ΑΠ ποιν. 135/2016: αληθινή συρροή αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ και φόρων με τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ ΕΙΣΑΠ 5/2016΅: Για την νομιμότητα της φωτογράφησης των Κτηματικών Τόμων του Κτηματολογικού Γραφείου Ρόδου 
ΑΠ ποιν. 135/2016: αληθινή συρροή αποφυγής πληρωμής ΦΠΑ και φόρων με τη μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο
Αριθμός 135/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα


Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωρέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Δασούλα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα Εφετών Θεσσαλονίκης, περί αναιρέσεως της 182/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης. Με κατηγορούμενο τον Ν. Ο. του Α., κάτοικο ..., που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Μαύρου - Τσάκου.
Το Μονομελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης ζητά τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 1/6-4-2015 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης Φωτεινής Παπαδοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 436/2015.
Αφού άκουσε
Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή όσον αφορά τις περιπτώσεις α, δ και ε και να απορριφθεί για τις περιπτώσεις β και γ η έκθεση αναίρεσης και την πληρεξούσια δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Από τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ.3, 479 παρ.2, 504 παρ.1 και 505 παρ.1 περ. δ’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι ο εισαγγελέας εφετών ασκεί αναίρεση κατά των αποφάσεων του Εφετείου και των αποφάσεων των μικτών ορκωτών δικαστηρίων και των τριμελών και μονομελών πλημμελειοδικείων που ανήκουν στην περιφέρειά του καταδικαστικών, αθωωτικών, εκείνων που παύουν τη δίωξη ή την κηρύσσουν απαράδεκτη ή κηρύσσουν αναρμοδιότητα. Κατά των αθωωτικών αποφάσεων μπορεί να προτείνει μόνο το λόγο αναιρέσεως του άρθρ.510 παρ.1Ε, δηλ. για εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, σύμφωνα με το αρθρ.506 στοιχ. β. Στην προκείμενη περίπτωση, με δήλωσή του ενώπιον του γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης, για την οποία συντάχθηκε η με αριθμό 1/2015 έκθεση του, ο Εισαγγελέας Εφετών Θεσσαλονίκης άσκησε αναίρεση κατά της με αριθμό 185/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω δεδικασμένου κατά του κατηγορουμένου.
Συνεπώς, η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να εξεταστεί κατ’ ουσίαν. Κατά τη διάταξη του άρθρου 57 παρ. 1 και 3 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει παύσει η ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός. Αν παρά την απαγόρευση αυτή ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει να συντρέχουν α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, β) ταυτότητα προσώπου και γ) ταυτότητα πράξης ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ειδικότερα δε επί της συρροής, οπότε με την αυτή ενέργεια ή παράλειψη του δράστη τελούντα περισσότερα εγκλήματα (άρθρο 94 § 2 ΠΚ), το δεδικασμένο εξαντλείται στην αξιόποινη πράξη για την οποία ασκήθηκε η ποινική δίωξη και δεν εμποδίζει, ως εκ τούτου, νέα δίωξη για την άλλη αξιόποινη πράξη που συρρέει με την πρώτη κατ’ ιδέα και που δεν κρίθηκε, έστω και αν ένα από τα περισσότερα στοιχεία της τελευταίας πράξης αποτέλεσε συγχρόνως στοιχείο του ήδη κριθέντος εγκλήματος (ΟλΑΠ 1110/1982).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17, 18, και 19 του Ν.2523/1997 "Διοικητικές-Ποινικές Κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία" προκύπτει ότι, τα εγκλήματα φοροδιαφυγής που προβλέπονται από τις πιο πάνω διατάξεις αναφέρονται περιοριστικά και μόνον α) στην παράλειψη υποβολής ή την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φόρου εισοδήματος (άρθρο 17), β) στην μη απόδοση ή ανακριβή απόδοση ΦΠΑ και παρακρατουμένων φόρων, τελών ή εισφορών (άρθρο 18) και τέλος γ) στην έκδοση ή αποδοχή πλαστών, νοθευμένων ή εικονικών φορολογικών στοιχείων (άρθρο 19). Ειδικότερα κατά το άρθρο 17 παρ 1 εδ α', όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2α αρθ. 2 ν.3943/2011 και ισχύει από 31-3-2011, ‘ Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, αποκρύπτοντας καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή εισοδήματος, διαπράττει το αδίκημα της φοροδιαφυγής Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2. Ο δράστης των άνω αδικημάτων τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) "με κάθειρξη" μέχρι 10 ετών εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κά8ε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ . Αδίκημα φοροδιαφυγής σύμφωνα με την παρ. 4 του άνω νόμου (2523/1997) διαπράττει και όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων, δεν αποδίδει στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν, τιμωρούμενος με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους εφόσον το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε για κάθε διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και με κάθειρξη μέχρι 10 ετών εφόσον το ποσό του φόρου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ'. Κατά την διάταξη του αρθ. 18 παρ.1 του Ν. 2523/1997, "αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου - εργασιών και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές ή συμψήφισε ή εξαπατώντας τη φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή Φ.Π.Α, τιμωρούμενος: α) με φυλάκιση, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του Φ.Π.Α. που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) ευρώ”. Με το υπό τον τίτλο Εγκλήματα φοροδιαφυγής -Ποινικές Κυρώσεις του αρθ 8 ν .4337/2015, τα άρθρα 66 και 67 του Δωδέκατου Κεφαλαίου του Μέρους Α’ του ν. 4174/2013 αναριθμούνται σε 72 και 73, το Κεφάλαιο Δωδέκατο αναριθμείται σε Κεφάλαιο Δέκατο Τρίτο, τα άρθρα 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75 και 76 αναριθμούνται σε 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81 και 82 και προστίθεται νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο υπό τον τίτλο ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΦΟΡΟΔΙΑΦΥΓΗΣ - ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΚΥΡΩΣΕΙΣ και με το αρθ. 66 καταργούνται οι διατάξεις των αρθ. 17,18 και 19 παρ.1 εδ α', 20 και 21 τον ν. 2523/1997 και, ειδικότερα για τα αδικήματα των αρθ. 17 και 18 του ν. 2523/1997, ορίζεται ότι έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ) αποκρύπτει από τα όργανα της φορολογικής διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως να υποβάλλει δήλωση, ή, υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά), δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες ώστε να μη εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη φορολογική διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί φόρους τέλη ή εισφορές, γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο τον φόρο αυτόν . Και στην παράγραφο 3 του άνω άρθρου του ίδιου νόμου, όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών α)αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος αα) τις 50.000 ευρώ εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου , τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση. Τέλος, σύμφωνα με την παράγραφο 4 επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή τις εκατόν πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ, σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου τέλους ή εισφοράς . Με την τελευταία αυτή διάταξη, εισάγεται ευνοϊκότερη μεταχείριση των φορολογουμένων έτσι ώστε παράβαση καταβολής για οφειλές φόρων ,τελών ή εισφορών συνολικού ποσού κάτω των 100.000 ευρώ ανά διαχειριστικό έτος να είναι ανέγκλητες .
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 2 άρθρ.18 και παρ. 2 - 4 άρθρ. 28 Ν.2948/2001 και συμπληρωθεί με το άρθρο 34 Ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002), με την παρ.1 άρθρ. 34 Ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α 15), το άρθρο 3 παρ. 1 Ν.3943/2011 (ΦΕΚ Α 66/31.3.2011) αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 4321/2015 (ΦΕΚ Α 32/ 21.3.2015) "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό." Με τον νόμο 4337/2015, αρθ. 71 παρ. 2, τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) και εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ των περιπτώσεων α' και β' αντίστοιχα της παραγράφου 1 του αρθ. 25 του ν.1882/1990 (ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίσταται από τα ποσά των 100.000 ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200000) ευρώ αντίστοιχα . Με την παραπάνω διάταξη, θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ) και η ποινική μεταχείριση διαφοροποιείται από το αδίκημα της φοροδιαφυγής ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.
Από την αντιπαραβολή των παραπάνω διατάξεων, προκύπτει ότι δεν υφίσταται φαινομένη συρροή μεταξύ τους, με την έννοια ότι η διάταξη του αρθ.18 του ως άνω νόμου (2523/97), ως ειδική έναντι της διάταξης του αρθ. 25 ν.1882/90, απορροφά την τελευταία. Και τούτο καθόσον, τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική τους υπόσταση, τα θεσπιζόμενα, μ’ αυτές, εγκλήματα αποσκοπούν στον ποινικό κολασμό διαφορετικών εγκληματικών συμπεριφορών, έτσι ώστε να μη διαφεύγει τον ποινικό κολασμό εκείνος ο οποίος τέλεσε την αξιόποινη πράξη της μη απόδοσης στο Δημόσιο φόρων ή τελών όπως και του ΦΠΑ που προβλέπονται και τιμωρούνται από τα αρθ. 17 και 18 του ν  2523/1997, ήδη αρθ. 8 ν. 4337/2015, αν δεν καταβάλει το από την συμπεριφορά του αυτή οφειλόμενο και βεβαιωθέν χρέος μέσα στις προθεσμίες που ορίζει το αρθ. 25 ν.1882/90, επιβαρυνόμενο με τους εκάστοτε αναλογούντες τόκους και προσαυξήσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναίρεση του Εισαγγελέα Εφετών, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις άνω διατάξεις και κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη σε βάρος του κατηγορουμένου για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής, δεχθείσα, εσφαλμένως ότι από την με αριθμό 5429/2012 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος (αναιρεσίβλητος) για παράβαση του αρθ. 25 ν.1882/1990 σε ποινή φυλάκισης πέντε μηνών για μη καταβολή βεβαιωμένων οφειλών ύψους 15.663.849.12 ευρώ, απορρέει δεδικασμένο που εμποδίζει την περαιτέρω καταδίκη αυτού για τα αδικήματα της φοροδιαφυγής (αρθ. 17 και 18 ν. 2523/1997, ήδη αρθ. 8 ν. 4337/2015, αρθ. 66 επ).
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα εξής: “Κατά το άρθ. 57 παρ.1 ΚΠΔ, αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διάφορος χαρακτηρισμός, και κατά την παράγραφο 3, αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για την ύπαρξη δεδικασμένου, πρέπει να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις: 1) αμετάκλητη απόφαση (ή Βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη, 2) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και, 3) ταυτότητα πράξεως, ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του. που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή. Ή "πράξη", κατά το άρθρο 57, νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο, διότι, και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό, πρόκειται περί της αυτής πράξεως, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα. Για την ταυτότητα της πράξεως, απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως, μόνον όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέστηκε. Στο κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, όπου κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλεια της, για την συνδρομή του στοιχείου της ταυτότητας των πράξεων απαιτείται σύμπτωση της χρονικής διάρκειας στην τέλεση αυτών.......... Τέλος, κατά το άρθρο 25 παρ. Ι του. Ν. 1882/1990 , όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. 1 ν. 2523/1997, η παραβίαση της προθεσμίας καταβολής, κατά τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά, χρεών προς το Δημόσιο, που είναι βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, εφόσον αυτή αναφέρεται στη μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων ή προκειμένου χρέη, που καταβάλλονται εφάπαξ, σε καθυστέρηση πέραν των δύο μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής τους, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου των αρμοδίων υπηρεσιών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το είδος του οφειλόμενου φόρου και το ποσό της ληξιπρόθεσμης οφειλής. Εξάλλου, κατά το άρθρο 18 του ίδιου Ν. 2523/1997, δυνάμει του οποίου διώκεται το αδίκημα της φοροδιαφυγής για μη απόδοση ή ανακριβή ΦΠΑ κλπ , κατά την παράγραφο 1 αυτού, όπως τροποποιήθηκε με την παράγραφο 2δ' του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011, όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.), δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει αυτούς, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές, τιμωρείται με ποινές κατά τις διακρίσεις των επόμενων εδαφίων της ίδιας παραγράφου του άρθρου αυτού, ανάλογα με το ποσό του οφειλόμενου φόρου. Από τις παραπάνω διατάξεις, συνάγεται ότι και οι δύο παραβάσεις προβλέπονται από τις ίδιες διατάξεις του Ν. 2523/1997, που αντικατέστησε τον Ν. 1882/1990, συγκροτούνται από τα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, τα οποία τελούν σε αδιάσπαστη ενότητα τόπου, χρόνου, τρόπου τέλεσης και υλικού αντικειμένου, τυποποιούνται με τον ίδιο τρόπο, όχι μόνο ως προς την αντικειμενική, αλλά και ως προς την υποκειμενική τους υπόσταση, αφού για την τεκμηρίωση και των δύο απαιτείται η. συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου του δόλου, φέρουν τον ίδιο νομικό χαρακτηρισμό, (φοροδιαφυγή) και αφορούν την προστασία του ίδιου έννομου αγαθού (διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου και ότι αφορά τη μη απώλεια εσόδων από φόρους κτλ δικαιώματα). Διαφέρουν μόνο, ως προς το είδος και το ύψος της ποινής, διαφοροποίηση η οποία δεν αναιρεί την ταυτότητα των παραβάσεων, ως προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 57 του Κ.Ποιν.Δ. Στην έννοια, λοιπόν, της φοροδιαφυγής που θεσπίζεται με το άρθρο 25 παρ. Ι του Ν. 1882/1990, περιλαμβάνεται και η μη απόδοση του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας , ως ειδικότερη μορφή φοροαποφυγής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το κατηγορητήριο αποδίδεται στον κατηγορούμενο ότι στη Θεσσαλονίκη και στους παρακάτω αναφερόμενους χρόνους με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και ειδικότερα ,ως διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής - εκτελεστικό μέλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα την Θέρμη Θεσσαλονίκης και αντικείμενο εργασιών τεχνικά έργα: 1) Το Φεβρουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατηθέντος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, του οποίου το ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 €, παρέλειψε να καταβάλει ποσό ΦΠΑ 1.995.035,94 €, το οποίο αντιστοιχούσε στη διαχειριστική περίοδο από 1-5-2006 έως 31-12-2006, Το δε ποσό του αναλογούντος φόρου προσδιορίστηκε με υπ’ αριθμ. 68/8-3-2007 προσωρινή πράξη προσδιορισμού Φ.Π.Α. 2) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολυμένων, δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, ενώ το ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000 €. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06, κατέβαλε σε απολυθέντες υπαλλήλους της εταιρίας αποζημιώσεις απολύσεως συνολικού ύψους 163.707,71€, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο εισοδήματος που παρακράτησε από τις αποζημιώσεις αυτές, συνολικού ποσού 12.741,53 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 1/27-2-2007 φύλλο ελέγχου επί παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολύσεως. 3) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του οφειλομένου φόρου εισοδήματος επί αμοιβών εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων, δεν απέδωσε αυτόν στα Δημόσιο, ενώ το ποσό του μη καταβληθέντος αυτού παρακρατουμένου φόρου υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06 η ανωτέρω εταιρία είχε καταβάλει σε εργολήπτες κάθε είδους τεχνικών έργων αμοιβές συνολικού ύψους 1.776.507,79 ευρώ αυτός δήλωσε καταβολές ύψους μόνο 204.948,02 € και έτσι δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων που αναλογεί στο αποκρυβέν ποσό των 1.571.559,77 ευρώ το οποίο είχε παρακρατήσει από τις αμοιβές αυτές, και για το οποίο ο αναλογούν και μη αποδοθείς φόρος ανέρχεται σε 47.146,76 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 2/27-2-07 φύλλο ελέγχου παρακρατουμένου φόρου επί εισοδημάτων εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων. 4) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του Φόρου Μισθωτών Υπηρεσιών (Φ.Μ.Υ) δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, ενώ το ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 €. Συγκεκριμένα ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06 απασχόλησε υπαλληλικό προσωπικό και κατέβαλε σε αυτό ακαθάριστες αμοιβές συνολικού ύψους 2.870.153,40 €, αυτός δήλωσε καταβολές ύψους μόνον 162.754,32 € και έτσι δεν απέδωσε στο Δημόσιο το Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών που αναλογεί στο αποκρυβέν ποσό των 2.707.399,08 €, το οποίο είχε παρακρατήσει από τις αμοιβές αυτές, και για το οποίο ο αναλογούν και μη αποδοθείς φόρος ανέρχεται σε 290.794,426 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. .../27.2.07 φύλλο ελέγχου παρακρατουμένου φόρου επί αμοιβών Μισθωτών Υπηρεσιών. 5) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του Φόρου Ελευθέρων Επαγγελματιών (Φ.Ε.Ε.), δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, ενώ το ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 75.000 €. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06 η ανωτέρω εταιρία είχε καταβάλει σε ελεύθερους επαγγελματίες αμοιβές συνολικού ύψους 927.940,41 €, αυτός δήλωσε καταβολές ύψους μόνον 394.631,25 € και έτσι δεν απέδωσε στο Δημόσιο το Φόρο εισοδήματος επί αμοιβών Ελευθέρων Επαγγελματιών που αναλογεί στο αποκρυβέν ποσό των 533.309,16 € το οποίο είχε παρακρατήσει από τις αμοιβές αυτές, και για το οποίο ο αναλογούν και μη αποδοθείς φόρος ανέρχεται σε 106.661,81 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. .../27-2-07 φύλλο ελέγχου παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αμοιβών σε ελεύθερους επαγγελματίες. Όλες οι ανωτέρω πράξεις προσδιορισμού οφειλομένων φόρων επιδόθηκαν προς την οφειλέτρια εταιρία και οριστικοποιήθηκαν με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας για άσκηση προσφυγής ή για διοικητική επίλυση της διαφοράς. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε ο κατηγορούμενος και αναγνώσθηκαν δημόσια αποδείχτηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος Ν. Ο. , ως διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής - εκτελεστικό μέλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", καταδικάστηκε σε δεύτερο βαθμό με την με αριθμ. 5429/2012 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, που κατέστη αμετάκλητη, όπως αποδεικνύεται από την 2-1-2014 υπηρεσιακή βεβαίωση του γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Αλκιβιάδη Παυλίδη, που τέθηκε στο αντίγραφό της , για παράβαση του άρθρου 25 παρ. Ι εδ. Δ’ του Ν.1882/1990, ήτοι, για μη καταβολή βεβαιωμένων οφειλών στο δημόσια κατ’ εξακολούθηση, ποσού 15.663.849,12 ευρώ, που αφορούσαν το χρονικό. διάστημα από 30-11-2006 έως και 30-3-2010. σε ποινή φυλάκισης πέντε (5) μηνών, με τριετή αναστολή. Στο ανωτέρω ποσό, για το οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν.1882/1990 ήτοι για μη καταβολή βεβαιωμένων οφειλών στο δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, όπως άλλωστε κατέθεσε και ο μάρτυρας κατηγορίας υπάλληλος της αρμόδια ΔΟΥ, περιλαμβάνονται και τα ως άνω επί μέρους ποσά του Φ.Π.Α. 1.995,035,94 ευρώ, Φόρου Εισοδήματος 12.741,53 ευρώ, Φόρου Εργοληπτών 47.14676 ευρώ, Φ.Μ.Υ. 290.794,426 ευρώ και ΦΕΕ 106,661,81 ευρώ, που δεν απέδωσε το έτος 2007 και συγκεκριμένα το Φεβρουάριο του 2007 το πρώτο, τον Ιανουάριο του 2007 το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο για την μη απόδοση των οποίων κατηγορείται στην υπό κρίση υπόθεση ότι διέπραξε φοροδιαφυγή με τη μορφή του άρθρο 18 του. Ν. 2523/1997. Επομένως, εν προκειμένω, για τα ανωτέρω ποσά του ΦΠΑ, Φόρου Εισοδήματος, Φόρου Εργοληπτών και Φ.Μ.Υ, υφίσταται ταυτότητα πράξης. η οποία χαρακτηρίστηκε ως φοροδιαφυγή, την πρώτη φορά με τη μορφή της παράβασης του άρθρου 25 παρ. Ι του Ν. 1882/1990 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ. Ι του Ν. 2523/1997, της μη καταβολή βεβαιωμένων οφειλών στο δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και τη δεύτερη με τη μορφή της παράβασης του άρθρο 18 του Ν. 2523/1997, της μη απόδοσης ΦΠΑ. Επομένως, αποδεικνύεται με ότι με την ως ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε αμετάκλητα για την παράβαση του αρθ 25 παρ. Ι του Ν.1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 23 παρ Ι του Ν. 2523/1997, και συνεπώς γεννάται δεδικασμένο από αυτή, το οποίο, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, καθιστά απαράδεκτη την για δεύτερη φορά άσκηση ποινικής δίωξης κατά του κατηγορουμένου ήτοι αυτής που ασκήθηκε εναντίον του για την υπό κρίση παράβαση του άρθρο 18 του Ν. 2523/1997, της μη απόδοσης ΦΠΑ. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε κατά του κατηγορουμένου τη δεύτερη φορά λόγω δεδικασμένου, δεκτού γενομένου ως βασίμου του σχετικού ισχυρισμού του τελευταίου...".
Σύμφωνα, όμως, με όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη, η αξιόποινη πράξη για την οποία κατηγορείται ο κατηγορούμενος ήτοι αποφυγή πληρωμής ΦΠΑ και φόρων (αρθρ.17 και 18 §1 Ν.2523/97, που υπερβαίνουν το ποσό των 100.000 ευρώ κατά τον νεώτερο νόμο), συρρέει αληθώς με την ως άνω αξιόποινη πράξη μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο (άρθρ. 25 Ν. 1882/90), για την οποία είχε καταδικαστεί αμετάκλητα, ώστε να μη παράγεται δεδικασμένο από την αμετάκλητη καταδίκη του για την τελευταία, που να εμποδίζει την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης. Επομένως, συντρέχει περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής νόμου και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε' ΚΠΔ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η απόφαση στο σύνολό της και παραπεμφθεί προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (αρθ. 519 ΚΠΔ) η υπόθεση, εκτός από τα στοιχεία 2 και 3 μέρη της κατηγορίας όπως εκτίθεται ανωτέρω, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκείνων που δίκασαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 518 παρ.1 εδ.α' ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 50 ν. 3160/2003, "αν ασκηθεί αναίρεση επειδή έχει γίνει εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης, ο Άρειος Πάγος δεν παραπέμπει την υπόθεση αλλά εφαρμόζει τη σωστή ποινική διάταξη και, αν δεν υπάρχει αξιόποινη πράξη, κηρύσσει αθώο τον κατηγορούμενο". Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε, κηρύχθηκε απαράδεκτη η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, για μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και για τις άνω υπό στοιχεία δύο (2) και τρία (3) κατηγορίες ότι, δηλαδή, αυτός 1) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου και γενικού διευθυντή - εκτελεστικού μέλους της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα την Θέρμη Θεσσαλονίκης και αντικείμενο εργασιών τεχνικά έργα, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολυμένων, δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, ενώ το ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000 €. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06, κατέβαλε σε απολυθέντες υπαλλήλους της εταιρίας αποζημιώσεις απολύσεως συνολικού ύψους 163.707,71€, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το Φόρο εισοδήματος που παρακράτησε από τις αποζημιώσεις αυτές, συνολικού ποσού 12.741,53 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 1/27-2-2007 φύλλο ελέγχου επί παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολύσεως. 3) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του οφειλομένου φόρου εισοδήματος επί αμοιβών εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων, δεν απέδωσε αυτόν στα Δημόσιο, ενώ το ποσό του μη καταβληθέντος από αυτούς παρακρατουμένου φόρου υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06 η ανωτέρω εταιρία είχε καταβάλει σε εργολήπτες κάθε είδους τεχνικών έργων αμοιβές συνολικού ύψους 1.776.507,79 ευρώ αυτός δήλωσε καταβολές ύψους μόνο 204.948,02 € και έτσι δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων που αναλογεί στο αποκρυβέν ποσό των 1.571.559,77 ευρώ το οποίο είχε παρακρατήσει από τις αμοιβές αυτές, και για το οποίο ο αναλογούν και μη αποδοθείς φόρος ανέρχεται σε 47.146,76 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 2/27-2-07 φύλλο ελέγχου παρακρατουμένου φόρου επί εισοδημάτων εργοληπτών τεχνικών έργων, ήτοι για πράξεις οι οποίες, μετά την ισχύ του αρθ. 66 παρ .3 ν. 4337/2015 (όπως εισήχθη με το αρθ. 8 ίδιου νόμου 4337/2015), είναι ανέγκλητες, αφού συνολικά οι οφειλόμενοι φόροι για την διαχειριστική περίοδο του 2006 ανέρχονται στο ποσό των 59.888,29 ευρώ, ενώ το κατώτατο προβλεπόμενο ανά διαχειριστικό έτος είναι εκείνο των 100.000 ευρώ και πρέπει, κατ’ εφαρμογή της νεώτερης αυτής διάταξης (αρθ. 8 ν. 4337/2015), ως ευνοϊκότερης για τον αναιρεσείοντα, να κηρυχθεί αθώος κατά τα ειδικότερο και στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 182/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου (επί των κακουργημάτων) Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές προκειμένου να δικαστεί εκ νέου κατά τούτο .
Κηρύσσει αθώο των κατηγορούμενο-αναιρεσίβλητο για το ότι αυτός 1) Τον Ιανουάριο του 2007, ως διευθύνων σύμβουλος και γενικός διευθυντής - εκτελεστικό μέλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", με έδρα την Θέρμη Θεσσαλονίκης και αντικείμενο εργασιών τεχνικά έργα, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολυμένων, δεν απέδωσε αυτόν στο Δημόσιο, ενώ το ποσό του φόρου αυτού υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000 €. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06, κατέβαλε σε απολυθέντες υπαλλήλους της εταιρίας αποζημιώσεις απολύσεως συνολικού ύψους 163.707,71€, δεν απέδωσε στο Δημόσιο το Φόρο εισοδήματος που παρακράτησε από τις αποζημιώσεις αυτές, συνολικού ποσού 12.741,53 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 1/27-2-2007 φύλλο ελέγχου επί παρακρατουμένου φόρου εισοδήματος επί αποζημιώσεων απολύσεως. 2) Τον Ιανουάριο του 2007, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, και για λογαριασμό της ανωτέρω εταιρίας, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή προς το Δημόσιο του οφειλομένου φόρου εισοδήματος επί αμοιβών εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων, δεν απέδωσε αυτόν στα Δημόσιο, ενώ το ποσό του μη καταβληθέντος αυτού παρακρατουμένου φόρου υπερβαίνει σε ετήσια βάση τα 3.000. Συγκεκριμένα, ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο από 1/5/06 έως 31/12/06 η ανωτέρω εταιρία είχε καταβάλει σε εργολήπτες κάθε είδους τεχνικών έργων αμοιβές συνολικού ύψους 1.776.507,79 ευρώ αυτός δήλωσε καταβολές ύψους μόνο 204.948,02 € και έτσι δεν απέδωσε στο Δημόσιο το φόρο εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων που αναλογεί στο αποκρυβέν ποσό των 1.571.559,77 ευρώ το οποίο είχε παρακρατήσει από τις αμοιβές αυτές, και για το οποίο ο αναλογούν και μη αποδοθείς φόρος ανέρχεται σε 47.146,76 €, όπως προσδιορίστηκε με το υπ’ αριθ. 2/27-2-07 φύλλο ελέγχου παρακρατουμένου φόρου επί εισοδημάτων εργοληπτών κάθε είδους τεχνικών έργων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Δεκεμβρίου 2015. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 19 Ιανουαρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                                   Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια