ΑΠ Απόφαση 499 / 2013 - Περίληψη: Δουλεία διόδου. Λόγοι αναίρεσης κατ΄ αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο σε απόφαση Ειρηνοδικείου. Λόγοι από 560 αρ.1. Απορρίπτοντα

Απόφαση 499 / 2013    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Θέμα
Δίοδος.
Περίληψη:
Δουλεία διόδου. Λόγοι αναίρεσης κατ΄ αποφάσεως Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο σε απόφαση Ειρηνοδικείου. Λόγοι από 560 αρ.1. Απορρίπτονται

Αριθμός 499/2013 ..

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες. 
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντων: 1)Ε. Α. συζ. Θ. το γένος Π. Ψ. , 2)Α. Α. του Θ. , και 3)Ά. Α. του Θ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Λύτρα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. Δ. του Α. , 2)Γ. Δ. συζ. Α. και 3)Α. Δ. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αργύριο - Ιωάννη Δεμερτζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Σαμοθράκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2008 του ιδίου Δικαστηρίου και 29/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14/6/2011 αίτησή τους. 
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18/12/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης. 
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 1012 του ΑΚ, αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημιώσεως, κατά δε το άρθρο 1013 του ίδιου Κώδικα, η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί, καθορίζονται με δικαστική απόφαση. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγονται, πλην άλλων, τα εξής: α) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του, σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου. β) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητα του, καθώς και η επάρκεια της διόδου, κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής συγκεκριμένες συνθήκες, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού και γ) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία, κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει, εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθεί αυτή, με την επιλογή της προσφορότερης διελεύσεως, η οποία θα έχει ως κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδάφια α' και β' του ν. 1577/1985 περί του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού ορίζεται στο μεν εδάφ. α' ότι απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης η επέκτασης των κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, στο δε εδάφ. β' ότι από την απαγόρευση αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει σαφώς ότι από τη ρύθμιση του πρώτου εδαφίου της πρώτης παραγράφου εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου (ΑΠ 28/2003). Περαιτέρω, στο άρθρο 281 του ΑΚ ορίζεται, ότι η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΑΠ 298/2011). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης, που δίκασε κατ' έφεση, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, σε σχέση με την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί παροχής σ' αυτούς διόδου μέσω του ακινήτου των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του με αριθμό …/27-9-1999 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Θ. Δημητρόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο … με αριθμούς … και …, η πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη είναι ψιλή κυρία και οι δεύτερη και τρίτος των εναγόντων και ήδη δεύτερη και τρίτος των αναιρεσιβλήτων επικαρπωτές σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εφ' όρου ζωής τους ενός οικοπέδου εκτάσεως 76,102 τ.μ., που βρίσκεται στην …, με την επ' αυτού οικοδομή, αποτελούμενη από δύο ισόγεια καταστήματα εμβαδού 32,10 τ.μ. και 34,25 τ.μ. και από ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, εμβαδού 66,35 τ.μ., καθένα των οποίων συνιστά ανεξάρτητη και αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, αφού το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο εμπεριέχει και πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών, έχει δε, μεταγραφεί νόμιμα στο Υποθηκοφυλακείο Αλεξανδρούπολης, πέραν από πωλητήριο συμβόλαιο και ως σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών, καταχωρούμενη στον τόμο … με αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών αυτού, ενώ η τυχόν μη καταβολή του αναλογούντος στην πράξη αυτή φόρου δεν ασκεί επιρροή στη νομιμότητα της συμβολαιογραφικής πράξης, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους αναιρεσείοντες. Το παραπάνω οικόπεδο έχει πρόσοψη την παραλιακή οδό, από την οποία εξυπηρετούνται τα ισόγεια καταστήματα, γεγονός που προκύπτει από την περιγραφή του ακινήτου στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως των αναιρεσιβλήτων, που περιλαμβάνεται και στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά και τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους φωτογραφίες του επιδίκου. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το από Αύγουστο 2001 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ε. Ρ. , που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσίβλητοι, αποδεικνύεται ότι δεν υπάρχει τρόπος πρόσβασης από την οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, προς την παραλιακή οδό, καθώς αυτή συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσεως βόρεια με ιδιοκτησία Ν. Β. , νότια με ιδιοκτησία Κ. Α. , ανατολικά με ακάλυπτο χώρο οικοδομής (προβολή επίδικης εδαφικής λωρίδας) και δυτικά με παραλιακή οδό. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του με αριθμό …/2000 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αλεξανδρούπολης Α. Αστρίδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλεξανδρούπολης στον τόμο …με αριθμό …, η πρώτη αναιρεσείουσα είναι επικαρπώτρια και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων ψιλοί κύριοι του όμορου με το παραπάνω οικόπεδο ακινήτου, εκτάσεως 106,30 τ.μ., το οποίο συνορεύει γύρωθεν βόρεια με ιδιοκτησία Β. , νότια με κοινοτική οδό πεζόδρομο, ανατολικά με ιδιοκτησία Ε. Σ. και δυτικά με ιδιοκτησία των αναιρεσιβλήτων. Περαιτέρω, κατά το χρόνο κατασκευής της οικοδομής στο ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, περί το έτος 1927, δεν υπήρχε διαμορφωμένη παραλιακή οδός και η θάλασσα εκτινόταν μέχρι την πρόσοψη αυτής. Για το λόγο αυτό άλλωστε, στα πλαίσια της καλής γειτονίας, ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων είχε παραχωρήσει στους αναιρεσιβλήτους μικρή εδαφική λωρίδα του οικοπέδου του, στην ανατολική πλευρά της οικοδομής των τελευταίων, ώστε να έχουν από ξηρά πρόσβαση στο ακίνητό τους, γεγονός που δέχτηκε και η με αριθμό 732/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης επικυρώνοντας την με αριθμό 35/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που απέρριψε αγωγή των αναιρεσιβλήτων για αναγνώριση δικαιώματος δουλείας διόδου επί της εδαφικής αυτής λωρίδας, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, λόγω έλλειψης διάνοιας δικαιούχου. Επί της εδαφικής αυτής λωρίδας κατασκευάστηκε εξωτερική σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και καταλάμβανε έκταση του ακινήτου των αναιρεσειόντων διαστάσεων 4,5 μ. μήκους και 1 μ. πλάτους, ενώ επιτράπηκε στους αναιρεσίβλητους να διέρχονται πεζοί από έτερη εδαφική λωρίδα, σε συνέχεια της προηγούμενης, διαστάσεων 4μ. μήκους και 1,2 μ. πλάτους, που οδηγούσε στην τότε παραλία και ήδη παραλιακή οδό. Η ύπαρξη της εξωτερικής σκάλας επιβεβαιώνεται από, το με αριθμό πρωτ. I-3726/00/13-1-2001 έγγραφο της Διεύθυνσης Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος του Ν. Έβρου, που αναφέρει ότι κρίνεται αναγκαία η επισκευή της λόγω επικινδυνότητας, αλλά ομολογείται και από τους αναιρεσείοντες με τις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους, τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, στις οποίες αναφέρεται ότι αυτή κατασκευάστηκε και χρησιμοποιούνταν έως το έτος 1979 περίπου, ανακατασκευάστηκε δε, από τους αναιρεσίβλητους το έτος 2001. Μετά την κατασκευή της παραλιακής οδού, το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, ως αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία σε σχέση με τα καταστήματα του ισογείου ορόφου, παρέμεινε περίκλειστο, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες περί αντιμετώπισης του συνόλου της οικοδομής ως μία ενιαία ιδιοκτησία με πρόσοψη στην παραλιακή οδό. Ακολούθως, υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου προς απόκτησης πρόσβασης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην παραλιακή οδό. Από τα προαναφερόμενα τοπογραφικά διαγράμματα που προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις φωτογραφίες της διεκδικούμενης εδαφικής λωρίδας, αποδεικνύεται, ότι ο προσφορότερος και λιγότερο επαχθής τρόπος πρόσβασης στην ιδιοκτησία των αναιρεσίβλητων είναι μέσω της όμορης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα μέσω εδαφικής λωρίδας που να διέρχεται από τη δυτική πλευρά του όμορου οικοπέδου αυτών, να έχει μήκος 4 μέτρα και πλάτος 1,20 μέτρα, συνολικού εμβαδού 4,80 τ.μ., να αρχίζει από τη βόρεια πλευρά του οικοπέδου των τελευταίων με κατεύθυνση από βορά προς νότο και να συνορεύει ανατολικά με το λοιπό οικόπεδο των αναιρεσειόντων, δυτικά με οικία Κ. Α. , βόρεια με την προαναφερόμενη εξωτερική σκάλα που οδηγεί στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου και νότια με την παραλιακή οδό. Η λύση αυτή προκρίνεται από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων και λόγω της ήδη υπάρχουσας εξωτερικής σκάλας, η οποία, ανεξάρτητα από το νόμιμο ή μη της ανακατασκευής της (το οποίο δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ούτε η εξέτασή του υπάγεται στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού), που μπορεί να εξυπηρετήσει άμεσα τις ανάγκες του ακινήτου των αναιρεσίβλητων με ελάχιστο οικονομικό κόστος, τόσο για το δεσπόζον, όσο και για το δουλεύον ακίνητο, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι θα παρεμποδίσει με οποιονδήποτε τρόπο την εκμετάλλευση του δουλεύοντος ακινήτου από τους αναιρεσείοντες, αφού αυτοί, στις νομίμως κατατεθειμένες προτάσεις τους αναφέρονται στο άρθρο 25 παρ. 1 εδάφ. α' του ΓΟΚ όπως ισχύει, το οποίο ορίζει ότι απαγορεύεται η σύσταση δουλειών που συνεπάγονται περιορισμό στη δυνατότητα ανέγερσης ή επέκτασης κτιρίων, πλην όμως δεν αποδεικνύουν τέτοιο περιορισμό, επικαλούμενοι λ.χ. αδυναμία έκδοσης οικοδομικής άδειας για το ακίνητό τους, σε κάθε περίπτωση δε, κατά την παρ. 1 εδάφ. β' του ίδιου άρθρου, από τη ρύθμιση του εδαφ. α' της πρώτης παραγράφου εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου. Αναφορικά με την προτεινόμενη από τους εκκαλούντες ως προσφορότερη δίοδο, ήτοι τη διέλευση μέσω των καταστημάτων του ισογείου ιδιοκτησίας των αναιρεσίβλητων, με την ανακατασκευή της εσωτερικής σκάλας, που υπήρχε παλαιότερα και έπαψε να υπάρχει με αυτόβουλη ενέργεια των αναιρεσίβλητων, λεκτέα είναι τα εξής: Δυνάμει της ανωτέρω αναφερόμενης νόμιμης (καταρτισθείσας με συμβολαιογραφική πράξη που μεταγράφηκε) σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών, τα καταστήματα του ισογείου ορόφου, παρότι ανήκουν κατά κυριότητα τους αναιρεσίβλητους, αποτελούν αυτοτελείς και ανεξάρτητες ιδιοκτησίες σε σχέση με το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, συνεπώς πρόκειται για τρίτα ακίνητα σε σχέση με το δεσπόζον. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι υπήρχε εσωτερική σκάλα, από την οποία το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επικοινωνούσε μέσω του ισογείου με την παραλιακή οδό, την οποία κατεδάφισαν οι αναιρεσίβλητοι, πλην όμως από την κατάθεση του μάρτυρα Β. Σ. , μισθωτή των ισόγειων καταστημάτων από το έτος 1981, ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σαμοθράκης κατά τη συζήτηση της από 12-7-2004 και με αριθμό κατάθεσης 1/2005 αγωγής των αναιρεσίβλητων με το ίδιο περιεχόμενο, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με τη με αριθμό 1/2007 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε εσωτερική σκάλα, τουλάχιστον από το έτος 1981, η δε κατάθεσή του κρίνεται πειστική, καθώς δεν αντικρούεται από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο. Αντιθέτως δεν κρίνεται πειστική η κατάθεση του μάρτυρα Α. Ψ. , που δόθηκε στα πλαίσια της ίδιας δίκης, σύμφωνα με την οποία υπήρχε παλαιότερα εσωτερικό άνοιγμα στο μεσοπάτωμα μεταξύ διαμερίσματος και καταστημάτων (κλαβανή) και ξύλινη φορητή εσωτερική σκάλα, πλην όμως το έτος 2004 ήταν ήδη καλυμμένη με τσιμέντο, καθώς δεν ήταν σε θέση να καταθέσει στο Δικαστήριο για ποιο χρονικό διάστημα υπήρχε αυτή η εσωτερική σκάλα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το έτος 1970 έπαψε να κατοικεί στην περιοχή, ενώ ανέφερε αορίστως ότι γνώριζε τη διαμόρφωση της οικοδομής των αναιρεσίβλητων γιατί είχε μπει μέσα. Επίσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η ύπαρξη εσωτερικής σκάλας αποδεικνύεται από το άνω με αριθμό πρωτ…/13-1-2001 έγγραφο του Πολεοδομικού Γραφείου, πλην όμως, στο έγγραφο αυτό αναφέρεται μόνον η ύπαρξη σκάλας ανόδου, χωρίς να διευκρινίζεται εάν πρόκειται για εσωτερική ή εξωτερική, ενώ στο σκαρίφημα της με αριθμό …/15-1-2001 έκθεσης αυτοψίας της ίδιας υπηρεσίας αποτυπώνεται μόνον η εξωτερική σκάλα ανόδου αντί της εσωτερικής, η οποία θα έπρεπε να περιγράφεται στην έκθεση, εάν η διαπίστωση κατασκευαστικών αυθαιρεσιών αναφερόταν σε αυτή, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες. Ακόμη, αντίκειται στη λογική η ύπαρξη εσωτερικής σκάλας, όταν, καθ' ομολογία και των αναιρεσειόντων, από το έτος 1927 υπήρχε και χρησιμοποιούνταν η εξωτερική σκάλα για την πρόσβαση στον πρώτο όροφο της οικοδομής και συνεπώς δεν ήταν αναγκαία η κατασκευή της. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι υπήρχε σε προηγούμενο χρόνο εσωτερική σκάλα, η οποία κατεδαφίστηκε με αυτόβουλη ενέργεια των αναιρεσίβλητων, ώστε να καταστεί το διαμέρισμά τους περίκλειστο, παρά τα περί του αντιθέτου ισχυριζόμενα από τους ιδίους, η δε εξ αρχής κατασκευή της απαιτεί, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, έκδοση πολεοδομικής άδειας για αλλαγή της εσωτερικής διαρρύθμισης των ισογείων καταστημάτων και στατική μελέτη για να κριθεί εάν ο φέρων οργανισμός του κτιρίου μπορεί να υποστηρίξει τέτοιου είδος διαμόρφωση. Σε περίπτωση που τηρηθεί η προαναφερόμενη διαδικασία, θα πρέπει να γίνει μεγάλης έκτασης παρέμβαση στη χρήση και τη λειτουργία των καταστημάτων, η οποία δεν μπορεί να κριθεί από το Δικαστήριο ως προσφορότερη λύση για την εξασφάλιση διόδου από το διαμέρισμα των αναιρεσίβλητων στην παραλιακή οδό, καθώς οδηγεί σε υπέρμετρη επιβάρυνση των προτεινόμενων ως δουλευόντων ακινήτων - οριζόντιων ιδιοκτησιών, σε σχέση με την ανωτέρω αναφερόμενη λύση της χρήσης της ήδη υπάρχουσας εξωτερικής σκάλας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος από τους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, διότι το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου αποτελεί αυθαίρετη κατασκευή, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, διότι από την ως άνω με αριθμό …/15-5-2001 έκθεση αυτοψίας προκύπτει ότι αυθαίρετες χαρακτηρίστηκαν οι εργασίες ανακατασκευής του πρώτου ορόφου και όχι ο όροφος καθεαυτός, ο οποίος κατασκευάστηκε το έτος 1927". Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Με το να αποφανθεί έτσι το Πολυμελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1012, 1013 ΑΚ, 25 παρ. 1 εδάφ. α' και β' του ΓΟΚ (ν. 1577/1985), καθώς και 281 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Ειδικότερα, ορθώς το Πολυμελές Πρωτοδικείο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εν λόγω διατάξεις του ΑΚ και του ν. 1577/1985, αφού (ανελέγκτως) δέχθηκε, ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είναι περίκλειστο, ότι υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου για την απόκτηση πρόσβασης του διαμερίσματος του πρώτου ορόφου στην παραλιακή οδό, ότι ο προσφορότερος και λιγότερο επαχθής τρόπος πρόσβασης είναι μέσω της όμορης ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων και ειδικότερα μέσω της περιγραφόμενης εδαφικής λωρίδας συνολικού εμβαδού 4,80 τ.μ., ότι η σύσταση της δουλείας αυτής εξαιρείται της απαγόρευσης σύστασης δουλειών που συνεπάγεται περιορισμό στη δυνατότητα ανέγερσης ή επέκτασης κτιρίων, αφού αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο του πρώτου ορόφου και ότι η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγόντων- αναιρεσιβλήτων (για παροχή διόδου δια μέσου του ακινήτου των εναγομένων- αναιρεσειόντων) δεν υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Επειδή, από το άρθρο 1014 ΑΚ που ορίζει, ότι δεν υπάρχει υποχρέωση των γειτόνων να παράσχουν δίοδο, αν η συγκοινωνία του ακινήτου προς το δημόσιο δρόμο έπαψε με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου του ακινήτου, σαφώς συνάγεται, ότι, για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής προϋποτίθεται ότι ο ιδιοκτήτης του περίκλειστου ακινήτου παραιτήθηκε από υπάρχουσα υπέρ αυτού δουλεία διόδου ή από ενοχικό δικαίωμα που είχε, προς σύσταση τέτοιας δουλείας. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, επειδή ο προκάτοχος αυτών είχε παράσχει διευκόλυνση στον φίλο του δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων από το έτος 1927, ώστε να έχει πρόσβαση στην οικία του πρώτου ορόφου από την ξηρά, όταν δε οι αναιρεσίβλητοι αγόρασαν το έτος 1999 την οικοδομή τους δεν υπήρχε ανάγκη να χρησιμοποιήσουν την παλαιά δίοδο και κατά την επισκευή του ακινήτου τους κατασκεύασαν από μπετόν αρμέ την οροφή του ισογείου και εν γνώσει τους στερήθηκαν τη δίοδο. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, όπως το περιεχόμενό της ανωτέρω αναλυτικά εκτέθηκε, το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το ακίνητο των αναιρεσιβλήτων είναι περίκλειστο και υφίσταται ανάγκη σύστασης δουλείας διόδου προς απόκτηση πρόσβασης στην παραλιακή οδό, δεν παραβίασε την διάταξη του άρθρου 1014 ΑΚ, που προϋποθέτει παύση της συγκοινωνίας του περίκλειστου ακινήτου με δημόσιο δρόμο, με αυτόβουλη πράξη ή παράλειψη του κυρίου τούτου, και την οποία διάταξη ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 
Απορρίπτει την από 14-6-2011 αίτηση των Ε. συζ. Θ. Α. κ.λ.π. για αναίρεση της 29/2011 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαρτίου 2013. Και 
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια