
Απόφαση 819 / 2013 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
Περίληψη:
Θέμα
Αιτιολογίας επάρκεια, Νόμου εφαρμογή και ερμηνεία, Ναρκωτικά.
Περίληψη:
Κατοχή και Απόπειρα Πώλησης Ναρκωτικών. 1. Δεν προκλήθηκε η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, από τη χρησιμοποίηση των στοιχείων που κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός, ούτε πρόκειται για παράνομη ανακριτική διείσδυση πράκτορα συγκατηγορουμένου και γι' αυτό ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, από τα άρθρα 171 παρ.1 α, 510 παρ.1 στοιχ. Α ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 2. Αβάσιμοι οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε ΚΠΔ λόγοι της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας και για εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Αριθμός 819/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου-Πετρουλάκη, Μαρία Βασιλάκη και Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Απριλίου 2013, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος -κατηγορουμένου M. L. του G., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο .., για αναίρεση της υπ' αριθ. 26/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδ/νήσου.
Το Πενταμελές Εφετείο Δωδ/νήσου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23 Ιουλίου 2012 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 934/2012.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε, ειδικότερα, έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή αποτελεί αντιγραφή του αιτιολογικού της πρωτόδικης αποφάσεως ή όταν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως, το οποίο, όμως, περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της. Η απαιτούμενη ως παραπάνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολό τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από αυτά, δεν προκύπτει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υφίσταται, όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθώς τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, για τον λόγο ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη με αριθμό 26/2012 απόφαση, το Πενταμελές Εφετείο Δωδεκανήσου που την εξέδωσε, καταδίκασε, πλην άλλων, και τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο για κατοχή 20 χιλιογρ. Ινδικής κάνναβης και για απόπειρα πώλησης 10 χιλιογρ. από την παραπάνω ποσότητα στο συγκατηγορούμενό του Ν. Σ., σε ποινή καθείρξεως είκοσι ετών και σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ. Από το αιτιολογικό της άνω προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το άνω Εφετείο δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία μνημονεύει κατ' είδος, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, κατά πιστή αντιγραφή, πραγματικά περιστατικά, όσον αφορά τον αναιρεσείοντα (πρώτο κατηγορούμενο) και τους λοιπούς τρεις συγκατηγορουμένους του: "Το βράδυ της 7-6-2010, ο 3ος κατηγορούμενος, μετά από έλεγχο που του διενεργήθηκε από αστυνομικούς της Τροχαίας Ρόδου, στο 8ο χλμ. της Ε.Ο. Ρόδου -Λίνδου, κατελήφθη να κατέχει στο δίκυκλο μοτοποδήλατο που οδηγούσε και μέσα σε δύο πλαστικές σακούλες σκουπιδιών, συνολική ποσότητα 1.029 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, όπου ομολόγησε ότι την εν λόγω ποσότητα την είχε αγοράσει από το 2ο κατηγορούμενο με τη μεσολάβηση του 4ου κατηγορούμενου (σημειωτέον ότι ο 3ος με τον 4ο είναι ξαδέλφια, ενώ ο 4ος με το 2ο είναι σύγγαμβροι). Κατόπιν αυτού ακολούθησε έρευνα στην οικία του (στο ξενοδοχείο ... στην Ιαλυσό) όπου κατελήφθη να κατέχει σε αυτοσχέδια πλαστική συσκευασία 8,2 γρ. ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, καθώς και στην οικία του 2ου κατηγορουμένου στον Αρχάγγελο Ρόδου, όπου ανευρέθη το ποσόν των 2.380 ευρώ, εκ των οποίων τα 2.200 ευρώ ήταν το τίμημα, που κατέβαλε ο 3ος κατηγορούμενος για την αγορά των 1.029 γρ. ινδικής κάνναβης. Στη συνέχεια ο 2ος κατηγορούμενος αυτοβούλως οδήγησε τους αστυνομικούς στην παραλία της Τσαμπίκας Ρόδου, όπου τους υπέδειξε ένα εγκαταλελειμμένο αυτοκίνητο, μέσα στο οποίο και σε δύο αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες είχε ο ίδιος φυλαγμένα συνολικά 379 γραμμάρια ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, τα οποία είχε αγοράσει από άγνωστο άτομο έναντι αγνώστου τιμήματος. Ακολούθως, μέσα στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών ο 2ος κατηγορούμενος, συνεργασθείς με τα αστυνομικά όργανα, επικοινώνησε με τον 1ο κατηγορούμενο, στο κινητό του τηλέφωνο, τον οποίο γνώριζε, σε ανοικτή ακρόαση και σε επήκοο των αστυνομικών, μεταξύ των οποίων και ο 1ος μάρτυρας Ε. Ρ., και ζήτησε από αυτόν (από τον πρώτο κατηγορούμενο) να αγοράσει ναρκωτικά. Ο πρώτος κατηγορούμενος απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πουλήσει 10 κιλά, χωρίς να καθοριστεί το τίμημα. Χαρακτηριστικά ο πρώτος κατηγορούμενος είπε στον 2ο τη φράση, "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω;", την οποία άκουσε και κατέθεσε με απόλυτο και πειστικό τρόπο ο πρώτος μάρτυρας. Ακολούθως ο πρώτος και ο δεύτερος κατηγορούμενος έδωσαν ραντεβού για το μεσημέρι της 8-6-2010 επί της Λεωφόρου Ηρακλείδων προκειμένου να γίνει η συναλλαγή. Το ραντεβού πραγματοποιήθηκε με τη διακριτική παρακολούθηση των αστυνομικών. Σε κάποιο σημείο της λεωφόρου περίμενε με μία μοτ/τα ο πρώτος κατ/νος, ο οποίος ζήτησε από το δεύτερο κατ/νο να τον ακολουθήσει, λέγοντας του ακολούθησε με κι εκεί που θα σου δείξω με το χέρι είναι τα "πράγματα". Ο πρώτος κατ/νος οδηγώντας την μοτ/τα προπορευόταν του αυτ/του, του δεύτερου κατ/νου. Σε κάποιο σημείο της διαδρομής ο πρώτος κατ/νος σταμάτησε, άπλωσε το χέρι του και έδειξε την άκρη ενός χωραφιού. Μετά απ' αυτό οι παρακολουθούντες αστυνομικοί προέβησαν στη σύλληψη του και συγχρόνως έγινε έρευνα στο σημείο του ακινήτου που υπέδειξε στο δεύτερο κατ/νο. Κατά την έρευνα που έγινε στο συγκεκριμένο σημείο που υπέδειξε ο πρώτος κατηγορούμενος βρέθηκαν 10 αυτοσχέδιες πλαστικές συσκευασίες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 10.580 γραμμαρίων. Στη συνέχεια έγινε έρευνα και στο υπόλοιπο χωράφι και σε απόσταση 50 μέτρων από το πρώτο σημείο ανευρέθησαν μέσα σε θάμνους άλλες 9 πλαστικές συσκευασίες με ακατέργαστη ινδική κάνναβη, συνολικού βάρους 9.140 γραμμαρίων. Σύμφωνα με τα παραπάνω πλήρως αποδειχθέντα περιστατικά, οι κατηγορούμενοι, στους προαναφερόμενους τόπους και χρόνους, τέλεσαν τις ακόλουθες ειδικότερες πράξεις: Α) Ο 1ος κατηγορούμενος της κατοχής 20 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης και της απόπειρας πώλησης στο 2ο κατηγορούμενο 10 κιλών από τη συνολική ποσότητα των 20 κιλών, που κατείχε. Η πράξη της κατοχής αποδεικνύεται από το αναμφισβήτητο γεγονός ότι είχε τη φυσική εξουσία επί της άνω ποσότητας των ναρκωτικών, ώστε αυτός να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει πραγματικά κατά τη βούληση του. Η εξουσία του δε αυτή εκφράστηκε ρητά προς τον δεύτερο με τη φράση "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω;". Όσον αφορά δε την πράξη της πώλησης, το γεγονός ότι δεν συμφωνήθηκε το τίμημα δεν εμποδίζει τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος αυτού, διότι συνήθως σε τέτοιες συναλλαγές δίδεται πρώτα η ποσότητα και μετά το τίμημα, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας αστυνομικός. Η πράξη όμως της πώλησης δεν ολοκληρώθηκε, από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του πρώτου κατηγορουμένου, διότι τα αστυνομικά όργανα επενέβησαν πριν ο δεύτερος κατηγορούμενος παραλάβει τα ναρκωτικά. Πρέπει επομένως ο πρώτος κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της κατοχής των 20 κιλών και της απόπειρας πώλησης των 10 κιλών ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, χωρίς όμως την επιβαρυντική περίσταση του άρθρου 23 του άνω νόμου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός διαπράττει κατ' επάγγελμα, δηλαδή προς πορισμό εισοδήματος τις συγκεκριμένες πράξεις, ούτε κατά συνήθεια, ότι δηλαδή έχει αποκτήσει σταθερή ροπή για την τέλεση των εν λόγω εγκλημάτων. Αντίθετα, πρέπει να κηρυχθεί αθώος της πράξης της αγοράς της άνω ποσότητας, μη αποδειχθέντων περιστατικών για τη στοιχειοθέτηση αυτού του εγκλήματος." Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικάσαν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη με αρ. 26/2012 απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της παράβασης του νόμου περί ναρκωτικών ουσιών, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα, τα αποδεικτικά μέσα, επί των οποίων στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του και τους νομικούς συλλογισμούς, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1, 42 παρ.1 του ΠΚ, 1 παρ.1 και 2, 20 παρ.1 β, ζ και παρ. 2, 27, 29, 31, 38 του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και η απόφαση δε στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα παρακάτω: α) ορθά ερμηνεύθηκε η έννοια της κατοχής ναρκωτικών και επαρκώς αιτιολογημένα το δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα για κατοχή των ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκαν από τα αστυνομικά όργανα σε χωράφι και δη σε σημείο που υπέδειξε ο κατηγορούμενος αυτός στο συγκατηγορούμενό του Ν. Σ., δεχθέν το δικαστήριο στο παραπάνω αιτιολογικό του ότι ο αναιρεσείων είχε τη φυσική εξουσία επί της υποδειχθείσας υπ' αυτού και ανευρεθείσας στο χωράφι αυτό ποσότητας ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, και ότι μπορούσε σε κάθε στιγμή να διαπιστώνει την ύπαρξή της και να την διαθέτει πραγματικά κατά τη βούλησή του, η δε εξουσία του αυτή εκφράστηκε ρητά προς το δεύτερο κατηγορούμενο με τη φράση "έχω 20 κιλά χόρτο, πόσο θέλεις να σου δώσω". β) ορθά ερμηνεύθηκε και εφαρμόστηκε το άρθρο 42 παρ.1 του ΠΚ και ο αναιρεσείων καταδικάστηκε και για απόπειρα πώλησης ναρκωτικών ουσιών και δεν πρόκειται για προπαρασκευαστική πράξη ή για απλή υποσχετική δικαιοπραξία πώλησης, αφού το δικαστήριο στο παραπάνω αιτιολογικό του δέχθηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος ζήτησε από τον αναιρεσείοντα να αγοράσει ναρκωτικά, ο αναιρεσείων του απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πωλήσει 10 κιλά, χωρίς να καθοριστεί το τίμημα και στη συνέχεια σε ραντεβού τους το μεσημέρι της επομένης 8-6-2010 ο αναιρεσείων τον πήγε στο χωράφι που κατείχε τα ναρκωτικά και του υπέδειξε το σημείο του χωραφιού, προκειμένου να γίνει η συναλλαγή, όπου και βρέθηκαν τα ναρκωτικά, πλην η συναλλαγή αυτή δεν ολοκληρώθηκε από λόγους ανεξάρτητους από τη θέληση του αναιρεσείοντος, διότι επενέβησαν τα αστυνομικά όργανα και τους συνέλαβαν πριν ο αγοραστής κατηγορούμενος παραλάβει τα αγορασθέντα ναρκωτικά, τούτο δε συνιστά αρχή εκτέλεσης ήτοι απόπειρα πώλησης των ναρκωτικών, για την οποία και ορθά καταδικάστηκε ο αναιρεσείων. Επομένως, ο συναφής από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος και τρίτος λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 299 του ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ και 6 της ΕΣΔΑ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορούμενου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ανακριτική διείσδυση, όπως η διείσδυση προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 25Β του ν. 1729/1987 "Καταπολέμηση της διάδοσης των ναρκωτικών, προστασία των νέων και άλλες διατάξεις" και στο 28 του ν. 3429/2006(ΚΝΝ), και ήδη στο άρθρο 28 του νέου ν.4139/20-3-2013, είναι η κεκαλυµµένη δράση ανακριτικών και αστυνοµικών οργάνων που εµφανίζονται ως πολίτες και δρουν ως agents provocateurs, ήτοι ως ηθικοί αυτουργοί ή συµµέτοχοι τέλεσης εγκληµατικών πράξεων, αιρουµένου του αδίκου χαρακτήρα των πράξεων αυτών, εφόσον γίνονται µε εντολή του προϊσταµένου τους. Οι πράξεις όµως των αστυνοµικών υπαλλήλων που ενεργούν ως agents provocateurs, για ανακάλυψη ή σύλληψη προσώπου που διαπράττει εγκλήματα από τα αναφερόμενα στα άρθρα 20 και 23 του ΚΝΝ, πρέπει, να µη υπερβαίνουν τα όρια της ανωτέρω επιτρεπόµενης κεκαλυµµένης δράσης τους. Δηλαδή, πρέπει τα διωκτικά όργανα που διεισδύουν να περιορίζονται στις πράξεις που είναι απολύτως αναγκαίες για τη διακρίβωση εγκλημάτων παράβασης του ΚΝΝ, την τέλεση των οποίων ο δράστης είχε προαποφασίσει και θα τελούσε προς τρίτους και χωρίς την αστυνομική διείσδυση, ήτοι να µη είναι εκείνοι, οι οποίοι αποκλειστικά παρότρυναν τον κατηγορούµενο να τελέσει την αξιόποινη πράξη, διότι τότε πρόκειται για υφαρπαγή ενοχής και παραβίαση της δίκαιης διαδικασίας, χωρίς να είναι και αναγκαίο να αποδεικνύεται, ότι η αξιόποινη πράξη θα είχε διαπραχθεί ακόµα και εάν δεν είχε µεσολαβήσει η επέµβαση και διείσδυση των αστυνοµικών οργάνων. Διαφορετικά επέρχεται παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης και ειδικότερα της τηρήσεως µιας δίκαιης διαδικασίας, που απαιτεί το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σε περίπτωση που οι ανακριτικές πράξεις μεταξύ των οποίων και η ανακριτική διείσδυση δεν έγιναν με τις προϋποθέσεις που διαγράφονται στον ανωτέρω νόμο, καθίστανται άκυρες και έτσι τα εξ αυτών συλλεγέντα στοιχεία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ενώπιον του δικαστηρίου, αλλιώς προκαλείται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδ.δ' του ΚΠΔ και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α' του ίδιου Κώδικα. Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του, ισχυρίζεται ότι έχει παραβιασθεί το θεμελιώδες δικαίωμά του ως κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, που καθιερώνεται από το άρθρο 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, διότι "από το σύνολο της δικογραφίας προκύπτει ότι οι αστυνομικοί αφενός χρησιμοποίησαν τον δεύτερο κατηγορούμενο Ν. Σ., ιδιώτη, ως υποψήφιο αγοραστή, που τηλεφώνησε στον αναιρεσείοντα και του ζήτησε ναρκωτικά, προκειμένου να παγιδεύσουν αυτόν (τον αναιρεσείοντα) και έτσι άσκησαν επιρροή και προκάλεσαν την τέλεση των πράξεων, δίχως να πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις, αφετέρου ενήργησαν χωρίς να ειδοποιήσουν προηγουμένως έστω και τηλεφωνικά τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών και επομένως επήλθε απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ.δ' του ΚΠΔ και 510 παρ.1 στοιχ. Α του ΚΠΔ, διότι οι πράξεις των αστυνομικών οργάνων υπερέβησαν τα όρια της επιτρεπόμενης καλυμμένης δράσης τους, αφού είναι βέβαιο ότι αν δεν πραγματοποιείτο το τηλεφώνημά τους στον συγκατηγορούμενο Ν. Σ., δε θα μπορούσαν να ενοχοποιήσουν τον αναιρεσείοντα, ο οποίος δεν θα πήγαινε ποτέ στο επίμαχο σημείο να συναντήσει τον Ν. Σ. και να συλληφθεί από τους παρόντες αστυνομικούς".
Στην προκειμένη περίπτωση, από το προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτουν παραδοχές ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Σ., που είχε συλληφθεί από τα αστυνομικά όργανα για εμπορία ναρκωτικών ουσιών το βράδυ της 7-6-2010, "μέσα στο Τμήμα Δίωξης Ναρκωτικών, συνεργασθείς με τα αστυνομικά όργανα, επικοινώνησε με τον πρώτο κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα), στο κινητό του τηλέφωνο, το οποίο γνώριζε, σε ανοικτή ακρόαση και σε επήκοο των αστυνομικών, μεταξύ των οποίων και ο πρώτος μάρτυρας Ε. Ρ., και ζήτησε από αυτόν να αγοράσει ναρκωτικά και αυτός του απάντησε ότι είχε 20 κιλά ακατέργαστης ινδικής κάνναβης κρυμμένη σε αγροτική περιοχή της Ιαλυσού, από την οποία συμφώνησαν να του πωλήσει 10 κιλά, αυτά δε άκουσε και κατέθεσε με απόλυτο και πειστικό τρόπο ο πρώτος μάρτυρας. Ακολούθως έδωσαν ραντεβού για το μεσημέρι της 8-6-2010, προκειμένου να γίνει η συναλλαγή, το ραντεβού πραγματοποιήθηκε με τη διακριτική παρακολούθηση των αστυνομικών και ο αναιρεσείων οδηγώντας μοτοσυκλέτα οδήγησε τον αγοραστή που οδηγούσε αυτοκίνητο και του υπέδειξε το σημείο κάποιου χωραφιού που είχε κρυμμένα τα ναρκωτικά, όπου πράγματι ανευρέθηκαν από τους αστυνομικούς που επενέβηκαν και συνέλαβαν τους κατηγορουμένους". Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται από το δικαστήριο αυτό για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων κατηγορούμενος παρασταθείς μετά συνηγόρου, στο ακροατήριο δεν πρόβαλε κανένα αυτοτελή ισχυρισμό, δεν επικαλέστηκε οποιαδήποτε ακυρότητα της διαδικασίας, ούτε παράνομη ανακριτική διείσδυση πράκτορα της Δίωξης Ναρκωτικών σε βάρος του και παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων, ο δε εξετασθείς πρώτος μάρτυρας αστυνομικός της Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, κατέθεσε σχετικά ακριβώς όσα ως παραπάνω δέχθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό του και δη ότι "ο συλληφθείς για κατοχή και εμπορία ναρκωτικών Ν. Σ. τους είπε ότι αγόραζε ναρκωτικά από κάποιο Αλβανό και αυτοί του πρότειναν να επικοινωνήσει τηλεφωνικά μαζί του και να τον ρωτήσει αν έχει ναρκωτικά και ότι η τηλεφωνική επικοινωνία έγινε σε επήκοο αυτών δύο φορές και αυτοί άκουγαν και κλείστηκε η συμφωνία και το ραντεβού, εμείς γνωρίζαμε ότι υπήρχαν τα 20 κιλά κάνναβης, γι' αυτό το λόγο είπαμε στον κατηγορούμενο να παραγγείλει 10 κιλά". Κατά συνέπεια, η παραπάνω συμπεριφορά των αστυνομικών οργάνων της Δίωξης Ναρκωτικών Ρόδου, δεν υπερβαίνει τα όρια της κατά τα προαναφερθέντα επιτρεποµένης κεκαλυµµένης δράσης τους. Δηλαδή, τα διωκτικά όργανα που διείσδυσαν ως παραπάνω σε κύκλωμα εμπορίας ναρκωτικών περιορίστηκαν σε πράξεις που ήταν απολύτως αναγκαίες και νόμιμες για τη διακρίβωση εγκλημάτων παράβασης του ΚΝΝ και δη την ανακάλυψη των εμπόρων διακινητών στη Ρόδο, τη δε τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων, κατοχής μεγάλης ποσότητας 20 κιλών ινδικής κάνναβης και απόπειρας πώλησης 10 κιλών κάνναβης, που διέπραξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, δεν προκύπτει από κανένα στοιχείο ότι δε θα τελούσε και προς τρίτους και χωρίς την κατά απλή προτροπή των αστυνομικών οργάνων γενόμενη διείσδυση ως αγοραστή του ανωτέρω συγκατηγορουμένου του Ν. Σ.. Επίσης, από καμία διάταξη νόμου προβλέπεται, ότι τα αστυνομικά όργανα πρέπει να ενημερώνουν προηγουμένως σχετικά με την ανωτέρω δράση τους τον αρμόδιο κατά τόπο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, όπως αιτιάται ο αναιρεσείων.
Επομένως, και ο παραπάνω συναφής από το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ και 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ και 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, πρώτος λόγος αναιρέσεως, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Μετά από αυτά, ελλείψει άλλου παραδεκτού λόγου αναιρέσεως για έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα(άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με χρονολογία 23-7-2012 αίτηση - δήλωση του M. L. του G., περί αναιρέσεως της με αρ. 26/2012 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου