ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΑΠ Απόφαση 197 / 2015 - Θέμα Ισχυρισμός αυτοτελής, Περίληψη: Παράβαση ν. Ναρκωτικών. Αιτιολογημένα επαρκώς απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός τοξικομανίας.

ΑΠ Απόφαση 1029 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Κληρονομία . Περίληψη: Η εγκατάσταση με διαθήκη αναγκαίου κληρονόμου σε μόνη την επικαρπία κληρονομιαίου ή κληρονομιαίων ακινήτου, η ψιλή κυριότητα των οποίων καταλείπεται σε άλλους, αποτελεί περιορισμό της νόμιμης μοίρας του, που θεωρείται, κοντά το μέρος του τη βαρύνει, σαν να μην έχει γραφεί, και ο μεριδούχος δικαιούται τα κληρονομιαία ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και επιπλέον, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη, και την επικαρπία, στην οποία εγκαταστάθηκε. Ειδικοί ερμηνευτικοί ή συμπληρωματικοί κανόνες επί δικαιοπραξιών προηγούνται των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ 
Απόφαση 197 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Ισχυρισμός αυτοτελής, Ναρκωτικά.
Περίληψη:
Παράβαση ν. Ναρκωτικών.
Αιτιολογημένα επαρκώς απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός τοξικομανίας.



Αριθμός 197/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Ρουμπή Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Βασίλειο Καπελούζο και Πάνο Πετρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Φεβρουαρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου A. S. του S., κατοίκου ... και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Μαλανδρίνου, που εκπροσωπήθηκε από ..., για αναίρεση της υπ'αριθ. 404/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Απριλίου 2014 αίτησή του αναιρέσεως, το οποίο καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1082/2014
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 30 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 3459/2006(ΚΝΝ) και ήδη 30 παρ. 1, 2 και 3 του νέου ν. 4139/2013: "1. Όσοι απέκτησαν την έξη της χρήσης ναρκωτικών και δεν μπορούν να την αποβάλουν με τις δικές τους δυνάμεις, υποβάλλονται σε ειδική μεταχείριση κατά τους όρους του άρθρου αυτού και των άρθρων 31-35. 2. Η συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της προηγούμενης παραγράφου διαπιστώνεται κατά την άσκηση της ποινικής δίωξης και σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας, σύμφωνα με την αρχή της ηθικής αποδείξεως, όπως ορίζεται από το άρθρο 177 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. 3. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά συνεκτιμώνται ιδίως ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα στοιχεία: πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους. Σε κάθε φάση της ποινικής διαδικασίας δύναται να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά από αίτημα του κατηγορουμένου, προκειμένου να καθοριστεί αν πράγματι υπάρχει εξάρτηση, όπως επίσης και το είδος και η βαρύτητα αυτής. ... Η πραγματογνωμοσύνη συνεκτιμάται με τα παραπάνω διαγνωστικά κριτήρια...". Οι άνω διατάξεις των παρ. 2 και 3 δεν μετέβαλαν το προϋφιστάμενο της ισχύος του άνω ν. 4139/2013 νομικό καθεστώς, καθόσον η μεν αρχή της ηθικής αποδείξεως, εκ του άρθρου 177 παρ. 1 του ΚΠΔ, ουδέποτε έπαυσε ισχύουσα, ώστε να επαναβεβαιωθεί η ισχύς της, από δε το άρθρο 178 ΚΠΔ, το οποίο ορίζει τα κυριότερα αποδεικτικά μέσα στην αποδεικτική διαδικασία, προκύπτει ότι η πραγματογνωμοσύνη, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστού, όταν ανακύπτει ζήτημα το οποίο απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις ενός προσώπου, ως αποδεικτικό μέσο, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 του ίδιου Κώδικα, υπό την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, οφείλει όμως, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικανική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους, η δε υποχρέωση συνεκτιμήσεως των ανωτέρω στην παρ. 3 του άνω ν. 4139/2013 ενδεικτικώς παρατιθεμένων "στοιχείων", δεν μεταβάλλει αυτά σε αυξημένης αποδεικτικής δυνάμεως αποδεικτικά μέσα. Αν δε η δικαστική πραγματογνωμοσύνη αποφαίνεται αρνητικά για την τοξικομανία κατηγορουμένου, το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τη θέση αυτή και οφείλει να ερευνήσει και τα λοιπά εισφερόμενα στη διαδικασία αποδεικτικά μέσα, ιδίως άλλες εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, συνταγείσες σε απώτατο ή και σε μεταγενέστερο χρόνο ή και ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, αν ο κατηγορούμενος προβάλει σχετικό αυτοτελή ισχυρισμό, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση το δικαστήριο, προκειμένου να απορρίψει τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό τοξικομανίας, πρέπει να αναφέρει ειδικά και συγκεκριμένα αρνητικά περιστατικά, που οδηγούν σε απορριπτική κρίση, αντικρούοντας τα αντίθετα συμπεράσματα. Για τη διάγνωση της εξάρτησης ενός προσώπου από ναρκωτικά, υπό τον ανωτέρω νέο νόμο, το δικαστήριο πλέον οφείλει να συνεκτιμά, εκτός από τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη και τυχόν πιστοποιήσεις αναγνωρισμένων υπηρεσιών απεξάρτησης, χορήγησης υποκαταστάτων ή ανταγωνιστικών στα οπιοειδή ουσιών, περίθαλψης για παθήσεις συνδεόμενες με τη χρήση ουσιών, ψυχολογικά και κοινωνικά δεδομένα που αφορούν τον κατηγορούμενο, ευρήματα εργαστηριακών εξετάσεων που αποκαλύπτουν χρήση ναρκωτικών για μακρόχρονες περιόδους. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ' του ΚΠΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Η απλή, όμως, γνωμάτευση ή γνωμοδότηση, η ιδιωτική πραγματογνωμοσύνη η οποία προκαλείται από τους διαδίκους και συντάσσεται από πρόσωπα που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης, τα οποία καλούνται να εκφέρουν κρίση για γεγονότα που τίθενται υπόψη τους, όπως και από τεχνικούς συμβούλους, δεν ταυτίζεται με το προβλεπόμενο στο άρθρο 178 του ΚΠΔ αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης που διατάσσεται ως άνω, αλλά λαμβάνεται υπόψη από το δικαστικό συμβούλιο ή από το δικαστήριο και συνεκτιμάται μαζί με τις άλλες αποδείξεις για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του ως απλό έγγραφο, οπότε δεν είναι αναγκαίο να μνημονεύεται ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο. Το άνω αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων και πρέπει το δικαστήριο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το δικαστήριο το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως όταν εκτίθενται σε αυτή με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος και αναφέρονται οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους υπήχθησαν τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Η επιβαλλόμενη επομένως κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή από το συνήγορό του παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο. Μεταξύ των αυτοτελών ισχυρισμών, που μπορούν να προβληθούν επί παραβάσεων του ν. περί ναρκωτικών, είναι και ο ισχυρισμός συνδρομής τοξικομανίας του κατηγορουμένου δράστη, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξης, ήτοι της απόκτησης της έξης των ναρκωτικών ουσιών, την οποία δεν μπορεί να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, κατά το άρθρο 31 παρ.1 του ν. 1729/1987, 30 ΚΝΝ και ήδη προαναφερθέν άρθρο 30 παρ.1, 2, 3 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν ο δικαστής αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πράγματι έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή, όταν ο δικαστής δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση δε εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά λόγο αναίρεσης, κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε ΚΠΔ, υπάρχει και όταν η παραβίαση λαμβάνει χώρα εκ πλαγίου, γιατί δεν αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση, είτε στην ίδια αιτιολογία, είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της απόφασης, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο, για την ορθή εφαρμογή του νόμου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, με αρ. 404/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, ο για πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών αναιρεσείων κατηγορούμενος πρόβαλε και ανέπτυξε προφορικά τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι είναι τοξικομανής, ότι δηλαδή, κατά την διάταξη του άρθρου 30 παρ. 1 του ν. 4139/2013, είχε κατά τον χρόνο της πράξεως αποκτήσει την έξη της χρήσεως ναρκωτικών και δεν μπορεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις, που έχει ως συνέπεια την ηπιότερη ποινική μεταχείριση του δράστη, για την απόδειξη δε του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού του επικαλέστηκε , κατά πιστή μεταφορά τα εξής, που καταχωρήθηκαν στα πρακτικά:
"Πλέον της αθωώτητάς μου, η οποία περίτρανα και ανάγλυφα αποδεικνύεται από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, έχω προβάλλει ήδη και τον ισχυρισμό της τοξικομανίας και ως τοξικομανής θα πρέπει να κριθώ, αφού πληρώ άπαντα τα κριτήρια της σχετικής υπουργικής αποφάσεως, όπως προκύπτει και αποδεικνύεται από τα κάτωθι:
1) Ξεκίνησα τη χρήση χασίς πριν από οκτώ χρόνια και πριν από δύο χρόνια ξεκίνησα να λαμβάνω ηρωίνη και παράλληλα κοκαΐνη. Ξεκίνησα τη χρήση κοκαΐνης πριν από πέντε χρόνια λαμβάνοντας καθημερινά από ενάμισι έως και δύο γραμμάρια. Έκανα - περιστασιακά χρήση υπναγωγών και ηρεμιστικών δισκίων καθώς και δισκίων ecstasy. Πριν από την σύλληψή μου για την υπό κρίση υπόθεση, είχα κατηγορηθεί για προμήθεια και κατοχή για αποκλειστικά δική χρήση ακατέργαστης κάνναβης μικτού βάρους εννέα (9) γραμμαρίων και μισού γραμμαρίου κοκαΐνης. Από τη στέρηση της λήψης ηρωίνης και κοκαΐνης. παρουσιάζω διάχυτα άλγη, υπνηλία, νευρικότητα και ανησυχία.
2) Μετά τη σύλληψη μου για την υπό κρίση υπόθεση και μετά από δικό μου αίτημα με την υπ' αριθμ. 774/2007 Διάταξη της Γ' Τακτικής Ανακρίτριας Πειραιώς διατάχθηκε και διενεργήθηκε ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη από τον Δ. I. Π.. Ωστόσο, η έκθεση του ανωτέρω ιατρού είναι τουλάχιστον αόριστη και ανακριβής, αφού για όλα τα κριτήρια που απαιτούνται κρίνει ότι δεν μπορούν να αξιολογηθούν αντικειμενικά, ενώ και στα συμπεράσματά του δεν αποσαφηνίζει το εάν και σε ποιο βαθμό είμαι τοξικομανής και το αν μπορώ να αποβάλλω την έξη των ναρκωτικών με τις δικές μου δυνάμεις και αναφέρει: "...Δεν δυνάμεθα να εκτιμήσουμε το βαθμό σωματικής και ψυχικής εξάρτησης που πιθανόν εμφανίζει". Ακόμα όμως και στην συγκεκριμένη έκθεση, ο παραπάνω ιατρός αναφέρει χαρακτηριστικά ότι "..Είναι πιθανόν χρήστης ουσιών, σύμφωνα με το ιστορικό του. Η φαρμακευτική αγωγή που λαμβάνει είναι ένδειξη χρήσης ουσιών...".
Κατόπιν. τούτου διόρισα-τεχνικό σύμβουλο τον Δ. I, Ν., προκειμένου να διαπιστωθεί εάν είμαι εξαρτημένος χρήστης ναρκωτικών ουσιών καθώς και ο βαθμός εξάρτησής μου. Η από 7- 7-2008 έκθεση του Δ.Ι.Ν., με έκρινε τοξικομανή εξαρτημένο από ηρωίνη, κοκαΐνη και χασίς, μη δυνάμενο να αποβάλλω με τις δικές μου δυνάμεις την έξη που έχω αποκτήσει, αφού πληρώ τα 5 από τα 9 κριτήρια που θέτει ο νόμος, χρήζοντας ειδικής θεραπευτικής μεταχείρισης. Μάλιστα η από 29-11-2008 ΩΡΑ εξέταση που πραγματοποιήθηκε στο ιατρείο των Φυλακών Κορυδαλλού έδειξε "υπεραιμία ρινικού βλεννογόνου αμφόπλευρα", κλινικά σημεία χρόνιας χρήσης ταξικών ουσιών.
3) Επίσης έχει κριθεί με την από 20-12-2010 Έκθεση Ιατροδικαστικής Πραγματογνωμοσύνης του ψυχιάτρου - νευρολόγου κ. Μ. Ε., ότι "..Από την αξιολόγηση του ιστορικού, από την εξέταση στη παρούσα κατάσταση και από τα ευρήματα της ΩΡΑ εξετάσεως (σκολίωση ρινικού διαφράγματος δεξιά με υπερτροφία της κάτω ρινικής κόγχης σύστοιχα. Αριστερά ατροφία βλεννογόνου της κορυφής της κάτω ρινικής κόγχης και στην περιοχή της στυλίδος, πτώση μαλθακής υπερώας. Χρόνια κακοήθης φαρυγγίτις), προκύπτει ότι ο S. A. του S. κάνει χρήση τοξικής ουσίας και πληροί 3 από τα κριτήρια που απαιτεί το άρθ. 30 παρ. 1 του Ν. 3459/06 και η Υ.Α. Α23/3982/7-10/4-11-87 (ΦΕΚ) 577 τ.β για τον χαρακτηρισμό τινός ως τοξικομανή. Η ουσία που χρησιμοποιεί είναι η κοκαΐνη και είναι εξαρτησιογόνος ναρκωτική ουσία. Η ημερήσια δόση που λαμβάνει είναι περίπου 1γρ/ημέρα κοκαΐνης διά ρινικής εισροφήσεως και καπνιστή (free base) έως 12 γρ/ημέρα. Η εξάρτησή του είναι τόσο ψυχική, όσο και σωματική και δεν μπορεί να την αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις και έχει την ανάγκη ειδικής μεταχείρισης. Η θεραπευτική αγωγή που συνίσταται, είναι ψυχιατρική και ψυχολογική υποστήριξη συγχρόνως με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή. Όλα τα ανωτέρω είναι δυνατόν να προκαλέσουν τέτοια διαταραχή ούτως ώστε να μην αντιλαμβάνεται πλήρως το άδικο των πράξεων του". (Σημειώνεται ότι η εν λόγω ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν είναι ιδιωτική, αλλά έλαβε χώρα σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 1604/2010 Διάταξη του 29ου Τακτικού Ανακριτού Αθηνών) και 4) Τέλος η από 18-11-2010 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του Α. Τ., ψυχιάτρου - ψυχοθεραπευτή, αναφέρει ρητώς στο συμπέρασμα της ότι είμαι άτομο ΕΞΑΡΤΗΜΕΝΟ. (Σηιιειωτέον ότι και αυτή η ιατρική πραγματογνωμοσύνη δεν είναι ιδιωτική, αλλά έλαβε χώρα σύμφωνα και δυνάμει της με αριθμ. 23878/2009 αποφάσεως του Α Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά).
Επειδή η πραγματογνωμοσύνη για την τοξικομανία δεν δεσμεύει το δικαστήριο, αυτό όμως δεν μπορεί να την απορρίψει εάν δεν διαθέτει άλλα στοιχεία που να αποτρέπουν το συμπέρασμά της (Εφ. Λαρ. 44/1987 ΠοινΧρ ΛΖ σελ. 44), γι' αυτό όταν δεν δέχεται την πραγματογνωμοσύνη, οφείλει να αιτιολογεί την αντίθετη πεποίθησή του (ΑΠ 6/1995 ΠοινΧρ ΜΕ σελ. 303). Αν το δικαστήριο, απορρίψει τη διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη χωρίς να αιτιολογήσει το λόγο για τον οποίο την απέρριψε, δηλ. χωρίς να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς τούτο, η απόφαση του είναι αναιρετέα κατά το σκέλος που απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός περί τοξικομανίας (ΑΠ 1288/1998 ΠοιΔικ 1998 σελ. 1190).
Εξ όλων των ανωτέρω γίνεται αναμφίβολα σαφές ότι είμαι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες (:τοξικομανής), τούτο δε ανάγλυφα προκύπτει και αποδεικνύεται όχι από μία αλλά από τρεις ιατρικές πραγματογνωμοσύνες, τριών διαφορετικών ιατρών.
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ - ΕΞΑΙΤΟΥΜΑΙ Να γίνει δεκτός ο παρόν αυτοτελής ισχυρισμός μου και Να γίνει δεκτό από το Δικαστήριο Σας ότι είμαι άτομο εξαρτημένο από ναρκωτικές ουσίες (:τοξικομανής) σύμφωνα με τα άρθρο 30 παρ. 1 και 2 του Ν. 4139/2013".
Όπως προκύπτει από τη με αρ. 404/2013 προσβαλλόμενη απόφαση και τα πρακτικά της, το δίκασαν κατ' έφεση Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς, δέχθηκε στο αιτιολογικό του, ότι κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, από τα μνημονευόμενα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα, πλέον εκείνων που αναφέρονται και στηρίζουν την ενοχή του κατηγορουμένου, επί του προβληθέντος ως παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού τοξικομανίας, αποδείχθηκαν, κατά πιστή μεταφορά, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών πριν από 8 έτη, ξεκινώντας τη χρήση κοκαΐνης πριν από 5 έτη, λαμβάνοντας καθημερινά 1,5 - 2 γραμμάρια ημερησίως και ότι δεν μπορεί να αποβάλλει την έξη αυτή με τις δικές του δυνάμεις. Για την διαπίστωση της ύπαρξης ή μη της επικαλούμενης τοξικομανίας που διατάχθηκε μετά τη σύλληψή του, με την 774/07 διάταξη της 3ης τακτικής Ανακρίτριας Πειραιά, η διεξαγωγή ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης από τον νευρολόγο ψυχίατρο Γ. Π.. Ο εν λόγω πραγματογνώμονας, αφού εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 17-11-2007 (δηλ. τρείς περίπου εβδομάδες μετά τη σύλληψή του στις 27-10-2007), καθ'όν χρόνο ήταν προσωρινά κρατούμενος στις φυλακές Κορυδαλλού, διαπίστωσε μεταξύ άλλων ότι: α) αυτός δεν φέρει σημάδια παλαιότερης ενδοφλέβιας χρήσης β) δεν εμφανίζει στερητικά συμπτώματα γ) είναι πιθανόν χρήστης ουσιών, σύμφωνα με το ιστορικό του, όπου κατά δήλωσή του άρχισε να κάνει χρήση ινδικής κάνναβης πριν 6 χρόνια, χρήση κοκαΐνης πριν 4 χρόνια και χρήση ηρωίνης πριν 2 χρόνια, κάνοντας καθημερινά πριν από τη σύλληψή του, χρήση ηρωίνης δια της ρινικής οδού (0,5 - 1 γραμ.) και κοκαΐνης (2 γραμ) δ) από της 2-11-2009 λαμβάνει από τους ιατρούς των φυλακών φαρμακευτική αγωγή, η οποία είναι ένδειξη χρήσης ουσιών. Τελικά δε στην υποβληθείσα από 11-12-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης ο ιατρός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα ότι δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτίμησης του βαθμού σωματικής και ψυχικής εξάρτησης του κατηγορουμένου από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος διόρισε ως τεχνικό του σύμβουλο τον ψυχίατρο Ι. Ν., ο οποίος συνέταξε την από 7-7-2008 ψυχιατρική γνωμοδότησή του, στην οποία, μεταξύ άλλων αναφέρει ότι: α) εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 13-6-2008 στο ιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού β) έλαβε υπόψη του την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Γ. Π. γ) ο κατηγορούμενος του δήλωσε ότι είχε συλληφθεί και άλλη φορά για κατοχή 0,5 γραμ. κοκαΐνης και 2-3 γραμ. χασίς, ότι έκανε χρήση των ναρκωτικών ουσιών που αναφέρθηκαν στην από 11-2-07 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ότι πριν τη φυλάκισή του παρουσίαζε στερητικά συμπτώματα όταν δεν έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών και ότι προσπάθησε να αυτοκτονήσει μέσα στη φυλακή κτυπώντας το κεφάλι του στον τοίχο δ) κατά τη φυσική εξέταση του κατηγορουμένου διεπίστωσε ότι δεν φέρει ουλές από φλεβοκεντήσεις ή φλεβοθρομβώσεις ε) κατά την Ω.Ρ.Λ. εξέταση από τον Ε. Κ. στις 29-11-2008, στο ιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού διαπιστώθηκε "σχετική υπεραιμία ρινικού βλεννογόνου αμφοτερόπλευρα". Κατόπιν αυτών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, εξαρτημένος από ηρωίνη, κοκαΐνη και χασίς, καλύπτοντας τα κριτήρια των ισχυόντων νόμων περί ναρκωτικών, έχοντας αποκτήσει την έξη των ναρκωτικών ουσιών και αδυνατεί να την αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις. Όμως η ιατρική αυτή γνωμοδότηση δεν κρίνεται πειστική διότι: 1) η εξέταση του κατηγορουμένου από τον Ι. Ν. έγινε οκτώ (8) περίπου μήνες μετά την τέλεση των αποδιδομένων σ'αυτόν πράξεων αναφορικά με την πώληση και κατοχή ναρκωτικών ουσιών και πάντως πολύ αργότερα από την τελευταία χρήση, η οποία δεν διακριβώθηκε αν, και πόσο χρόνο πριν από τη σύλληψή του είχε γίνει 2) η ύπαρξη στερητικών συμπτωμάτων από τη μη χρήση ναρκωτικών ουσιών, πριν από τη σύλληψή του, βασίστηκε μόνο στις σχετικές δηλώσεις του ιδίου του κατηγορουμένου και όχι σε διαπιστώσεις του συντάκτη της ψυχιατρικής γνωμοδότησης ιατρού. Σε κάθε όμως περίπτωση και ο ίδιος ο κατηγορούμενος δεν αναφέρθηκε στην ύπαρξη τέτοιων συμπτωμάτων μετά την κράτησή του επί ένα περίπου έτος στις φυλακές Κορυδαλλού, παρόλο που δήλωσε και στους δύο παραπάνω ιατρούς ότι έκανε καθημερινά χρήση 1,5-2 γραμμαρίων κοκαΐνης πριν από τη σύλληψή του 3) μόνη η "σχετική υπεραιμία ρινικού βλεννογόνου αμφόπλευρα" που διαπιστώθηκε κατά την ΩΡΛ εξέταση του κατηγορουμένου στις 29-11-2008, οφειλόμενη σε "χρόνια χρήση τοξικών ουσιών (βλ. σελίδα 6 της παραπάνω γνωμοδότησης), δεν αρκεί για την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο διάπραξης των αποδιδομένων πράξεων ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε τέτοια ψυχική και σωματική εξάρτηση από τις ναρκωτικές ουσίες, ώστε να μη μπορεί να αποβάλλει την έξη της χρήσης αυτών με τις δικές του δυνάμεις ούτε ανατρέπεται η παραπάνω κρίση του δικαστηρίου από το ότι ο κατηγορούμενος από τις 30-8-2008 μέχρι 26-9-2008 (1 1/2 περίπου μήνα μετά τη σύνταξη της επίμαχης ψυχιατρικής γνωμοδότησης και 2 περίπου μήνες πριν από την εκδίκαση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο άρχισε να παρακολουθεί το θεραπευτικό πρόγραμμα κρατουμένων ΚΕΘΕΑ ΕΝ ΔΡΑΣΕΙ που διεξάγεται στις φυλακές Κορυδαλλού, δεδομένου ότι η παρακολούθηση του πιο πάνω συμβουλευτικού προγράμματος και μάλιστα για τόσο μικρό χρονικό διάστημα δεν αρκεί για να προσδώσει στον κατηγορούμενο την ιδιότητα του τοξικομανή. Συνακολούθως των ανωτέρω ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του της τοξικομανίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων: 2) της πώλησης κατ'εξακολούθηση, χωρίς την επιβαρυντική περίπτωση της κατ'επάγγελμα τέλεσης της πράξεως, αφού με το άρθρο 10 Ν. 4139/2013 καταργήθηκε ο Ν. 3459/2006 όπου στο άρθρο 23 του Ν. αυτού (3459/2006) προεβλέπετο ως επιβαρυντική περίπτωση η κατ'επάγγελμα τέλεση του αδικήματος και στο νεώτερο νόμο δεν περιλαμβάνεται η περίπτωση αυτή στις προβλεπόμενες διακεκριμένες περιπτώσεις 3) της κατοχής ναρκωτικών ουσιών, αναγνωριζομένου σ'αυτόν του πρωτοδίκως αναγνωρισθέντος ελαφρυντικού του άρθρου 84 § 2 ΠΚ. Πρέπει να σημειωθεί ότι στον κατηγορούμενο για τις προαναφερόμενες πράξεις της κατ'εξακολούθηση πώλησης ναρκωτικών ουσιών και κατοχής θα επιβληθεί μία ποινή όπως και πρωτοδίκως".
Με τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος παράβασης του ν. περί ναρκωτικών ουσιών σε βάρος του αναιρεσείοντος, για το οποίο και καταδικάσθηκε και αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα η απόρριψη του παραπάνω προβληθέντος αυτοτελούς περί τοξικομανίας ισχυρισμού του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, αναφέρονται επίσης οι αποδείξεις από τις οποίες το Εφετείο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι συλλογισμοί με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις παραπάνω ουσιαστικές ποινικές διατάξεις στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1 α, 27 παρ.1 ΠΚ και 30 παρ.1 ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) και ήδη 30 παρ. 1, 2 και 3 του νέου ν. 4139/2013, που αναφέρθηκαν, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή ή αντιφατική ή ενδοιαστική αιτιολογία και να στερήσει έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση. Όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις και λόγους αναιρέσεως, του αναιρεσείοντος, α) με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις, απορρίφθηκε ο προβληθείς αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί τοξικομανίας αυτού, με ρητή και εκτενή αναφορά του δικαστηρίου στην επικαλεσθείσα και αναγνωσθείσα από 11-12-2007 έκθεση δικαστικής ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου Γ. Π., με χρόνο τέλεσης της αξιόποινης πράξης την 27-10-2007, που αποφαίνεται ότι "ο κατηγορούμενος δεν εμφανίζει στερητικά συμπτώματα, είναι πιθανόν χρήστης ουσιών, σύμφωνα με το ιστορικό του, αλλά δεν δύναται να αποφανθεί και να εκτιμήσει το βαθμό σωματικής και ψυχικής εξάρτησης που πιθανόν εμφανίζει, δεν υπάρχουν επαρκή δεδομένα εκτίμησης του βαθμού σωματικής και ψυχικής εξάρτησης του κατηγορουμένου από τη χρήση ναρκωτικών ουσιών", ενώ με εκτενή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αντικρούεται το περιεχόμενο της αντίθετης αναγνωσθείσας από 7-7-2008 εκθέσεως ψυχιατρικής γνωματεύσεως του διορισθέντος από τον κατηγορούμενο τεχνικού συμβούλου Ι. Ν., που εξέτασε τον κατηγορούμενο την 13-6-2008 στο ιατρείο των φυλακών Κορυδαλλού που εκρατείτο, οκτώ περίπου μήνες μετά την τέλεση της παράβασης και αποφαίνεται ότι "ο κατηγορούμενος είναι τοξικομανής, εξαρτημένος από ηρωίνη και χασίς, μη δυνάμενος να αποβάλει με τις δικές του δυνάμεις την έξη χρήσης που έχει αποκτήσει και ότι χρήζει ειδικής θεραπευτικής αγωγής, πληρών τα 5 από τα 9 κριτήρια που θέτει ο νόμος", αντικρούει δε και την επικληθείσα από 29-11-2008 ΩΡΛ εξέταση ρινικού βλεννογόνου, που αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος εμφανίζει υπεραιμία αμφόπλευρα, με κλινικά σημεία χρόνιας χρήσης ναρκωτικών ουσιών, β) δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας και δη αβεβαιότητα ως προς τη συνεκτίμηση από το δικαστήριο και του ιδιαίτερου αποδεικτικού μέσου της ανωτέρω αναγνωσθείσας δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του νευρολόγου ψυχιάτρου Ι. Π., όσον και της αναγνωσθείσας εκθέσεως ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης του τεχνικού συμβούλου ψυχιάτρου Ι. Ν., από τη μη ειδική αναφορά αυτών στο προοίμιο του αιτιολογικού, αφού στο προπαρατεθέν αιτιολογικό γίνεται εκτενής και σαφής και ρητή αναφορά στις δύο αυτές εκθέσεις και στα πορίσματα αυτών και γ) δεν ήταν απαραίτητο το αιτιολογικό να αναφερθεί και στις επικληθείσες δύο δικαστικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης του κατηγορουμένου, από 20-12-2010 του ψυχιάτρου - νευρολόγου Μ. Ε. και από 18-11-2010 του ψυχιάτρου Α. Τ., που αποφαίνονται ότι ο κατηγορούμενος είναι εξαρτημένος από ναρκωτικές ουσίες, αφού από τα πρακτικά προκύπτει ότι αυτές δεν αναγνώσθηκαν ώστε να αποτελέσουν αποδεικτικό στοιχείο, ούτε προκύπτει ότι ο επικαλεσθείς αυτές στον άνω έγγραφο αυτοτελή ισχυρισμό συνήγορος του κατηγορουμένου, τις προσκόμισε και τις κατέθεσε στο δικαστήριο για συνεκτίμηση και ότι υπέβαλεν αίτημα ανάγνωσής τους, που αγνοήθηκε, σε κάθε δε περίπτωση, είναι μεν δικαστικές πραγματογνωμοσύνες, αλλά πραγματοποιήθηκαν, με αφορμή άλλες υποθέσεις του κατηγορουμένου, μετά από τρία περίπου έτη από του χρόνου τέλεσης της κρινόμενης αξιόποινης παράβασης του ν. περί ναρκωτικών, ενώ κρίσιμος χρόνος της εξάρτησης, που ερευνήθηκε και με βάση τον οποίο εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου 30 ν. 4139/2013, είναι αυτός της τέλεσης της πράξης, αφού η εξάρτηση συνιστά λόγο ευνοϊκής μεταχείρισης των δραστών που τέλεσαν την πράξη υπό την ειδική αυτή κατάσταση.
Επομένως όλοι οι συναφείς από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, για έλλειψη της επιβαλλομένης από το Σύνταγμα και το νόμο ειδικής αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, ελλείψει άλλων παραδεκτών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 583 παρ. 1 του ΚΠΔ, στα δικαστικά έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει τη με αρ. εκθ. 12/15-4-2014 αίτηση του A. S. του S., περί αναιρέσεως της με αρ. 404/2013 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς. Και.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια