
973/2015 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 661996)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Ναρκωτικά. Από κοινού αγορά, εισαγωγή στην Επικράτεια, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης των εν λόγω πράξεων κατ΄επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Μέσα ...
αποδείξεως. Απαγόρευση αποδεικτικής αξιολόγησης απολογίας συγκατηγορουμένου για την κρίση περί ενοχής. Το Δικαστήριο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά και μόνο στην απολογία - μαρτυρία του συγκατηγορουμένου. Ελλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία. Αιτιολογημένη η στοιχειοθέτηση του εγκλήματος του άρθρ. 187 παρ. 1 ΠΚ. Δομημένη ομάδα με πραγματοπαγή, και όχι προσωποπαγή χαρακτήρα με διάρκεια δράσης και με συμμετοχή 3 τουλάχιστον προσώπων. Ισχυρισμοί αυτοτελείς. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αορίστως προβλήθηκε, αφού δεν αναφέρθηκαν περιστατικά πέραν της συνηθισμένης διαγωγής του αναιρεσείοντα ως κρατουμένου. Αίτημα αναβολής για κρείσσονες αποδείξεις και δη για κλήτευση μαρτύρων και αποδεικτική αξιοποίηση εγγράφων (e-mail). Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος κλητεύσεως μαρτύρων. Αιτιολογημένη απόρριψη αιτήματος προσκομιδής των αιτηθέντων e-mails, αφού αφ΄ενός μετά την πάροδο 7 ετών δεν ήταν δυνατή η άντληση των αναγκαίων πληροφοριών από τις παρόχους τηλεφωνικές εταιρείες και αφ΄ετέρου ο κατηγορούμενος κατά την προδικασία είχε τη δυνατότητα να ζητήσει δια του Εισαγγελέως την άρση του απορρήτου και την ανάγνωση όλων των e-mails. Επιεικέστερος ποινικός νόμος ο ν. 4139/2013 της κατ΄επάγγελμα τελέσεως, αφού αξιώνει το πρόσθετο στοιχείο του προσδοκωμένου οφέλους των 75.000 €. Αυτεπάγγελτη εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου από τον ΑΠ. Ωστόσο είναι πρόδηλο πως εν προκειμένω πληρούται η πρόσθετη αυτή προϋπόθεση. Επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας. Η επιβαρυντική αυτή περίσταση δεν περιλαμβάνεται πλέον στις διακεκριμένες και, ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις του νέου νόμου. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄αριθ. 2196-3144/2011 απόφαση του Πεντ. Εφ. Αθηνών κατά το μέρος που αφορά στην επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας απαλείφοντας τη σχετική διάταξη. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναίρεση. Παραπέμπει ως προς το κεφάλαιο της ποινής.(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Συγκρότηση εγκληματικής οργάνωσης. Ναρκωτικά. Από κοινού αγορά, εισαγωγή στην Επικράτεια, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης των εν λόγω πράξεων κατ΄επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης των ως άνω εγκλημάτων. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Υπεράσπιση - υπερασπίσεως δικαιώματα. Μέσα ...
ΑΡΙΘΜΟΣ 973/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γ. Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Βασιλάκη, Μαρία Γαλάνη-Λεοναρδοπούλου, Πάνο Πετρόπουλο (κωλυομένης της Αρεοπαγίτου Χρυσούλας Παρασκευά) και Αρτεμισία Παναγιώτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Μαΐου 2015, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Βασιλικής Θεοδώρου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον ..., περί αναιρέσεως της 2196-3144/2011 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με παρεμβαίνουσα Εταιρεία την εταιρία "...................", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη στο ακροατήριο.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. 7280/7-10-2013 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1204/2013.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 7-10-2013 και με αριθμ. πρωτ. 7280/7-10-13 αίτηση του Ν. Κ. του Θ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2196-3144/11 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.
Κατά την παρ. 1 του άρθρου 187 του Π Κ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2928/01 και τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3064/02, με κάθειρξη μέχρι 10 ετών τιμωρείται όποιος συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 207....... του ΠΚ, όπως επίσης περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, όπλων, εκρηκτικών υλών.... Κατά δε την παρ. 5 του ιδίου άρθρου, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της παραγράφου 1, ενώνεται με άλλον για να διαπράξει κακούργημα (συμμορία) τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 6 μηνών. Με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται ο υπαίτιος αν η κατά το προηγούμενο εδάφιο ένωση έγινε για τη διάπραξη πλημμελήματος, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με το οποίο επιδιώκεται οικονομικό ή άλλο υλικό όφελος ή προσβολή της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της γενετήσιας ελευθερίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι η εγκληματική ομάδα της παρ. 1 διαστέλλεται από αυτή της παρ. 5 με βάση τρία κριτήρια, ένα ποιοτικό (δομημένη ομάδα), ένα ποσοτικό (τρία ή περισσότερα πρόσωπα) και ένα χρονικό (διάρκεια δράσης). Συγκρότηση της εγκληματικής οργάνωσης είναι η καθοδηγητική και κατευθυντήρια συμβολή στη δημιουργία της. Μέλος της οργάνωσης αυτής είναι εκείνος, που υποτάσσει τη βούλησή του στην οργάνωση χωρίς να είναι αναγκαία και η προσωπική συμμετοχή του στις κατ’ ιδίαν πράξεις της οργάνωσης. Δομημένη ομάδα είναι εκείνη που δεν σχηματίζεται περιστασιακά για τη διάπραξη ενός εγκλήματος αλλά συγκροτείται για να έχει διαρκή δράση, ενώ υποκειμενικώς απαιτείται δόλος κάθε μέλους να θέλει την ένταξή του στην εγκληματική οργάνωση, ήτοι απαιτείται κάθε μέλος να έχει ως σκοπό ‘ τη διάπραξη περισσοτέρων από ένα κακουργημάτων, που αναφέρονται στη διάταξη της παρ. 1 (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο ειδικός δε αυτός δόλος νοείται συνολικός (ενιαίος) δηλ. τα μέλη να έχουν προαποφασίσει ήδη κατά την ίδρυση της οργάνωσης ότι η δράση τους θα εκδηλωθεί σε βάθος χρόνου με την τέλεση περισσοτέρων κακουργημάτων και χωρίς να έχουν καταστρωθεί οι λεπτομέρειες κλπ των εγκλημάτων τούτων. Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 5 παρ. 1 α, β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως έχει αντικατασταθεί και ίσχυε κατά το χρόνο τελέσεως των πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων (Ιούνιος - Αύγουστος 2004), με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ, τιμωρείται όποιος αγοράζει, εισάγει στην επικράτεια, κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η εισαγωγή πραγματώνεται με την εντός των ορίων της Χώρας εισαγωγή των ναρκωτικών από την αλλοδαπή ενώ η κατοχή των ναρκωτικών ουσιών πραγματώνεται με τη φυσική εξουσίασή τους από το δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Τέλος, η μεταφορά, αντιδιαστελλόμενη προς τη "διαμετακόμιση", πραγματώνεται με τη μετακίνηση των ναρκωτικών από έναν τόπο σε άλλο με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο, ξένο ή ιδιόκτητο, δηλ. μεταφορά των ναρκωτικών ουσιών είναι η μέσα στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μετακίνηση τους, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο. Στα ναρκωτικά, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 3 Πιν. Β’ , αριθ. 3 του άνω νόμου 1729/87, περιλαμβάνεται και η κοκαΐνη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 του ιδίου ως άνω νόμου, όπως ίσχυε κατά τον ανωτέρω, ενδιαφέροντα εν προκειμένω, χρόνο "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) ευρώ μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 5, 6 και 7 του νόμου, αν, εκτός άλλων περιπτώσεων, ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος. Κατά δε το άρθρο 13 στοιχ. στ’ του ΠΚ, "κατ’ επάγγελμα τέλεση του εγκλήματος συντρέχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση της πράξης ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της πράξης προκύπτει σκοπός του δράστη για πορισμό εισοδήματος...", ενώ ιδιαίτερα επικίνδυνος χαρακτηρίζεται ο δράστης όταν, από τη βαρύτητα της πράξεως, τον τρόπο και τις συνθήκες τελέσεώς της, τα αίτια που τον ώθησαν και την προσωπικότητά του, μαρτυρείται αντικοινωνικότητα αυτού και σταθερή ροπή του προς διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμετόχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις (αποδεικτικά μέσα) που τα θεμελίωσαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά. Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Οταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Στην περίπτωση καταδίκης κατηγορουμένου για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών με τις επιβαρυντικές περιστάσεις του ανωτέρω άρθρου 8, η απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, πρέπει να καταλαμβάνει και αυτές (επιβαρυντικές περιστάσεις). Επίσης, η αιτιολογία αυτή πρέπει να εκτείνεται και στους προταθέντες παραδεκτά αυτοτελείς ισχυρισμούς εκ μέρους του κατηγορουμένου, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και αυτός περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ. Τέλος, κατά το άρθρο 211Α ΚΠΔ "μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου". Από τη διάταξη αυτή, η παραβίαση της οποίας επιφέρει απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ Δ’ του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι εισάγεται απαγόρευση αποδεικτικής αξιοποίησης για την καταδίκη του κατηγορουμένου της μαρτυρικής κατάθεσης ή της απολογίας συγκατηγορουμένου, καθώς και των μαρτυρικών καταθέσεων άλλων προσώπων, τα οποία ως μοναδική πηγή πληροφόρησής τους έχουν τον συγκατηγορούμενο. Το ανωτέρω άρθρο 211Α ΚΠΔ δεν εισάγει ευθεία αποδεικτική απαγόρευση, αλλά στην πραγματικότητα είναι κανόνας αξιολόγησης των αποδεικτικών στοιχείων, ο οποίος λειτουργεί διευκρινιστικά και συμπληρωματικά στη βασική αρχή του άρθρου 177 ΚΠΔ, την οποία δεν καταλύει, ούτε άλλωστε απαγορεύει την αξιοποίηση της μαρτυρικής κατάθεσης του συγκατηγορουμένου, η οποία δεν παύει να αποτελεί αποδεικτικό μέσο, απλώς παρέχεται οδηγία στο δικαστήριο να μην αρκείται στη μαρτυρία ή απολογία του συγκατηγορουμένου για την αναζήτηση της αλήθειας, αλλά να επεκτείνει την αναζήτησή του και σε άλλα στοιχεία και να προσπαθεί να τεκμηριώσει όσο το δυνατόν καλύτερα τη δικανική του πεποίθηση. Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επισκοπούμενα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που, δικάζοντας κατ’ έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ’ είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης, αναγνωσθέντα έγγραφα και απολογίες κατηγορουμένων), ότι, αναφορικά με τον αναιρεσείοντα Ν. Κ., αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ. υπήρξε ιστιοπλόος και από το 1986 απασχολείτο ως διευθυντής στις ναυτιλιακές εταιρείες που διατηρούσε στη ... της ...ς ο αδελφός του Σ.. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το καλοκαίρι του έτους 1987, αλλά συνέχισε να πραγματοποιεί ταξίδια στα νησιά αυτά, όπως και ο ίδιος συνομολογεί, τουλάχιστον μέχρι το έτος 1993. Αργότερα, και συγκεκριμένα το έτος 1998 διορίσθηκε από τον αδελφό του διευθυντής στη μαρίνα …, στην οποία ο Σ. Κ. διέθετε πλειοψηφικό πακέτο 60%, ενώ το υπόλοιπο 40% ανήκε σε δημοτική εταιρεία, θυγατρική του Δήμου…. Από την πλευρά του ο δεύτερος κατηγορούμενος Κ. Χ., ο οποίος, έχοντας γεννηθεί στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, φοίτησε ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. στο Πολυτεχνείο Αθηνών στη σχολή Ναυπηγών, χωρίς όμως να περατώσει τις σπουδές του, δημιούργησε το έτος 1984 φιλικές σχέσεις με το Δ. Κ., τρίτο αδελφό των Σ. και Ν. Κ., και άρχισε να απασχολείται ως βοηθός συντηρητή ιστιοφόρων στη μαρίνα .... Αργότερα, το έτος 1985 ή 1986 και ενώ ήταν ακόμη φοιτητής αγόρασε από τον Σ. Κ. ένα μικρό κότερο, το οποίο στη συνέχεια πώλησε. Λόγω της φιλικής σχέσεως που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των αδελφών Κ. και του δευτέρου κατηγορουμένου και ενόψει του γεγονότος ότι αυτός ήταν άριστος γνώστης όχι μόνο της αγγλικής και γαλλικής αλλά και της αραβικής γλώσσας, του προτάθηκε το έτος 1989 από τον Σ. Κ. να μεταβεί στην ..., και συγκεκριμένα στη ..., προκειμένου να αναλάβει διευθυντής των εκεί επιχειρήσεών του, θέση την οποία προσωρινά κάλυπτε ο ανεψιός του Ι. Μ., μετά την αποχώρηση του θείου του Ν. Κ. το έτος 1987. Έτσι, αμέσως μετά το γάμο του ο Κ. Χ. μετέβη στις 10-12-1989 μαζί με τη σύζυγό του Ε. Ν. στη ..., όπου και παρέμεινε μέχρι το έτος 1999, οπότε και έληξε η μεταξύ αυτού και του Σ. Κ. συνεργασία τους και επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με την οικογένειά του. Η συμφωνία τους πρόβλεπε την καταβολή μισθού στο δεύτερο κατηγορούμενο για την εργασία του ως συντηρητής σκαφών στις εκεί εγκαταστάσεις της εταιρείας, ενώ παράλληλα θα ήταν και συνεταίρος του Σ. Κ., αρχικά με ποσοστό 25%, το οποίο βαθμιαία ανήλθε σε 49%. Αιτία για τη λήξη της πολυετούς αυτής συνεργασίας μεταξύ δευτέρου κατηγορουμένου και Σ. Κ. αποτέλεσε το γεγονός ότι ο τελευταίος θεώρησε πως ο Κ. Χ. είχε υπεξαιρέσει από τα ταμεία της εταιρείας ένα αξιόλογο χρηματικό ποσό, το οποίο ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε μετατρέψει χωρίς να τον ενημερώσει σε ομόλογα, τα οποία και απέδωσε στην εταιρεία μετά από 3-4 ημέρες, αφότου ο Σ. Κ. διαμαρτυρήθηκε σ’ αυτόν για το έλλειμμα που παρουσίαζε το ταμείο. Με αφορμή τη λήξη της μεταξύ τους συνεργασίας ο Κ. Χ. μεταβίβασε στον Σ. Κ. το εταιρικό του μερίδιο και έλαβε ως αντάλλαγμα το ποσόν των 40.000.000 δρχ., το οποίο και του καταβλήθηκε τμηματικά τα επόμενα δύο έτη. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ο δεύτερος κατηγορούμενος αγόρασε από κοινού με άλλον ένα φορτηγό σκάφος, διαθέτοντας προς τούτο το μερίδιο από τα χρήματα που κληρονόμησε η σύζυγός του μετά το θάνατο του πατέρα της, πλην όμως η εκμετάλλευση του σκάφους αυτού δεν υπήρξε επιτυχής, γιατί το πλοίο καταστράφηκε από πυρκαγιά, χωρίς να τους καταβληθεί αποζημίωση από την ασφαλιστική του εταιρεία. Κατόπιν τούτου ο δεύτερος κατηγορούμενος, μη έχοντας άλλη δυνατότητα, ασχολήθηκε εκ νέου με αυτό που είχε μάθει να κάνει από φοιτητής, τη συντήρηση σκαφών, και για το σκοπό αυτό εργάσθηκε σε διάφορες ναυτιλιακές εταιρείες, όπως αυτές των πλοιοκτητών Ν. και Β.. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν αυτής της 10ετούς συνεργασίας του δευτέρου κατηγορουμένου με την οικογένεια των αδελφών Κ., δημιουργήθηκε μεταξύ των δύο πρώτων κατηγορουμένων σχέση εμπιστοσύνης και φιλίας, η οποία αναπτύχθηκε εξαιτίας και του ενδιαφέροντος και των δύο για τα ιστιοφόρα σκάφη αλλά και της επαφής τους στη ..., αφού, όπως αναφέρθηκε παραπάνω και δεν αμφισβήτησε και ο πρώτος κατηγορούμενος, μετέβαινε αυτός στη ... τουλάχιστον μέχρι το έτος 1993. Τους πρώτους μήνες μάλιστα του 2002, στο χώρο της μαρίνας ... ο δεύτερος κατηγορούμενος, όπως ισχυρίσθηκε στην απολογία του και η οποία κρίνεται πειστική ως προς το σημείο αυτό, γνώρισε μέσω του Ν. Κ. τον διεθνούς φήμης σήμερα έμπορο ναρκωτικών Β. Σ., Ρώσο υπήκοο, ελληνικής καταγωγής κατά πάσα πιθανότητα, ο οποίος κυκλοφορεί με διάφορα ονόματα και τυγχάνει καταζητούμενος από τις διωκτικές αρχές πολλών χωρών σε όλο τον κόσμο. Ο τελευταίος, έχοντας πληροφορηθεί ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε εργασθεί κατά το παρελθόν στη ..., του πρότεινε να συνεργασθούν για τη μεταφορά χαπιών ... από την .... Στην πρόταση αυτή δεν δόθηκε συνέχεια, πλην όμως μετά ενάμισι έτος περίπου, και συγκεκριμένα την 25-9-2003, ο πρώτος κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο δεύτερο και του ζήτησε να μεταβεί στην … για κάποια προσωπική τους υπόθεση. Πράγματι, την επομένη ο δεύτερος κατηγορούμενος, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του και το παιδί τους μετέβησαν στην … και διανυκτέρευσαν για ένα βράδυ στο ξενοδοχείο "...". Την επομένη οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στο σαλόνι του ξενοδοχείου και εκεί κατέστρωσαν το σχέδιο για τη μεταφορά και εισαγωγή στην Ελλάδα ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από κοινού με τον Β. Σ., που θα αγόραζε για λογαριασμό όλων τη σχετική ποσότητα από … εμπόρους. Μάλιστα ο Ν. Κ., ως διευθυντής της μαρίνας… , ήταν το πρόσωπο που θα εξασφάλιζε τον κατάπλου του σκάφους που θα μετέφερε τα ναρκωτικά, ώστε να ολοκληρωθεί με επιτυχία η εισαγωγή τους στην ελληνική επικράτεια. Προκειμένου να υλοποιηθεί η απόφαση αυτή, ώστε το εγκληματικό τους σχέδιο να στεφθεί από επιτυχία, αποφασίσθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος να μεταβεί στη ..., με το σκοπό όπως από κοινού με τον Β. Σ. οργανώσουν την αγορά που από κοινού είχαν αποφασίσει και οι τρεις και την ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών στη χώρα. Για τη μεταφορά των ναρκωτικών επέλεξαν το ιστιοφόρο σκάφος "...", το οποίο βρισκόταν στο λιμάνι της ...ς και το είχε αγοράσει ο Γ. Α. από τη ναυτιλιακή εταιρεία με την επωνυμία "......... με παρακράτηση κυριότητας. Το σκάφος αυτό ωστόσο είχε ανάγκη επισκευής και δεν ήταν αξιόπλοο για να πραγματοποιήσει ένα τόσο μεγάλο ταξίδι. Κατόπιν αυτού ο δεύτερος κατηγορούμενος πρότεινε στον τέταρτο κατηγορούμενο K. Z. να αναλάβει τη συντήρηση του σκάφους αυτού, μεταβαίνοντας στην .... Ο Κ. Χ. γνώριζε τον K. Z. από το έτος 2000, δεδομένου ότι τον είχε πλήρωμα και στο σκάφος που είχε αγοράσει μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τον Σ. Κ. και κάηκε, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συνεργάσθηκε δε μαζί του και στη συνέχεια, όταν ο δεύτερος κατηγορούμενος άρχισε να απασχολείται ως συντηρητής σκαφών στην εταιρεία Ν. στη .... Ο K. Z. αποδέχθηκε την πρόταση αυτή και μαζί με το δεύτερο κατηγορούμενο μετέβησαν αεροπορικώς στη ... στις 10-12-2003, αμέσως δε μετά την άφιξή του εκεί ανέλαβε από κοινού με τον Κ. Χ. τη συντήρηση τόσο του σκάφους "...", όσο και του αδελφού σκάφους "...", που βρισκόταν επίσης στη .... Κατά τη χρονική αυτή στιγμή ο δεύτερος κατηγορούμενος δεν είχε ενημερώσει τον τέταρτο κατηγορούμενο ότι το σκάφος "..." προοριζόταν μετά την επισκευή του να χρησιμεύσει για τη μεταφορά ναρκωτικών στην Ελλάδα, αλλά, όπως ο ίδιος ο K. Z. παραδέχθηκε στην προανακριτική του απολογία, η σχετική ενημέρωση έγινε δύο μήνες περίπου αργότερα, τον Φεβρουάριο 2004, όταν ο Κ. Χ. είχε εξασφαλίσει και τον ιστιοπλόο (skipper), που θα οδηγούσε το σκάφος στην Ελλάδα, και τον οποίο βρήκε τελικά στο πρόσωπο του τρίτου κατηγορουμένου Ρ. - Ρ. Ρ.. Στο μεταξύ, πριν την επιστροφή του στην Ελλάδα ο δεύτερος κατηγορούμενος, έχοντας κατά νου ότι ο προορισμός του "..." ήταν να μεταφέρει ναρκωτικά, φρόντισε και αφαιρέθηκε από το σκάφος μια δεξαμενή νερού, προκειμένου στο δημιουργούμενο χώρο να κρύψουν μέρος της ποσότητας των ναρκωτικών που επρόκειτο να μεταφερθούν στη χώρα. Στα πλαίσια λοιπόν αναζητήσεως του κατάλληλου κυβερνήτη για το σκάφος, ο δεύτερος κατηγορούμενος αρχές Ιανουαρίου 2004 επέστρεψε στην Ελλάδα, με σκοπό να συναντήσει τον ιστιοπλόο Κ. στη …, προκειμένου να αναλάβει αυτός τη μεταφορά του "..." από την ... στην Ελλάδα, πλην όμως η προσπάθειά του αυτή απέτυχε. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη …και ενώ προσπαθούσε να βρει τον Κ., γνώρισε τον τρίτο κατηγορούμενο, που ήταν γνωστός του Κ., και όταν κατά τη διάρκεια της συζητήσεως ο δεύτερος κατηγορούμενος πληροφορήθηκε ότι ο Ρ. Ρ. αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, άρπαξε την ευκαιρία και του πρότεινε να είναι αυτός που θα οδηγήσει το "..." από την ... στην Ελλάδα, ενημερώνοντάς τον ταυτόχρονα ότι με το σκάφος αυτό θα μεταφερόταν και μικρή σχετικά ποσότητα ναρκωτικών, και συγκεκριμένα κοκαΐνη βάρους αρχικά 10 χγρ. και στη συνέχεια 100 χγρ., όπως του ανακοίνωσε, και όχι ενός τόνου, όπως τελικά μεταφέρθηκε. Ο τρίτος κατηγορούμενος, αφού μεσολάβησαν μερικές συναντήσεις και μετά τους πρώτους δισταγμoύς και αρνήσεις, έχοντας και το δέλεαρ της αμοιβής ύψους 500.000 ευρώ, δέχθηκε την πρόταση του δευτέρου κατηγορουμένου να οδηγήσει ως κυβερνήτης το ιστιοφόρο σκάφος "..." από τη ... στην Ελλάδα, γνωρίζοντας ότι αυτό θα είχε ως φορτίο κοκαΐνη βάρους 100 χγρ. τουλάχιστον, αν και όπως παραδέχθηκε και ο ίδιος στην απολογία του, το ύψος της αμοιβής ήταν τέτοιο που από την πρώτη στιγμή υποψιάσθηκε ότι επρόκειτο για πολύ μεγαλύτερη ποσότητα. Μετά τη συμφωνία αυτή ο τρίτος κατηγορούμενος, με υπόδειξη και του δευτέρου άρχισε να αναζητεί κάποιο γυναικείο πρόσωπο, που θα τον συνόδευε στα ταξίδι του από τη ... στην Ελλάδα και την οποία θα χρησιμοποιούσε ως "βιτρίνα", για να μη κινήσουν τις υποψίες των αρχών κατά τη διάρκεια ενός τόσο μεγάλου πλου. Τελικά, για το σκοπό αυτό βρήκε την πέμπτη κατηγορουμένη Ε. Ε., η οποία ήταν ιστιοπλόος και εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα λόγω του πρόσφατου θανάτου του πατέρα της και η οποία επιθυμούσε διακαώς να μεταβεί σε κάποιο από τα νησιά της ...ς και να διασχίσει με ιστιοφόρο τον .... Έτσι, στις 3 Μαρτίου 2004 οι τρίτος και πέμπτη κατηγορούμενοι μετέβησαν αεροπορικώς στη ..., χωρίς η Ε. Ε. να γνωρίζει τις ιδιαίτερες συμφωνίες που είχαν γίνει μεταξύ των τριών πρώτων κατηγορουμένων για τη μεταφορά ναρκωτικών από την ... στην Ελλάδα. Στη ... οι τρίτος και πέμπτη κατηγορούμενοι συνάντησαν τον Κ. Χ., που είχε επιστρέψει εκεί λίγες ημέρες νωρίτερα, και γνώρισαν τον τέταρτο κατηγορούμενο K. Z.. Οι τρεις άνδρες συνέχισαν τη συντήρηση και επισκευή του "...", προκειμένου αυτό να είναι αξιόπλοο για το σκοπό που είχαν αποφασίσει, ενώ η Ε. Ε. ασχολείτο με κολύμπι στη θάλασσα και εκδρομές στο εσωτερικό του νησιού, όλοι μαζί δε διέμεναν στο σκάφος. Κατά μήνα Μάιο 2004 εμφανίσθηκε στη ... και ο Β. Σ., για να γνωρίσει το πλήρωμα του σκάφους και να ρυθμίσει τις τελικές λεπτομέρειες για τη μεταφορά των ναρκωτικών. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει και ο Ρ. Ρ., ο οποίος αναγνώρισε στις φωτογραφίες του Β. Σ., που του επέδειξαν οι διωκτικές αρχές της χώρας μετά τη σύλληψή του, το πρόσωπο που είχαν υποδεχθεί μαζί με τον Κ. Χ. στο αεροδρόμιο της ...ς και τον είχαν οδηγήσει στο ξενοδοχείο. Τελικά, το "..." ήταν έτοιμο προς απόπλου στα τέλη Μαΐου 2004 και κατά τη διάρκεια του Ιουνίου 2004 πραγματοποίησε δοκιμαστικό πλου μέχρι τον ..., προκειμένου να ελεγχθεί η αξιοπλοΐα του σε συνθήκες ανοικτής θάλασσας.
Την 1 Ιουλίου 2004 το ιστιοφόρο "..." με κυβερνήτη τον τρίτο κατηγορούμενο και πλήρωμα τον τέταρτο κατηγορούμενο και συνεπιβάτιδα την πέμπτη κατηγορουμένη απέπλευσε από το λιμάνι της ...ς, χωρίς ακόμη να έχουν φορτωθεί σ’ αυτό τα ναρκωτικά, που είχαν προγραμματίσει οι πρώτος και δεύτερος κατηγορούμενοι σε συνεργασία με το Β. Σ.. Τελικά η φόρτωση των ναρκωτικών έγινε μετά τον απόπλου του σκάφους από την ... στην ανοικτή θάλασσα. Και είναι μεν αληθές ότι οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι ισχυρίζονται ότι η φόρτωση των ναρκωτικών έγινε μεν στην ανοικτή, θάλασσα, πλην όμως πριν την αναχώρησή τους από το λιμάνι της ...ς για την Ελλάδα, και ότι το πλοίο αναχώρησε την 1-7-2004 έμφορτο, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός από το δικαστήριο. Αντιθέτως, η φόρτωση του σκάφους στα ανοικτά του ... ωκεανού μετά την αναχώρηση του πλοίου από τη ... επιβεβαιώνεται συμπερασματικά από τους μάρτυρες Σ. Α. και Γ. Τ., αλλά κυρίως από τη συμπληρωματική κατάθεση ενώπιον του δικαστηρίου του μάρτυρα Ε. Σ., ο οποίος ανέφερε ότι από σχετική έρευνα στο αρχείο της υπηρεσίας του διαπίστωσε ότι το "..." απέπλευσε από το λιμάνι της ...ς κατά το διάστημα από 17-27/6/2004 με προορισμό τον ..., όχι για να πραγματοποιήσει δοκιμαστικό πλου, όπως ισχυρίστηκαν οι κατηγορούμενοι, αλλά με σκοπό να φορτώσει τα ναρκωτικά, πλην όμως το εγχείρημα δεν κατέστη δυνατό και έτσι επέστρεψε άπρακτο στο λιμάνι της ...ς, για να συμπληρώσει την κατάθεσή του λέγοντας ότι η φόρτωση πραγματοποιήθηκε τελικά μετά την 1-7-2004 στην ανοικτή θάλασσα και αφού το σκάφος είχε αποπλεύσει από το λιμάνι της ...ς. Την ποσότητα αυτή των ναρκωτικών του ενός τόνου και πλέον οι τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι Ρ. Ρ. και K. Z., αντίστοιχα, απέκρυψαν επιμελώς στη δεξαμενή νερού, που είχαν αφαιρέσει ο Κ. Χ. και ο K. Z. κατά τη διάρκεια επισκευής και συντηρήσεως του σκάφους, στην ανθρωποθυρίδα της καμπίνας του κυβερνήτη, την οποία μάλιστα σφράγισαν και με σιλικόνη, καθώς και σε άλλα σημεία του σκάφους, όπως κάτω από το τραπέζι του σαλονιού, αφού σήκωσαν μέρος του πατώματος. Από την αρχή προορισμός του σκάφους αυτού ήταν η .... Αυτό επιβεβαίωσε κατά την απολογία του και ο τρίτος κατηγορούμενος και κυβερνήτης του σκάφους Ρ. Ρ., ο οποίος ανέφερε ότι όταν ήταν ακόμη στη ..., ο Κ. Χ. τον ενημέρωσε ότι το σκάφος θα ελλιμενισθεί στη μαρίνα της ...ς, ανεξάρτητα του ότι στις τοπικές αρχές δήλωσε ότι προορισμός ήταν η μαρίνα του ... στην Αθήνα. Ωστόσο, αν και στις προθέσεις των κατηγορουμένων δεν ήταν η προσέγγιση σε άλλα λιμάνια, τούτο κατέστη αναπόφευκτο κατ’ αρχάς λόγω βλάβης που παρουσίασε ο πίνακας των ηλεκτρολογικών του σκάφους, με συνέπεια να προσεγγίσουν στις ..., και στη συνέχεια λόγω ανάγκης ανεφοδιασμού στη ..., όπου παρέμειναν για λίγες ημέρες και βρήκε η πέμπτη κατηγορούμενη την ευκαιρία να τηλεφωνήσει στη μητέρα της και να προβεί σε ανάληψη χρημάτων από ATM τοπικής Τράπεζας. Στο μεταξύ ο Κ. Χ., ο οποίος είχε αναχωρήσει για την Ελλάδα αεροπορικώς πριν τον απόπλου του σκάφους από τη ..., μετέβη στην ..., για να προετοιμάσει το έδαφος για την άφιξη του σκάφους στην τοπική μαρίνα και τη μεταφορά των ναρκωτικών σε ασφαλές μέρος. Κατά την άφιξή του στην ... ο Κ. Χ. συναντήθηκε με τον πρώτο κατηγορούμενο στις 16, 17, 18 και 20-8-2004, προκειμένου να κανονίσουν τις λεπτομέρειες για την εκφόρτωση και μεταφορά των ναρκωτικών στο εσωτερικό της χώρας. Ο δεύτερος κατηγορούμενος μάλιστα έκλεισε ένα δωμάτιο στη ... για να αποθηκεύσουν εκεί τα ναρκωτικά, πλην όμως το δωμάτιο αυτό θεωρήθηκε από τον πρώτο κατηγορούμενο ότι δεν παρείχε ασφάλεια για μια τέτοια ενέργεια, γιατί ο χώρος ελεγχόταν από την ιδιοκτήτρια του δωματίου, και για το λόγο αυτό το συγκεκριμένο δωμάτιο παραχωρήθηκε προς διαμονή στην οικογένεια του Π. Χ., έβδομου κατηγορουμένου, αδελφού του δευτέρου, ο οποίος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω με λεπτομέρειες, επιστρατεύθηκε για να συνδράμει με το αυτοκίνητό του στην εκφόρτωση και αποθήκευση των ναρκωτικών. Κατόπιν τούτου, με πρωτοβουλία του ο πρώτος κατηγορούμενος από τη μαρίνα της ...ς έκλεισε δύο διαμερίσματα στην ίδια περιοχή, στη ..., στο συγκρότημα ενοικιαζομένων δωματίων με την επωνυμία "...", πλησίον της οικίας όπου διέμενε και ο ίδιος με την οικογένειά του. Παράλληλα, ο δεύτερος κατηγορούμενος, εκτιμώντας ότι θα απαιτηθούν μεταφορικά μέσα για τη μεταφορά των ναρκωτικών από το σκάφος μέχρι τα δωμάτια, φρόντισε και ειδοποίησε τον αδελφό του Π. να έλθει στην ... με το υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε., μάρκας SCODA FABIA, τύπου station wagon, ιδιοκτησίας της εταιρείας που εργαζόταν ο Π. Χ., προκειμένου με το όχημα αυτό να μεταφερθούν τα ναρκωτικά στο εσωτερικό της χώρας. Έτσι ο δεύτερος κατηγορούμενος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον αδελφό του Π. στις 17-8-2004 και του ζήτησε να μεταβεί στην ..., χωρίς αρχικά να του εξηγήσει οτιδήποτε είχε σχέση με τα ναρκωτικά. Ο έβδομος κατηγορούμενος έφθασε στην ... στις 18-8-2004 με το προαναφερόμενο όχημα, πλην όμως επειδή ο Κ. Χ. έκρινε ότι δεν θα επαρκούσε αυτό για τη μεταφορά του συνόλου της ποσότητας των ναρκωτικών, επέστρεψε στην Αθήνα για να μισθώσει όχημα τύπου VAN, γιατί στην ... απαιτούσαν για τη μίσθωση πιστωτική κάρτα και δεν μπορούσε να δώσει ως εγγύηση μετρητά. Κατά την επιστροφή του στην ... την 19-8-2004 πήρε μαζί του τη σύζυγο του Π. και το παιδί τους και τους εγκατέστησε στο δωμάτιο, που ο ίδιος είχε μισθώσει αρχικά στη ..., αλλά το είχε κρίνει ακατάλληλο για τη φύλαξη των ναρκωτικών ο Ν. Κ.. Επιπλέον, ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε ειδοποιήσει τον έκτο κατηγορούμενο G. U., με τον οποίο είχαν συνεργασθεί κατά το παρελθόν επαγγελματικά στις επισκευές και συντηρήσεις σκαφών και ο οποίος ήταν ιστιοπλόος, να μεταβεί στην ..., προκειμένου μετά την άφιξή του να οδηγήσει το σκάφος "..." από τη μαρίνα ...ς στο λιμάνι του .... Τελικά, το σκάφος, έμφορτο με ναρκωτικά, κατέπλευσε στη μαρίνα της ...ς την Κυριακή 22 Αυγούστου 2004 και περί ώρα 19.00.
Ο πρώτος κατηγορούμενος, προκειμένου να μη δημιουργηθούν υποψίες στο πρόσωπό του, λόγω της ιδιότητάς του ως διευθυντή της μαρίνας, σε περίπτωση που το εγχείρημα της εκφορτώσεως των ναρκωτικών δεν εξελισσόταν σύμφωνα με το σχέδιο που είχαν καταστρώσει, φρόντισε, αφού ενημέρωσε σχετικά τον δεύτερο κατηγορούμενο Κ. Χ. την προηγούμενη ημέρα της αφίξεως του πλοίου, δηλαδή την 21-8-2004, και αναχώρησε με δικό του ιστιοφόρο μαζί με την οικογένειά του και κάποια άλλα φιλικά τους ζευγάρια για ολιγοήμερες διακοπές στα .... Ωστόσο, το πρωί της 22-8- 2004 ενημέρωσε τηλεφωνικά για την επικείμενη άφιξη του σκάφους την καθαρίστρια της μαρίνας ... Α. Δ., η οποία κάθε Κυριακή απασχολείτο ως φύλακας στη μαρίνα με βάρδια από 08.00 έως 16.00, λέγοντας σ’ αυτήν ότι "ενδέχεται να έλθει σκάφος με βλάβη, να το βάλεις στη νηοδόχο", της συνέστησε δε να προβεί σε ανάλογη ενημέρωση για το σκάφος αυτό και στον επόμενο φύλακα σε περίπτωση που αυτό δεν ερχόταν κατά τη διάρκεια της δικής της βάρδιας. Λίγο πριν την είσοδο του σκάφους στο χώρο ελλιμενισμού της μαρίνας ο τρίτος κατηγορούμενος Ρ. Ρ. ενημέρωσε μέσω της συσκευής VHF τον επίσης φύλακα της μαρίνας Α. Β. ότι φθάνει με σκάφος στη μαρίνα και ότι αυτό παρουσιάζει βλάβη. Ο φύλακας τότε του απάντησε: "Ναι, το γνωρίζω, είναι εδώ ο Χ. και τα έχει κανονίσει όλα". Η απάντηση αυτή ήταν μια επιβεβαίωση στον τρίτο κατηγορούμενο ότι το σχέδιο εκτελείτο κανονικά και ότι εισερχόταν σε έναν ασφαλή χώρο, όπου δεν υπήρχε τουλάχιστον άμεσος κίνδυνος για την εκφόρτωση των ναρκωτικών. Έτσι το "..." μόλις εισήλθε στη μαρίνα οδηγήθηκε αμέσως στη νηοδόχο, όπου ήδη βρίσκονταν και τους περίμεναν ο Κ. Χ., ο K. Z. και ο G. U. Σε μικρή απόσταση από τη νηοδόχο που έδεσε το "..." είχαν ήδη σταθμεύσει τα υπ’ αριθμ. κυκλ. ... και ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, τα οποία οδήγησαν στη θέση αυτή κατόπιν υποδείξεως του δευτέρου κατηγορουμένου το μεν πρώτο ο αδελφός του Π., ο οποίος και αποχώρησε πριν την άφιξη του σκάφους, το δε δεύτερο ο ίδιος ο Κ. Χ.. Μετά τον ελλιμενισμό του σκάφους, πρώτη αποβιβάσθηκε από αυτό η πέμπτη κατηγορουμένη Ε. Ε. και κατευθύνθηκε προς την πόλη για να αγοράσει κάτι φαγώσιμο. Αμέσως μετά την απομάκρυνση της Ε. Ε. από το χώρο της μαρίνας οι κατηγορούμενοι Κ. Χ., Ρ. Ρ., K. Z. και G. U. εκφόρτωσαν από το πλοίο και με γρήγορες κινήσεις φόρτωσαν στα δύο αυτοκίνητα το σύνολο της ποσότητας των ναρκωτικών, που ήσαν συσκευασμένα αεροστεγώς μέσα σε ειδική ταινία και οι συσκευασίες αυτές σε ευμεγέθη τσουβάλια ή βαλίτσες. Τα δύο οχήματα με οδηγούς τον Κ. Χ. και τον G. U. κατευθύνθηκαν στη ..., στα δύο διαμερίσματα που είχαν μισθωθεί για λογαριασμό του πρώτου από τη μαρίνα ...ς στο συγκρότημα "...", όπου και τα φύλαξαν, ένα μέρος στη ντουλάπα του ενός δωματίου, άλλο μέρος στο parking του συγκροτήματος, ενώ ένα μικρότερο έμεινε μέσα στο SCODA FABIA.
Τον κατάπλου του σκάφους στην ... δεν αντιλήφθηκαν οι διωκτικές αρχές, παρά το γεγονός ότι οι πληροφορίες που είχαν περιελάμβαναν και την ..., και μάλιστα με πολλές πιθανότητες, ως έναν από τους τόπους προορισμού του στην Ελλάδα. Για πρώτη φορά ενημερώθηκαν οι αρχές ότι το "..." αφίχθη στη μαρίνα της ...ς, όταν την επομένη 23-8-2004 ο τρίτος κατηγορούμενος Ρ. Ρ. προσήλθε στο Λιμεναρχείο ... και δήλωσε τον κατάπλου του σκάφους. Αμέσως ενεργοποιήθηκαν όλα τα κλιμάκια των διωκτικών αρχών που βρίσκονταν στην ... (λιμενικοί, αστυνομικοί, η Δίωξη Ναρκωτικών) και συνέλαβαν αρχικά τους κατηγορουμένους Ρ. Ρ., Ε. Ε., K. Z. και G. U., οι οποίοι στις σχετικές ερωτήσεις που. τους τέθηκαν αρνήθηκαν οποιαδήποτε γνώση αυτών για μεταφορά και εισαγωγή ναρκωτικών στη χώρα, παραδέχθηκαν όμως ότι το προηγούμενο βράδυ κοιμήθηκαν όλοι στη .... Κατόπιν τούτου το μεσημέρι της ίδιας ημέρας (23-8-2004) αστυνομικοί αναζήτησαν στην παραλία της ... τους αδελφούς Κ. και Π. Χ. και όταν τους αναγνώρισαν με βάση τις περιγραφές που τους είχαν δοθεί, απέφραξαν την πορεία τους, θέτοντας ως εμπόδιο το αυτοκίνητο της Αστυνομίας, που έφερε συμβατικούς αριθμούς κυκλοφορίας. Ο Κ. Χ. κατάλαβε αμέσως ότι η Αστυνομία γνωρίζει για τα ναρκωτικά και ότι πρόθεση των αστυνομικών, που τους απέφραξαν το δρόμο, ήταν να τους συλλάβουν, και γι’ αυτό ο ίδιος μεν τράπηκε σε φυγή, πλην όμως συνελήφθη, ενώ ο Π. Χ. μέσα στη σύγχυσή του από την απρόσμενη αυτή εξέλιξη δεν αντιλήφθηκε την προτροπή του αδελφού του να πετάξει στη θάλασσα το κλειδί του αυτοκινήτου SCODA FABIA και αντ’ αυτού πέταξε κατά λάθος το κινητό του τηλέφωνο. Κατόπιν τούτου οι άνδρες της Δίωξης Ναρκωτικών βρήκαν στα θυλάκια του Π. Χ. το κλειδί του αυτοκινήτου, το οποίο και εντόπισαν σε μικρή απόσταση από το σημείο της συλλήψεώς τους. Στην έρευνα που ακολούθησε βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στο χώρο του αυτοκινήτου (πορτ - μπαγκάζ και πίσω καθίσματα) 146 κιλά και 610 γρμ. κοκαΐνης. Στη συνέχεια στη σωματική έρευνα που ακολούθησε στον ίδιο τον Κ. Χ. βρέθηκε στα θυλάκιά του το κλειδί του διαμερίσματος, στο οποίο είχε διαμείνει την προηγούμενη νύκτα, οπότε αναγκάσθηκε αυτός να υποδείξει το διαμέρισμα στο συγκρότημα "...", στο οποίο είχαν αποκρύψει τη μεγαλύτερη ποσότητα ναρκωτικών, συνολικού βάρους 710 χγρ. και 188 γρμ. κοκαΐνης. Από άλλο κλιμάκιο των διωκτικών αρχών συνελήφθη τελευταίος ο πρώτος κατηγορούμενος, ο οποίος βρισκόταν κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του σε ιστιοφόρο σκάφος στη θαλάσσια περιοχή των Κυθήρων. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κατά τη στιγμή της συλλήψεώς του δεν πρόβαλε την παραμικρή αντίσταση, ούτε εξέφρασε, λεκτικά έστω, την απορία του γιατί συλλαμβάνεται. Την επομένη ημέρα, και συγκεκριμένα την 24-8-2004, όταν πλέον όλοι οι κατηγορούμενοι έφθασαν στην Αθήνα κρατούμενοι της Αστυνομίας, προκειμένου να οδηγηθούν στον Εισαγγελέα για να τους απαγγελθεί κατηγορία, και ενώ είχε περατωθεί η αστυνομική προανάκριση στην ..., οι δεύτερος και τρίτος κατηγορούμενοι (Κ. Χ. και Ρ. Ρ.) αποκάλυψαν ότι υπήρχε και άλλη ποσότητα ναρκωτικών, που ήταν κρυμμένη στην παρακείμενη πιλοτή του συγκροτήματος ενοικιαζομένων δωματίων "...". Πράγματι, κλιμάκιο της Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών που μετέβη στην ... βρήκε στο σημείο που είχαν υποδείξει οι δύο κατηγορούμενοι 200 χγρ. κοκαΐνης, την οποία επίσης κατέσχεσαν. Παράλληλα, από την έρευνα που πραγματοποίησαν τα αστυνομικά όργανα διαπιστώθηκε ότι πλην των ναρκωτικών υπήρχαν στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου όπλα και πυρομαχικά, τα οποία, όπως και ο ίδιος δήλωσε κατά την απολογία του ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ανήκουν αποκλειστικά σ’ αυτόν και όχι και στον πρώτο κατηγορούμενο Ν. Κ.. Ειδικότερα, τα όπλα και πυρομαχικά που βρέθηκαν στην κατοχή του δευτέρου κατηγορουμένου ήσαν τα ακόλουθα: α) στο διαμέρισμά του στην ... ένα πολεμικό τουφέκι με σιγαστήρα και 371 φυσίγγια, β) στο υπ’ αριθμ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, μάρκας SCODA FABIA, ιδιοκτησίας της εταιρείας στην οποία εργαζόταν ο αδελφός του Π., αα) ένα πιστόλι MAKAROV με σιγαστήρα 7 φυσιγγίων πλήρη και 30 φυσίγγια, ββ) ένα πιστόλι BERETA με δύο σιγαστήρες, γγ) ένα περίστροφο RUGER πλήρες και δδ) μια χειροβομβίδα χωρίς πυροκροτητή, και γ) στην οικία του στην ... 87 φυσίγγια. Όλα τα παραπάνω όπλα και πυρομαχικά, που κατείχε ο δεύτερος κατηγορούμενος χωρίς άδεια της οικείας αστυνομικής αρχής, κατασχέθηκαν. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι τέσσερις πρώτοι κατηγορούμενοι, με βασικούς οργανωτές τους δύο πρώτους κατηγορουμένους και το μη συλληφθέντα Ρώσο υπήκοο Β. Σ. και με ηγετικό στέλεχος τον Κ. Χ., συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τον Σεπτέμβριο του έτους 2003. Στη συνέχεια κατά μήνα Φεβρουάριο 2004 ενέταξαν στην ομάδα αυτή τον τρίτο κατηγορούμενο Ρ. - Ρ. Ρ. και τον τέταρτο κατηγορούμενο K. Z., ως κυβερνήτη και μέλος του πληρώματος, αντίστοιχα, του ιστιοφόρου "...". Η οργάνωση αυτή είχε τα αναφερόμενα στο άρθρο 187 παρ. 1 ΠΚ στοιχεία, ώστε να χαρακτηρισθεί ως εγκληματική, και ειδικότερα: α) ήταν δομημένη ομάδα, είχε δηλαδή πραγματοπαγή και όχι προσωποπαγή χαρακτήρα, με την έννοια ότι τα μέλη της μπορούσαν να αντικατασταθούν ή να εναλλαχθούν. Ενόψει αυτού δεν υπήρχε ούτε προσωπική επικοινωνία όλων των μελών της οργάνωσης, ούτε πολύ περισσότερο συμμετοχή όλων στο σχεδιασμό του εγκληματικού εγχειρήματος, αλλά ήταν αρκετό ότι το κάθε μέλος γνώριζε πως συνεισφέρει διά της ασκήσεως των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί στην πραγμάτωση των στόχων της οργανώσεως, β) είχε διάρκεια δράσης, αφού ο σχεδιασμός του όλου εγχειρήματος άρχισε τον Σεπτέμβριο 2003 και ολοκληρώθηκε σχεδόν μετά ένα έτος, γ) την αποτελούσαν τρία τουλάχιστον ή και περισσότερα πρόσωπα, και ειδικότερα αυτά που αναφέρθηκαν παραπάνω, και δ) το υποκειμενικό της στοιχείο συνίστατο στην επιδίωξη τελέσεως περισσοτέρων κακουργημάτων από τα αναφερόμενα στο ίδιο άρθρο. Πράγματι, σκοπός της εγκληματικής αυτής οργανώσεως ήταν η αγορά στην περιοχή της ...ς, η μεταφορά και η εισαγωγή στη χώρα με το ως άνω ιστιοφόρο από τη νήσο ... μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, και μάλιστα κοκαΐνης, προκειμένου να την διαθέσουν σε τρίτα πρόσωπα με σκοπό το κέρδος, σε περίπτωση δε που το εγχείρημα ήταν επιτυχές, η επανάληψη ανάλογων εγχειρημάτων και στο μέλλον. Ενόψει αυτού του σκοπού είναι αδιάφορο στην προκειμένη περίπτωση, ποιος αγόρασε αυτή την ποσότητα ναρκωτικών, ποιος ήταν ο τελικός αποδέκτης, καθώς και εάν ολόκληρη αυτή η ποσότητα ή μέρος αυτής προοριζόταν για τον διαφεύγοντα τη σύλληψη Β. Σ. ή για τους ίδιους τους παρόντες κατηγορουμένους προσωπικά, αλλά είναι αρκετό ότι η ποσότητα αυτή των ναρκωτικών προοριζόταν για περαιτέρω διάθεση έναντι ανταλλάγματος. Ανεξαρτήτως όλων αυτών θα πρέπει να επισημανθεί ωστόσο ότι κυρίαρχο ρόλο στο σχεδιασμό και τέλεση των ως άνω εγκληματικών πράξεων είχαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, οι οποίοι κατέστρωσαν το ως άνω σχέδιο κατά τη συνάντησή τους στην ... την 26 Σεπτεμβρίου 2003. Ηγετικό ρόλο στον όλο σχεδιασμό είχε ο Κ. Χ., ο οποίος, λόγω των γνώσεών του σε ξένες γλώσσες, και κυρίως της γαλλικής, της μακρόχρονης παραμονής του στην περιοχή της ...ς και της εμπειρίας του στη συντήρηση και επισκευή ιστιοφόρων, ήταν σε θέση μαζί με τον Β. Σ. να οργανώσουν από κοντά την αγορά και ασφαλή μεταφορά των ναρκωτικών, ενώ ο πρώτος κατηγορούμενος από την πλευρά του, ως διευθυντής της μαρίνας ...ς, ήταν αυτός που θα εξασφάλιζε την ακίνδυνη εισαγωγή στη χώρα της σχετικής ποσότητας και την περαιτέρω μεταφορά της για ασφαλή φύλαξη. Εξάλλου, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται η συμβολή στην επιτυχία του όλου εγχειρήματος και των τρίτου και τετάρτου των κατηγορουμένων, αφού χωρίς αυτούς δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθεί η μεταφορά των ναρκωτικών με το ιστιοφόρο "..." από τη ... μέχρι την ..., με συνέπεια να αποτελούν και αυτοί βασικούς κρίκους της αλυσίδας που τέλεσε τις ως άνω εγκληματικές πράξεις. Συνακόλουθα τούτων, πλην από τη συγκρότηση εγκληματικής οργανώσεως, οι κατηγορούμενοι τέλεσαν και τις αξιόποινες πράξεις της αγοράς, εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών κατά τις ακόλουθες διακρίσεις: α) οι δύο πρώτοι από κοινού με το Β. Σ. αγόρασαν ναρκωτικά, και συγκεκριμένα 1.057 χγρ. και 798 γρμ. κοκαΐνης, στα τέλη Ιουνίου 2004 στην περιοχή της ..., β) οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι από κοινού με το Β. Σ. εισήγαγαν την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών την 22 Αυγούστου 2004 με το ιστιοφόρο "..." στο έδαφος της ελληνικής επικράτειας μέσω του λιμανιού της ...ς, γ) οι τρίτος και τέταρτος μετέφεραν την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών από τη ... στην ... με το ιστιοφόρο "..." κατά το χρονικό διάστημα από 1-7- 2004 μέχρι τον κατάπλου του σκάφους στο λιμάνι της ...ς, ενώ οι πρώτος και δεύτερος από κοινού με το Β. Σ. και με την άμεση συνέργεια του έκτου κατηγορουμένου και την απλή συνέργεια του εβδόμου μετέφεραν την ποσότητα αυτή τις βραδινές ώρες της 22-8-2004 από τη μαρίνα της ...ς στη ..., χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτό τα δύο οχήματα που αναφέρθηκαν παραπάνω, και τα εναπόθεσαν αυτά τόσο στο αυτοκίνητο SCODA FABIA, όσο και στο διαμέρισμα του συγκροτήματος "...", καθώς και στο παρακείμενο PARKING, όπου μετέπειτα κατασχέθηκαν, και δ) οι πρώτος και δεύτερος από κοινού με το Β. Σ. κατείχαν κατά τον ως άνω χρόνο την ως άνω ποσότητα ναρκωτικών στη ... Μεσσηνίας, δεδομένου ότι αμφότεροι από τη στιγμή που φορτώθηκαν τα ναρκωτικά στα δύο οχήματα και τοποθετήθηκαν σε ασφαλές μέρος, είχαν αυτοί τη φυσική τους εξουσίαση και μπορούσαν σε κάθε στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή τους και να τα διαθέτουν κατά τη δική τους βούληση. Επίσης θεμελιώνεται και η αξιόποινη πράξη της παράνομης κατοχής όπλων και πυρομαχικών σε βάρος μόνο του δευτέρου κατηγορουμένου. Με εξαίρεση τον πρώτο κατηγορούμενο, οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι ουσιαστικά ομολόγησαν τις πράξεις που τους αποδίδονται ................................................. Αντιθέτως, ο πρώτος κατηγορούμενος ευθύς εξαρχής αλλά και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή του στις πράξεις για τις οποίες κατηγορείται, ισχυριζόμενος ότι το μόνο ενοχοποιητικό στοιχείο σε βάρος του είναι η μαρτυρία και απολογία του συγκατηγορουμένου του Κ. Χ., η οποία ωστόσο δεν μπορεί να οδηγήσει σε καταδικαστική απόφαση ως προς αυτόν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., σύμφωνα με την οποία μόνη η μαρτυρική κατάθεση ή η απολογία προσώπου συγκατηγορουμένου για την ίδια πράξη δεν είναι αρκετή για την καταδίκη κατηγορουμένου. Είναι βέβαια αληθές ότι οι διωκτικές αρχές είχαν πληροφορίες για τη διακίνηση ναρκωτικών ουσιών με το σκάφος "..." μόνο για τους Κ. Χ. και Β. Σ. και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο μάρτυρας Ε. Σ.: Ό Χ. μας είπε ότι ο Κ. του συνέστησε το Σ. για να γίνει η μεταφορά, ... ότι ο Σ. είναι ο τελικός παραλήπτης και ότι μεσολαβεί ο Κ.". Αλλά και ο μάρτυρας Γ. Τ. κατέθεσε ότι: "Πριν τον Αύγουστο 2004 δεν είχαμε τίποτε (ενν. πληροφορία) για τον Κ.. ... Ενεργοποιήθηκε και η αμερικάνικη DIA. Η DIA δεν είχε ακούσει τίποτε για τον Κ.". Ωστόσο, πέραν των όσων κατέθεσε στις απολογίες του ο Κ. Χ. για τον πρώτο κατηγορούμενο, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που καταφάσκουν όχι απλώς τη συμμετοχή τούτου στο όλο εγκληματικό εγχείρημα, αλλά αποδεικνύουν ότι υπήρξε ένας από τους ιθύνοντες νόες στο σχεδιασμό των ως άνω εγκληματικών πράξεων, με συνέπεια να μη έχει έδαφος εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 211Α Κ.Π.Δ., και ο σχετικός ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου, ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη τα όσα σε βάρος του αναφέρει ο δεύτερος κατηγορούμενος, τυγχάνει αβάσιμος. Ειδικότερα, τα στοιχεία αυτά που συνιστούν ενδείξεις ενοχής του, πέραν των όσων αναφέρει σε βάρος του ο δεύτερος κατηγορούμενος, είναι τα ακόλουθα: α) Το γεγονός ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είχε ενημερώσει τους φύλακες της μαρίνας ... Α. Δ. και Α. Β. ότι θα έφθανε ένα σκάφος με βλάβη και θα έπρεπε να οδηγηθεί στη νηοδόχο. Βέβαια και οι δύο αυτοί μάρτυρες αρνούνται ότι είχαν τέτοια ενημέρωση από τον πρώτο κατηγορούμενο, ισχυριζόμενοι μόνο ότι αυτός πριν αναχωρήσει για τα ... τους έδωσε τις γενικές οδηγίες που τους έδινε πάντοτε σχετικά με το τι έπρεπε να πράξουν σε περίπτωση που ερχόταν στη μαρίνα πλοίο με βλάβη, και όχι ότι τους το έθεσε ως δεδομένο πως την επομένη της αναχωρήσεώς του θα συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα Δ. Ξ., ο οποίος χαρακτηριστικά κατέθεσε τα εξής: "Συζήτησα με τη Δ. και μου είπε ότι την Παρασκευή στις 20 (ενν. Αυγούστου 2004), την πήρε τηλέφωνο ο Κ. και της είπε: "Θα έρθει σκάφος με βλάβη και όταν έρθει να πάει στη νηοδόχο και αν δεν έρθει στη βάρδια σου ειδοποίησε τον επόμενο". Επίσης ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι στη συνομιλία που είχε με τη Δ. η τελευταία τον ενημέρωσε ότι επόμενος φύλακας μετά από αυτήν ήταν ο Α. Β., ο οποίος είχε κάνει αλλαγή βάρδιας με τον Π. Γ., αλλαγή που την επιβεβαίωσε και ο μάρτυρας Σ. Α. και δεν το αρνήθηκε και ο ίδιος ο Α. Β., λέγοντας ότι οι αλλαγές αυτές είναι συνήθεις και γίνονται στα πλαίσια αλληλοεξυπηρετήσεως των φυλάκων της μαρίνας. Και βέβαια δεν θα μπορούσε ο μάρτυρας να καταθέσει όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αν δεν του τα είχε αναφέρει η Α. Δ. στη μεταξύ τους συζήτηση, δεδομένου ότι ο μάρτυρας δεν γνώριζε προηγουμένως πρόσωπα και πράγματα στη μαρίνα ..., ώστε να έχει διαμορφώσει άποψη. Το γεγονός ότι τόσο η Α. Δ. όσο και ο Α. Β. στις καταθέσεις τους ενώπιον του δικαστηρίου θέλησαν να δώσουν στην οδηγία αυτή του πρώτου κατηγορουμένου έναν τόνο γενικότητας και να μη την συνδέσουν με την άφιξη του "..." τις απογευματινές ώρες της 22-8- 2004, εξηγείται από το ότι και οι δύο εξακολουθούν και εργάζονται στη μαρίνα και ο πρώτος κατηγορούμενος είναι ο προϊστάμενός τους. β) Η επιλογή της νηοδόχου με υπόδειξή του ως του πλέον κατάλληλου σημείου της μαρίνας για τον ελλιμενισμό του "..." και την εκφόρτωσή του προκύπτει από τα ακόλουθα: αα) η νηοδόχος απέχει 150 μ. περίπου από το φυλάκιο του Λιμεναρχείου στη μαρίνα και ενδιάμεσα παρεμβάλλονται 3-4 θέσεις ελλιμενισμού σκαφών, τα κατάρτια των οποίων θα έκρυβαν το "..." από τα βλέμματα των λιμενικών, ββ) στο σημείο όπου βρίσκεται η νηοδόχος υπάρχει η δυνατότητα να σταθμεύσουν αυτοκίνητα, ώστε να γίνει άμεσα τόσο η φόρτωσή τους όσο και η ταχύτερη απομάκρυνσή τους από τη μαρίνα, γιατί πίσω από τη νηοδόχο υπάρχει η θύρα του ναυπηγείου, ιδιοκτησίας Π., τα κλειδιά της οποίας, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας Δ. Ξ., είχε, εκτός από τον ιδιοκτήτη του ναυπηγείου το Λιμεναρχείο και η μαρίνα ...ς, και όπως βεβαιώθηκε κατά τη σχετική έρευνα που έγινε τη Δευτέρα 23 Αυγούστου 2004, η μεν πόρτα του ναυπηγείου ήταν κλειστή, το δε λουκέτο ανοικτό, γεγονός που συνιστά ισχυρή ένδειξη ότι τα δύο έμφορτα με ναρκωτικά αυτοκίνητα χρησιμοποίησαν την πόρτα αυτή για να αναχωρήσουν από το χώρο της μαρίνας, χωρίς να γίνουν αντιληπτά. Ο ισχυρισμός του πρώτου κατηγορουμένου ότι δεν θα μπορούσαν να φύγουν από εκεί τα δύο αυτοκίνητα, γιατί θα γίνονταν αντιληπτά από το Λιμεναρχείο ...ς, που βρίσκεται σε μικρή απόσταση, και υπήρχε σοβαρός κίνδυνος να ελεγχθούν, δεν ευσταθεί γιατί αφενός μεν δεν συνηθίζεται να ελέγχονται τα αυτοκίνητα από λιμενικούς, αφετέρου δε γιατί το Λιμεναρχείο δεν βρισκόταν στην πορεία τους προς τη ...: γ) Η συνάντηση του πρώτου κατηγορουμένου με τον Κ. Χ. την 26 Σεπτεμβρίου 2003 στην ..., η οποία επιβεβαιώνεται και από τη σύζυγο του δευτέρου κατηγορουμένου Ε. Ν.. Η τελευταία κατέθεσε με ειλικρίνεια και λεπτομερώς όσα γνώριζε για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ειδικότερα, η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι πήγε στην ... στις 26-9-2003 μαζί με το σύζυγό της και τα δύο παιδιά τους και έμειναν για ένα βράδυ στο ξενοδοχείο "...", ότι συναντήθηκαν οικογενειακά με το Ν. Κ. σε μια ταβέρνα και ότι την επομένη συναντήθηκαν μόνοι τους οι δύο άνδρες, χωρίς η ίδια να είναι παρούσα. Συμπλήρωσε δε ως προς το συμβάν αυτό την κατάθεσή της, λέγοντας ότι κατά την επιστροφή τους στην Αθήνα αντιλήφθηκε ότι ο σύζυγός της ήταν σκεπτικός, στην ερώτησή της δε, ποια ήταν η αιτία για την κακή του διάθεση, της απάντησε ότι ο Ν. του πρότεινε να μεταβεί και πάλι στη ..., προκειμένου να επισκευάσει δύο σκάφη. Πέραν της καταθέσεως της συζύγου του δευτέρου κατηγορουμένου η μετάβαση τούτου στην ... κατά την ως άνω ημερομηνία προσεπιβεβαιώνεται και από τη σχετική απόδειξη διαμονής τους στο ως άνω ξενοδοχείο. Η σύντομη παραμονή του δευτέρου κατηγορουμένου στην ..., προκειμένου να συναντήσει το Ν. Κ., αποτελεί μια ακόμη ισχυρή ένδειξη ότι η συνάντηση αυτή απέβλεπε στη συμφωνία, το σχεδιασμό και την οργάνωση της αγοράς, μεταφοράς και εισαγωγής των ναρκωτικών στη χώρα. δ) Οι συναντήσεις του πρώτου με το δεύτερο κατηγορούμενο λίγο πριν την άφιξη του σκάφους "..." στη μαρίνα ...ς στις 17, 18 και 20- 8-2004, προκειμένου να ρυθμίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες σε σχέση με την άφιξη, τον ελλιμενισμό του σκάφους και τη μεταφορά των ναρκωτικών στο εσωτερικό πλέον της χώρας, συναντήσεις που επιβεβαιώνονται και από την απολογία του εβδόμου κατηγορουμένου Π. Χ., ο οποίος ανέφερε ότι τον περίμεναν και οι δύο όταν έφθασε με το αυτοκίνητο της εταιρείας στην ..., ενώ τους είδε και μαζί σε κάποια ταβέρνα στις 18 και 20-8-2004. ε) Ενώ ο δεύτερος κατηγορούμενος είχε κλείσει δωμάτιο στη ... στις 16-8-2004, δηλαδή πριν ακόμη συναντηθεί με τον πρώτο κατηγορούμενο, προκειμένου να εναποθέσουν εκεί τα ναρκωτικά μέχρι την οριστική παράδοσή τους στον παραλήπτη, μετά τη συνάντησή τους στις 17-8-2004, ο Ν. Κ. έκλεισε από το τηλέφωνο της μαρίνας, είτε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω κάποιου υπαλλήλου του, δύο άλλα δωμάτια, αυτά στο συγκρότημα "...", γιατί, όπως εξήγησε στην απολογία του ο δεύτερος κατηγορούμενος, ο Ν. Κ. του ανέφερε ότι η σπιτονοικοκυρά του πρώτου δωματίου που είχε κλείσει ο Κ. Χ. ήταν περίεργη και το δωμάτιο δεν παρείχε την απαιτούμενη ασφάλεια για το σκοπό που το ήθελαν. Το γεγονός ότι τα δύο δωμάτια στο συγκρότημα "..." κλείσθηκαν από τη μαρίνα ...ς επιβεβαιώνουν οι μάρτυρες Σ. Α., Ε. Σ. και Ε. Μ. και το μεταφέρουν ως πληροφορία από την ιδιοκτήτρια των δωματίων, στοιχείο που συνιστά μια ακόμη ισχυρή ένδειξη ότι ο πρώτος κατηγορούμενος ενδιαφερόταν προσωπικά για την ασφαλή απόκρυψη των ναρκωτικών. Ο ίδιος βέβαια ισχυρίζεται ότι το κλείσιμο των δωματίων αποτελεί μια πρακτική της μαρίνας προς τους πελάτες της, πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός δεν κρίνεται πειστικός από το δικαστήριο, αφενός μεν γιατί ο Κ. Χ. δεν ήταν πελάτης της μαρίνας, αφετέρου δε γιατί διαψεύδεται από τον μάρτυρα Α. Β., ο οποίος κατέθεσε ότι "Δεν αναλαμβάνουμε να κλείνουμε δωμάτια σαν μαρίνα, πληροφορούμε μόνο τους πελάτες για ξενοδοχεία και TAXΙ", στ) Η άνεση και το θράσος με την οποία κινήθηκε ο δεύτερος κατηγορούμενος στους χώρους της μαρίνας την ημέρα κατάπλου του σκάφους "...", η προσέγγιση στη νηοδόχο δύο σχετικά μεγάλων αυτοκινήτων, τα οποία ανέμεναν την άφιξη του ως άνω σκάφους, ο τρόπος και ο χρόνος εκφόρτωσης των ναρκωτικών, και μάλιστα απογευματινές ώρες Κυριακής, τα οποία εκφόρτωσαν ουσιαστικά χωρίς ιδιαίτερες προφυλάξεις και σε μικρή σχετικά απόσταση από το φυλάκιο του Λιμεναρχείου, σε συνδυασμό και με την ανοχή του φύλακα Α. Β., ο οποίος φάνηκε να παρακολουθεί απαθώς την εκφόρτωση τόσων πολλών σάκων από το "...", αποτελεί μια επιπλέον ισχυρή ένδειξη για συμμετοχή του πρώτου κατηγορουμένου στις πράξεις που του αποδίδονται, ζ) Η ανοχή αυτή του Α. Β. οφείλεται στο ότι ήταν ενημερωμένος από τον προϊστάμενό του πρώτο κατηγορούμενο για την άφιξη του "..." και τον ελλιμενισμό του στη νηοδόχο της μαρίνας, γεγονός που προκύπτει από την εξαρχής δήλωση του τρίτου κατηγορουμένου Ρ. Ρ., ο οποίος διευκρίνισε σχετικά ότι μίλησε με το φύλακα της μαρίνας μέσω VHF και δήλωσε ότι έχει βλάβη το σκάφος, ο δε Α. Β., που ήταν φύλακας κατά την ώρα του κατάπλου, απάντησε σ’ αυτόν χαρακτηριστικά: "Ναι, το γνωρίζω, είναι εδώ ο Χ. και τα έχει κανονίσει όλα", όπως και πράγματι ήταν κανονισμένα. Έπειτα, δεν θα μπορούσε να γίνει η όλη προετοιμασία (μίσθωση δωματίων για την αποθήκευση των ναρκωτικών, ανάλογα αυτοκίνητα για τη μεταφορά τους), αν δεν παρεχόταν ασφάλεια στη μαρίνα για την εκφόρτωση του επικίνδυνου φορτίου, ασφάλεια την οποία παρέσχε με τις ενέργειες του ο πρώτος κατηγορούμενος, η) Η επιλογή της ...ς ως λιμένα προορισμού του σκάφους και εκφορτώσεως του φορτίου των ναρκωτικών ήταν δεδομένη από την έναρξη του πλου την 1-7-2004 στη ..., ανεξάρτητα από τις διαφορετικές πληροφορίες που είχαν οι διωκτικές αρχές ως προς το ζήτημα τούτο και του προορισμού που δήλωσε ο κυβερνήτης του σκάφους στις λιμενικές αρχές στη ... κατά την αναχώρηση του. Είναι χαρακτηριστική η απολογία του Ρ. Ρ., ο οποίος αναφερόμενος στις οδηγίες του δευτέρου κατηγορουμένου δήλωσε: "Για το λιμάνι της ...ς μου είπε στη .... Για τη μαρίνα μου είπε στη ... (ενν. το λιμάνι της ...). Είχαμε, δεν είχαμε βλάβη, εγώ είχα συνεννοηθεί με το δεύτερο κατηγορούμενο να δηλώσω βλάβη του σκάφους". Κατά συνέπεια η βλάβη του σκάφους αποτελούσε το σύνθημα για να ελλιμενισθεί το "..." στη νηοδόχο. θ) Η ύπαρξη κλίματος εμπιστοσύνης μεταξύ του πρώτου κατηγορουμένου και του φύλακα της μαρίνας Α. Β., καθώς και ότι δεν ήταν τυχαία η αλλαγή βάρδιας του τελευταίου με το συνάδελφό του Π. Γ., ώστε την ώρα αφίξεως του σκάφους στη μαρίνα να βρίσκεται εκεί ο ίδιος, επιβεβαιώνεται και από την εμπλοκή των δύο αυτών ανδρών στην υπόθεση του σκάφους "...". Το σκάφος αυτό ήταν ελλιμενισμένο για μεγάλο χρονικό διάστημα στη μαρίνα ...ς και με σύμφωνη γνώμη του πρώτου κατηγορουμένου δηλώθηκε ο Α. Β. ως μέλος του πληρώματος, για να του επιτραπεί από το Λιμεναρχείο ο απόπλους, πλην όμως το πλοίο αυτό στο πρώτο του κιόλας ταξίδι δεσμεύθηκε από τις ισπανικές αρχές, γιατί προέκυψε ότι μεταφορτώθηκαν από αυτό σε ένα ρωσικό σκάφος δύο τόνοι ναρκωτικών, ι) Η ύπαρξη άλλοθι, που προσπάθησε να δημιουργήσει για το πρόσωπό του ο πρώτος κατηγορούμενος, αναχωρώντας με ιστιοφόρο σκάφος την προηγουμένη της αφίξεως του "..." με προορισμό τα ... για δήθεν διακοπές, ώστε να μη δημιουργηθούν υποψίες στο πρόσωπό του, σε περίπτωση που οι διωκτικές αρχές ανακάλυπταν το παράνομο φορτίο των ναρκωτικών, αναιρείται από την ίδια του τη συμπεριφορά. Είναι χαρακτηριστικά τα όσα κατέθεσε ο αστυνομικός Ε. Μ. για το ζήτημα τούτο: "Όταν συνελήφθη ο Κ., όπως μου είπαν οι άλλοι συνάδελφοι, δεν έφερε καμιά αντίρρηση, δεν ρώτησε γιατί τον πιάσαμε, δεν είπε κουβέντα", ανάλογα δε ανέφερε και ο μάρτυρας Ε. Σ.: "Δεν αντέδρασε όταν του βάλαμε χειροπέδες. Του καλύψαμε με τη μπλούζα το πρόσωπο για λόγους δημοσιότητας". Εύλογα λοιπόν ανακύπτει το ρητορικό ερώτημα: Είναι δυνατό άνθρωπος που δεν έχει σχέση με τη συγκεκριμένη υπόθεση, να μην αντιδράσει, να. μην εξαγριωθεί, βλέποντας να του φορούν χειροπέδες, και μάλιστα ενώπιον τόσων φίλων και γνωστών του; Ο ισχυρισμός του ότι νόμιζε πως έχει προκαλέσει ζημιά σε άλλο σκάφος και γι’ αυτό συνελήφθη, δεν ευσταθεί, αφού λόγω της ιδιότητάς του ως διευθυντή μαρίνας γνώριζε ότι και να είχε συμβεί κάτι τέτοιο δεν θα οδηγούσε στη σύλληψή του, και μάλιστα με χειροπέδες. ια) Ο πρώτος κατηγορούμενος, θέλοντας να δικαιολογήσει τα όσα σε βάρος του κατέθεσε ο Κ. Χ., ισχυρίσθηκε ότι τούτο οφείλεται σε λόγους εκδικήσεως, πλην όμως από την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψε ότι μεταξύ των δύο ανδρών υπήρχαν εχθρικές σχέσεις, ούτε είχαν οποιαδήποτε άλλη διαφορά. Ο ίδιος ο πρώτος κατηγορούμενος μάλιστα, θέλοντας να δικαιολογήσει τις μεταξύ τους τηλεφωνικές επαφές, για τις οποίες ο Κ. Χ. υποστηρίζει ότι αφορούσαν τη σχεδιαζόμενη μεταφορά των ναρκωτικών από τη ..., ισχυρίσθηκε ότι γίνονταν μεταξύ τους διαπραγματεύσεις για την πώληση στον Κ. Χ. ενός οικοπέδου του στη Μύκονο. Εξάλλου, και η σύζυγος του δευτέρου κατηγορουμένου Ε. Ν. δήλωσε από την πλευρά της ότι ο σύζυγός της δεν είχε τίποτε εναντίον του Ν. Κ., μόνο πικρία ένοιωθε απέναντι στον αδελφό του Σταύρο, που τον είχε υποχρεώσει να αποχωρήσει από την εταιρεία, στην οποία ήταν μέτοχος με σημαντικό ποσοστό, ιβ) Δείγμα της σπουδής με την οποία ο πρώτος κατηγορούμενος αναχώρησε την 21-8-2004 από την ... για τα ... και ότι το ταξίδι αυτό δεν ήταν προγραμματισμένο από καιρό, αλλά υπαγορεύθηκε από την ενστικτώδη ανάγκη να μη βρίσκεται αυτός την επομένη ημέρα στον τόπο κατάπλου του σκάφους με τα ναρκωτικά, αποτελεί και το γεγονός ότι κατά το διάστημα της απουσίας του από τη μαρίνα ...ς όρισε ως αντικαταστάτη του την Α. Δ., η οποία είναι καθαρίστρια και προσλήφθηκε στη μαρίνα ως φύλακας μόνο για τις Κυριακές με ωράριο 08.00 - 16.00, προκειμένου να μοιράζονται επακριβώς τα ρεπό και οι υπηρεσίες των λοιπών εργαζομένων στη μαρίνα, ενώ μέχρι τότε το σύνηθες ήταν κατά την απουσία του Διευθυντή της μαρίνας από την ... τα καθήκοντά του να εκτελεί άλλο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της μαρίνας, όπως π.χ. είχε χρηματίσει κατ’ επανάληψη ο μάρτυρας Κ. Π.. Όλες αυτές οι ενδείξεις σε συνδυασμό και με τα όσα κατέθεσε ο δεύτερος κατηγορούμενος για τη συμμετοχή και του Ν. Κ. στο σχεδιασμό και την εκτέλεση της μεταφοράς του φορτίου αυτού των ναρκωτικών από τη ... στην ... των δημιουργούν στο δικαστήριο πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο πρώτος κατηγορούμενος είναι δράστης των εγκληματικών πράξεων που του αποδίδονται, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λοιποί αυτοτελείς ισχυρισμοί του πρώτου κατηγορουμένου, είτε αυτοί απορρίφθηκαν ήδη με προηγούμενες παρεμπίπτουσες αποφάσεις του δικαστηρίου (όπως π.χ. το αίτημα για την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, την παράδοση των κωδικών e - mails του Κ. Χ., την υποβολή του ίδιου σε test ορού αληθείας) και επαναφέρονται εκ νέου με τις αγορεύσεις των συνηγόρων του, είτε υποβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά το στάδιο αυτό, και ειδικότερα: α) περί πραγματικής του πλάνης, β) αλλιώς περί τελέσεως των πράξεων από αμέλεια, γ) αλλιώς περί μετατροπής της κατηγορίας για τα ναρκωτικά σε απλή συνέργεια και δ) περί μετατροπής της κατηγορίας από εγκληματική οργάνωση σε απλή συμμορία. Πρέπει λοιπόν, με βάση τα όσα έγιναν δεκτά παραπάνω, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για τις ακόλουθες πράξεις: Α) Όλοι για: α) συγκρότηση εγκληματικής οργανώσεως και β) εισαγωγή από κοινού ναρκωτικών ουσιών στην επικράτεια (με το σκάφος "..." από τη ... στη μαρίνα ...ς). Επιπλέον: Β) Οι πρώτος και δεύτερος για: α) αγορά από κοινού ναρκωτικών, β) μεταφορά από κοινού ναρκωτικών (από μαρίνα ...ς στη ...) και γ) κατοχή από κοινού ναρκωτικών (στα δύο οχήματα, στο διαμέρισμα στο συγκρότημα "...", στο parking του συγκροτήματος). Γ) Οι τρίτος και τέταρτος για μεταφορά ναρκωτικών από κοινού (από ... στη μαρίνα ...ς με το ιστιοφόρο "..."). Δ) Ο δεύτερος για κατοχή όπλων και πυρομαχικών, αθώος δε της αυτής πράξεως ο πρώτος κατηγορούμενος. Τις πράξεις δε αυτές του νόμου περί ναρκωτικών τέλεσαν και οι τέσσερις κατηγορούμενοι κατ’ επάγγελμα και χωρίς να είναι κάποιος από αυτούς τοξικομανής. Ειδικότερα, από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει, και συγκεκριμένα: α) την οργάνωση της υπερπόντιας αγοράς και εισαγωγής των ναρκωτικών, και μάλιστα κοκαΐνης, μέσω των διασυνδέσεων, κυρίως του δευτέρου, με το διεθνές κύκλωμα εμπόρων ναρκωτικών, β) την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα τούτων, γ) τον τρόπο που έδρασαν για την επίτευξη του σκοπού τους, χρησιμοποιώντας για τη μεταφορά των ναρκωτικών ιστιοφόρο σκάφος, με γυναικεία παρουσία σ’ αυτό, ώστε να εμφανίζεται το ταξίδι του πλοίου ως κρουαζιέρα, καθώς και δ) τα αίτια που τους ώθησαν στις πράξεις αυτές, που δεν είναι άλλα από το παράνομο κέρδος, χωρίς μάλιστα να σταθμίζουν την τεράστια ζημία που θα προκαλούσε σε μεγάλο αριθμό ατόμων η χρήση της κοκαΐνης, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος, σταθερή ροπή τούτων στη διάπραξη νέων εγκλημάτων και ενόψει όλων αυτών είναι προφανές ότι η συμπεριφορά τους είναι ιδιαιτέρως αντικοινωνική..................................................... Πλην του πρώτου κατηγορουμένου και οι λοιποί κατηγορούμενοι πρότειναν δια των συνηγόρων τους διάφορους αυτοτελείς ισχυρισμούς και ζητούν την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων στο πρόσωπό τους ως ακολούθως: Ο πρώτος κατηγορούμενος ζητεί να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ) ....... Ως προς τα αιτούμενα ελαφρυντικά το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, πέραν εκείνων που έχουν ήδη αναγνωρισθεί παραπάνω στους έκτο και έβδομο των κατηγορουμένων, να αναγνωρισθούν στους λοιπούς τα ακόλουθα : α) το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2α Π Κ) ομόφωνα για τους πρώτο και δεύτερο....Στην κρίση αυτή καταλήγει το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι, ανεξάρτητα από τη βαρύτητα των πράξεων για τις οποίες κηρύσσονται ένοχοι, οι εν λόγω κατηγορούμενοι έζησαν μέχρι τότε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή......". Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, ένοχο με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του ότι:
Α) Από κοινού με τους Κ. Χ. και τον Β. Σ. στην ..., κατά μήνα Σεπτέμβριο 2003, συγκρότησαν δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα αποτελούμενη από τους ίδιους και στην οποία κατά μήνα Φεβρουάριο 2004 εντάχθηκαν οι τρίτος (Ρ.-Ρ. Ρ.) και τέταρτος (K. Z.), επιδιώκοντας τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών. Συγκριμένα όλοι οι παραπάνω αναφερόμενοι μαζί συγκρότησαν ομάδα που είχε οργανωτικό σχεδιασμό, με κατανεμημένους ρόλους των μελών της με εκμετάλλευση των γνωριμιών και των γνώσεων του Β. Σ. στα διεθνή κυκλώματα διακίνησης ναρκωτικών, της εμπειρίας του Κ. Χ. στην επισκευή ιστιοφόρων, που θα εξασφάλιζε την ασφαλή μεταφορά ναρκωτικών, και της θέσεως του Ν. Κ. ως διευθυντή της μαρίνας ...ς, μέσω της οποίας τα ναρκωτικά θα εισάγονταν από την αλλοδαπή στην Ελληνική Επικράτεια, και με διάρκεια χρονική, με επιδίωξη διαπράξεως περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία του νόμου περί ναρκωτικών, με αγορά ναρκωτικών από τις περιοχές της ... και της ...ς, εισαγωγής τους και μεταφορά τους στην επικράτειας και κατοχή τους με σκοπό την εμπορία, κατά τη δραστηριότητα δε της ομάδας τελέστηκαν και τα παρακάτω παρατιθέμενα κακουργήματα:
Β) Από κοινού με τον Κ. Χ. και με τον Β. Σ., τα τέλη Ιουνίου 2004, στη θαλάσσια περιοχή ... ...ς, αγόρασαν από κοινού, δηλαδή κατόπιν συναπόφασης και δράσης, ναρκωτικά. Ειδικότερα αγόρασαν από άγνωστους … εμπόρους ναρκωτικών, έναντι μη προκαθορισθέντος τιμήματος, ποσότητα χιλίων πενήντα έξι (1.056) χιλιόγραμμων και επτακοσίων ενενήντα οκτώ (798) γραμμαρίων κοκαΐνης.
Γ) Από κοινού με τους Κ. Χ., Ρ.-Ρ. Ρ., K. Z. και με τον Β. Σ. στις 22-8-2004, απογευματινές ώρες, στην ..., εισήγαγαν στην επικράτεια ναρκωτικά, και δη εισήγαγαν ποσότητα χιλίων πενήντα έξι (1.056) χιλιογράμμων και επτακοσίων ενενήντα οκτώ (798) γραμμαρίων κοκαΐνης, με το επιβατηγό-τουριστικό σκάφος ..., νηολογίου ..., στο οποίο τα είχαν φορτώσει, με κυβερνήτη τον απ’ αυτούς Ρ.-Ρ. Ρ., στο έδαφος της Ελληνικής Επικράτειας μέσω του λιμανιού της ....
Δ) Από κοινού με τον Κ. Χ. και με τον Β. Σ., τις νυκτερινές ώρες στις 22-8-2004, μετέφεραν με οποιονδήποτε τρόπο ναρκωτικά στο έδαφος της επικράτειας. Ειδικότερα από κοινού, την προηγούμενη ποσότητα ναρκωτικών που εισήγαγαν από την ... ...ς στην ελληνική επικράτεια, μέσω του λιμανιού της ...ς, μετέφεραν, μετά τον κατάπλου του πλοίου στο λιμάνι, με τα ιδιωτικής χρήσεως επιβατικά αυτοκίνητα, με αριθμούς κυκλοφορίας ... και ..., στην περιοχή της ... Μεσσηνίας.
Ε) ..............................................
ΣΤ) Από κοινού με τον Κ. Χ. και με τον Β. Σ., στις 23-8-2004, στη ... Μεσσηνίας, κατείχαν ναρκωτικά. Ειδικότερα συγκατείχαν, την όλη, προαναφερόμενη, ποσότητα χιλίων πενήντα έξι (1.056) χιλιογράμμων και επτακοσίων ενενήντα οκτώ (798) γραμμαρίων κοκαΐνης, ασκούντες φυσική εξουσία επ’ αυτής, ώστε να μπορούν σε κάθε στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξή της και να τη διαθέτουν κατά βούληση, έχοντας κατανείμει αυτήν ως εξής: 1) μέρος εξ επτακοσίων δέκα (710) χιλιογράμμων και εκατόν ογδόντα οκτώ (188) γραμμαρίων συγκατείχαν σε διαμέρισμα- κατάλυμα του συγκροτήματος ενοικιαζομένων διαμερισμάτων "...", 2) μέρος εξ εκατόν σαράντα έξι (146) χιλιογράμμων και εξακοσίων δέκα (610) γραμμαρίων, συγκατείχαν εντός του σταθμευμένου στην περιοχή υπ’ αριθμ. ... ιδιωτικής χρήσεως επιβατικού αυτοκινήτου, 3) το υπόλοιπο μέρος, εκ διακοσίων (200) χιλιογράμμων, συγκατείχαν στην πυλωτή-πάρκινγκ του ιδίου οικοδομικού συγκροτήματος "...".
Όλα τα ανωτέρω κακουργήματα του νόμου περί ναρκωτικών αφορούν την αυτή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών. Τις παραπάνω πράξεις που αφορούν τον νόμο περί ναρκωτικών και περιγράφονται υπό στοιχεία Β’ , Γ’ , Δ’ , και ΣΤ οι κατηγορούμενοι Ν. Κ., Κ. Χ., Ρ.-Ρ. Ρ. και K. Z., τέλεσαν με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, κανένας δε απ’ αυτούς δεν έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών. Ενήργησαν δε οι ίδιοι, υπαίτιοι των πράξεων του άρθρου 5 ν. 1729/87, κατ’ επάγγελμα, αφού από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης των πράξεων αυτών προκύπτει σκοπός τους για πορισμό εισοδήματος και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνοι, αφού όπως υποδηλώνεται από την βαρύτητα των πράξεων, τον τρόπο και τις συνθήκες τέλεσής τους, τα αίτια που τους ώθησαν και την προσωπικότητά τους, διακρίνεται αντικοινωνικότητά τους και σταθερή ροπή τους σε διάπραξη νέων εγκλημάτων στο μέλλον. Μετά ταύτα, το Δικαστήριο καταδίκασε τον αναιρεσείοντα σε ποινή καθείρξεως 5 ετών για την υπό στοιχ. Α’ πράξη (εγκληματική οργάνωση) και σε κάθειρξη 19 ετών+χ.π. 80.000 ευρώ για τις λοιπές και τελικά, κατά συγχώνευση, του επέβαλε ποινή καθείρξεως 21 ετών. Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 13 εδ. στ’ , 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1α, 27 παρ.1, 45, 94 παρ. 1, 187 παρ. 1 ΠΚ, όπως το τελευταίο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 2928/01 και τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το άρθρο 11 παρ. 3 του ν. 3064/02, 4 παρ. 1 και 3 Πιν Β3, 5 παρ. 1 α, β και ζ και 8 ν. 1729/87, όπως αντικαταστάθηκαν το άρθρο 5 του τελευταίου νόμου με το άρθρο 10 ν. 2161/93, το άρθρο 8 του ίδιου νόμου με το άρθρο 2 παρ. 15β ν. 2479/97 και ακολούθως το πρώτο του εδάφιο με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 3189/03, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (μάρτυρες, πρακτικά πρωτόδικης απόφασης, έγγραφα, απολογίες κατηγορουμένων), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που εκτέθηκαν και οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση, ενώ δεν υπήρχε, κατά νόμο, ανάγκη να τα παραθέσει αναλυτικά και να εκθέσει τι προκύπτει χωριστά από το καθένα από αυτά. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο της ουσίας εκτός από την απολογία του Κ. Χ., έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα τόσο τις απολογίες και των λοιπών συγκατηγορουμένων του αναιρεσείοντα, όσο και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας αστυνομικών καθώς και τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων υπερασπίσεώς του, στήριξε δε την καταδικαστική, αναφορικά με αυτόν (αναιρεσείοντα), κρίση του όχι αποκλειστικά και μόνο στην απολογία-μαρτυρία του συγκατηγορουμένου του για τις ίδιες πράξεις K. Χ. αλλά σε όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και ειδικώτερα στις λεπτομερώς αναφερόμενες στο σκεπτικό της προσβαλλομένης δώδεκα (12) ενδείξεις (και όχι υπόνοιες ως αβάσιμα ισχυρίζεται), οι οποίες, ως εκ της φύσεώς τους και με βάση τους κανόνες της λογικής, πράγματι προσπορίζουν βεβαιότητα περί των δεκτών γενομένων υπό της προσβαλλομένης πραγματικών περιστατικών σχετικά με τη συμμετοχική δράση του αναιρεσείοντα στις εγκληματικές πράξεις για τις οποίες κηρύχθηκε ένοχος.
Συνεπώς, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από αυτόν, ουδόλως παραβιάστηκε από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η διάταξη του άρθρου 211Α ΚΠΔ και ουδεμία ακυρότητα επήλθε εκ του λόγου αυτού. Περαιτέρω, το Δικαστήριο σαφώς αναφέρει στο σκεπτικό της απόφασής του τις επί μέρους ενέργειες καθενός από τους συναυτουργούς κατηγορουμένους, ήτοι και του αναιρεσείοντα, καθώς και από ποιά στοιχεία συνάγει τη γνώση αυτού για τα επιμελώς κρυμμένα στο ιστιοφόρο "..." και εισαχθέντα στην Ελλάδα ναρκωτικά, με την περαιτέρω δε παραδοχή ότι ούτος (αναιρεσείων) έδρασε ως συναυτουργός μετά των συγκατηγορουμένων του Κ. Χ., Ρ.-Ρ. Ρ., K. Z. καθώς και τον διαφεύγοντα τη σύλληψη Β. Σ., σαφώς και με επαρκή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκαν οι προταθέντες ισχυρισμοί του περί πραγματικής πλάνης του, άλλως περί τελέσεως των αποδιδομένων σ’ αυτόν πράξεων από αμέλεια, άλλως περί μετατροπής της αφορώσας τα ναρκωτικά κατηγορίας σε απλή συνέργεια, ενώ με την ίδια ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απορρίφθηκε και ο ισχυρισμός του περί μετατροπής της κατηγορίας από εγκληματική οργάνωση σε απλή συμμορία, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αυτή (εγκληματική οργάνωση) συγκροτήθηκε από περισσότερα των τριών πρόσωπα προς το σκοπό διάπραξης περισσοτέρων κακουργημάτων που προβλέπονται στη νομοθεσία περί ναρκωτικών, ήταν δομημένη, με αρχηγικό πυρήνα (τον Κ. Χ.) και μέλη και σκοπό είχε τη διαρκή και όχι περιστασιακή τέλεση (αφού ο σχεδιασμός του όλου εγχειρήματος άρχισε το Σεπτέμβριο του 2003 και ολοκληρώθηκε σχεδόν μετά ένα έτος) αορίστου αριθμού τέτοιων κακουργημάτων δια της επαναλήψεως αναλόγων του ενδίκου εγχειρημάτων και στο μέλλον, στην οποία αυτός εντάχθηκε εξ αρχής ως μέλος, γνωρίζοντας και αποδεχόμενος τον εγκληματικό σκοπό της, ήτοι τη διάπραξη περισσοτέρων του ενός εκ των ανωτέρω κακουργημάτων, υποτάσοντας τη βούληση του στη βούληση της ολότητας, περαιτέρω δε, στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται ο τρόπος τελέσεως των άνω εγκλημάτων και εκτίθεται σαφώς ο διακριτός ενεργός ρόλος και η κατ’ ιδίαν εγκληματική δράση του αναιρεσείοντα και των λοιπών μελών στη διάπραξη των ανωτέρω αξιοποίνων πράξεων, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου επιμέρους αιτιάσεων αυτού. Ωσαύτως, με τις παραδοχές της προσβαλλομένης ότι: α) από την οργάνωση της υπερπόντιας αγοράς και εισαγωγής των ναρκωτικών, και μάλιστα κοκαΐνης, μέσω των διασυνδέσεων, κυρίως του δεύτερου κατηγορουμένου Κ. Χ., με το διεθνές κύκλωμα εμπόρων ναρκωτικών, β) την ιδιαίτερα μεγάλη ποσότητα τούτων, γ) τον τρόπο που όλοι οι συναυτουργοί, ήτοι και ο αναιρεσείων, έδρασαν για την επίτευξη του σκοπού τους, χρησιμοποιώντας για τη μεταφορά των ναρκωτικών ιστιοφόρο σκάφος, με γυναικεία παρουσία σ’ αυτό, ώστε να εμφανίζεται το ταξίδι του πλοίου ως κρουαζιέρα καθώς και δ) από τα αίτια που τους ώθησαν στις πράξεις αυτές, που δεν είναι άλλα από το παράνομο κέρδος, χωρίς μάλιστα να σταθμίζουν την τεράστια ζημία που θα προκαλούσε σε μεγάλο αριθμό ατόμων η χρήση κοκαΐνης, προκύπτει σκοπός αυτών για πορισμό εισοδήματος και σταθερή ροπή τούτων στη διάπραξη νέων εγκλημάτων, αιτιολογείται πλήρως η συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της επιβαρυντικής περίστασης της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των πράξεων της από κοινού αγοράς, εισαγωγής στην επικράτεια, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών και δη κοκαΐνης.
Επομένως, ο από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναιρέσεως, κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας αναφορικά με την περί ενοχής του αναιρεσείοντα κρίση της, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Οι εκτιθέμενες στον λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τον αναιρεσείοντα, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Ως ελαφρυντική περίσταση θεωρείται, μεταξύ άλλων, η προβλεπόμενη από την §2 του άρθρου 84 του Π Κ, με στοιχεία ε’ , ήτοι το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του. Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική αυτή περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, ναι μεν πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιαθέσεώς του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στερήσεως της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή, και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης. Όμως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως στον ευρισκόμενο στη φυλακή κρατούμενο, από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι εξ αυτής της καταστάσεώς του, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα της κρατήσεώς του, προδήλως εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά. Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και, πέραν των όποιων προνομίων που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτιώσεως του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου. Η παραδοχή δε της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2ε του Π.Κ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του. Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας, πρέπει δε να περιλαμβάνει και θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού.
Συνεπώς, για το ορισμένο του άνω ισχυρισμού του δράστη είτε κρατουμένου είτε διαβιούντος υπό καθεστώς ελευθερίας δεν αρκεί η επίκληση καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής και μόνον, αλλά πρέπει να επικαλεσθεί ο κατηγορούμενος πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, μετά την απαγγελία της περί ενοχής του απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου (αρθρ. 84 παρ. 2 α’ Π Κ), ζήτησε, δια του συνηγόρου του, την αναγνώριση στο πρόσωπό του και του ελαφρυντικού της μετά την πράξη του καλής συμπεριφοράς επί μακρό χρόνο, για τη θεμελίωση του οποίου επικαλέστηκε κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα: "...από τότε που έγινε η πράξη για την οποία κατηγορείται και μέχρι σήμερα πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα (μεγαλύτερο των επτά ετών), κατά την διαδρομή του οποίου συμπεριφέρθηκε άψογα. Μάλιστα καθόλο το χρονικό διάστημα αυτό, αν και είναι κρατούμενος αρχικά (ως προσωρινά κρατούμενος) στις Δικαστικές Φυλακές Κορυδαλλού και εν συνεχεία στο Κατάστημα Κράτησης Πάτρας, δηλ. σε ένα περιβάλλον ψυχοπιεστικό όπου διαβιώνει κοινωνία ανθρώπων υπό καθεστώς ανελευθερίας, έχει επιδείξει πάντοτε προθυμία, εργαζόμενος στο συνεργείο της φυλακής σε ευαίσθητο πόστο (ως υπεύθυνος ηλεκτρολόγος) επιδεικνύοντας εργατικότητα, συνέπεια και υπευθυνότητα στις υποχρεώσεις και τα καθήκοντά του, ενώ δεν έχει δώσει το παραμικρό δικαίωμα είτε με τους συγκροτούμενούς του είτε με το Υπαλληλικό Προσωπικό και επομένως δεν έχει τιμωρηθεί ποτέ πειθαρχικά (όπως άλλωστε προκύπτει και από τις αναγνωσθείσες Βεβαιώσεις του Καταστήματος Κράτησης Πατρών)". Ο αυτοτελής, όμως, αυτός ισχυρισμός για την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού, όπως προβλήθηκε, ήταν αόριστος, καθόσον, πέραν της συνηθισμένης διαγωγής του αναιρεσείοντα ως κρατούμενου στη φυλακή, δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά θετικά και δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής διαβιώσεώς του επί μακρό χρόνο μετά την τέλεση της πράξεως και δη περιστατικά συμπεριφοράς προδήλως διακριτής της συνήθους συμπεριφοράς κρατουμένου που εργάζεται εντός της φυλακής προκειμένου να τύχει των σχετικών ευεργετημάτων. Επομένως, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και, πολύ περισσότερο, να προβεί σε αιτιολογημένη απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού. Παρά ταύτα, τον απέρριψε με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία έχει ως εξής: "...ως προς το ελαφρυντικό της καλής διαγωγής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη, το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν για το ανάλογο αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου Ρ. Ρ....", η απορριπτική αιτιολογία του οποίου διαλαμβάνεται στη σελίδα 287 της προσβαλλομένης και έχει ως εξής : "....Εξάλλου, η επίδειξη καλής συμπεριφοράς και η χωρίς πειθαρχικά παραπτώματα διαβίωση του κατηγορουμένου εντός των φυλακών κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του σε αυτές δεν συνιστά καθεαυτή την ελαφρυντική περίσταση της μετά την πράξη καλής συμπεριφοράς του υπαιτίου, διότι τέτοια συμπεριφορά, την οποία η έννομη τάξη επιβραβεύει με ουσιώδη και υποχρεωτική μείωση της ποινής, δεν μπορεί να νοηθεί παρά εκείνη που εκδηλώνεται υπό καθεστώς απεριόριστης προσωπικής ελευθερίας (ΑΠ396/2010). Ενόψει όλων αυτών το αίτημα του τρίτου κατηγορουμένου να του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ) πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο". Επομένως, ο ίδιος παραπάνω τέταρτος λόγος αναίρεσης κατά το σκέλος του με το οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση επειδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν διέλαβε την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την απόρριψη του αιτηθέντος ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης της απόφασης είναι και η έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ.2 ίδιου Κώδικα, η οποία επιφέρει ακυρότητα της διαδικασίας. Η ακυρότητα αυτή επέρχεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 2 στοιχ. α’ ΚΠΔ, στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του ζήτησαν να ασκήσουν δικαίωμα που ρητά τους παρέχεται από το νόμο και το δικαστήριο αρνήθηκε ή παρέλειψε να απαντήσει στο σχετικό αίτημα. Τέτοιο δικαίωμα αποτελεί και εκείνο του κατηγορουμένου, όταν σύμφωνα με το άρθρο 364 παρ. 1 ΚΠΔ υποβάλλει αίτημα επιδείξεως σ’ αυτόν πειστηρίου, που χρειάζεται να αναγνωρίσει. Αν δεν απαντήσει το δικαστήριο επί του πιο πάνω αιτήματος του κατηγορουμένου, υφίσταται έλλειψη ακροάσεως αυτού κατά το άρθρο 170 παρ. 2 του ΚΠΔ και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ του ίδιου κώδικα λόγος αναιρέσεως. Στην περίπτωση δε κατά την οποία το Δικαστήριο απορρίψει αναιτιολόγητα το αίτημα αυτό, ιδρύεται ο από το αυτό άρθρο περ. Α’ λόγος αναίρεσης, για απόλυτη ακυρότητα, κατ’ άρθρο 171 παρ.1δ του ΚΠΔ, με την προϋπόθεση ότι - και στις δύο περιπτώσεις - το αίτημα έχει υποβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα άρθρα 352 και 353 του ΚΠΔ παρέχεται και στον κατηγορούμενο το δικαίωμα να ζητήσει αναβολή της δίκης για κρείσσονες αποδείξεις, εναπόκειται όμως στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου να διατάξει την εν λόγω αναβολή, αν κρίνει ότι οι αποδείξεις αυτές είναι αναγκαίες για να μορφώσει την κατά το άρθρο 177 του ίδιου Κώδικα δικανική του πεποίθηση. Εξάλλου, η κατά τα ανωτέρω ειδικής κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, εκ της ελλείψεως της οποίας ιδρύεται λόγος αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, απαιτείται, όχι μόνον για την απόφαση περί της ενοχής, αλλά για όλες τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε. Έτσι η απορριπτική της αιτήσεως του κατηγορούμενου παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, για αναβολή της δίκης, προκειμένου να κληθούν και εξετασθούν μάρτυρες, που προέκυψαν από τη διαδικασία, για να επιβεβαιώσουν ή διαψεύσουν κρίσιμο για την ενοχή του κατηγορουμένου περιστατικό και εν γένει προκειμένου να προσκομισθούν νέες αποδείξεις, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 352 παρ. 3 του ΚΠΔ, πρέπει να είναι ιδιαίτερα αιτιολογημένη.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων, α) κατά τη συνεδρίαση της 27ης-5-11 και κατά τη διάρκεια της εξέτασης του μάρτυρα Ε. Σ., υπέβαλε, δια των συνηγόρων του, στο Δικαστήριο αίτημα προκειμένου "να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες ο λιμενάρχης και υπολιμενάρχης ... Τ. και Ξ., προκειμένου να καταθέσουν αν ειδοποιήθηκε ο Κ. όταν πιάστηκε το σκάφος και αν υπήρχαν λιμενικοί στα 150 μέτρα", ενώ κατά τη συνεδρίαση της 21ης-6-11, μετά την εξέταση του μάρτυρα Δ. Ξ., υπέβαλε, και πάλι δια των συνηγόρων του, αίτημα προκειμένου "να κληθεί και να προσέλθει ως μάρτυς ο Γ. Π., προϊστάμενος της διεύθυνσης δίωξης ναρκωτικών του ΣΔΟΕ" και β) κατά τη συνεδρίαση της 6ης- 9-11, δια του συνηγόρου του Δημητρίου Νινόπουλου, υπέβαλε "αυτοτελές αίτημα περί προσκομιδής και αποδεικτικής αξιοποίησης εγγράφων", έχον κατά λέξη ως εξής : " Ι. Μετά την επ’ ακροατηρίω κατάθεσιν του ειδήμονος τεχνικού μου Συμβούλου κ. Α. Κ. : (α) ότι τα e-mail αποστολέα και δέκτη παραμένουν εισέτι και σήμερα, εισέτι και αν έχουν διαγραφή, λόγω του ανεξιτήλου των συναφών αποτυπώσεων και β) ότι εξ αυτών εντοπίζονται και οι χρησιμοποιηθείσες κινήσεις και σταθερές τηλεφωνικές συνδέσεις.
ΙΙ. και μετά την επ’ ακροατηρίω δήλωση του συγκατηγορουμένου -κατηγόρου ότι τους κωδικούς e-mail έχει δώσει προανακριτικά στον κ. Κ. (προανακριτικό υπάλληλο) και επειδή τα e-mails είναι και νυν υπαρκτά και σε περίπτωση διαγραφής οι αποτυπώσεις παραμένουν στον server.
ΙΙΙ. και επειδή αυτά (e-mails) αποτελούν μέσα - εργαλεία του εγκλήματος (= οδηγίες τέλεσης αγοράς, εισαγωγής, μεταφοράς, κατοχής) και άρα είναι κατ’ άρ. 364 ΚΠΔ ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ, αλλά και ΕΓΓΡΑΦΑ κατ’ άρ. 13γ ΠΚ και επειδή εντός λεπτών είναι δυνατή η κάθοδος - καταγραφή αυτών υπό ειδήμονος και του τεχνικού μου συμβούλου.
IV.ΖΗΤΩ Να μου δοθούν οι κωδικοί e-mails υπό του κατηγόρου, να αποκαλυφθή το περιεχόμενον των μηνυμάτων αποστολέως και λήπτου και η (μη) εμπλοκή μου εξ αυτών και να ασκήσω τα επ’ αυτών ατομικά υπερασπιστικά μου δικαιώματα κατ’ άρ. 358, 357, 356 ΚΠΔ σε δημόσια κατ’ αντιπαράθεση διαδικασίαν.
V.Ναι μεν, κατ’ άρ. 263 ΚΠΔ η κατάσχεσις αυτών "μπορεί" να γίνη, όμως επειδή αυτά ευρίσκονται εις χείρας Διώξεως Ναρκωτικών (Κ.) κατά την σημερινήν δήλωσιν του κατηγόρου και επειδή είναι πειστήρια του εγκλήματος, επιβάλλεται να τεθούν εις υπερασπιστικήν μου διάθεσιν, άρ. 364, 458 επ., 357, 356, 333 ΚΠΔ, 6 § 1 ΕΣΔΑ, 14 § 1 ΔΠΑΠΔ", συμπληρωματικά δε ζήτησε προφορικά "να κληθεί ως μάρτυς ο κύριος Κ.". Τα αιτήματα αυτά, που αναπτύχθηκαν και προφορικά, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο, το μεν υπό στοιχ. α’ με το εξής αιτιολογικό: " "Στην προκειμένη περίπτωση οι συνήγοροι υπερασπίσεως του πρώτου κατηγορουμένου Ν. Κ. κατά τη διάρκεια της μέχρι τώρα διαδικασίας ζήτησαν να κληθούν και να εξετασθούν ως μάρτυρες οι υπηρετήσαντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ως λιμενάρχης και υπολιμενάρχης ... Σ. Τ. και Ξ., αντίστοιχα, καθώς και ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Δίωξης Ναρκωτικών του Σ.Δ.Ο.Ε. Γ. Π., προκειμένου να καταθέσουν οι μεν δύο πρώτοι, αν ειδοποιήθηκε ο πρώτος κατηγορούμενος για τη σύλληψη των λοιπών κατηγορουμένων και τη δέσμευση του σκάφους μετά τον κατάπλου του στο λιμάνι της ...ς, ο δε τρίτος για τις πληροφορίες που είχε η Υπηρεσία του από κάθε πηγή (εσωτερική ή εξωτερική) για τη μεταφορά ναρκωτικών με το ιστιοφόρο "..." από την ... στην Ελλάδα, και από τις οποίες ήθελε προκύψει ότι ουδεμία ανάμειξη είχε ο εν λόγω κατηγορούμενος στην ένδικη υπόθεση, ούτε υπήρχε η παραμικρή πληροφορία για συμμετοχή του στη μεταφορά των ναρκωτικών. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι για τις πληροφορίες που έφθασαν στις ελληνικές αρχές για μεταφορά μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών ουσιών από την περιοχή της ...ς σε κάποιο σημείο της ελληνικής επικράτειας, καθώς και για τις συνθήκες δεσμεύσεως του σκάφους "..." στο λιμάνι της ...ς κατέθεσε πλειάδα μαρτύρων τόσο από το χώρο της Αστυνομίας, όσο και από την πλευρά του Λιμενικού Σώματος, αλλά και από την πλευρά του Σ.Δ.Ο.Ε., οι οποίοι και εξάντλησαν με τις καταθέσεις τους όλες τις πτυχές της υποθέσεως, κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος να κληθούν και να εξετασθούν οι πιο πάνω μάρτυρες, αφού η μαρτυρία τους δεν πρόκειται να συμβάλει στη διαπίστωση των συνθηκών μεταφοράς και εισαγωγής στην επικράτεια της ποσότητος ναρκωτικών ουσιών που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν στην κατοχή των κατηγορουμένων. Πρέπει λοιπών να απορριφθεί το σχετικό αίτημα ως αβάσιμο, όπως ορίζεται στο διατακτικό ...", το δε υπό στοιχ. β’ με την ακόλουθη αιτιολογία: "Ο πρώτος κατηγορούμενος Ν. Κ., με αφορμή την κατάθεση του μάρτυρα υπερασπίσεως Α. Κ., ζήτησε διά των συνηγόρων του να υποχρεωθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος να παραδώσει το e - mail του, προκειμένου να διαπιστωθεί, ποια μηνύματα έστελνε και δεχόταν και ποιο το περιεχόμενό τους, καθώς και το e -mail του Γ. Α., ώστε να ασκήσει τα δικαιώματα προς υπεράσπιση του εαυτού του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 356, 357 και 358 Κ.Π.Δ.
Ωστόσο, ο εν λόγω μάρτυρας, σε σχετικές ερωτήσεις που τέθηκαν από την έδρα και από τους λοιπούς παράγοντες της δίκης, κατέθεσε ότι το 2004 υπήρχε η τεχνογνωσία που επέτρεπε την εύρεση των στοιχείων μιας επικοινωνίας, και ειδικότερα πότε και με ποιον και από πού μίλησε κάποιος, και ότι εφόσον είναι γνωστό το e - mail κάποιου, είναι δυνατό να ελεγχθεί, ακόμη και αν έχει σβηστεί, πλην όμως διευκρίνισε στη συνέχεια ότι οι εταιρείες πάροχοι τηρούσαν στοιχεία των κλήσεων μόνο για ένα έτος, ενώ ηχητικά αρχεία είναι δυνατό να ελεγχθούν, μόνο αν γίνει άρση του απορρήτου. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη δήλωση του δευτέρου κατηγορουμένου ότι αμέσως μετά τη σύλληψή του παρέδωσε στον Αστυνόμο Γ. Κ. τα στοιχεία του e - mail του, καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα Α. Κ. για χρονικά περιορισμένη τήρηση των αρχείων από τις τηλεφωνικές εταιρείες κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα και δυνατότητα έλεγχου των ηχητικών αρχείων μόνο με άρση του απορρήτου, κρίνει ότι το αίτημα αυτό του πρώτου κατηγορουμένου προβάλλεται αλυσιτελώς, για το λόγο ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αμέσως μετά τη σύλληψή του παρέδωσε στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές το e - mail του και συνεπώς ο πρώτος κατηγορούμενος είχε τη δυνατότητα και το δικαίωμα να ζητήσει διά του αρμόδιου Εισαγγελέα την άρση του απορρήτου και την ανάγνωση του περιεχομένου όλων των e - mails που είχε στείλει και δεχθεί ο δεύτερος κατηγορούμενος, ενώ στην παρούσα φάση της δίκης μια τέτοια ενέργεια στερείται νοήματος, αφού οι τηλεφωνικές εταιρείες δεν τηρούν μετά τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα τα σχετικά αρχεία, και συνακόλουθα είναι αδύνατη η αποτύπωση και των σχετικών συνομιλιών, έστω και αν ήθελε επιτραπεί η άρση του απορρήτου. Πρέπει λοιπόν το σχετικό αίτημα να απορριφθεί ως αβάσιμο, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό".
Η ανωτέρω απορριπτική των προαναφερθέντων αιτημάτων αιτιολογία, είναι πλήρης και εμπεριστατωμένη, δεν απαιτείτο δε, αναφορικά με τα υπό στοιχ. α’ αιτήματα, περαιτέρω εξειδίκευση αυτής δια της αναφοράς των μαρτύρων που είχαν ήδη εξεταστεί καθώς και των πράξεων για τις οποίες αυτοί κατέθεσαν, ως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, αφού αυτά προκύπτουν από τα πρακτικά της προσβαλλομένης. Ωσαύτως, πλήρης και εμπεριστατωμένη είναι και η απορριπτική του υπό στοιχ. β’ αιτήματος αιτιολογία, αφού με ιδιαίτερες σκέψεις και αιτιολογίες και με λεπτομερή αναφορά των αποδεικτικών μέσων που έλαβε υπόψη του, το Δικαστήριο, αντικρούοντας τα υποστηριχθέντα από τον μάρτυρα Α. Κ., αποφάνθηκε για το αλυσιτελές της προσκομιδής των αιτηθέντων e-mails με αναφορά και των λόγων για τους οποίους, μετά την πάροδο επτά περίπου ετών, δεν ήταν δυνατή η άντληση των αναγκαίων πληροφοριών από τις παρόχους τηλεφωνικές εταιρείες, ενώ η απόρριψη του αιτήματος για την κλήτευση του μάρτυρα Γ. Κ., ως άμεσα συναπτόμενη με το αίτημα για την προσκόμιση των ως άνω e-mails, εμπεριέχεται στην ανωτέρω προς τούτο απορριπτική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, πέραν του ότι το σχετικό αίτημα ήταν αόριστο αφού δεν διευκρινιζόταν η αναγκαιότητα της παρουσίας του και το θέμα στο οποίο αυτός θα εξεταζόταν.
Συνεπώς, οι απορριπτικές των ανωτέρω αιτημάτων ως άνω παρεμπίπτουσες αποφάσεις δεν πάσχουν από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ούτε παραβιάστηκε δι’ αυτών το δικαίωμα υπεράσπισης του κατηγορουμένου-αναιρεσείοντα (171 παρ. 1 δ’ ), ούτε δημιουργήθηκε απόλυτη ή σχετική ακυρότητα, ούτε υπήρξε έλλειψη ακροάσεως (170 παρ. 2) και οι σχετικοί, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Α’ , Β’ και Δ’ ΚΠΔ, πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Τέλος, η συναφής με όλα τα ανωτέρω αιτίαση, που προβάλλεται ως λόγος αναίρεσης, ότι το Δικαστήριο, ενόψει των ανωτέρω επικαλουμένων από τον αναιρεσείοντα σφαλμάτων και πλημμελειών, παραβίασε το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ για δίκαιη δίκη, είναι απαράδεκτη, γιατί η παραβίαση της δίκαιης δίκης, που καθιερώνεται από το ανωτέρω άρθρο, δεν δημιουργεί ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης της απόφασης, πέραν των αναφερομένων περιοριστικά στο άρθρο 510 του ΚΠΔ λόγων, εκτός αν συνδυάζεται με άλλη πλημμέλεια, που υπάγεται στους προβλεπόμενους, ως άνω, λόγους, τους οποίους όμως, δεν ιδρύουν οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντα που προαναφέρθηκαν, αφού, ως ήδη ειπώθηκε, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη και το Πενταμελές Εφετείο που την εξέδωσε δεν υπέπεσε σε καμία πλημμέλεια και δεν στέρησε τον αναιρεσείοντα από κανένα υπερασπιστικό του δικαίωμα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, λόγω των από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ και Δ’ ΚΠΔ πλημμελειών, είναι απορριπτέος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 511 εδάφιο τελευταίο και 514 περ. β’ ΚΠΔ, προκύπτει ότι στην περίπτωση που, μετά τη δημοσίευση της απόφασης που προσβάλλεται, μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά την αξιόποινη πράξη ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Αρειος Πάγος εφαρμόζει αυτεπάγγελτα κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ τον επιεικέστερο νόμο, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του αναιρεσείοντος κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΟλΑΠ 3/95). Κατά την έννοια δε του άρθρου 2 παρ. 1 του Π Κ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου, όταν από την τέλεση της πράξεως έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος, ο οποίος, όπως ίσχυσε, περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επέρχεται ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση. Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές. Εάν από τη σύγκριση προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος. Στην προκειμένη περίπτωση, ως ήδη ειπώθηκε, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για από κοινού αγορά, εισαγωγή στην Επικράτεια, μεταφορά και κατοχή ναρκωτικών ουσιών υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης των εν λόγω πράξεων κατ’ επάγγελμα και υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, μετά δε την παραδοχή ότι όλες οι πράξεις αυτές αφορούσαν την αυτή ποσότητα ναρκωτικών ουσιών και την αναγνώριση στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 α’ ΠΚ (πρότερος έντιμος βίος), καταδικάστηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα εννέα (19) ετών και χρηματική ποινή ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 α, β και ζ και 8 ν. 1729/87, ως ίσχυαν κατά το χρόνο τελέσεως των ως άνω πράξεων, ο οποίος ανάγεται στο χρονικό διάστημα από τα τέλη Ιουνίου του 2004 έως τις 23-8-2004. Όμως, μετά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (18-11-2011) και πριν αυτή καταστεί αμετάκλητη, εκδόθηκε ο νέος νόμος περί ναρκωτικών 4139/2013, με έναρξη ισχύος την 20-3-2013, με τον οποίο ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών με νέες διατάξεις. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 20 (διακίνηση ναρκωτικών) "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη ##τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή...., η αγορά, ....., η κατοχή...., η μεταφορά .... ναρκωτικών ουσιών .... 3. Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επιμέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία....", ενώ κατά το άρθρο 23 παρ. 2 "Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22 : α) όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ". Από την αντιπαραβολή και σύγκριση των όρων των διατάξεων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα των δύο νόμων (1729/1987 και 4139/2013), συνάγεται ότι ο νομοθέτης, ενόψει εκδόσεως της Αποφάσεως- Πλαισίου 2004/757/ΔΕΥ του Συμβουλίου της ΕΕ, που προτείνει ποινικές κυρώσεις για τα βασικά εγκλήματα διακίνησης ναρκωτικών αισθητά χαμηλότερες από τις αντίστοιχες της ελληνικής νομοθεσίας, θέλοντας να περιορίσει τον μεγάλο αριθμό των ισοβιτών στην Ελλάδα και επισημαίνοντας στην αιτιολογική έκθεση του νέου ν. 4139/2013 ότι το ποσοστό κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές με καταδίκες για ναρκωτικά ανέρχεται σε 40% περίπου και συνιστά κύριο αίτιο υπερφορτώσεως των ελληνικών φυλακών, σε σύγκριση με άλλες χώρες της ΕΕ (βλ. εισηγητική έκθεση νέου νόμου 4139/2013), με το άρθρο 23 του νέου ν. 4139/2013 για τη διακεκριμένη περίπτωση διακινήσεως ναρκωτικών ουσιών κατ’ επάγγελμα, που τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη, όπως και με το ν. 1729/87 (ισόβια κάθειρξη και χρηματική ποινή 29.412 μέχρι 588.235 ευρώ), προβλέπει στο νέο νόμο αυστηρότερη μεν ως άνω χρηματική ποινή, πλήν όμως εισάγει τη νέα αυτή διάταξη επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο, γιατί, πλην της επιβαρυντικής περιστάσεως της κατ’ επάγγελμα τελέσεως πράξεων διακίνησης ναρκωτικών, που υπήρχε και στην προηγούμενη διάταξη, εισάγει για την παραπάνω αυστηρότερη ποινή και πρόσθετο στοιχείο, ως νέα αναγκαία προϋπόθεση και όχι ως επιβαρυντική περίσταση "το προσδοκώμενο όφελος (του κατ’ επάγγελμα διακινητή δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις) να υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ", διάταξη σαφώς ευμενέστερη για τον κατηγορούμενο, αφού απαιτεί για την επιβολή της ποινής της ισοβίου καθείρξεως συνδρομή, επιπλέον της κατ’ επάγγελμα τέλεσης, σωρευτικά, ως πρόσθετου όρου, όχι της μεγάλης ποσότητας ναρκωτικών, η οποία κατά την εισηγητική έκθεση κρίνεται αόριστη έννοια, αλλά του προσδοκώμενου οφέλους άνω των 75.000 ευρώ, ενώ απαλείφει τις διαζευκτικά προβλεπόμενες στο παλαιότερο άρθρο περιστάσεις υποτρόπου ή ιδιαίτερα επικίνδυνου δράστη ή ενέργειας κατά συνήθεια ή ενέργειας με σκοπό ο δράστης να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών ουσιών από ανηλίκους. Η διάταξη αυτή (άρθρο 23 παρ. 2 ν. 4139/2013) κατά το μέρος αυτής, με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την επιβολή της ποινής της ισοβίου καθείρξεως στη διακεκριμένη περίπτωση της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, δηλαδή, εκτός από την κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης και το συνολικό προσδοκώμενο όφελος των 75.000 ευρώ, είναι ευνοϊκότερη των προηγούμενων ρυθμίσεων και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη εφαρμογής της ως προς την περιοριστική της ελευθερίας ποινή. Τούτο δε γιατί ο νέος νόμος προβλέπει μεν αυστηρότερη χρηματική ποινή, πλην όμως είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι στην παλαιότερη ρύθμιση δεν προβλέπονταν ποσοτικά όρια.
Συνεπώς, πράξεις διακίνησης ναρκωτικών που τελέστηκαν κατ’ επάγγελμα προ της ισχύος του ν. 4139/2013 και είχαν προσδοκώμενο όφελος ανώτερο των 75.000 ευρώ διατηρούν και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς το χαρακτήρα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και τη δυνατότητα επιβολής της ποινής της ισοβίου καθείρξεως. Περαιτέρω, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, όταν η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών διαπράττεται από περισσότερους από έναν δράστες "από κοινού", το προσδοκώμενο όφελος, το οποίο υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, θα προσδιορισθεί μία φορά και θα αντιστοιχεί σε όλους μαζί τους δράστες (ανεξάρτητα από τη συμμετοχή εκάστου και ανεξάρτητα πόσοι εξ αυτών είναι γνωστής ταυτότητας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και πόσοι εξ αυτών έχουν συλληφθεί ή έχουν παραπεμφθεί σε δίκη), χωρίς το όφελος να επιμερίζεται μεταξύ τους. Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε άτοπα αποτελέσματα , αφού, για να εμπίπτουν όλοι οι δράστες στην εν λόγω επιβαρυντική περίσταση, θα έπρεπε το συνολικό ποσό του οφέλους να υπερβαίνει το γινόμενο του ποσού των 75.000 ευρώ επί τον αριθμό των δραστών. Πέραν τούτου, ο εφαρμοστής του δικαίου θα ήταν υποχρεωμένος να διεισδύει στις εσωτερικές συμφωνίες μεταξύ των περισσοτέρων δραστών ως προς τη διανομή του οφέλους, οι οποίες, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής, είναι άδηλες έναντι των τρίτων και δικαστικώς αναπόδεικτες (ολΑΠ 1/15).
Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει της ιδιαίτερα μεγάλης ποσότητας (1.065 χιλιόγραμμα και 798 γραμμάρια) και του είδους της ναρκωτικής ουσίας (κοκαΐνη) που, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, αγόρασε, εισήγαγε στην Χώρα, μετέφερε και κατείχε ο αναιρεσείων από κοινού με τους αναφερομένους στην προσβαλλομένη και μη διαδίκους εδώ συγκατηγορουμένους του και υπό τις συνοδεύουσες τις αξιόποινες αυτές πράξεις ιδιαίτερες περιστάσεις, είναι πρόδηλο, με βάση τα δεδομένα της κοινής πείρας και λογικής, ότι στην ένδικη περίπτωση πληρούται η αναγκαία πρόσθετη προϋπόθεση του ισχύοντος νεότερου νόμου, που συναρτάται με την κατάφαση της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των ανωτέρω πράξεων, για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, ήτοι η διαπίστωση ότι το προσδοκώμενο όφελος από την τέλεση των ως άνω πράξεων υπερβαίνει και μάλιστα κατά πολύ το ποσό των 75.000 ευρώ, στοιχείο που εμπεριέχεται στα αναφερόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλομένης περιστατικά που συνθέτουν την, γενόμενη δεκτή, από το Δικαστήριο της ουσίας αξιόποινη συμπεριφορά του αναιρεσείοντα, έστω κι αν το στοιχείο τούτο δεν μνημονεύεται ιδιαίτερα. Επομένως, και υπό το νέο νομοθετικό καθεστώς οι ανωτέρω πράξεις διατηρούν το χαρακτήρα της διακεκριμένης περίπτωσης διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Όσον αφορά όμως την επιβαρυντική περίσταση της ιδιαίτερης επικινδυνότητας, τη συνδρομή της οποίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα δέχτηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, και η οποία δεν περιλαμβάνεται πλέον στις διακεκριμένες και ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις του νέου νόμου 4139/2013, πρέπει, κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου και κατ’ εφαρμογή των άρθρων 2 ΠΚ και 511 ΚΠΔ, να εφαρμοσθεί ο νεότερος επιεικέστερος νόμος και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη μόνο κατά το μέρος της: α) περί συνδρομής στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα, αναφορικά με τις αφορώσες τα ναρκωτικά ανωτέρω πράξεις, της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτού, απαλειφομένης της σχετικής αναφοράς τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό και β) κατά το περί ποινής ως προς τις πράξεις αυτές (εφόσον δεν επιβλήθηκε το κατώτατο προβλεπόμενο όριο) και συνολικής γενικώς ποινής κεφάλαιό της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση κατά το αναιρούμενο μέρος της περί επιβολής στον αναιρεσείοντα ποινής στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ’ αριθμ. 2196-3144/2011 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που, αναφορικά με τις πράξεις της αγοράς, εισαγωγής στη Χώρα, μεταφοράς και κατοχής ναρκωτικών ουσιών, αφορά τη συνδρομή στο πρόσωπο του αναιρεσείοντα της επιβαρυντικής περίστασης της ιδιαίτερης επικινδυνότητας αυτού καθώς και ως προς το περί ποινής ως προς τις πράξεις αυτές και συνολικής γενικώς ποινής κεφάλαιό της.
Απαλείφει από το σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης την επιβαρυντική περίσταση της εκ μέρους του αναιρεσείοντα-κατηγορουμένου τέλεσης των αμέσως ανωτέρω πράξεων υπό περιστάσεις που μαρτυρούν ότι αυτός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το περί ποινής ως προς τις ανωτέρω πράξεις και συνολικής γενικώς ποινής κεφάλαιό της για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την από 7-10-2013 και με αριθμ. πρωτ. 7280/7-10-13 αίτηση του Ν. Κ. του Θ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 2196-3144/11 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Σεπτεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 13 Οκτωβρίου 2015.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Ρ.Κ.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου