ΑΠ Συμβ. 1680/2016: Αναίρεση βουλεύματος απόρριψης δήλωσης αποχής για λόγους ευπρέπειας

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - 188/2016 ΕΦ ΠΑΤΡ (- Όπλα. Ναρκωτικά. Ένταξη ως μέλος σε εγκληματική οργάνωση για τη διάπραξη από κοινού και κατά μόνας της εισαγωγής, κατοχής, μετασκευής, εμπορίας, προμήθειας και μεταφορά όπλων με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργημάτων. Διακεκριμένη περίπτωση της από κοινού και κατά μόνας κατοχής, μεταφοράς, εμπορίας, προμήθειας όπλων και πυρομαχικών με σκοπό τη διάθεσή τους σε τρίτους για διάπραξη κακουργημάτων. Παράνομη κατοχή όπλου. Προμήθεια και κατοχή ναρκωτικών για αποκλειστικά ιδία χρήση. Κατ’ εξακολούθηση διακίνηση ναρκωτικών υπό τη μορφή της κατοχής και πώλησης. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Προσωρινή κράτηση και προϋποθέσεις επιβολής της. Προϋποθέσεις αντικατάστασής της με περιοριστικούς όρους. Περάτωση της ανάκρισης για τα κακουργήματα του άρθ. 308 Α ΚΠΔ.
ΑΠ Συμβ. 1680/2016: Αναίρεση βουλεύματος απόρριψης δήλωσης αποχής για λόγους ευπρέπειας...

ΑΡΙΘΜΟΣ 1680/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημήτριο Γεώργα και Μαρία Γκανιάτσου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου περί αναιρέσεως του υπ’ αριθμ. 1761/2016 βουλεύματος του Εφετείου Αθηνών, με αιτούσα την Χ. Ρ..
Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτό, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία 47/24.10.2016 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον του Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Γ. Σ. και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη με αριθμό 160/26.10.2016, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγω, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 του Κ.Π.Δ., ενώπιον του Συμβουλίου Σας την 47/24-10-2016 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1761/20-10-2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και εκθέτω τα εξής: Με το παραπάνω προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε ως αβάσιμη η από 5-10-2016 αίτηση της Εφέτου Αθηνών Χ. Ρ. με την οποία αυτή ζητούσε, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους ευπρεπείας, να απόσχει από την σύνθεση του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών στο οποίο είχε ορισθεί ως εισηγήτρια για να κρίνει την 1537/2016 πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών. Κατά του βουλεύματος αυτού ασκήθηκε η 47/24-10-2016 εμπρόθεσμη αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου (Αντεισαγγελέας Δ. Παπαγεωργίου) με την οποία ζητά να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό για έλλειψη αιτιολογίας. Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: Α) Να γίνει δεκτή η 47/2016 αίτηση αναιρέσεως του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά του 1761/2016 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και Β) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και παραπεμφθεί η αίτηση αποχής για νέα κρίση στον ίδιο Συμβούλιο στο οποίο δεν θα λάβουν μέρος οι δικαστές που έλαβαν μέρος προηγουμένως. Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κατσιρώδης".
Αφού άκουσε
τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των άρθρων 483 παρ.3 και 479 ΚΠΔ προκύπτει, ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οπουδήποτε βουλεύματος, μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από την έκδοσή του, για οποιονδήποτε από τους αναφερόμενους στο άρθρο 484 παρ.1 ΚΠΔ αναιρετικούς λόγους.
Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ.3 του ΚΠοινΔ, εκτός των στο άρθρο 14 του ιδίου Κώδικα αναγραφομένων λόγων αποκλεισμού, με τη συνδρομή κάποιου των οποίων, τα δικαστικά πρόσωπα που αναφέρονται σε αυτό δεν δύνανται να ασκήσουν τα καθήκοντα τους ως και του στο επόμενο άρθρο 15 εδ.1 λόγου εξαιρέσεως, που επιβάλλει επίσης την αποχή αυτών από την ενάσκηση των καθηκόντων τους σε ορισμένη υπόθεση, περίπτωση τέτοιας αποχής εμφανίζεται επίσης και όταν σοβαροί λόγοι ευπρέπειας επιβάλλουν αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει σαφώς ότι η υποχρέωση δήλωσης αποχής ενός δικαστικού Λειτουργού από τα καθήκοντά του, υπάρχει, όχι μόνον όταν συντρέχει κάποιος λόγος εξαίρεσης ή αποκλεισμού αυτού, που ορίζονται στα άρθρα 14 και 15 του ΚΠΔ, αλλά και όταν συντρέχει κάποιος σοβαρός και όχι απλός λόγος ευπρέπειας. Σοβαρός δε είναι ο λόγος ευπρέπειας, όταν κατά κρίση αντικειμενική ή κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις, θέτει ή μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο της κρίσης του δικάζοντος δικαστικού λειτουργού. Ο όρος "ευπρέπεια" περιέχει κρίση αντικειμενική, ενώ η "ευθιξία" είναι ιδιότητα του ατόμου. Η εξαντλητική απαρίθμηση των σοβαρών λόγων ευπρεπείας είναι αδύνατη γιατί, εάν και πότε υπάρχουν τέτοιοι λόγοι, είναι ζήτημα πραγματικό, για το οποίο θα κρίνει κάθε φορά το αρμόδιο Δικαστήριο ή Συμβούλιο, που επιλαμβάνεται του θέματος, κατά τις κρατούσες δεοντολογικές αντιλήψεις. Γενικά τέτοιοι λόγοι ευπρεπείας συντρέχουν, όταν η συμμετοχή του δικαστικού λειτουργού στην εκδίκαση συγκεκριμένης υποθέσεως μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για αυτόν σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από ο,τιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνηση της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση του. Η άποψη αυτή συμπορεύεται και με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, με την οποία καθιερώνεται "το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη", όχι με την έννοια της ορθότητας της απόφασης, αλλά της έγκαιρης, ουσιαστικής και αδιάβλητης υπό διαδικαστικές (δικονομικές) εγγυήσεις, διεξαγωγής της δίκης, ώστε να είναι δυνατή η αντικειμενική αναζήτηση της αλήθειας και η έγκαιρη και αποτελεσματική προστασία του διαδίκου. Μία από τις εγγυήσεις αυτές είναι η ανεξαρτησία και αμεροληψία του δικαστηρίου, το οποίο λειτουργεί σύμφωνα με τον εθνικό νόμο και αποφαίνεται επί της βασιμότητας της ποινικής κατηγορίας αν πρόκειται για ποινική υπόθεση. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής σοβαρός λόγος αποχής συντρέχει, οσάκις τίθενται σε αμφιβολία η ελεύθερη κρίση του δικαστή η το απροκατάληπτο αυτού. Περαιτέρω, έλλειψη της κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Ποιν.Δ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του βουλεύματος με το οποίο απορρίπτεται δήλωση αποχής από τα καθήκοντα του δικαστικού λειτουργού, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, τα οποία, κατ’ αντικειμενική κρίση λαμβανόμενα, δεν μπορούν να στηρίξουν βάσιμους λόγους που θέτουν σε αμφιβολία την ελεύθερη κρίση ή το απροκατάληπτο αυτών. Στους λόγους ευπρέπειας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως δεν συμπεριλαμβάνονται οι λόγοι ευθιξίας που είναι δυνατόν να υπάρχουν από το γεγονός ότι ο δικαστικός ή εισαγγελικός λειτουργός είχε επιληφθεί νομίμως στα πλαίσια των καθηκόντων του υποθέσεων του ίδιου διαδίκου και οι αποφάσεις που εξέδωσε δεν ήταν αρεστές σ’ αυτόν με αποτέλεσμα να αντιδράσει με την υποβολή σχετικής αναφοράς στα αρμόδια όργανα της επιθεώρησης των δικαστηρίων ή υποβάλλοντας αίτηση εξαιρέσεως κατ’ αυτού. Στη προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών εισήχθη η 1537/2016 Εισαγγελική πρόταση επί υποθέσεως με κατηγορούμενους τους Ε. Μ. κλπ. και από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Εφετών Αθηνών ορίσθηκε Εισηγήτρια η Χ. Ρ., Εφέτης Αθηνών. Η τελευταία κατέθεσε την από 5-10-2016 δήλωση αποχής από τη συμμετοχή της ως Εισηγήτριας στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών.
Ως λόγο αποχής από τα καθήκοντα της στην πιο πάνω υπόθεση η παραπάνω δικαστής επικαλείται: ότι συντρέχουν λόγοι ευπρέπειας που επιβάλλουν αυτή καθόσον ευλόγως τίθεται υπό αμφισβήτηση το αμερόληπτο της κρίσης της, δεδομένου ότι συνδέεται με οικογενειακή φιλία με τον Κ. Β. και την οικογένειά του, ο οποίος διατελεί επικεφαλής των διεθνών σχέσεων της ... (...).
Tο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το υπ’ αριθμ. 1761/2016 βούλευμά του αποφάνθηκε ότι: η δηλούσα Εφέτης αναφέρει ως λόγο ευπρεπείας που της επέβαλε να προβεί στην υποβολή της κρινομένης δηλώσεως αποχής της, το γεγονός ότι συνδέεται με οικογενειακή φιλία με τον Κ. Β. και την οικογένεια αυτού, ο οποίος είναι ο επικεφαλής των διεθνών σχέσεων της ..., ήτοι ένας εκ των στενών συνεργατών του Ε. Μ., που είναι κατηγορούμενος στην υπόθεση που η ίδια έχει οριστεί ως εισηγήτρια στο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών. Η δήλωση αυτή αποχής με το άνω περιεχόμενο ελέγχεται ως αβάσιμη , αφενός λόγω της εντελώς αόριστης αναφοράς σ’ αυτήν της σχέσης οικογενειακής φιλίας της δικαστού με το προαναφερόμενο πρόσωπο, χωρίς δηλαδή να γίνεται ειδική μνεία συγκεκριμένων περιστατικών εκ των οποίων να συνάγεται ευχερώς η ιδιαίτερη και στενή επικαλούμενη σχέση, αφετέρου λόγω του ότι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται η δηλούσα δεν φέρει καν την ιδιότητα του κατηγορουμένου στην προκειμένη υπόθεση, αλλά απλώς του στενού συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων. Κατά συνέπεια ο επικαλούμενος λόγος πέραν της αόριστης επίκλησης του, δεν θεωρείται σε κάθε περίπτωση "σοβαρός λόγος ευπρεπείας" που να επιβάλει την αποχή της Δικαστού από τα ανωτέρω καθήκοντά της, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 23 Κ.Π.Δ., ενώ μόνον η ευθιξία δεν επαρκεί...". Με την κρίση του αυτή στο προσβαλλόμενο βούλευμα το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών υπέπεσε στην πλημμέλεια 1) του άρθρου 484 παρ. 1 στοιχ. δ’ του Κ.Ποιν.Δ. αφού δεν περιέλαβε την απαιτούμενη την ως άνω διάταξη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την μη ύπαρξη λόγων ευπρέπειας που κατ’ αντικειμενική κρίση επιβάλουν την αποχή από τα καθήκοντά της της άνω δικαστού του Εφετείου Αθηνών. Αντίθετα περιέλαβε ασαφή, αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία. Τούτο δε γιατί: α) κατά τρόπο ασαφή θεωρεί αόριστη την αναφορά από την Δικαστή της σχέσης οικογενειακής φιλίας της με στενό συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων και την οικογένειά του, παρόλο που η έννοια της "σχέσης οικογενειακής φιλίας" είναι ευκρινής και αυτονόητη από πλευράς περιεχομένου, ενδεχόμενη δε λεπτομερής αναφορά στις εκφάνσεις αυτής αφορά ζήτημα προσωπικών δεδομένων και της προσωπικής ζωής τόσο της δηλούσας Δικαστού όσο και άσχετων με τη δικαστική λειτουργία προσώπων, ήτοι των μελών της οικογενείας της και αυτής του Κ. Β. β) δέχεται όλως αντιφατικά ότι ο επικαλούμενος λόγος αποχής δεν θεωρείται σοβαρός λόγος ευπρεπείας, γιατί ο Κ. Β. δεν έχει την ιδιότητα του κατηγορουμένου, αλλά "απλώς του στενού συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων", δηλαδή παρόλο ότι δέχεται ότι ο Κ. Β. είναι στενός συνεργάτης του κατηγορουμένου Ε. Μ., αντιφάσκει με την προσθήκη της λέξης "απλώς" που αυτονόητα δεν εναρμονίζεται με τη στενή σχέση συνεργασίας μεταξύ του κατηγορουμένου και του Κ. Β. με την άνω επαγγελματική του ιδιότητα και θέση, γ) στην κατάληξή της η διαλαμβανόμενη αιτιολογία του προσβαλλομένου βουλεύματος είναι καταφανώς ελλιπής, καθόσον, ενώ υπονοείται ότι η δήλωση αποχής της Εφέτη οφείλεται σε ευθιξία, ελλείπει οποιαδήποτε αιτιολόγηση για ποιο λόγο πρόκειται μόνο για ευθιξία.
2) του άρθρου 484 παρ.1 στοιχ.β’ Κ.Π.Δ. καθόσον, παρότι ορθά δέχθηκε ότι η συνδρομή σοβαρών λόγων ευπρέπειας συνιστά λόγο αποχής κατά την έννοια του άρθρου 23 παρ.3 Κ.Π.Δ. εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη, γιατί δεν υπήγαγε σ’ αυτή σ’ αυτήν ως λόγο αποχής, τη δηλωθείσα από την Εφέτη Χ. Ρ. σχέση οικογενειακής φιλίας με τον Κ. Β., στενό συνεργάτη ενός εκ των κατηγορουμένων, και την οικογένειά του, παρόλο που η σχέση αυτή προφανέστατα μπορεί να δώσει αφορμή σε δυσμενές για την Εφέτη σχόλιο για την αντικειμενική και ανεπηρέαστη, από οτιδήποτε και οποιονδήποτε, διερεύνηση της, σε τρόπο ώστε να τίθεται σε αμφιβολία η ελεύθερη και μη προκατειλημμένη κρίση της και συνεπώς, ως σοβαρός λόγος ευπρέπειας, κατ’ ορθή υπαγωγή, αποτελεί λόγο αποχής αυτής. Επομένως, οι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β’ , δ’ του Κ.Ποιν.Δ, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως κατ’ ουσίαν βάσιμοι, να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο 1761/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, σύμφωνα με τα άρθρα 485 παρ.1, 519 και 523 Κ.Π.Δ. αφού αυτό είναι εφικτό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 1761/2016 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί σε Συμβούλιο από άλλους Δικαστές εκτός από εκείνους που έκριναν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2016.
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 17 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ                             Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια