν. 3741/1929 «περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους» όριζε ότι η «κατ’ ορόφους η διαμερίσματα τούτων διηρημένη ιδιοκτησία χωρεί μόνον εφ' όσον ύπαρξη περί αυτής ρητή συμφωνία ή πράξις τελευταίας βουλήσεως». Με την ίδια δυσπιστία έναντι των χωριστών ιδιοκτησιών μιας οικοδομής κατε­χόταν και ο νομοθέτης του αστικού κώδικα, στο άρθρο 1002 του οποίου επα­νέλαβε ότι η χωριστή κυριότητα «επί ορόφου οικοδομής η διαμερίσματος ορόφου δύναται να συσταθή μόνον δια δικαιοπραξίας του κυρίου του όλου ακινήτου». Γι' αυτό η νομολογία απέκλειε τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών οικοδομής με τη δικαστική απόφαση της διανομής της οικοδομής αυτής. Ήδη όμως ο θεσμός των χωριστών ιδιοκτησιών μιας οικοδομής παγιώθηκε αρκετά και το δίκαιο έπαψε να έχει απέναντι του την αρχική δυσπιστία. Γι' αυτό το άρθρο 2 ν.δ. 1024/1971 όρισε ότι η χωριστή ιδιοκτησία σε οικοδομή «συνι­στάται (χωρίς πλέον τον περιορισμό «μόνον» της παληάς νομοθεσίας) είτε δια δικαιοπραξίας εν ζωή η αιτία θανάτου του κυρίου του οικοπέδου είτε δια συμβάσεως των τυχόν συγκυρίων αυτού». Η διαγραφή της λέξεως «μόνον» δεν εμποδίζει πλέον το δικαστήριο, όταν διατάζει διανομή οικοδομής κατά το άρθρο 480 § 1 ΠολΔ vor προβεί στη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, αντί­στοιχων προς τα Ιδανικά μερίδια των κοινωνών (Γαζής, NoB 17, 7. Μ. Καλλιμόπουλος, Αναμν. τομ. Μιχελάκη, 1973 σελ. 107· ο ίδιος στην ΕρμΑΚ 1002 § 135 επ. Καρακαντά, Εγχειρίδιον εμπραγμάτου δικαίου, 1975 σελ. 121. Μπουρνιάς, ΝοΒ 20, 1234. Εφ. Θεσσαλονίκης 268/1970 ΑρχΝ 23, 183 με σημ. ΠΙΘ = Αρμ. 24, 610 με σύμφωνες παρατηρήσεις Αστ. Γεωργιάδη· πρβλ. και Βαμβέτσον, ο.π. σελ. 610. Χατζηδάκην, ό.π. αντιθέτως ΑΠ 92/1974 ΝοΒ 22, 906. 653/1971 ΝοΒ 20, 206. Εφ. Δωδε­κανήσου 10/1971 Αρμ. 25, 355. Εφ. Θεσσαλονίκης 949/1974 Αρμ. 28, 498. 900/1970 Αρμ. 25, 110. Εφ. Λαρίσης 135/1970 Αρμ. 25, 233).

5. Αν οι κοινωνοί έχουν ίσα ιδανικά μερίδια, λχ ο καθένας το ένα τρίτο (1/3), τότε η αυτούσια διανομή γίνεται με κλήρωση (486 § 2), εκτός αν συμφωνούν οι κοινωνοί διαφορετικά (488 § 2).

6. Αν οι κοινωνοί έχουν άνισα μερίδια, λχ ο Α το 1/3, ο Β το 1/6, ο Γ το 1/6, ο Δ το 1/2, ο Ε το 1/12, ο Ζ το 1/12 κοί ο Η το 1/12, επιτρέπεται η αυτούσια δικαστική διανομή και αν ναι πως θα γίνει ;

Ο Β. Οικονομίδης (Εγχειρίδιον της πολιτικής δικονομίας, 7η εκδ. 1925 II § 133 σημ. 10 σελ. 162), επηρεασμένος από τη γαλλική επιστήμη, δίδασκε σχετικώς τα ακόλουθα : «αι μερίδες πρέπει να καταρτίζωνται ίσαι, ίνα εκτελήται αβλαβής η κλήρωσις· τούτο παρουσιάζει δυσχέρειαν επί άνισων δικαιωμάτων των μετόχων π.χ. ο μεν είναι κύριος του ημίσεος, δύο δε έτεροι 1/4 έκαστος· τινές προτείνουν ενταύθα απονέμησιν (partage par voie d'attri­bution) αντί διανομής, ήτοι σχηματισμόν άνισων μερίδων, ας το δικαστήριον απονέμει εις ον ανήκει εκάστη μέτοχον, αλλ' ο τρόπος ούτος ουδόλως εστί νόμι­μος και ανάγκη να καταβάλληται και ενταύθα προσπάθεια εις σχηματισμόν ίσων μερίδων δια διαιρέσεων και υποδιαιρέσεων (π.χ. επί του θέματος Α 1/2, Β 1/4, και Γ 1/4, γίνονται πρώτον δύο μερίδες και κλήρωσις μεταξύ Α αφ' ενός και Β και Γ αφ' ετέρου· έπειτα του λαχόντος τω Β και Γ γίνεται ύποδιαίρεσις και σχηματισμός νέων κλήρων)· όπου δε το μέσον τούτο αποβαίνει άχρηστον, διατάσσεται πλειστηριασμός».

Τη θέση αυτή αποδέχτηκε η νομολογία παγίως. Μετά την εισαγωγή του αστικού κώδικα ο Α. Βαμβέτσος (ο.π. σελ. 611-612, καθώς και ΝοΒ 17, 633. Εφ. Αθηνών 3722/1970 Αρμ. 25, 344. Π. Πρ. Ναυπλίου 458/1973 ΕλΔ 1974, 189· μειοψ. Π. Πρ. Αθηνών 658/1970 ΝοΒ 10, 853), παρατήρησε ότι το άρθρο 800 ΑΚ είναι παρμένο από την § 752 γερμΑΚ και εισάγει νέο δί­καιο, καθιερώνοντας τον κανόνα της «απονεμήσεως». Το ζήτημα έφθασε στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία παρέμεινε στη γραμμή του Οικονομίδη (ολομ. ΑΠ 101/1975 ΝοΒ 23, 651), με τη δικαιολογία ότι καμιά διάτα­ξη της δικονομίας δε στηρίζει τη λύση της απονεμήσεως.

Το προσχέδιο του εισηγητή Γ. Οικονομόττουλου (αρθρ. 95) όριζε ρητώς ότι «το δικαστήριον...διαιρεί τα διανεμητέα αντικείμενα εις... ίσα μέρη ή μερίδια» (ΣχεδΠολΔ, V σελ. 69). Κατά τη συζήτηση στη συντακτική επιτροπή ο Ι. Σακκέτας είχε ζητήσει «όπως η εν αύτη φράσις «διαιρήται εις ίσα μέρη» διαμορφωθή λεκτικώς σαφέστερον, οριζομένου ότι το δικαστήριον «διαιρεί δι' αναγωγής εις ίσα μέρη». Στα πρακτικά γράφεται σχετικώς ότι «η επιτροπή αποφασίζει όπως προ των λέξεων “ίσα μέρη" προστεθή η λέξις ,,τόσα" φρονούσα ότι δια της προσθήκης της λέξεως ταύτης επαρκώς αποδίδεται η ορθή έννοια της διατάξεως» (ΣχεδΠολΔ, V σελ. 360). Κατά την τελική επεξεργασία του σχεδίου της συντακτικής επιτροπής διαγράφηκε η λέξη «ίσα», «ίνα μη έκληφθή υπό την έννοιαν «κατ' εκτασιν ίσα», δοθέντος ότι ο όρος κείται υπό την έννοιαν «κατ' αξίαν ίσα» (ΣχεδΠολΔ, IX 1974 σελ. 134). Με αυτό το νόημα δεν περι­λήφθηκε η λέξη «ίσα» (μέρη) στη διατύπωση του άρθρου 518 σχεδίου ΣΕ(=480 § 1 εδ. β' του ισχύοντος δικαίου).

Από τα εκτεθέντα επιβεβαιώνεται, όπως δέχτηκε σωστά η ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την παραπάνω απόφαση, ότι η θεωρία του Οικονομίδη εξακολουθεί να αποδίδει το ισχύον δίκαιο. Αλλά η απονέμηση δεν αποκλείεται αν συμφωνούν όλοι οι διάδικοι, οπότε εφαρμόζονται τα άρθρα 480 § 3 και 481 αρ. 2. Ακόμη δεν αποκλείεται η κλήρωση ίσων μερών μεταξύ άνισων ιδα­νικών μεριδίων, αν εξισωθούν τα άνισα μερίδια κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 481 αρ. 1 (πρβλ. και 487 § 4).

IV. Υλική και τυπική αρμοδιότητα

1. Η υλική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αγωγής διανομής καθορίζεται από τις γενικές διατάξεις, αναλόγως της χρηματικής αξίας του αντικειμένου της αγωγής (ΣχεδΠολΔ, IV σελ. 145 και 385).

2. Αντικείμενο της αγωγής διανομής, από την αξία του όποιου προσδιο­ρίζεται η ολική αρμοδιότητα του δικαστηρίου, δεν είναι το ιδανικό μερίδιο του ενάγοντα, αλλά η κοινωνία, της Οποίας ζητείται η λύση. Γι' αυτό, όπως ορίζει το άρθρο 11 αρ. 5, κρίσιμη είναι η συνολική αξία του αντικειμένου που πρόκειται να διανεμηθεί (Κεραμεύς, Αρμ. 24, 481. Μητσόπουλος, ΠολΔ Ι σελ. 267. Μπέη, Aι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου § 2 II 1 σελ. 192. Π. Πρ. Ηρακλείου 1 1/1971 πλειοψ., Δ 2, 241 με σημ. Κ. Μπέη· αντιθέτως Μ. Πρ. Εδέσσης 202/1969 ΝοΒ 17, 694 με σύμφωνη σημ. Κ. Παπαδημητρίου. Μ. Πρ. Ρόδου 217/1968 ΑρχΝ 20, 164 με αντίθετες παρατηρήσεις Βερνάρδου στη ΣυλΝ 1, 14. Π. Πρ. Θηβών 49/1971 ΝοΒ 19, 1309 με σημ. ΣΑΜ).

3. Αν η κοινωνία συνίσταται στη συγκυριότητα ακινήτου, τότε η αγωγή διανομής υπάγεται στην αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου (29 § 1). Εάν το ακίνητο βρίσκεται στις περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, ο ενάγων έχει δικαίωμα επιλογής να φέρει την αγωγή σε ένα από τα δικαστήρια αυτά (28 § 2). Αν πάλι η κοινωνία συνίσταται στη συγκυριότητα περισσότερων ακινήτων τα οποία βρίσκονται στις περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, τότε δεν υπάρχει η δωσιδικία της πραγματικής ταυτότητας του δικαίου που καθιερώνει το άρθρο 37 § 2, αλλά θα πρέπει να ασκηθούν χωριστεί αγωγές σε κάθε δικαστήριο για τα ακίνητα που βρίσκονται στην περιφέρεια του (Δεληκωστόπουλος-Σινανιώτης, 37 II 1 γ'. Μπέη 5, ό.π. σελ. 192. Πρ. Σερρών 610/1963 ΝοΒ 13, 1043).

4. Αν η κοινωνία είχε δημιουργηθεί με κληρονομική διαδοχή, τότε η αγωγή διανομής υπάγεται στην αποκλειστική δωσιδικία της κληρονομιάς, δηλαδή του τόπου της κατοικίας του κληρονομουμένου κατά το χρόνο του θανάτου του (30 § 1). Η δωσιδικία αυτή υπερισχύει από την επίσης αποκλειστική δωσιδικία του ακινήτου (Μπέης, δ.π. σελ. 193).

5. Αν η κοινωνία συνίσταται στη συγκυριότητα κινητών τα οποία δεν εκτήθησαν με κληρονομική διαδοχή, τότε, κατά κανόνα, η αγωγή διανομής υπά­γεται στη γενική νόμιμη δωσιδικία της κατοικίας του εναγομένου (22) η ενός από τους περισσότερους εναγομένους (37 § 1).

6. Η διανομή της εταιρικής περιουσίας υπάγεται στη δωσιδικία των εται­ρικών διαφορών (27 § 2).

V. Διαδικασία

1. Αίτημα της αγωγής διανομής είναι να διαγνωσθεί με δύναμη δεδικασμέ­νου το διαπλαστικό δικαίωμα του ενάγοντα να προκαλέσει τη λύση της κοι­νωνίας και να γίνει δικαστικώς η διάπλαση αυτή.

2. Τα ιδανικά μερίδια συμμετοχής των διαδίκων στην κοινωνία είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα της ενεργητικής και παθητικής νομιμοποιήσεως τους. Η σχετική παρεμπίπτουσα διάγνωση εξοπλίζεται με δεδικασμένο υπό τους όρους του άρθρου 331. Πάντως ο ενάγων, με το να στρέφει την αγωγή διανομής εναντίον ορισμένου εναγομένου, αποδέχεται το Ιδανικό μερίδιο του εναγομένου αυτού και το δικαστήριο δεσμεύεται από την αποδοχή αυτή (πρβλ. Εφ. Πατρών 410/1973 ΕΕΝ 41, 482 με σημ., η οποία όμως αδόκιμα αναφέρεται σε ομολογία της συγκυριότητας).

3. Η αγωγή διανομής δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία με την παράλ­ληλη εφαρμογή των ειδικών διατάξεων των άρθρων 478 επ. Οι διάδικοι δεν έχουν την εξουσία να παραιτηθούν από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Αλλά η εφαρμογή τους δεν εμποδίζει ούτε την αντικειμενική σώρευση ούτε την ανταγωγή ως προς διαφορές, στην εκδίκαση των οποίων δεν εφαρμόζονται οι ειδικές αυτές διατάξεις, λχ ως προς τις δαπάνες συντηρήσεως του διανεμητέου αντικειμένου (Εφ. Θεσσαλονίκης 211/1973 ΝοΒ 22, 75).

4. Η αγωγή διανομής ενός οικοπέδου που δεν είναι άρτιο είναι βάσιμη, επειδή το άρθρο 2 ν.δ. 690/1948 καταργήθηκε με το άρθρο 3 § 4 α.ν. 625/1968 (ΑΠ 117/1971 ΑρχΝ 22, 377. Εφ. Αθηνών 1964/1971 ΝοΒ 19, 1445).

5. Ο ενάγων φέρει το βάρος της επικλήσεως και (αν αμφισβητηθούν) της αποδείξεως των γεγονότων που έχουν γεννήσει τον ενοχικό δεσμό της κοινω­νίας ανάμεσα σ' αυτόν και στους αντιδίκους του (πρβλ. ΑΚ 795). Εάν ο ενάγων δεν επικαλεστεί ιδιαίτερη αναλογία συμμετοχής στην κοινωνία κάθε διαδίκου, τότε σύμφωνα με τον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 785 ΑΚ, θεωρείται ότι τα ιδανικά μερίδια είναι ίσα.

6. Αν αμφισβητηθεί η συμμετοχή ή η έκταση της .συμμετοχής του ενά­γοντα στην κοινωνία, αυτός φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων, οι οποίοι στηρίζουν τους σχετικούς νομικούς ισχυρισμούς του. Αν ένας από τους εναγομένους αμφισβητήσει τη συμμετοχή η την έκταση της συμμετοχής στην κοινω­νία ενός άλλου εναγομένου, τότε, επειδή η αγωγή διανομής είναι διπλή, δηλαδή η θέση κάθε διαδίκου ως ενάγοντα η ως εναγομένου είναι καθαρώς συμπτω­ματική, κάθε διάδικος φέρει το βάρος της επικλήσεως και αποδείξεως εκείνων των γεγονότων, τα οποία αποκλείουν τη συμμετοχή ενός συνεναγομένου στην κοι­νωνία η περιορίζουν την έκταση της συμμετοχής του αυτής.

7. Ο εναγόμενος φέρει το βάρος της επικλήσεως και (αν αμφισβητούνται) της αποδείξεως των γεγονότων, τα όποια αποκλείουν τη λύση της κοινωνίας, λχ τη σχετική συμφωνία όλων των κοινωνών (ΑΚ 795 § 2 και 796) ή του προορισμού του κοινού πράματος στην εξυπηρέτηση κάποιου διαρκούς σκοπού (ΑΚ 795 § 1), όπως είναι οι κοινόχρηστοι χώροι πολυκατοικίας.

Αντίστοιχα ο ενάγων φέρει το βάρος επικλήσεως και (αν αμφισβητείται) της αποδείξεως της παρόδου δεκαετίας από της συνάψεως της συμφωνίας που απέκλειε τη λύση της κοινωνίας (ΑΚ 795 § 2) η της συνδρομής σπουδαίων λόγων που επιβάλλουν την πρόωρη λύση της κοινωνίας (ΑΚ 797).

8. Αν ένας από τους εναγομένους παραλείψει να επικαλεστεί την ευρύτερη συμμετοχή του στην κοινωνία, τότε σιωπηρώς αποδέχεται τους νομικούς ισχυ­ρισμούς του ενάγοντα ως προς την έκταση των Ιδανικών μεριδίων των διαδί­κων. Και επειδή η αποδοχή αυτή δεσμεύει το δικαστήριο (298), θα εκδοθεί απόφαση, σύμφωνα με τη σιωπηρή αυτή αποδοχή. Εδώ λοιπόν παρουσιάζει αξιόλογο ενδιαφέρον το ερώτημα αν ο εναγόμενος εμποδίζεται από το δεδικα­σμένο της σχετικής αποφάσεως να επικαλεστεί, μετά την τελεσιδικία, τα ευρύ­τερα δικαιώματα του. Αν η μεγαλύτερη συμμετοχή του διαδίκου αυτού στην κοινωνία στηρίζεται στην ίδια Ιστορική (και νομική) αιτία, τότε, σύμφωνα με το άρθρο 324, εμποδίζεται από το δεδικασμένο να επικαλεστεί αργότερα τα ευρύτερα δικαιώματα του. Αλλά η δέσμευση αυτή δεν ισχύει, αν ο διάδικος στηρίζει τη μεγαλύτερη συμμετοχή του στην κοινωνία σε διαφορετική ιστορική (και νομική) αιτία (Ράμμου, Συμβολαί, VI § 234 σελ. 30). Αυτό, πάλι δε σημαίνει ότι είναι παραδεκτή η καινούργια αγωγή διανομής της κοινωνίας που έχει ήδη λυθεί τελεσιδίκως (αντιθέτως Ράμμος, ό.π. Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, Ι § 2 II 6 σελ. 197). Και τού­το, επειδή η διάπλαση που θα ζητήσει ο ενάγων έχει συντελεστεί με την προη­γούμενη τελεσίδικη απόφαση. Πρέπει λοιπόν να ανατρέψει την προηγούμενη απόφαση με τριτανακοπή (πρβλ. 590), στην άσκηση της οποίας όμως δε νομιμοποιείται, αφού δεσμεύεται από το δεδικασμένο της τριτανακοπτόμενης αποφάσεως (586 § 1 συνδ. με 583).
Άρθρον 478

[Παθητική νομιμοποίηση]

Στη κοινωνίας η αγωγή διανομής απευθύνεται κατά πάντων των κοι­νωνών, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Ι. Σχετικές διατάξεις

ΠολΔ 76, 517, ΑΚ 1651.

ΙΙ. Ερμηνεία

1. Καθένας που ισχυρίζεται ότι είναι κοινωνός (πρβλ. ΑΚ 795 και 799) νομι­μοποιείται να ασκήσει την αγωγή διανομής. η αγωγή στρέφεται εναντίον όλων εκείνων οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, είναι οι κοινωνοί του διανεμητέου αντικειμένου. Τρίτοι, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι είναι (και αυτοί) κοινωνοί, νομιμοποιούνται να ασκήσουν κύρια παρέμβαση (79) ή, μετά την έκδοση οριστικής αποφάσεως, τριτανακοπή (580 § 1).

2. Η αγωγή διανομής στρέφεται υποχρεωτικώς εναντίον όλων εκείνων oι οποίοι κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα είναι οι κοινωνοί, άλλως απορ­ρίπτεται ως απαράδεκτη. Άρα οι εναγόμενοι συνδέονται με αναγκαστική ομο­δικία (76 § 1. Εφ. Θεσσαλονίκης 2/1971 Αρμ. 25, 487), τόσο επειδή ο νόμος καθιερώνει υποχρεωτική κοινή εναγωγή, όσο και επειδή η διαπλαστική ενέρ­γεια της αποφάσεως ως προς τη λύση της εταιρίας επηρεάζει τις σχέσεις όλων των κοινωνών, έστω και αν δεν είχαν συμμετάσχει στη σχετική δίκη.

3. Ο συγκύριος νομιμοποιείται να ασκήσει αγωγή διανομής, και αν ακόμη δεν είναι νομεύς του διανεμητέου πράγματος (ΑΠ 117/1971 ΑρχΝ 22, 377).

4. Από το χαρακτήρα της ομοδικίας των εναγομένων ως αναγκαστικής απορρέει το απαράδεκτο της εφέσεως, αν δε στρέφεται εναντίον όλων των κοι­νωνών που είχαν συμμετάσχει στην πρωτοβάθμια δίκη (Εφ. Αθηνών 3457/ 1970 Αρμ. 25, 327. Εφ. Θεσσαλονίκης 462/1968 Αρμ. 23, 113).

5. Ακόμη στον αναγκαστικό χαρακτήρα της ομοδικίας των εναγομένων κοινωνών στηρίζεται η αντιπροσώπευση του ερημοδικούντος από τον παριστά­μενο συνεναγόμενο (Εφ. Αθηνών 2706/1969 Αρμ. 24, 317).

6. Στο δικόγραφο της αγωγής πρέπει κατά το άρθρο 216 § 1 εδ. α' να αναφέρονται με σαφήνεια τα γεγονότα που στηρίζουν τόσο την ενεργητική, όσο και την παθητική νομιμοποίηση των διαδίκων, άλλως απορρίπτεται η αγωγή (Εφ. Λαρίσης 192/1971 Αρμ. 26, 239), εκτός αν oι εναγόμενοι αποδέ­χονται τη νομιμοποίηση, ανεξάρτητα από τους λόγους που τη στηρίζουν (298 και 299).

7. Αν η επίδοση αντιγράφου της αγωγής διανομής γίνει εκπρόθεσμα προς κάποιον από τους εναγομένους, τότε η συζήτηση είναι απαράδεκτη ως προς όλους (Π. Πρ. Καστοριάς 216/1974 ΑρχΝ 25, 571).

8. Υποστηρίζεται ότι αν περισσότεροι κοινωνοί ασκήσουν χωριστή αγωγή διανομής του ίδιου κοινού αντικειμένου, τότε «ενάγων θεωρείται και είναι ο πρώ­τος καταθέσας την αγωγήν» (Στάικος, ό.π. 495 § 17 σελ. 13). Αλλά η εκδοχή αυτή δεν είναι σωστή. Κάθε μια από τις αγωγές αυτές είναι ισχυρή και δημιουρ­γεί εκκρεμοδικία. Μόνο ότι η εκκρεμοδικία της πρώτης αγωγής εμποδίζει τη συζήτηση των άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 222 § 2.

9. Το άρθρο 125 ΕνΑΚ όριζε ότι για την εξώδικη διανομή, όταν κοινωνός ήταν ένα ανίκανο ή περιορισμένως ικανό πρόσωπο, έπρεπε να τηρηθούν οι νόμι­μες διατυπώσεις. η διάταξη αυτή καταργήθηκε από το άρθρο 1 ΕνΚΠολΔ (Γαζή, τροποποιήσεις του ΑΚ υπό του ΚΠολΔ, σελ. 52. Μπέη, ΑΚ 125 ΕνΑΚ σημ. 1 σελ. 467. Εξάλλου το άρθρο 57 § 5 ΕνΚΠολΔ πρόσθεσε διάταξη στο άρθρο 1647 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία «ο επίτροπος άνευ αδείας του δικα­στηρίου, προηγουμένης γνωμοδοτήσεως του συγγενικού συμβουλίου, δεν δύ­ναται έπ' ονόματι του ανηλίκου...7. να συνομολογή εξώδικον διανομήν». Η διάταξη αυτή δεν ισχύει για να εναχθεί ο ανίκανος με αγωγή διανομής. Ισχύει όμως το άρθρο 1651 ΑΚ, το όποιο αξιώνει απόφαση συγγενικού συμβουλίου για την άσκηση αγωγής διανομής εξ ονόματος του ανηλίκου.

Άρθρον 479

[Απόφαση ως προς τις σχέσεις των κοινωνών]

Επί αγωγής διανομής το δικαστήριον προσδιορίζει την μερίδα εκάστου των κοινωνών, τα διανεμητέα αντικείμενα και τας εκ της κοινωνίας ως και τας εκ συνεισφοράς απαιτήσεις εκάστου των κοινωνών.

1. Η λύση της κοινωνίας και η αντίστοιχη διανομή των κοινών αντικει­μένων προϋποθέτει ότι είναι αναμφίβολες οι σχέσεις των κοινωνών. και τούτο, επειδή, μετά τη διανομή, οι διάδικοι έχουν πλέον εκπέσει (και πρέπει να εκπί­πτουν) από τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις μεταξύ τους σχέσεις από την κοινωνία (πρβλ. 331).

2. Το δικαστήριο εξετάζει πρώτα το παραδεκτό της αγωγής κατά τις γενι­κές διατάξεις. Επί πλέον η αγωγή διανομής ακινήτου είναι απαράδεκτη αν δεν έχει καταχωριστεί στα βιβλία διεκδικήσεων (220 § 1) μέσα σε τριάντα μέρες από την ήμερα της καταθέσεως του δικογράφου της στη γραμματεία του δικα­στηρίου προς 70 οποίο απευθύνεται. Αν το διανεμητέο ακίνητο βρίσκεται στις περιφέρειες περισσότερων δικαστηρίων, η εγγραφή γίνεται στα βιβλία διεκδι­κήσεων όλων των αντίστοιχων υποθηκοφυλακείων.

3. Πριν από τη συζήτηση της αγωγής διανομής ο ενάγων πρέπει να προ­καταβάλει το τέλος δικαστικού ενσήμου, το οποίο υπολογίζεται με αφετηρία την πραγματική αξία (2 § 2 ν. 3978 1912) του ιδανικού μεριδίου του ενάγοντα (Εφ. Θεσσαλονίκης 357/1954 Αρμ. 8, 619) σε συνδυασμό με την πραγματική συνολική αξία του κοινού αντικειμένου. Αν το διανεμητέο αντικείμενο είναι ακίνητο, τότε η πραγματική του συνολική αξία είναι το εικοσαπλάσιο της ετή­σιας προσόδου (2 § 3 ν. 3978 1912). Εάν το ακίνητο δε φέρει προσόδους, δεν καταβάλλεται δικαστικό ένσημο (Κιτσικόπουλος, ΝΔικ. 10, 77). ο υπολογισμός του δικαστικού ενσήμου γίνεται κατ' αρχή με αφετηρία τη χρηματική αξία που αναφέρει το δικόγραφο της αγωγής (2 § 2 ν. 3978 1912). Αλλά οι σχετικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα δεν είναι δεσμευτικοί για το δικα­στήριο, ακόμη και όταν δεν αμφισβητούνται από τους εναγομένους. Το δικα­στήριο έχει εξουσία να εξετάσει αυτεπαγγέλτως με ελεύθερη απόδειξη (πρβλ. 8. Μπέης, ο.π. σελ. 195) την πραγματική αξία του κοινού και του αντίστοιχου ιδανικού μεριδίου του ενάγοντα. Αν το δικαστήριο πεισθεί ότι η δηλωθείσα αξία δεν είναι η πραγματική, διατάζει την καταβολή της διαφοράς. και αν η δηλωθείσα αξία ήταν μικρότερη από το ένα τρίτο (1/3) της πραγματικής, δια­τάζεται να καταβληθεί συνολικώς το διπλάσιο τέλος εκείνου που έπρεπε να είχε προκαταβληθεί εξαρχής. Μέχρις ότου καταβληθεί το πρόσθετο αυτό τέλος, το δικαστήριο απέχει από την εξέταση όχι μόνο της βασιμότητας αλλά και του παραδεκτού της αγωγής. Αν στην επόμενη συζήτηση, την οποία μπορεί να επισπεύσει οποιοσδήποτε διάδικος (230 § 2), δεν έχει καταβληθεί τα συμπληρωματικό τέλος, ο ενάγων θεωρείται δικονομικώς απών, δικάζεται ερήμην και η αγωγή απορρίπτεται (2 § 4 ν. 3978 1912) ως ουσιαστικώς αβάσιμη (272 §§ 1 και 2).

4. Αν η αγωγή διανομής κριθεί παραδεκτή, εξετάζεται η νομική βασιμό­τητά της. Για την ουσιαστική βασιμότητα της διατάζονται αποδείξεις μόνο αν αμφισβητούνται οι ουσιώδεις ισχυρισμοί των διαδίκων.

5. Αν η αγωγή κριθεί νομικώς και ουσιαστικώς βάσιμη, τότε το δικαστή­ριο, σε πρώτο στάδιο :

α) αναγνωρίζει, με δύναμη δεδικασμένου από της τελεσιδικίας, τα ιδανικά μερίδια όλων των κοινωνών (479 και 331). Αν η απόφαση παραλείψει να ορίσει τα μερίδια, θεωρούνται ίσα (785) και πάλι με δύναμη δεδικασμένου·

β) προσδιορίζει τα περιουσιακά αντικείμενα της κοινωνίας κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους·

γ) αναγνωρίζει, με δύναμη δεδικασμένου από της τελεσιδικίας, τις χρημα­τικές αξιώσεις που έχουν oi κοινωνοί μεταξύ τους, και οι οποίες πηγάζουν είτε από τον ενοχικό δεσμό της κοινωνίας, λχ έξοδα συντηρήσεως του κοινού (ΑΚ 794), είτε από συνεισφορά χάριν της κοινωνίας. Η απόφαση περιορίζεται να προσδιορίσει τις αξιώσεις αυτές, χωρίς να προχωρεί σε καταψήφιση, παρά μόνο αν είχε ασκηθεί παρεμπίπτουσα καταψηφιστική αγωγή. Τούτο όμως δε σημαίνει ότι ο δικαστικός προσδιορισμός των απαιτήσεων των κοινωνών, ο οποίος γίνεται κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως, δεν έχει πρακτική σημασία. Πράγ­ματι ο προσδιορισμός αυτός, μολονότι δε δημιουργεί εκτελεστότητα, είναι δεσμευ­τικός εξ απόψεως δεδικασμένου, ενώ εξάλλου, αν διαταχθεί ο πλειστηριασμός του κοινού και η διανομή του πλειστηριάσματος στους κοινωνούς, τότε, στο πλαίσιο του προσδιορισμού των μεριδίων κατά τα άρθρο 479, μπορεί να στη­ρίξει διαταγή του δικαστηρίου προς τον υπάλληλο του πλειστηριασμού να αφαιρεθούν από το πλειστηριασμό πρώτα τα ποσά των απαιτήσεων των κοι­νωνών και μετά να γίνει η διανομή αναλόγως των μεριδίων τους (ΑΚ 802). Αλλά το αίτημα του δικαιούχου, να διαταχθεί η πλειστηρίαση μανό του μέρους που θα λάχει στον υπόχρεο για να ικανοποιηθεί η χρηματική του αξίωση (ΑΚ 802 στο τέλος), δεν μπορεί να υποβληθεί με τις προτάσεις παρά μόνο με ανταγωγή η παρεμπίπτουσα αγωγή εναντίου άλλου συνεναγομένου (111 και 283).

6. Αντικείμενο προσδιορισμού κατά το άρθρο 479 είναι οι αξιώσεις των κοινωνών μεταξύ τους μόνο όταν πηγάζουν από τον ενοχικό δεσμό της κοινωνίας η από συνεισφορά χάριν αυτής, και όχι όταν πηγάζουν από άλλες αιτίες, όπως λχ η αξίωση αποζημιώσεως του εναγομένου επειδή ο ενάγων είχε ιδιοποιηθεί παρανόμως και υπαιτίως τα έσοδα από την εκμετάλλευση του κοινού (Εφ. Αθη­νών 1586/1971 ΝοΒ 19, 1440). η αξίωση αυτή θα μπορούσε να προσδιο­ριστεί κατά το άρθρο 479 αν ως ιστορική βάση δεν είχε το αδίκημα αλλά τον Ενοχικό δεσμό της κοινωνίας.

7. Υποστηρίζεται ότι ο εναγόμενος έχει τη δυνατότητα να εναντιωθεί στην αγωγή διανομής με την ένσταση επισχέσεως ωσότου ικανοποιηθεί η αξίωση που έχει για δαπάνες συντηρήσεως η διοικήσεως του κοινού (Εφ. Πα­τρών 531/1971 ΕΕΝ 40, 330). Άλλα η εκδοχή αυτή δεν είναι σωστή. Πράγ­ματι, καθώς έχει σημειωθεί (βλ. V 1 πριν από το άρθρο 478), αντικείμενο της αγωγής διανομής είναι το δικαίωμα του ενάγοντα να προκαλέσει τη λύση της κοινωνίας (ΑΚ 795 § 1 και 799). Το δικαίωμα αυτό δεν είναι αξίωση του ενός κοινωνού εναντίον των άλλων, αλλά διαπλαστικό δικαίωμα. Αλλά η ένσταση επισχέσεως αντιτάσσεται μόνο εναντίον ανταξιώσεων, και μάλιστα συναφών (ΑΚ 325). Αφού λοιπόν το δικαίωμα προς λύση της κοινωνίας είναι διαπλαστικό, δεν είναι δεκτικό προσβολής με ένσταση επισχέσεως.
Άρθρον 480

[Αυτούσια διανομή]

1. Επί αγωγής διανομής το δικαστήριον αποφασίζει αν είναι δυνατή η αυτούσια διανομή ενός εκάστου των διανεμητέων αντικειμένων. Το δικαστήριον, αποφάσιζαν την αυτουσίαν διανομήν, διαιρεί τα διανεμητέα αντικείμενα εις τόσα ώστε ο αριθμός αυτών να επιτρεπτή εις έκαστον των κοινω­νών να λάβη ανάλογον προς την μερίδα αυτού αριθμόν μερών.

2. Εάν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι πλείονα και η αυτούσια διανο­μή ενός εκάστου εξ αυτών eivai αδύνατος η ασύμφορος, είναι όμως δυνατή η διανομή αυτών εις μέρη aveu διαιρέσεως ενός εκάστου και άνευ μειώσεως της αξίας αυτών, ούτως ώστε εις έκαστον των κοινωνών να αντιστοιχούν ανά­λογα προς την μερίδα αυτού μέρη, το δικαστήριον δύναται να αποφασίση την κατά τον τρόπον τούτον αυτουσίαν διανομήν.

3. Εάν η κατά την § 1 διαίρεσις των διανεμητέων αντικειμένων είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, το δικαστήριον δύναται είτε vα διατάξη την δια πλειστηριασμού πώλησιν είτε κατ' αίτησιν τινός των διαδίκων και μη αντιλεγόντων των λοιπών να αποφασίση την διανομήν διά της διαιρέσεως των διανεμητέων αντικειμένων εις ίσα μέρη και των κοινωνών εις ισαρίθμους ομάδας μερίδων, ούτως ώστε ο αριθμός των μερών να επιτρέπη εις τους αποτελούντας εκάστην ομάδα να λάβουν ανάλογον αριθμόν εξ αυτών. Κατά την τελευταίαν περίπτωσιν μεταξύ των δικαιούχων εκάστου μέρους συνιστά­ται κοινωνία, επί του λαχόντος εις αυτούς μέρους.

1. Αν διαγνωστεί το διαπλαστικό δικαίωμα του ενάγοντα να προκαλέσει τη λύση της κοινωνίας, το δικαστήριο προβαίνει στη ζητούμενη διάπλαση και λύει την κοινωνία. η λύση γίνεται με τη διανομή του κοινού αντικειμένου (ΑΚ 798).

2. Η διανομή επιδιώκεται κατ' αρχή να γίνει αυτούσια (βλ. II 3 πριν από το άρθρο 478).

3. Η αυτούσια διανομή προϋποθέτει ότι τούτο είναι δυνατό, ενώ εξάλλου αποκλείεται αν είναι ασύμφορη. Το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να δια­τάξει αποδείξεις αν κατά την κρίση του η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη η ασύμφορη (481 αρ. 1).

4. Αν διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη ως προς τη δυνατότητα της αυτού­σιας διανομής, τότε δεν επιτρέπεται να διαταχθεί ταυτόχρονα ο πλειστηρια­σμός υπό την αίρεση ότι οι πραγματογνώμονες θα θεωρήσουν αδύνατη ή ασύμ­φορη την αυτούσια διανομή (Π.Πρ. Θεσσαλονίκης 1202/1969 ΕλΔ 1970, 231). Και τούτο, επειδή, και όταν η αυτούσια διανομή είναι αδύνατη ή ασύμφορη, το δικαστήριο έχει και άλλες ευχέρειες προς αποφυγή του πλειστηριασμού, τον όποιο δεν ευνοεί το δίκαιο.

5. Η απόφαση περί διανομής είναι διαπλαστική (ΑΠ 606/1973 ΑρχΝ 25, 117. Μ. Πρ. Σύρου 31/1973 ΕλΔ 1973, 413).

6. Αν η λυόμενη κοινωνία έχει ως αντικείμενο ένα μόνο περιουσιακό στοι­χείο, τότε διαιρείται δικαστικώς σε τόσα ίσα (διαιρετά) μέρη, όσα είναι τα αντί­στοιχα ιδανικά μερίδια των κοινωνών, ώστε να επακολουθήσει κλήρωση. Αν το δικαστήριο δεν έχει τις αναγκαίες ειδικές γνώσεις για να προβεί στην αυτούσια αύτη διαίρεση, διατάζει πραγματογνωμοσύνη, της οποίας το πόρισμα δεν είναι δεσμευτικό (387. Π. Πρ. Φλωρίνης 44/1969 ΑρχΝ 20, 511).

7. Αν η λυόμενη κοινωνία έχει ως αντικείμενο περισσότερα περιουσιακά στοιχεία (κινητά, ακίνητα κλπ), τότε κάθε περιουσιακό στοιχείο (κάθε κινητό η κάθε ακίνητο κλπ) διαιρείται δικαστικώς σε τόσα ίσα (διαιρετά) μέρη, όσα είναι τα αντίστοιχα ιδανικά μερίδια των κοινωνών, ώστε από τη χωριστή κλήρωση ως προς κάθε περιουσιακό στοιχείο να λάβει κάθε κοινωνός μέρος αντίστοιχο προς το ιδανικό του μερίδιο (480 § 1). Αν όμως οι πραγματογνώμονες γνω­μοδοτήσουν ότι είναι αδύνατη ή ασύμφορη η αυτούσια διαίρεση κάθε περιου­σιακού στοιχείου και το δικαστήριο το δεχτεί, τότε θα πρέπει να επιδιωχθεί η κατάταξη των περισσότερων περιουσιακών στοιχείων σε τότες ίσες ομάδες περιουσιακών στοιχείων, όσα και τα ιδανικά μερίδια των διαδίκων. Προς εξίσωση άνισων μερών ή άνισων ομάδων περιουσιακών στοιχείων μπορεί να συνδυαστεί ένα μέρος η μια ομάδα περιουσιακών στοιχείων είτε με την υποχρέωση κατα­βολής χρηματικού ποσού υπέρ άλλου μέρους ή ομάδας είτε με τη σύσταση (προ­σωπικής ή πραγματικής) δουλείας υπέρ άλλου μέρους ή ομάδας περιουσιακών στοιχείων (481 αρ. 2).

8. Αν τα περισσότερα περιουσιακά στοιχεία της κοινωνίας μπορούν να διαι­ρεθούν σε ομάδες (έστω και συνδυασμένα με υποχρέωση καταβολής ενός χρη­ματικού πόσου η με σύσταση δουλείας κατά το άρθρο 481 αρ. 2), πλην όμως όχι σε τόσες ίσες ομάδες όσοι είναι και οι κοινωνοί, τότε, αν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί, το δικαστήριο (όχι μόνο «δύναται», όπως γράφει το άρθρο 480 § 3, αλλά) είναι υποχρεωμένο να δεχτεί την κοινή πρόταση των διαδίκων για την διαίρεση των κοινών σε τέτοιες ομάδες, οι οποίες να είναι ανάλογες με ομά­δες ιδανικών, μεριδίων, λχ ομάδες περιουσιακών στοιχείων : Α= 1/4 των περι­ουσιακών στοιχείων, Β= 1/8, Γ= 1/2, Δ= 1/8, με αντίστοιχες ομάδες ιδανικών μεριδίων : οι κοινωνοί Α και Β με ιδανικό μερίδιο 1/8 ο καθένας, ο κοινωνός Γ με ιδανικό μερίδιο 1/8, οι κοινωνοί Δ και Ε με ιδανικό μερίδιο 1/4 ο καθένας, και ο κοινωνός Ζ με ιδανικό μερίδιο 1/8. Στην περίπτωση αυτή μεταξύ των περισσότερων κοινωνών μιας ομάδας θα υπάρχει κοινωνία.

9. Η λύση της § 3 του άρθρου 480 επιτρέπεται και όταν τα ιδανικά μερί­δια των κοινωνών είναι άνισα (βλ. 116 πριν από το άρθρο 478). Στην περί­πτωση δηλαδή αυτή μπορεί να αποφευχθεί ο πλειστηριασμός, στον όποιο κατ' ανάγκη οδηγεί η αδυναμία κληρώσεως, αν όλοι οι διάδικοι συμφωνήσουν να σχηματισθούν Ομάδες ιδανικών μεριδίων, αντίστοιχες προς τις ομάδες περι­ουσιακών στοιχείων, κατά τρόπο ώστε να σχηματισθεί κοινωνία μεταξύ των περισσότερων κοινωνών που συγκροτούν μια ομάδα.

10. Αν οι διάδικοι συμφωνήσουν στη λύση του άρθρου 480 § 3, τότε, εφ' όσον οι ομάδες περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες αντιστοιχούν στις ομά­δες ιδανικών μεριδίων κοινωνών, είναι ισάξιες, γίνεται κλήρωση, διαφορετικά (και πάντοτε με την προϋπόθεση ότι συμφωνούν όλοι οι διάδικοι) γίνεται απονέμηση.

11. Η λύση της § 3 του άρθρου 489 δεν αποκλείει να διαιρεθεί το ιδανικό μερίδιο ενός κοινωνού σε δύο ή περισσότερα ίσα ή άνισα μερίδια, κατά τρόπο ώστε το ένα μερίδιο να λάβει αποκλειστικό μέρος περιουσιακών στοιχείων, το άλλο να συμμετάσχει σε ομάδα μεριδίων και το άλλο να λάβει την αναλογία στο πλειστηριασμό εκείνων των περιουσιακών στοιχείων, των οποίων δια­τάχθηκε η πλειστηρίαση (πρβλ. 485).
Άρθρον 482

[Αποφυγή κατατμήσεως ακινήτων και διανομής επιχειρήσεως]

1. Κατά τον σχηματισμόν των μερών πρέπει να αποφεύγεται κατά το δυνατόν η κατάτμηση των ακινήτων και διανομή των επιχειρήσεων.

2. Δια τον σχηματισμόν των μερών λαμβάνεται υπ’ όψιν η κατά τον χρόνον του σχηματισμού αυτών αξία των διανεμητέων αντικειμένων. Το δικαστήριον καθορίζη την αξίαν επί τη βάσει των διεξαχθεισών αποδείξεων, μη διατασσομένης περί τούτου νέας αποδείξεως εν -περιπτώσει μεταγενεστέρας μεταβολής της αξίας.

1. Το άρθρο 482 § 1 βρίσκει το αληθινό του νόημα όταν συνδυαστεί με τα άρθρα 480 § 2, 481 αρ. 2 και, προκειμένου για επιχείρησες, 483. Από το συνδυασμό όλων αυτών των διατάξεων αντλούνται τα ακόλουθα συμπερά­σματα :

α) Αν τα διανεμητέα αντικείμενα είναι περισσότερα, λχ ένα ακίνητο και διάφορα κινητά, και οι διάδικοι δυο, τότε θα σχηματιστούν δυο κλήροι· ο ένας θα αντιστοιχεί στο ακίνητο, το όποιο δεν πρέπει να κατατμηθεί (482 § 1)· ο δεύτερος θα αντιστοιχεί στα κινητά (480 § 2) και σε χρηματική αξίωση εναντίον εκείνου στον οποίο θα λάχει ο πρώτος κλήρος ή σε σύσταση πραγματικής ή προσωπικής δουλείας εις βάρος του ακινήτου που αντιστοιχεί στον πρώτο κλήρο (481 αρ. 2).

β) Αν, στην προηγούμενη περίπτωση, οι κοινωνοί είναι περισσότεροι από δυο, τότε θα γίνει κατάτμηση του ακινήτου, έκτος αν είναι αδύνατη η ασύμ­φορη, οπότε θα διαταχθεί πλειστηριασμός.

γ) Αν η λυόμενη κοινωνία συνίστατο στη συγκυριότητα ενός ακινήτου, τότε, κατ’ ανάγκη, θα γίνει κατάτμηση του, εκτός αν είναι αδύνατη ή ασύμφορη, οπότε θα διαταχθεί πλειστηριασμός.

δ) Αν η λυόμενη κοινωνία είχε ως αντικείμενο μια επιχείρηση, τότε η κατά­τμησή της μπορεί να αποφευχθεί με την επιδίκαση της σε ένα από τους κοι­νωνούς και την πληρωμή της αγοραίας αξίας των μεριδίων τους στους άλλους κοινωνούς κατά το άρθρο 483.

2. Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας των μερών δεν είναι ούτε ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής διανομής (πρβλ. άλλως 10), ούτε της συ­ζητήσεως, στην οποία εκδίδεται η απόφαση που καθορίζει τις σχέσεις των κοι­νωνών κατά το άρθρο 479, αλλά ο χρόνος της συζητήσεως, η οποία διεξάγεται μετά την αποδεικτική διαδικασία, όταν το δικαστήριο εκδίδει την οριστική του απόφαση για τη διαίρεση των αντικειμένων της κοινωνίας στα αντίστοιχα μέρη που θα διανεμηθούν.

3. Το άρθρο 482 § 2 αποκλείει τη διεξαγωγή νέων αποδείξεων μόνο ως προς την τυχόν μεταγενέστερη υπεραξία ορισμένων μερών και όχι ως προς την αρχική τους αξία. Γι’ αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 529 επιτρέπεται να προσαχθούν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο νέα αποδεικτικά μέσα ως προς την αληθινή αγοραία αξία των μερών κατά το χρόνο του σχηματισμού τους

4. Αντικείμενο αποδείξεως κατά το άρθρο 482 § 2 είναι η αληθινή αγο­ραία αξία των μερών. Oι διατάξεις του άρθρου 11 ως προς τον υπολογισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς δεν είναι εδώ δεσμευτικές, αλλά μόνο δικαστικό τεκμήριο μπορούν να στηρίξουν προς έμμεση απόδειξη της αγοραίας αξίας κατά το άρθρο 336 § 3.

5. Για τον καθορισμό της αξίας των μερών απαιτείται ο σχηματισμός πλή­ρους δικανικής πεποιθήσεως, ενώ εξάλλου το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να στηριχθεί σε αποδεικτικά μέσα που δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις του νόμου.

Άρθρον 483

[Επιδίκαση επιχειρήσεως]

1. Εάν εν τη κοινωνία υπάρχη εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική, με­ταλλευτική, γεωργική, κτηνοτροφική ή άλλη επιχείρησις αποτελούσα οικονομικον σύνολον, το δικαστήριον δύναται αιτήσει τινός των κοινωνών να επιδικάση ολόκληρον την διανεμητέαν επιχείρησιν εις τον αιτούντα επί τη κα­ταβολή χρηματικού πόσου ίσον με την αγοραίαν αξίαν της επιχειρήσεως. Διά τον καθορισμον της αξίας εφαρμόζονται αϊ διατάζεις της § 2 του άρ­θρου 482. Εάν πλείονες των κοινωνών ζητήσουν την επιδίκασιν εις αυτούς της επιχειρήσεως, το δικαστήριον επιδικάζει αυτήν εις τον κατά την κρίσιν τον ικανώτερον προς επωφελή εξακολούθησιν της επιχειρήσεως.

2. Η αίτησις πρέπει να υποβάλλεται μέχρι της πρώτης επ' ακροατη­ρίου συζητήσεως.

3. Η αίτησις ενός η πλειόνων κοινωνών περί επιδικάσεως ολοκλήρου της επιχειρήσεως ως οικονομικού συνόλου, είτε αύτη αποτελεί το μοναδικόν περιουσιακόν στοιχείον της κοινωνίας είτε εν εκ των πλειόνων τοιούτων, δύναται, συντρεχόντων σοβαρών λόγων δικαιολογούντων την μη 8ιανομήν της, να υποβληθή εις το δικαστήριον της διανομής και προ πάσης εκκαθαρίσεως ή ασκήσεως της περί διανομής αγωγής της κοινής περιουσίας και να εκδικασθή –παρ’ αυτού αυτοτελώς. Το άρθρον 220 εφαρμόζεται και εν προκειμένω.

1. Η επιδίκαση μιας επιχειρήσεως κατά το άρθρο 483 μπορεί να ζητηθεί και επί διανομής της περιουσίας της εταιρίας που διαλύθηκε. Κατά μια εκδοχή η επιδίκαση αυτή μπορεί να ζητηθεί ως υποκατάστατο της εκκαθαρίσεως της εταιρικής περιουσίας (γνωμοδ. Δεληκωστόπουλου-Σινανιώτη, ΝοΒ 17, 646. Π. Πρ. Ηρακλείου 548/1972 Δ 3, 473, με ενημ. σημ. Μπέη). Στη νομολογία εκράτησε η αντίθεση εκδοχή, δηλαδή ότι πρέπει να προηγηθεί εκκαθάριση, με την έννοια της αποδόσεως στους εταίρους εκείνων των εισφο­ρών, οι οποίες είχαν εισενεχθεί κατά χρήση (ΑΠ 53/1975 ΝοΒ 23, 875 με αντίθετες παρατηρήσεις Μ. Κυπραίου). Η πρώτη εκδοχή έχει πειστικό στή­ριγμα στη γραμματική διατύπωση του άρθρου 483 § 3, όπως τροποποιή­θηκε με το ν.δ. 386/1969.

2. Η επιδίκαση της επιχειρήσεως σε ένα από τους κοινωνούς δεν αντίκει­ται στη συνταγματική προστασία της ιδιοκτησίας (ολομ. ΑΠ 256/1965 ΝοΒ 13, 1172 με σημ. Α. Μαράντη. Π. Πρ. Ηρακλείου 548/1972 Δ 3, 473 με ενημ. σημ. Κ. Μπέη).

3. Το άρθρο 483 § 3, όπως τροποποιήθηκε με το ν.δ. 386/1969, ορίζει ότι «η αίτησις... περί επιδικάσεως ολοκλήρου της επιχειρήσεως... δύναται... να υποβληθή... και προ πάσης ασκήσεως της περί διανομής αγωγής της κοινής περιουσίας και να εκδικασθή... αυτοτελώς». Αλλά η δικονομική αυτή ρύθμιση δεν ανταποκρίνεται σε αντίστοιχη ρύθμιση του ουσιαστικού δικαίου, το οποίο δεν προβλέπει διανομή (και άρα ούτε επιδίκαση της επιχειρήσεως ως μορφή διανομής), χωρίς την παράλληλη λύση της κοινωνίας (ΑΚ 798). Γι’ αυτό μια τέτοια αγωγή θα είναι βέβαια παραδεκτή κατά το άρθρο 483 § 3, αλλά θα πρέπει να απορριριφθεί ως νομικώς αβάσιμη (Μπέης, ο.π.). Τότε μόνο θα είναι βάσιμη η αγωγή επιδικάσεως της εταιρικής επιχειρήσεως, όταν το αίτημα αυτό υποβάλλεται κατά τα άρθρο 69 § 1 εδ. ε' ΠολΔ, δηλαδή υπό τον όρο ότι θα γίνει δεκτή η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αγωγή προς λύση της κοινωνίας.

4. Το αίτημα επιδικάσεως της εταιρικής επιχειρήσεως μπορεί να σωρευθεί και στα δικόγραφο της αγωγής πρόωρης λύσεως της εταιρίας για σπουδαίο λόγο (ΑΚ 766), υπό τον όρο ότι θα γίνει δεκτή η σωρευόμενη αγωγή λύσεως της εταιρίας (69 § 1 εδ. ε').

5. Υποστηρίζεται ότι το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να επιδικά­σει η να μην επιδικάσει την επιχείρηση σε ένα κοινωνό (Π. Πρ. Λαμίας 50/1971 Αρμ. 25, 162). Αλλά η εκδοχή αυτή δεν είναι σωστή. Το άρθρο 482 § 1 απα­γορεύει την κατάτμηση των επιχειρήσεων. Γι' αυτά, αν υποβληθεί σχετική αί­τηση, το δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να επιδικάσει την επιχείρηση στον αιτούντα. Αν πάλι περισσότεροι κοινωνοί υποβάλλουν χωριστές αιτήσεις επιδικάσεως, τότε η επιχείρηση επιδικάζεται στον «ικανώτερον προς επωφελή εξακολούθησιν της επιχειρήσεως». Ο χαρακτηρισμός ούτος είναι μια αόριστη νομική έννοια και επειδή το άρθρο 483 § 1 καθιερώνει κανόνα του ουσιαστι­κού και όχι του δικονομικού δικαίου (Βαμβέτσος, δ.π. σελ. 639), υπόκει­ται στον αναιρετικό έλεγχο κατά τα άρθρα 559 αρ. 1 και 19 η 560 αρ. 1, χωρίς κανένα περιορισμό.

6. Επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 483 § 1 είναι το ελαιουργείο που λειτουργεί με επιτυχία από πολλά χρόνια σε ελαιοπαραγωγική περιοχή (Εφ. Αιγαίου 8/1973 ΕΕΝ 40, 176 .με παρατηρήσεις Δ. Κατσάνη), ενώ δεν είναι το μικρό αγροτικό κτήμα που δεν είναι εξοπλισμένο με καμιά Ιδιαίτερη οργάνωση (Π. Πρ. Ηρακλείου 195/1971 ΝοΒ 19, 1020).

7. Η αίτηση ή ανταίτηση επιδικάσεως της επιχειρήσεως μπορεί να υπο­βληθεί και με τις προτάσεις της πρώτης συζητήσεως. Ο διάδικος που υποβάλ­λει τη σχετική αίτηση έχει το βάρος να επικαλεστεί και (αν αμφισβητηθούν) να αποδείξει τα συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα, τα όποια θα στηρίξουν το δικαστικό χαρακτηρισμό του ως του ικανώτερου «προς επωφελή εξακολούθησιν της επιχειρήσεως».
Άρθρον 484

[Πλειστηριασμός]

1. Εάν η κατά το άρθρον 480 διανομή είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, το δικαστήριον διατάσσει την δια πλειστηριασμού πώλησιν.

2. Η διαδικασία του πλειστηριασμού άρχεται δια της κατά το άρθρον 954 περιγραφής των επικοίνων και διεξάγεται κατά τα οριζόμενα εις τα άρθρα 959 επ. Αι προθεσμίαι του άρθρου 960 §§ 1 και 2 άρχονται από της καταρτίσεως της εκθέσεως περιγραφής. Eις το πρόγραμμα αναφέρονται το ονοματεπώνυμον, το επάγγελμα και η κατοικία πάντων των κοινωνών. Διά της καταβολής του ττλειστηριάσματος αποσβέννυται η υποθήκη ή το ενέχυρον εττί των πλειστηριασθέντων πραγμάτων.

Ι. Σχετικές διατάξεις

ΠολΔ 1021, ΑΚ 801.

II. Απόφαση πλειστηριασμού

Ι. Η απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό του κοινού αντικειμένου, επειδή κρίθηκε αδύνατη η ασύμφορη η αυτούσια διανομή, είναι οριστική (Βαμβέτσος, ο.τγ. σελ. 643. Εφ. Αθηνών 197/1972 Δ 3, με παρατηρήσεις Κ. Μπέη), καταργεί τη δίκη και υπόκειται σε έφεση. Οι προηγούμενες αποφάσεις είναι μη οριστικές και δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε έφεση, έστω και αν περιέχουν και μερικές οριστικές διατάξεις (513 § 1 εδ. β'), όπως λχ η από­φαση που καθόρισε την έκταση των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών και διέ­ταξε αποδείξεις ως προς τη δυνατότητα της αυτούσιας διανομής του κοινού.

2. Μετά την τελεσιδικία της αποφάσεως που διέταξε τον πλειστηριασμό, αν μεταβληθούν οι σχέσεις των κοινωνών ένεκα διαθέσεως του μεριδίου ενός προς άλλον ή τρίτον, δεν ανατρέπεται η απόφαση, ούτε ματαιώνεται ο πλει­στηριασμός (γνωμοδ. εισαγ. Πρ. Θεσσαλονίκης 34/1971 Αρμ. 26, 92):

ΙΙΙ. Φύση πλειστηριασμού κοινού αντικειμένου

1. Ο πλειστηριασμός του κοινού που διατάζει η απόφαση περί διανομής είναι δημόσιος αλλά όχι αναγκαστικός. Ο νόμος χαρακτηρίζει τον πλειστη­ριασμό αυτό εκούσιο (πρβλ. 1021), η νομική φύση του οποίου διαφέρει σημαν­τικά από νομική φύση του αναγκαστικού πλειστηριασμού.

2. Ο αναγκαστικός πλειστηριασμός είναι διφυής πράξη, δηλαδή διαδικα­στική πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως και πώληση που ρυθμίζεται από το δημόσιο δίκαιο (πρβλ. ΠολΔ 1017, 1018 και 1020. Μπέη, Εισαγωγή εις την δικονομικήν σκέψιν, 2η ίκδ. § 17 IV σελ. 156· έκθεση των θεωριών που έχουν υποστηριχθεί σχετικώς βλ. στην αναγκ. εκτέλεση του Ι. Μπρίνια, 1017 § 643 σελ. 1468 επ.).

3. Αντίθετα ο εκούσιος πλειστηριασμός που δικάζεται με την απόφαση της διανομής είναι καθαρή πώληση του ιδιωτικού δικαίου (Μιχελάκης, ΣχεδΠολΔ, VIII σελ. 49. Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρω­τοδικείου, Ι § 2 II 8 σελ. 199. Μπρίνιας, ό.π. 1021 § 670 σελ. 1541. γνωμοδ. Εισ. Πρ. Θεσσαλονίκης 3240/1969 ΕΕΝ 39, 108). Μόνο στη διαδικα­σία του πλειστηριασμού εφαρμόζονται ορισμένες διατάξεις του δικονομικού δικαίου.

4. Στο χαρακτηρισμό του εκούσιου πλειστηριασμού του κοινού αντικει­μένου ως καθαράς πωλήσεως του ιδιωτικού δικαίου στηρίζονται οι ακόλουθες αρχές :

α) οι δανειστές των κοινωνών δεν έχουν δυνατότητα να αναγγελθούν στη διανομή του πλειστηριάσματος. Μπορούν όμως να κατάσχουν το μέρος που αναλογεί στον οφειλέτη τους κοινωνό στα χέρια του συμβολαιογράφου-υπαλλήλου του πλειστηριασμού, ως τρίτου, κατά τα άρθρα 982 επ.

β) το άρθρο 1017 ΠολΔ που αποκλείει οποιαδήποτε ευθύνη για πραγμα­τικά ελαττώματα του πλειστηριαζόμενου πράγματος και περιορίζει σημαντικά την ευθύνη για νομικά ελαττώματα δεν ισχύει εδώ. Για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του πλειστηριαζόμενου αντικειμένου ευθύνονται όλοι οι κοινωνοί, ως πωλητές, κατά τις γενικές διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου (ΑΚ 514 επ. και 534 επ.)·

γ) η αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 1020 ΠολΔ για τη διεκδίκηση του πλείστηριασθέντος αντικειμένου δεν ισχύει στον εκούσιο πλειστηριασμό του κοινού (πρβλ. 1021 κατ' αντιδιαστολή)·

δ) ο επικείμενος εκούσιος πλειστηριασμός δεν εμποδίζει ούτε την εκούσια διάθεση του ιδανικού μεριδίου του κοινωνού, ούτε την αναγκαστική κατάσχεση του (Μπέης, ό.π. σελ. 199)·

ε) οι κοινωνοί έχουν την εξουσία να συμφωνήσουν να μη γίνει η εκποίηση του κοινού με τον διαταχθέντα πλειστηριασμό, αλλά με σύμβαση πωλήσεως κατά το άρθρο 513 ΑΚ (Μπέης, ό.π.).

IV. Διαδικασία εκούσιου πλειστηριασμού κινητών

1. Η απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό πρέπει να αναφέρει όχι μόνο την έκταση των ιδανικών μεριδίων των κοινωνών και τα διανεμητέα αντικεί­μενα (479), αλλά και τους ενεχυρούχους δανειστές, η απαίτηση των οποίων θα καταταγεί στη διανομή του πλειστηριάσματος για να ικανοποιηθεί από το μέρος που αναλογεί στον οφειλέτη τους.

2. Ακόμη η απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό πρέπει να διορίζει συμβολαιογράφο, ο οποίος θα ενεργήσει τον πλειστηριασκύ (Μπέης, ο.π. σελ. 199. Μπρίνιας, ο.π. § 671 σημ. 6 σελ. 1542- πρβλ. και ΑΠ 358/1970 ΝοΒ 18, 1171). Αν η απόφαση παραλείψει να διορίσει συμβολαιογράφο ή αν χρειαστεί αργότερα να αντικατασταθεί, τότε ο διορισμός ή η αντικατάσταση γίνεται από τον πρόεδρο του δικαστηρίου που διέταξε τον πλειστηριασμό, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 341 § 4.

3. Κατόπιν εντολής του συμβολαιογράφου ή οποιουδήποτε κοινωνού ο δικαστικός επιμελητής συντάσσει έκθεση περιγραφής των κινητών που πρόκει­ται να πλειστηριασθούν. Στην έκθεση αυτή αναφέρεται η εκτίμηση της αξίας των κινητών, η τιμή της πρώτης προσφοράς, η απόφαση που διέταξε τον πλει­στηριασμό, τα πιστοποιητικά της τελεσιδικίας της, η ημέρα, ο τόπος και ο υπάλληλος του πλειστηριασμού.

4. Η παράλειψη συντάξεως της εκθέσεως περιγραφής ή οι τυχόν αταξίες της δε δικαιολογούν την ακύρωση της παρά μόνον αν συντρέχει βλάβη κατά το άρθρο 159 αρ. 3. Αλλά συνήθως η βλάβη θεραπεύεται με το πρόγραμμα του πλειστηριασμού, εφ’ όσον τούτο δεν επαναλαμβάνει τα σφάλματα της εκθέσεως περιγραφής (Μπρίνιας, ό.π. § 672 σελ. 1546).

5. Ο πλειστηριασμός δεν επιτρέπεται να γίνει προτού περάσουν τουλά­χιστον δεκαπέντε μέρες από τη σύνταξη της εκθέσεως περιγραφής (959 § 4 και 484).

6. Μέσα σε δεκαπέντε μέρες από τη σύνταξη της εκθέσεως περιγραφής εκδί­δεται το πρόγραμμα πλειστηριασμού (960 § 1 και 484). Την εντολή εκδόσεως προγράμματος δίνει εκείνος που είχε δώσει την εντολή στον επιμελητή για τη σύνταξη της εκθέσεως περιγραφής. Αν αυτός αδρανεί, μπορεί να υποκαταστα­θεί στη θέση του οποιοσδήποτε κοινωνός (973, αναλόγως). Το πρόγραμμα πρέπει να αναφέρει τα ονοματεπώνυμα όλων των κοινωνών.

7. Το πρόγραμμα επιδίδεται στους κοινωνούς, στους ενεχυρούχους δανει­στές, στον επικαρπωτή και στους δανειστές του κοινωνού που είχαν επιβάλει συντηρητική η αναγκαστική κατάσχεση του ιδανικού μεριδίου του οφειλέτη τους κοινωνού (πρβλ. 491).

8. Αν το πρόγραμμα έχει ανακρίβειες, κάθε κοινωνός και γενικότερα καθέ­νας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει τη διάρθωσή του κατά τα άρθρο 961 (1021).

9. Ο πλειστηριασμός γίνεται στην έδρα του συμβολαιογράφου που έχει διοριστεί υπάλληλος του πλειστηριασμού. Και επειδή κατά το άρθρο 1021 ο εκούσιος πλειστηριασμός γίνεται στον τόπο που βρίσκονται τα πλειστηριαζόμενα κινητά πράγματα, σκόπιμο είναι να διορίζεται συμβολαιογράφος της ίδιας περιφερείας. Πάντως με συμφωνία όλων των κοινωνών ή με απόφαση του ειρηνοδικείου του τόπου όπου βρίσκονται τα κινητά μπορεί να οριστεί άλλος τόπος πλειστηριασμού (1021).

10. Πριν από τον πλειστηριασμό γίνονται οι κηρύξεις κατά τα άρθρο 963. η πλειοδοσία, η κατακύρωση, ο αναπλειστηριασμός και ο νέος πλειστηρια­σμός γίνονται κατά τα άρθρα 965, 966 και 969 § 1. Αλλά οι κοινωνοί έχουν δικαίωμα να μετάσχουν στην πλειοδοσία (Μπρίνιας, ό.π. σημ. 8 σελ. 1543. ΑΠ 544/1971 ΝοΒ 19, 147). Εξάλλου αν ο υπερθεματιστής είναι κοινωνός, έχει δικαίωμα να παρακρατήσει από το πλειστηρίασμα ποσοστό ανάλογο με τα ιδανικό μερίδιο συγκυριότητας του στα πλειστηριασθέν αντικείμενο (Μπρίνιας, ό.π, σελ. 1553.Τνωμοδ. Εισ. ΑΠ 31/1971 ΝοΒ 19, 405).

11. Πίνακας κατατάξεως δε συντάσσεται. ο υπάλληλος του πλειστηρια­σμού προβαίνει στη διανομή του πλειστηριάσματος, αφού αφαιρέσει τα έξοδα της διενέργείας του, ανάλογα με τα μερίδια που έχει καθορίσει η απόφαση της διανομής.

12. Ο καθένας που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει την ακύρωση του εκούσιου πλειστηριασμού ή μιας πράξεως της προδικασίας του, με ανακοπή κατά το άρθρο 933. Η άσκηση της ανακοπής υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 934 και 935 (ΑΠ 226/1974 ΑρχΝ 25, 634).

13. Με την καταβολή του πλειστηριάσματος προκαλείται απόσβεση του ενεχύρου. Ο ενεχυρούχος δανειστής έχει πλέον δικαίωμα να εισπράξει το ποσό, το οποίο είχε ορίσει η απόφαση που διέταξε τον πλειστηριασμό. Αν ο ενεχυρούχος δανειστής, δεν είχε μετάσχει στη δίκη της διανομής, και πάλι δεσμεύ­εται. Γι' αυτό, όχι μόνο μπορεί να κατάσχει στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου, το ποσό του πλειστηριάσματος που αναλογεί στο ιδανικό μερίδιο του οφειλέτη του κοινωνού, αλλά θα πρέπει να τριτανακόψει την απόφαση της διανομής (586) και να ζητήσει την αναστολή της εκτελέσεως της (589) επειδή διαφορετικά δε θα προηγείται στην ικανοποίηση απέναντι άλλων εγχειρόγραφων δανειστών που επέβαλαν κατάσχεση του ίδιου χρηματικού πόσου στα χέρια του συμβολαιογράφου ως τρίτου. Πράγματι η υποκατάσταση του πλει­στηριάσματος στη θέση του ενεχυρασμένου πράγματος κατά το άρθρο 1241 ΑΚ προϋποθέτει αναγκαστικό πλειστηριασμό προς ικανοποίηση των δανειστών και δεν μπορεί να εφαρμοστεί αναλόγως στον εκούσιο πλειστηριασμό, ο οποίος, ως πώληση του Ιδιωτικού δικαίου, έχει άλλη αποστολή και άλλη λειτουργία.

V. Διαδικασία εκούσιου πλειστηριααμού ακινήτου

1. Η απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό ακινήτου πρέπει να ανα­φέρει :

α) περιγραφή του ακινήτου, κατά τρόπο ώστε να μη δημιουργείται αμφι­βολία ως προς την ταυτότητά του·

β) τα ποσοστά των (δανικών μεριδίων όλων των κοινωνών

γ) τις αξιώσεις των ενυπόθηκων δανειστών, oι οποίες θα ικανοποιηθούν ττρονομιακώς από το ποσό του πλειστηριάσματος, το οποίο αναλογεί στο ιδανικό μερίδιο του. οφειλέτη κοινωνού (πρβλ. 492 αναλόγως- βλ. και Μπρίνιαν, ό.π. σελ. 1552). Το ίδιο ισχύει και αν το Ιδανικό μερίδιο ενός κοινωνού είναι επιβαρυμένο με προσημείωση υποθήκης. Στην περίπτωση αυτή θα δια­ταχθεί η κατάθεση του αντίστοιχου ποσού στο ταμείο παρακαταθηκών και δανείων ωσότου συντρέξουν οι προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν την τροπή της προσημειώσεως σε υποθήκη (πρβλ. Μπρίνιαν, ό.π. σελ. 1553). Αν το ιδανικό μερίδιο ενός κοινωνού έχει κατασχεθεί συντηρητικώς ή αναγκαστικώς, η κατάσχεση δεσμεύει αυτοδικαίως το χρηματικό ποσό του πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο κατεσχημένο ιδανικό μερίδιο (πρβλ. 494 § 2 αναλόγως). Αν το Ιδανικό μερίδιο ήταν επιβαρυμένο με επικαρπία, αντικείμενο της επικαρπίας θα είναι αυτοδικαίως το χρηματικό ποσό του πλειστηριάσματος, το όποιο αντιστοιχεί στο επιβαρημένο ιδανικό μερίδιο (πρβλ. 493 αναλόγως).

2. Ο διορισμός συμβολαιογράφου επί του πλειστηριασμού και δικαστικού επιμελητή προς σύνταξη εκθέσεως περιγραφής και έκδοση προγράμματος πλει­στηριασμού γίνεται όπως και επί κινητών.

3. Η διαδικασία συντάξεως της εκθέσεως περιγραφής, της εκδόσεως και των επιδόσεων του προγράμματος, των κηρύξεων, της πλειοδοσίας, της κατακυ­ρώσεως, του νέου πλειστηριασμού η του αναπλειστηριασμού και των ανακο­πών γίνεται όπως και επί κινητών, με τις ακόλουθες αποκλίσεις :

α) Το πρόγραμμα πλειστηριασμού δεν πάσχει από το ότι παραλείφθηκε η μνεία των υποθηκών (ΑΠ 545/1971 ΑρχΝ 23, 15).

β) Οποιοσδήποτε κοινωνός έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναστολή του πλειστηριασμού μέχρις έξη μήνες κατά το άρθρο 1000, αλλά μόνο αν πιθανολο­γήσει ότι με την αναβολή αυτή θα επιτευχθεί μεγαλύτερο πλειστηρίασμα (Μπρίνιας, ό.π. Μ. Πρ. Αθηνών 13448/1970 Δ 2, 151 με παρατηρήσεις Ι. Μπρίνια· πρβλ και Μ. Πρ. Πατρών 402/1974 Δ 5, 357 με ενημ. σημ. Σ. Βλαστού).
Άρθρον 485

[Συνδυασμός αυτούσιας διανομής με πλειστηριασμό]

Εάν η αυτούσια διανομή είναι εν μέρει, μόνον δυνατή, το δικαστήριον δύναται να αποφασίση εv μέρει την αυτουσίαν διανομήν και εv μέρει την δια πλειστηριασμού πώλησιν.

Το δίκαιο καθιερώνει ως κανόνα την αυτούσια διανομή. ο πλειστηρια­σμός είναι λύση ανάγκης. Για να περιοριστεί λοιπόν αυτή η λύση στο ελά­χιστο επιτρέπει το άρθρο 485 να διαταχθεί μερική αυτούσια διανομή και πλει­στηριασμός των υπόλοιπων κοινών αντικειμένων, των οποίων η αυτούσια δια­νομή κρίνεται αδύνατη η ασύμφορη.
Άρθρον 486

[Κλήρωση των διανεμόμενων μερών]

1. Έκαστος των κοινωνών δικαιούται, εκ των σχηματισθέντων δια της διατασσούσης την αυτουσίαν διανομήν αποφάσεως μερών, εις αριθμόν ανάλογον προς την μερίδα αυτόν εις την κοινωνίαν.

2. η διανομή των μερών γίνεται δια κλήρωσεως.

1. Η αυτούσια διανομή γίνεται αποκλειστικώς με κλήρωση. Καθώς έχει σημειωθεί (βλ. III 6 πριν από το άρθρο 478), δεν είναι δυνατή κατά το δί­καιο μας, η αυτούσια απονέμηση συγκεκριμένων μερών σε συγκεκριμένους κοι­νωνούς, παρά μανό όταν επιδικάζεται μια επιχείρηση κατά τα άρθρο 483.

2. Αν τα ιδανικά μερίδια είναι άνισα, αποκλείεται η απονέμηση, αλλά δεν αποκλείεται αναγκαίως και η κλήρωση αυτούσιων μερών. Έτσι λχ, αν τα ιδα­νικά μερίδια είναι Α= 1/2, Β= 1/4 και Γ= 1/4, θα γίνουν δυο κληρώσεις : στην πρώτη μεταξύ Α ως προς το μισό και από κοινού Β και Γ ως προς το άλλο μισό. Στη δεύτερη κλήρωση θα γίνει η διανομή μεταξύ του Β και του Γ, χωρί­ζοντας στα δυο το μέρος που τους είχε λάχει από κοινού (Οικονομίδης-Λιβαδάς, II § 133 σημ. 10 σελ. 163).
Άρθρον 487

[Διαδικασία πληρώσεως]

1. Η απόφασις του πολυμελούς δικαστηρίου δια της οποίας διατάσσε­ται η αυτούσια διανομή και σχηματίζονται τα μέρη παράπεμπα την υπόθεσιν εις εντεταλμένον δικαστήν δια να γίνη ενώπιον αυτού η κλήρωσις. Εάν παρελείφθη εις την απόφασιν η παραπομπή, δύναται να ζητηθή η συμπλήρωσις αυτής.

2. Ο ειρηvoδίκης ή ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο εντε­ταλμένος δικαστής ορίζει, κατ' αίτησιν τινός των διαδίκων, ημέραν και ώραν κατά την οποίαν ενώπιον αυτού, καλουμένων πάντων των διαδίκων, γίνεται η κλήρωσις.

3. Ο δικαστής ενώπιον του οποίου γίνεται η κλήρωσις ορίζει κατά την κρίσιν του προθεσμίαν η οποία πρέπει να παρέλθη από της κoιvoπoιήσεως της κλήσεως μέχρι της ημέρας της κληρώσεως και τον τρόπον της κληρώσεως.

4. Κατά την ορισθείσαν ημέραν και ώραν καταρτίζονται τόσοι κλήροι όσα είναι τα μέρη τα οποία εσχηματίσθησαν ύπο της αποφάσεως, τίθενται δε ούτοι εις την κληρωτίδα. Εκ της κληρωτίδας εξάγεται δι’ έκαστον των κοινωνών ο αναλογών προς την μερίδα αυτού ει την κοινωνίαν αριθμός κλήρων.

5. Η κλήρωσις γίνεται και εv απουσία, τινός ή και πάντων των διαδίκων, εφ' όσον αποδεικνύεται ότι νομίμως εκλητεύθησαν .

6. Περί του καταρτισμού των κλήρων και της κληρώσεως συντάσσεται έκθεσις εν τη οποία πρέπει να αναφέρεται και ο τρόπος της καταρτίσεως των κλήρων και της κληρώσεως και να ορίζωνται ακριβώς τα λαχόντα εις έκαστον των κοινωνών μέρη.

1. Αν η απόφαση της διανομής παρέλειψε να διορίσει εντεταλμένο δικαστή προς ενέργεια της κληρώσεως, ο διορισμός γίνεται κατ' αίτηση του ενδιαφερό­μενου κοινωνού από τον πρόεδρο του πολυμελούς δικαστηρίου κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 341 § 4.

2. Η έκθεση της κληρώσεως είναι τίτλος ιδιοκτησίας και, προκειμένου για ακίνητα, μεταγράφεται μαζί με την απόφαση της διανομής (489 § 2). Ακόμη η έκθεση της κληρώσεως είναι τίτλος εκτελεστός, προς κτήση της κατοχής των λαχόντων μερών, ως «πράξις» κατά την έννοια τον άρθρου 904 § 2 έδ, ζ',

Πράγματι, αν η κλήρωση γίνει από συμβολαιογράφο, τότε το σχετικό συμβο­λαιογραφικό έγγραφο είναι εκτελεστοί τίτλος κατά το άρθρο 904 § 2 έδ. ζ'. Δε βλέπω λοιπόν το λόγο, γιατί να μην είναι εκτελεστός τίτλος και η αντίστοιχη έκθεση του εντεταλμένου δικαστή, αν όχι κατ' άμεση εφαρμογή του εδ. ζ', τουλάχιστον κατ' ανάλογη εφαρμογή του εδ. δ' της § 2 του άρθρου 904.
Άρθρον 488

[Αυτούσια συμβολαιογραφική διανομή]

1. Εάν πάντες οι διάδικοι είναι σύμφωνοι, η κλήρωσις δύναται να γίνη ενώπιον συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος συντάσσει έκθεσιν εν 777 οποία πρέπει να μνημονεύωνται πάντες οι παραστάντες κατά την κλήρωσιν, να βεβαιούται η συμφωνία των κοινωνών όπως ενεργηθή η κλήρωσις ενώπιον του συμβολαιογράφου, να αναφέρεται ο τρόπος του σχηματισμού των κλή­ρων και της κληρώσεως, ως και τα λαχόντα εις έκαστον των κοινωνών μέρη.

2. Εάν πάντες οι διάδικοι είναι σύμφωνοι, αντί της κληρώσεως δύναται να γίνη διανομή των υπό της διατασσούσης την αυτουσίαν διανομήν αποφά­σεως σχηματισθέντων μερών μεταξύ των κοινωνών άνευ κληρώσεως, συντασ­σόμενης περί τούτου εκθέσεως ενώπιον συμβολαιογράφου.

1. Ενώ η κλήρωση ενώπιον του εντεταλμένου δικαστή είναι έγκυρη, έστω και αν απουσιάζουν οι πάντως κληθέντες κοινωνοί, αντιθέτως η κλήρωση ενώπιον του συμβολαιογράφου είναι άκυρη αν δεν παρίστανται, είτε αυτοπρο­σώπως είτε με αντιπρόσωπο, όλοι οι κοινωνοί.

2. Για την κλήρωση ενώπιον συμβολαιογράφου δεν αρκεί η συμφωνία όλων των κοινωνών, αλλά πρέπει να συμφωνούν «πάντες οι διάδικοι», δηλαδή και οι προσεπικληθέντες ή παρεμβάντες δανειστές ή επικαρπωτές.

3. Πολύ περισσότερο απαιτείται συμφωνία όλων των διαδίκων και όχι μόνο όλων των κοινωνών, για την ενέργεια της διανομής χωρίς κλήρωση.


Άρθρον 489

[Κτήση κυριότητας των λαχόντων μερών]

1. Από της κληρώσεως η διανομής οι κοινωνοί καθίστανται δικαιούχοι των λαχόντων εις ένα έκαστον εξαυτών μερών.

2. Δια την μεταβίβασιν της κυριότητος των διανεμηθέτων ακινήτων εις τους κοινωνούς και δια την σύστασιν υπέρ τινός εξ αυτών ή μεταβίβασιν εις αυτούς ή κατάργησιν εμπραγμάτων δικαιωμάτων, απαιτείται μεταγραφή της διατασσούσης την αυτουσίαν διανομήν τελεσιδίκου δικαστικής αποφάσεως· και της εκθέσεως κληρώσεως η διανομής.

1. Κατά το άρθρο 1192 αρ. 3 ΑΚ, Μ δικαστική? διανομή? Ακινήτου, μετα­γράφεται η έκθεση της διανομής. Η διάταξη αυτή τροποποιήθηκε από την § 2 του άρθρου 489 σύμφωνα με την οποία μεταγράφεται η έκθεση της κληρώσεως ή της διανομής από κοινού με την τελεσίδικη δικαστική απόφαση που την είχε διατάξει.

2. Με τη διανομή οι κοινωνοί αποκτούν διαιρετή κυριότητα επί των μερών κατά παράγωγο τρόπο.

3. Για πραγματικά και νομικά ελαττώματα του μέρους που έλαχε σε κάθε κοινωνό ευθύνονται οι άλλοι κοινωνοί κατά τις διατάξεις της πωλήσεως ανα­λόγως των ιδανικών μεριδίων τους (ΑΚ 804).


Άρθρον 490

[Αντίγραφα τίτλων Ιδιοκτησίας]

Έκαστος των κοινωνών δικαιούται να ζητήση και να λάβη εις την κατοχήν του τα αποδεικτικά έγγραφα των δικαιωμάτων επί των λαχόντων εις αυτόν μερών. Εάν το. έγγραφα ταύτα αφορούν πλείονα μέρη, ανήκουν εις τον λαβόντα το μεγαλύτερον εξ αυτών ο οποίος υποχρεούται να επιτρέψη την υπό των λοιπών κοινωνών δι’ εσόδων των λήψιν αντιγράφων κεκυρωμενων υπό δημοσίας αρχής. Εν διαφωνία μεταξύ των κοινωνών αποφασίζω το δικαστήριον.

Αρμόδιο δικαστήριο για να λύσει τις διαφωνίες των κοινωνών ως προς την διανομή των τίτλων ιδιοκτησίας είναι το δικαστήριο που διέταξε τη διανομή, δικάζοντας κατά την τακτική διαδικασία. η απόφαση που Εκδίδεται σχετικώς είναι εκτελεστός τίτλος και εκτελείται κατά τα άρθρα 452 § 1 και 941 η (προ­κειμένου για αντίγραφα) 946 § 1.
Άρθρον 491

[Προσεπίκληση τρίτων]

1. Επί δίκης περί διανομής προσεπικαλούνται υποχρεωτικώς, επιμελεία του επισπεύδοντος την συζήτησιν, οι έχοντες δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύ­ρου ή επικαρπίας, ως και οι επιβαλόντες συντηρητικήν ή αναγκαστικήν κατά­σχεσαι επί της μερίδας τινός των κοινωνών.

2. Εάν δεν εγένετο η κατά την § 1 προσεπίκλησις, το δικαστήριον κατ’ αίτησιν τινός των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως αναβάλλει την συζήτησιν και τάσσει προθεσμίαν εντός της οποίας πρέπει να προσεπικληθή ο έχων δικαίωμα υποθήκης ή ενεχύρου ή επικαρπίας ή ο επιβολών συντηρητικήν ή αναγκαστικήν κατάσχεσιν. Παρελθούσης της προθεσμίας άπρακτος. Απορρίπτεται η αγωγή ως απαράδεκτος.

1. Το άρθρο 803 AK όριζε ότι τα εμπράγματα δικαιώματα τρίτων δε γίνονται από τη διανομή. Αλλά η διάταξη αυτή, ως προς τη δικαστική διανομή, καταργήθηκε με το άρθρο 1 έδ. ε' και ς' ΕνΠολΔ. Ήδη ισχύουν τα άρθρα 492, και 493 (πρβλ. και 494). και ακριβώς επειδή η δικαστική διανομή διαπλάσσει και το ενέχυρο, την υποθήκη και την επικαρπία, είναι υποχρεωτική η προσε­πίκληση των δικαιούχων των εμπράγματων αυτών δικαιωμάτων.

2. Ο ενεχυρούχος ή ενυπόθηκος δανειστής, ο επικαρπωτής καθώς και ο κατασχών δανειστής, αν παρέμβουν στη δίκη διανομής, ασκούν κύρια παρέμ­βαση (Μπέης, Δ 3, 222).

3. Η προσεπίκληση των δανειστών (ενεχυρούχου, ενυπόθηκου ή κατασχόντος) και του επικαρπωτή σημειώνεται στο περιθώριο της έγγραφης της αγωγής διανομής στο βιβλίο διεκδικήσεων (Μπέης, ό.π. αντιθέτως Π. Πρ. Πρεβέζης 7/1972 Δ 3, 220).

4. Η άσκηση παρεμβάσεως εκ μέρους του ενεχυρούχου, ενυπόθηκου ή κατασχόντος δανειστή, καθώς και του επικαρπωτή, καταχωρίζεται αυτοτελώς στο βιβλίο διεκδικήσεων και γίνεται συσχετισμός στο περιθώριο με την εγγραφή της αγωγής διανομής (Μπέης, ο.π.).

5. Αν δεν προσεπικληθοϋν οι δανειστές (ενεχυρούχος ή ενυπόθηκος και κατασχών) και ο επικαρπωτής, και το δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση οριστικής αποφάσεως, έχουν δικαίωμα να ασκήσουν τριτανακοπή κατά το άρθρο 586 (Π. Πρ. Θεσσαλονίκης 276/1971 ΑρχΝ 22, 741 με σημ. ΠΙΘ) και να ζητήσουν την αναστολή της διανομής κατά το άρθρο 589.

6. Διατυπώθηκε η εκδοχή ότι αν είναι αδύνατη η ανέφικτη η αυτούσια δια­νομή, τότε η παρέμβαση των δανειστών και του επικαρπωτή δεν ασκεί καμιά επιρροή στην απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό (Π. Πρ. Τρικάλων 490/1971 ΝοΒ 20, 348). Αλλά η εκδοχή αυτή δεν είναι σωστή. η απόφαση που διατάζει τον πλειστηριασμό δεν πρέπει να αγνοήσει τα εμπράγματα δι­καιώματα των προσεπικληθέντων η παρεμβάντων προσώπων, ούτε την κατά­σχεση που είχαν επιβάλει, αλλά να ορίσει το ποσό του πλειστηριάσματος, το οποίο θα υποκαταστήσει το επιβαρημένο ή κατεσχημένο ιδανικό μερίδιο.
Άρθρον 492

[Περιορισμός υποθηκών και ενεχύρων]

1. Από της τελεσιδικίας της διατασσούσης την κατά το άρθρον 480 διανομήν αποφάσεως η υποθήκη ή το ενέχυρον περιορίζονται επί των λαχόντων εις τον οφειλέτην μερών. Του περιορισμού της υποθήκης γίνεται σημείωσις εις το βιβλίον υποθηκών, ως και του περιορισμού του ενέχυρου, εφ όσον τηρούνται οία την σύστασιν αυτού δημόσια βιβλία.

2. Εάν συνεπεία του κατά την § 1 περιορισμού δεν ασφαλίζεται επαρ­κώς η απαίτησις του ενυποθήκου ή ενεχυρούχου δανειστού, δύναται κατόπιν αιτήσεώς του το διατάσσον την διανομήν δικαστήριον να συστήση υποθήκην ή ενέχυρον επί των αντικείμενων τα όποια δια της διανομής περιέρχονται εις τον οφειλέτην του. Η αίτησις δύναται να υποβληθή και μετά την τελεσιδικίαν της αποφάσεως και την ενέργειαν της διανομής.

3. Εάν η διατάσσουσα την διανομήν απόφασις προς εξίσωσιν των μερών υπόχρεοι τινά των κοινωνών να καταβάλη χρηματικόν ποσόν εις τον κοινωνόν του οποίου η μερίς βαρύνεται δι’ υποθήκης ή ενεχύρου, το δικαστήριον τη αι­τήσει του δανειστού διατάσσει την εις αυτόν καταβολήν του χρηματικού πό­σου προς εξόφλησιν εν όλω ή εν μέρει της απαιτήσεως τον, και αν η ασφα­λιζόμενη απαίτησις δεν είναι ληξιπρόθεσμος.

Το άρθρο 492 § 3 εφαρμόζεται αναλόγως και ως προς το ποσό του πλει­στηριάσματος, το όποιο αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο, το όποιο ήταν επι­βαρημένο με ενέχυρο ή υποθήκη.
Άρθρον 493

[Περιορισμός επικαρπίας]

Από της τελεσιδικίας της διατασσούσης την κατά το άρθρον 480 δια­νομήν αποφάσεως αντικείμενον της επικαρπίας καθίστανται τα λαχόντα εις τον ψιλόν κύριον αντικείμενα.

Αν γίνει πλειστηριασμός, η επικαρπία μεταφέρεται στο ποσό του πλειστηριάσματος, το όποιο αναλογεί στο επιβαρημένο ιδανικό μερίδιο (πρβλ. ΑΚ 1171 αναλόγως), οπότε η είσπραξη θα γίνει από τον οφειλέτη κοινωνό και τον επι­καρπωτή από κοινού (ΑΚ 1180). Στην περίπτωση αυτή ο επικαρπωτής ?χει δικαίωμα να προσδιορίσει το είδος της ασφαλούς και έντοκης τοποθετήσεως των χρημάτων και να εισπράττει τους τόκους (ΑΚ 1179 § 1).
Άρθρον 494

[Περιορισμός συντηρητικής η αναγκαστικής κατασχέσεως]

1. Η συντηρητική η αναγκαστική κατάσχεσις δεν εμποδίζει την ενέργειαν δικαστικής διανομής.

2. Μετά την τελεσιδικίαν της διατασσούσης την αυτουσίαν διανομήν απο­φάσεως η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεσις επί μερίδος τινός των κοι­νωνών περιορίζεται εις τα λαχόντα εις αυτούς μέρη.

1. Η συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση δεν εμποδίζει την ενέργεια της δικαστικής διανομής μόνο όταν τη σχετική αγωγή είχε ασκήσει άλλος κοι­νωνός και όχι ο οφειλέτης (Σταυρόπουλος, 521 § 1 σελ. 692. Εφ. Αθηνών 1889/1969 ΕλΔ 1, 289). Και τούτο, επειδή η κατάσχεση είχε ως αυτοδικαία συνέπεια την αποστέρηση του οφειλέτη κοινωνού από την εξουσία διαθέσεως του κατασχεθέντος ιδανικού μεριδίου του (715, 958, 997, 1025 § 2).

2. Αν διαταχθεί ο πλειστηριασμός του κοινού, τότε η κατάσχεση του ιδανικού μεριδίου μετατρέπεται σε κατάσχεση στα χέρια του συμβολαιογράφου, ως τρίτου, της χρηματικής απαιτήσεως του κοινωνού, ως προς το ποσό του πλειστηριάσματος, το οποίο αντιστοιχεί στο κατεσχημένο ιδανικό μερίδιο.

3. Και αντιστρόφως, η απόφαση που διέταξε τη διανομή δεν εμποδίζει τη συντηρητική η αναγκαστική κατάσχεση του ιδανικού μεριδίου του οφειλέτη κοι­νωνού (Μπέη, Αι διαδικασίαι ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, Ι § 2 II 8 σελ. 199). Μετά την ενέργεια της διανομής η κατάσχεση αυτή του ιδανικού μεριδίου μετατρέπεται σε κατάσχεση του (αυτούσιου ή χρηματικού) μέρους που έλαχε στον οφειλέτη κοινωνό.
ΠΗΓΗ:ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΩΣΤΑ ΜΠΕΗ

Σχόλια