ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΑΠ Απόφαση 1222 / 2015 - Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Ναρκωτικά. Περίληψη: Ναρκωτικά. Αξιόποινο. Αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου νόμου 4139/20-3-2013, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών

ΑΠ Απόφαση 1029 / 2014    (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Κληρονομία . Περίληψη: Η εγκατάσταση με διαθήκη αναγκαίου κληρονόμου σε μόνη την επικαρπία κληρονομιαίου ή κληρονομιαίων ακινήτου, η ψιλή κυριότητα των οποίων καταλείπεται σε άλλους, αποτελεί περιορισμό της νόμιμης μοίρας του, που θεωρείται, κοντά το μέρος του τη βαρύνει, σαν να μην έχει γραφεί, και ο μεριδούχος δικαιούται τα κληρονομιαία ακίνητα κατά πλήρη κυριότητα ως προς το ποσοστό της νόμιμης μοίρας του και επιπλέον, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη, και την επικαρπία, στην οποία εγκαταστάθηκε. Ειδικοί ερμηνευτικοί ή συμπληρωματικοί κανόνες επί δικαιοπραξιών προηγούνται των γενικών ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ 
Απόφαση 1222 / 2015    (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Θέμα
Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Ναρκωτικά.
Περίληψη:

Ναρκωτικά. Αξιόποινο. Αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου νόμου 4139/20-3-2013, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη αιτιολογίας. Εσφαλμένη ερμηνεία νόμου. Απορρίπτει καθόσον για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ο ακριβής προσδιορισμός της διακινηθείσας ποσότητας, του τόπου και του χρόνου των κατ' ιδίαν πωλήσεων ( με την επιφύλαξη του χρόνου παραγραφής αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής των πράξεων τούτων), της ταυτότητας του πωλητή ή αγοραστή ούτε του ύψους του κάθε τιμήματος, των καταβληθέντων για την αγορά και πώληση χρημάτων, και του τρόπου καταβολής του επί μέρους τιμήματος κάθε διακινούμενης ποσότητας. Δήμευση χρηματικού ποσού. Εκτίθενται πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι το ποσό που δημεύτηκε προήλθε από την τέλεση της πώλησης ναρκωτικών. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του λόγου ότι παραβιάστηκε το μεν το δικαίωμα του κατηγορουμένου σε δίκαιη δίκη, εκ του λόγου ότι η σε βάρος του κατηγορία και καταδίκη καθόσον αφορά την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών ήταν αόριστη το δε, το τεκμήριο αθωότητάς του, αφού κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε με την αόριστη κατά τα άνω κατηγορία. Αβάσιμος ο λόγος αφού με πλήρη αιτιολογία καταδικάσθηκε. Ισόβια απέλαση αλλοδαπών μη υπηκόων, κράτους - μέλους της Ε.Ε. που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών σε ποινή κάθειρξης. Αιτιολογείται ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την παραμονή του αναιρεσείοντα στη Χώρα, γιατί αυτή δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης. Ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής άλλων προϋποθέσεων ( χρόνος παραμονής του στο Ελληνικό έδαφος, νομιμότητα ή μη της παραμονής του επαγγελματικός προσανατολισμός ύπαρξη οικογένειας) που να δικαιολογούν τη μη απέλαση και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην αιτιολογία της αποφάσεως και την απόρριψη των παραπάνω. Έλλειψη αιτιολογίας
της περί επιμέτρησης της ποινής απόφασης, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και την καθαρότητα των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τη βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία. Υπάρχει πλήρης αιτιολογία. Το δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του και τα παραπάνω, αφού η υποχρέωση αυτή θεσπίστηκε το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.3 του ν. 4139/2013 και ο χρόνος τέλεσης των πράξεων ανάγεται στο έτος 2008, υπό την ισχύ του ν.3459/2006 και ειδικότερα του άρθρου 20 παρ.2 αυτού, που δεν προέβλεπε σχετική υποχρέωση της αρμόδιας Χημικής υπηρεσίας. Απόλυτη ακυρότητα. Αιτίαση απόλυτης ακυρότητας λόγω κακής σύνθεσης του Δικαστηρίου. Αναπλήρωση κωλυόμενου κληρωθέντος μέλους της συνθέσεως από αναπληρωματικό. Η όποια ακυρότητα έχει καλυφθεί, αφού δεν προτάθηκε. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση.




Αριθμός 1222/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Φράγκο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη - Εισηγήτρια, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Παρασκευαϊδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)A. R. του R., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από ....., και 2)S. T. του D., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Τρικάλων, που εκπροσωπήθηκε από ....., για αναίρεση της υπ’ αριθ.822/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 26 Φεβρουαρίου 2015 και 16 Φεβρουαρίου 2015 δύο χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 337/2015.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των αναιρεσειόντων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθούν οι προκείμενες αιτήσεις αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται, ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, α) Η από 26-2-2015 (υπ’ αριθμό γεν. πρωτ. 174/2015) αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε με δήλωση ενώπιον του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και β) η από 16-2-2015 (υπ’ αριθμό πρωτ. 10/2015) αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε ενώπιον του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου των, 1) (A. R. του R. και 2) S. T. του D. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 822/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες είναι παραδεκτές (άρθρα 473 παρ. 2, 474 παρ. 1εδ.β, 2 και 3, Κ.Π.Δ.) και πρέπει να ερευνηθούν κατ’ ουσία, αφού συνεκδικαστούν ως συναφείς.
ΙΙ. Κατά την προϊσχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του ν. 3459/2006 (ΚΝΝ) "με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και με χρηματική ποινή δύο χιλιάδων εννιακοσίων (2.900) μέχρι διακοσίων ενενήντα χιλιάδων (290.000) ευρώ τιμωρείται όποιος: " α) .... β) Πωλεί, αγοράζει ναρκωτικά ή μεσολαβεί σε κάποια από τις πράξεις αυτές...... ζ) Κατέχει ή μεταφέρει ναρκωτικά με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο είτε στο έδαφος της επικράτειας είτε παραπλέοντας ή διασχίζοντας την αιγιαλίτιδα ζώνη είτε ιπτάμενος στον ελληνικό εναέριο χώρο", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 23 του ιδίου ως άνω νόμου "με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή είκοσι εννέα χιλιάδων τετρακοσίων δώδεκα (29.412) ευρώ μέχρι πεντακοσίων ογδόντα οκτώ χιλιάδων διακοσίων τριάντα πέντε (588.235) ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22 αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια ή οι περιστάσεις τελέσεως μαρτυρούν ότι είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, κατά το άρθρο 13 στοιχ. στ’ και ζ’ του ΠΚ". Με το νέο νόμο περί ναρκωτικών 4139/20-3-2013, "νόμος περί εξαρτησιογόνων ουσιών και άλλες διατάξεις", (με το άρθρο 100 του οποίου καταργήθηκε από την έναρξη της ισχύος του (20-3-2013), ο ανωτέρω ν. 3459/2006, εκτός από τα άρθρα 1 παρ.1, 58 και 61 αυτού) ρυθμίζονται οι παραβάσεις διακίνησης ναρκωτικών με νέες διατάξεις και ειδικότερα διατηρούνται τα ενδιαφέροντα τη συγκεκριμένη ένδικη υπόθεση άρθρα 20 και 23 με τους ίδιους αριθμούς. Έτσι με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου αυτού νόμου, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κατά την παράγραφο 2, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 αυτού. Ειδικότερα κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του παραπάνω ν. 4139/2013, "όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ". Με την παράγραφο 2 καθορίσθηκαν ενδεικτικά οι τρόποι τέλεσης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται η εισαγωγή, αγορά, κατοχή, μεταφορά και πώληση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 23, Ιδιαίτερα διακεκριμένες περιπτώσεις, 1) . ... 2) Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και χρηματική ποινή από πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ μέχρι ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α) όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκώμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ". Από τη σύγκριση των παραπάνω διατάξεων, ειδικότερα δε του άρθρου 23 του ΚΝΝ και του αντιστοίχου άρθρου, του μετά τη έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως στις 28/2/2014, ισχύοντος νέου νόμου 4139/20-3-2013, που ρυθμίζουν τη ποινική μεταχείριση του δράστη των πράξεων του άρθρου 20 ήτοι και της κατοχής πώλησης ή οργάνωσης ή διεύθυνσης δραστηριοτήτων διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, όταν συντρέχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, προκύπτει ότι για την εφαρμογή, της διατάξεως του 23 του ΚΝΝ αρκούσε η συνδρομή μιας εκ των επιβαρυντικών περιστάσεων του άρθρου αυτού, μεταξύ των οποίων και η κατ’ επάγγελμα τέλεση της πράξης, μετά όμως την ισχύ του νέου νόμου 4139/2013, δεν αρκεί για τη στοιχειοθέτηση του άρθρου 23 η συνδρομή της κατ’ επάγγελμα τελέσεως της πράξεως αλλά απαιτείται και το πρόσθετο στοιχείο ως νέα, αναγκαία πρόσθετη επιβαρυντική περίσταση και όχι ως στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως, του προσδοκώμενου οφέλους, το οποίο πρέπει να υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ. Η νέα διάταξη του άρθρου 23 του ν. 4139/2013, κατά το μέρος με το οποίο θεσπίζεται πρόσθετη προϋπόθεση για την ιδιαίτερη μεταχείριση του δράστη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (κατοχής και πώλησης ή οργάνωσης ή διεύθυνσης σ’ αυτές), δηλαδή, εκτός από την κατ’ επάγγελμα διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών απαιτείται και το προσδοκώμενο όφελος, ποσού άνω των 75.000 ευρώ, είναι ευνοϊκότερη της προηγουμένης ρυθμίσεως και εφαρμόζεται και για τις πράξεις που τελέστηκαν πριν από την έναρξη της εφαρμογής της. Τούτο δε, διότι ο νέος νόμος είναι επιεικέστερος κατά τούτο για τον κατηγορούμενο, δεδομένου ότι απαιτεί σωρευτικά συνδρομή επί πλέον της κατ’ επάγγελμα τελέσεως και της επιβαρυντικής περιστάσεως του άνω προσδοκώμενου οφέλους, το οποίο δεν προέβλεπε ο ΚΝΝ.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του Π.Κ. αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού αξιόποινη πράξη καθένας τιμωρείται ως αυτουργός της πράξεως. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη των συναυτουργών στην εκτέλεση της ίδιας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, όλων όσοι συμπράττουν, δηλαδή ότι ο κάθε συναυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττομένου εγκλήματος γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ιδίου εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας συναυτουργός πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συναυτουργών, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται στην καταδικαστική απόφαση, για την πληρότητα της αιτιολογίας της και οι επιμέρους υλικές ενέργειες καθενός εξ αυτών.
ΙV. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την πληρότητα, επομένως, της αιτιολογίας καταδικαστικής για παράβαση καθήκοντος αποφάσεως, δεν είναι αναγκαίο να αναφέρονται σ’ αυτήν, εκτός από τα ανωτέρω, άλλα περαιτέρω στοιχεία. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού της αποφάσεως με το διατακτικό της, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα , ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες έγγραφα κ.λ.π.) χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
V. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008). VI. Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμό 822/2014 απόφαση του Α’ Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, και μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που κατ’ είδος μνημονεύονται, οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν, για την πράξη της κατά συναυτουργία διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και συγκεκριμένα των πράξεων αγοράς κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, χωρίς τη συνδρομή επιβαρυντικών περιστάσεων, κατ’ εφαρμογή του νεότερου κατά τα άνω και επιεικέστερου κατά το σημείο αυτό νόμου, σε ποινή κάθειρξης είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ έκαστος, ενώ διατάχθηκε και η απέλασή τους από τη χώρα μετά την οριστική έκτιση της ποινής. Ειδικότερα το Δικαστήριο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα παρακάτω πραγματικά περιστατικά: "Στις αρχές Οκτωβρίου 2008 στο τμήμα γενικών υποθέσεων της υποδιεύθυνσης δίωξης ναρκωτικών περιήλθαν ανώνυμες πληροφορίες ότι άτομο Αλβανικής υπηκοότητας με το όνομα Σ. μαζί με συμπατριώτες του, διακινούσε ναρκωτικές κατά την έννοια του νόμου ουσίες διαφόρων ειδών, ότι κυκλοφορούσε με αυτοκίνητο μάρκας MERCEDES και σύχναζε σε καφετέρια επί της οδού ... στην ..., όπου συναντιόταν με νεαρό Αλβανό που συχνά και αυτός στην ίδια καφετέρια. Κατόπιν των πληροφοριών αυτών εξακρίβωσαν ότι το άτομο με το όνομα Σ., ήταν ο πρώτος κατηγορούμενος S. T., ο οποίος κατοικούσε στην οδός ... Επίσης εξακρίβωσαν τα στοιχεία του νεαρού συνεργάτη του, ήτοι του δεύτερου κατηγορούμενου A. R. που κατοικούσε στην ... και άρχισαν να τους παρακολουθούν. Αρχές Νοεμβρίου 2008 τους εντόπισαν να μεταβαίνουν με το ως άνω αυτοκίνητο στην Λεωφόρο .... Όμως έκριναν πως δεν είχαν τις προϋποθέσεις για αποτελεσματική επέμβαση γι’ αυτό προέβησαν σε τοιαύτη άρχισαν όμως να παρακολουθούν επί πλέον της κατοικίας του πρώτου κατηγορουμένου (οδός ...) και την Λεωφόρο ... Στις 10-11-2008 και περί ώρα 11.30 είδαν τον δεύτερο κατηγορούμενο να μεταβαίνει με το ως άνω αυτοκίνητο στην κατοικία του πρώτου (οδός ...) στη συνέχεια εξήλθαν μαζί, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο και κατευθύνθηκαν προς τον ..., όπου συνάντησαν στην οδό ... νεαρό άτομο που ήταν ο συγκατηγορούμενος τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου V. E. ο οποίος, κατοικούσε στο νούμερο 82 της ως άνω οδού (...). Ο τελευταίος τους άφησε να περιμένουν, εισήλθε στην οικία του, εξήλθε μετά από λίγο κρατώντας μία νάιλον σακούλα σκουπιδίων, την οποία έδωσε στον δεύτερο κατηγορούμενο, που ήταν συνοδηγός και αυτός την τοποθέτηση στο πορτμπαγκαζ του αυτοκινήτου. Τότε, ορισμένοι από τους αστυνομικούς παρέμειναν εκεί παρακολουθώντας τις κινήσεις του τρίτου ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατηγορουμένου, άλλοι δε ακολούθησαν το αυτοκίνητο, το οποίο κατευθύνθηκε στην οδό ..., όπου ο δεύτερος κατηγορούμενος ανέβηκε στο διαμέρισμά και άφησε τη σακούλα. Εν τω μεταξύ συνελήφθη ο ως άνω τρίτος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατηγορούμενος στο ... οι δε δύο κατηγορούμενοι στην προκείμενη υπόθεση συνελήφθησαν στο ... Αττικής. Μετά την σύλληψή τους κατά τις νομότυπες έρευνες που επακολούθησαν βρέθηκαν: α)Στην οικία της οδού ... αρ…., 38 δέματα με κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 36.960 γραμ. και δύο νάιλον σακουλάκια με ηρωίνη συνολικού μικτού βάρους 171,5 γραμ. β)Στο δώμα επί της Λεωφ.... ποσότητα ηρωίνης στερεής μορφής συνολικού μικτού βάρους 4616 γραμ. συσκευασμένη σε εννέα αυτοσχέδια πακέτα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία, ποσότητα κοκαΐνης στερεής μορφής 564 γραμ. συσκευασμένη σε επτά αυτοσχέδια πακέτα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία και ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης συνολικού μικτού βάρους 2.105 γραμ. συσκευασμένη σε τρία αυτοσχέδια δέματα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία και γ)Στην οικία επί της οδού ... ακατέργαστη κάνναβη συνολικού μικτού βάρους 15515 γραμ. συσκευασμένη σε 15 αυτοσχέδια δέματα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία και ποσότητα κοκαΐνης με μορφή πλακιδίου συνολικού μικτού βάρος 73 γραμ. συσκευασμένη σε τέσσερα νάιλον σακουλάκια. Όλες οι ανωτέρω ποσότητες των ναρκωτικών κατασχέθηκαν καθώς και το ποσό των 250€, που βρέθηκε κατόπιν σωματικής έρευνας στην κατοχή του δεύτερου κατηγορούμενου. Οι ναρκωτικές κατά την έννοια του νόμου ουσίες που βρέθηκαν στην οικία της οδού ..., οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, από κοινού ενεργούντες τα αγόρασαν από τον συγκατηγορούμενό τους ενώπιον του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου E. M. και έναν άλλο αλλοδαπό αγνώστων στοιχείων, που δρούσαν από κοινού, με σκοπό την περαιτέρω εμπορία, ενώ τις ποσότητες που βρέθηκαν στο δώμα της λεωφόρου ..., αγόρασαν από άγνωστα άτομα εντός του τελευταίου μηνός πριν τη σύλληψη τους, που έλαβε χώρα στις 10-11-2008 με σκοπό την εμπορία, τις οποίες κατείχαν με τον ίδιο σκοπό. Οι ίδιοι κατηγορούμενοι εντός του τελευταίου μηνός πριν τη σύλληψή τους, πωλούσαν εξακολουθητικά από κοινού σε άγνωστα άτομα ποσότητες κοκαϊνης, ηρωΐνης και ακατέργαστης κάνναβης, αντί του χρηματικού ποσού των 6.000€ περίπου για κάθε μισό κιλό ηρωΐνης, 50€ περίπου για κάθε γραμμάριο κοκαΐνης και 1500€ ....για κάθε κιλό ακατέργαστης κάνναβης. Δεδομένου ότι οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν ένοχοι με την εκκαλουμένη απόφαση των αποδιδομένων σ’ αυτούς αξιόποινων πράξεων (αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών ουσιών) με τις επιβαρυντικές περιστάσεις που προβλέποντο από τις διατάξεις των άρθρων 23 εδ.α και 23 α παρ.1 του ν.3459/2006 (κατ’ επάγγελμα και μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών αντίστοιχα) πρέπει να εκτιθούν τα παρακάτω: Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 ΠΚ, που προβλέπει την αναδρομική ισχύ του ηπιότερου νόμου όταν από την τέλεση της πράξις έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, ως ηπιότερος νόμος θεωρείται εκείνος ο οποίος, όπως ίσχυσε περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, προβλέπεται ευνοικότερη για τον κατηγορούμενο ποινή. (ΑΠ 731/2013 ΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα επιεικέστερος νόμος είναι και εκείνος ο οποίος μεταξύ των επιβαρυντικών περιπτώσεων για την επιβολή της βαρύτερης ποινής δεν περιλαμβάνει και εκείνη που περιείχε ο προγενέστερος νόμος υπό την οποία εχώρησε η καταδίκη (ΑΠ 778/1988 ΤΠΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 56/1989 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς και εκείνος ο οποίος προβλέπει μικρότερο κατώτατο όριο, αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο (ΑΠ 1971/2003 ΤΠΝ ΝΟΜΟΣ). Με το άρθρο 20 του νέου νόμου περί εξάρτησιογόνων ουσιών (ΜΕΡΟΣ Α’ Ν.4139/2013) ορίζεται ότι "1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη με την οποία συντελείται κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 και ιδίως η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η διάθεση, η αποστολή, η παράδοση, η αποθήκευση, η παρακατάθεση, η παρασκευή, η κατοχή, η μεταφορά, η νόθευση, η πώληση νοθευμένων ειδών μονοπωλίου ναρκωτικών ουσιών, η καλλιέργεια ή η συγκομιδή οποιουδήποτε φυτού του γένους της κάνναβης..." Η διάταξη αυτή ισχύει από την 19-3-2013, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ως άνω νόμου, αντικατέστησε δε την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 του Κ.Ν. για τα ναρκωτικά (ν.3459/2006) με την οποία, για τα ως άνω βασικά εγκλήματα προβλέπετο κάθειρξη τουλάχιστον 10 ετών και χρημ. ποινή 2900 μέχρι 290.000 ευρώ. Εξάλλου με την διάταξη του άρθρου 23 του προϊσχύσαντος νόμου 3459/2006 ορίζεται ότι: "Με ισόβια κάθειρξη και με χρηματική ποινή 29.412 ευρώ μέχρι 588.235 ευρώ τιμωρείται ο παραβάτης των άρθρων 20, 21 και 22, αν είναι υπότροπος ή ενεργεί κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια...". Ενώ με την διάταξη του άρθρου 23Α παρ.1 του ίδιου νόμου ορίζεται "Οι προβλεπόμενες για τις πράξεις του πρώτου εδαφίου του άρθρου 23 ποινές επιβάλλονται και όταν η πράξη αφορά μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών...". Οι διατάξεις αυτές έπαυσαν να ισχύουν από την προαναφερθείσα ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.4139/2013. Συγκεκριμένα το μεν άρθρο 23Α καταργήθηκε το ...αντίστοιχο άρθρο 23 αυτού (νεώτερου και ισχύοντος ως άνω ν.4139/2013) ορίζει ότι: "Με ισόβια κάθειρξη ή με πρόσκαιρη κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών, καθώς και με χρηματική ποινή από 50.000 ευρώ μέχρι 600.000 ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α)όταν η πράξη του αφορά ναρκωτικά, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν βαριά σωματική βλάβη (αρθρ.310 παρ.2 του Π.Κ.) και είτε προκάλεσαν βαριά σωματική βλάβη ή θάνατο σε τρίτον είτε προκάλεσαν επικίνδυνη σωματική βλάβη στην υγεία πολλών ατόμων, β)όταν είναι ενήλικος και τελεί τις ως άνω πράξεις κατ’ επάγγελμα με σκοπό να προκαλέσει τη χρήση ναρκωτικών από ανήλικα....2.Με ισόβια κάθειρξη, καθώς και με χρηματική ποινή από 50.000 ευρώ μέχρι 1.000.000 ευρώ τιμωρείται ο δράστης των πράξεων των άρθρων 20 και 22: α)όταν κατ’ επάγγελμα χρηματοδοτεί την τέλεση κάποιας πράξης διακίνησης ή κατ’ επάγγελμα διακινεί ναρκωτικές ουσίες και το προσδοκόμενο όφελος του δράστη στις ανωτέρω περιπτώσεις υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, β)...Έτσι η διάταξη του άρθρου 23 του ν.3459/2006 διελάμβανε ως επιβαρυντική περίπτωση την κατ’ επάγγελμα τέλεση των αδικημάτων του άρθρου 20 του αυτού νόμου, την οποία τιμωρούσε με ισόβια κάθειρξη (και χ.π.29.412 μέχρι 588.235 ευρώ). Δηλαδή με τον νεώτερο νόμο περί εξαρτησιογόνων ουσιών (4139/2013) η μεν επιβαρυντική περίσταση που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρυ 23Α παρ.1 (μεγάλη ποσότητα ναρκωτικών ουσιών) του προϊσχύσαντος περί ναρκωτικών ουσιών νόμου (3459/2006) δυνάμει και της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά των κατηγορουμένων κατόπιν δε κρίθηκαν ένοχοι με την εκκαλουμένη καταργήθηκε, η δε τοιαύτη (επιβαρυντική περίσταση) της κατ’ επάγγελμα τέλεσης των ως άνω πράξεων καταργήθηκε ως αυτοτελής επιβαρυντική περίσταση, εφόσον για τη συγκρότησή της, απειλούμενης με ισόβια κάθειρξη επιβαρυντικής περίπτωσης πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς, πέραν της κατ’ επάγγελμα τέλεσης, και άλλες προϋποθέσεις (σκοπός πρόκλησης χρήσης ναρκωτικών από ανήλικα ή μεταχείριση ανηλίκου ή προσδοκόμενο όφελος υπερβαίνον το ποσό των 75.000 ευρώ) οι οποίες δεν συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση τα αναφερόμενα δε στην δίωξη ποσό εκτός του ότι σύμφωνα μ’ αυτό το προσδοκόμενο όφελος είναι κατώτερο του ως άνω απαιτούμενου ποσού των (75.000 Χ 2=) 150.000 ευρώ και το σημαντικότερο του εν λόγω ποσό δεν ήταν απαραίτητο ν’ αναφερθούν για την κατά νόμο θεμελίωση γι’ αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο απόδειξης. Κατ’ ακολουθίαν όλων των προεκτεθέντων οι κατηγορούμενοι τέλεσαν τις αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται (αγορά, κατοχή, πώληση ναρκωτικών ουσιών) και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτών χωρίς επιβαρυντικές περιστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του νέου νόμου περί εξαρτησιογόνων ουσιών που ως .....ευμενέστερες για τους κατηγορούμενους έχουν εφαρμογή." Στο διατακτικό τους κήρυξε ένοχους του ότι: "Στους παρακάτω τόπους και χρόνους και χωρίς να έχουν αποκτήσει την έξη της χρήσης των ναρκωτικών ουσιών, εκ προθέσεως ενεργώντας, με περισσότερες της μιας πράξεις τέλεσαν περισσότερα του ενός εγκλήματα, που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος και, ειδικότερα: Α) Στους παρακάτω τόπους και χρόνους, από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, με πρόθεση αγόρασαν ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα: α) στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας και σε κάθε σημείο της Αττικής σε μη επακριβώς διακριβωθέντα χρόνο, οπωσδήποτε όμως εντός του τελευταίου μηνός μέχρι την σύλληψη τους (10-11-2008) και σε ημερομηνία, που βρίσκεται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, από κοινού, αγόρασαν από άτομο αγνώστων μέχρι σήμερα στοιχείων, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, με σκοπό την εμπορία, μέρος των οποίων αποτελούν οπωσδήποτε ποσότητα ηρωίνης, συνολικού μικτού βάρους τεσσάρων (4) κιλών και εξακοσίων δέκα έξι (616) γραμμαρίων, ποσότητα κοκαΐνης πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων (564) γραμμαρίων, καθώς και ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους δύο (2) κιλών και εκατόν δέκα πέντε (115) γραμμαρίων, που από κοινού κατείχαν με σκοπό την εμπορία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω στην υπό στοιχείο Β’ πράξη. β) στον ..., εντός της επί της οδού ... αρ. … οικίας του E. V., στις 10-11-2008, περί ώρα 13.00’ , από κοινού, αγόρασαν από τους E. V., M. E. και έτερο αλλοδαπό ονόματι L. α.λ.σ, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα αγόρασαν από τους παραπάνω ..πρώτος από τους οποίους E. V. ήταν συγκατηγορούμενος τους ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίοι ενεργούσαν από κοινού, ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους δέκα πέντε (15) κιλών και πεντακοσίων δέκα πέντε (515) γραμμαρίων, καθώς και ποσότητα κοκαΐνης, συνολικού μικτού βάρους εβδομήντα τριών (73) γραμμαρίων, που από κοινού, κατείχαν με σκοπό την εμπορία, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα κατωτέρω στην υπό στοιχεία Β’ πράξη. Β) Στην Αθήνα, στις 10-11-2008, από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, με πρόθεση κατείχαν με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσουν την ύπαρξη τους, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα: α) εντός του επί της Λ. ... 225 δώματος, στις 10-11-2008, περί ώρα 16.00 από κοινού, κατείχαν ποσότητα ηρωίνης, στερεής μορφής, συνολικού μικτού βάρους τεσσάρων (4) κιλών και εξακοσίων δέκα έξι (616) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε εννέα (9) αυτοσχέδια πακέτα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία (2 Χ 526 γραμ., 1 Χ 524 γραμ., 1 Χ 518 γραμ., 1 Χ 516 γραμ., 1 Χ 510 γραμ., 1 Χ 504 γραμ., 1 Χ 502 γραμ., 1 Χ 490 γραμ.), ποσότητα κοκαΐνης, στερεής μορφής, πεντακοσίων εξήντα τεσσάρων (564) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε επτά (7) αυτοσχέδια πακέτα περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία (1 Χ 110 γραμ.. 1 Χ 106 γραμ., 1 Χ 102 γραμ., 1 Χ 84 γραμ., 1 Χ 56 γραμ., 1 Χ 54 γραμ., 1 Χ 52 γραμ.). ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους δύο (2) κιλών και εκατόν πέντε (105) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε τρία (3) αυτοσχέδια δέματα περιτυλιγμένη με κολλητική ταινία και ένα (1) νάιλον σακουλάκι μικτού βάρους δέκα (10) γραμμαρίου (1 Χ 810 γραμ., 1 Χ 710 γραμ., 1 Χ 575 γραμ. 1 Χ 10 γραμ.), με σκοπό την εμπορία που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν. β) εντός του ευρισκομένου στον 4° όροφο της επί της οδού ... πολυκατοικίας, διαμερίσματος του πρώτου εξ αυτών, S. T., στις 10-11-2008, περί ώρα 16.00’ , από κοινού, κατείχαν ποσότητα ακατέργαστης κάνναβης, συνολικού μικτού βάρους δέκα πέντε (15) κιλών και πεντακοσίων δέκα πέντε (515) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε δέκα πέντε (15) αυτοσχέδια δέματα, περιτυλιγμένα με κολλητική ταινία (4 Χ 1.045 γραμ., 3 Χ 1.030 γραμ., 3 Χ 1.025 γραμ. 2 Χ 1.050 γραμ., 1 Χ 1.040 γραμ., 1 Χ 1.020 γραμ., 1 Χ 1.010 γραμ.), ποσότητα κοκαΐνης σε μορφή πλακιδίου, συνολικού μικτού βάρους εβδομήντα τριών (73) γραμμαρίων, συσκευασμένη σε τέσσερα (4) νάιλον σακουλάκια (1 Χ 32 γραμ., 1 Χ 38 γραμ., 1X2 γραμ., 1X1 γραμ.), με σκοπό την εμπορία που βρέθηκαν και κατασχέθηκαν. Γ) Στην Αθήνα, σε μη επακριβώς διακριβωθέντες χρόνους, οπωσδήποτε όμως εντός του τελευταίου μηνός μέχρι την σύλληψη τους (10-11-2008) και σε διάφορες ημερομηνίες, που βρίσκονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, από κοινού, ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση πώλησαν κάθε φορά απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα στον παραπάνω τόπο και χρονικό διάστημα και σε διάφορες ημερομηνίες που συμπεριλαμβάνονται σ’ αυτό, πώλησαν, σε διάφορα άτομα αγνώστων μέχρι σήμερα στοιχείων, άγνωστες ποσότητες ηρωίνης, κοκαΐνης ακατέργαστης κάνναβης κάθε φορά, αντί του χρηματικού ποσού των 1.500 ευρώ, για κάθε κιλό ακατέργαστης κάνναβης, 50 ευρώ, για κάθε γραμμάριο κοκαΐνης και 6.000 ευρώ, για κάθε 500 γραμμάρια ηρωίνης, εισπράττοντας μη εξακριβωθέντα χρηματικά ποσά ή άλλου είδους ανταλλάγματα κάθε φορά, και σε κάθε περίπτωση το χρηματικό ποσό των 250 ευρώ. που βρέθηκε στην κατοχή του δεύτερου απ’ αυτούς, A. R. , και κατασχέθηκε" Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό όπως αυτό αλληλοσυμπληρώνεται από το διατακτικό, κατά τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα υπ’ αριθμ. IV νομική σκέψη, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος, της κατά συναυτουργία διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, και ειδικότερα αγοράς , κατοχής και πώλησης αυτών, για τα οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων, 1,14, 26 παρ.1α, 27παρ.1, 45, 98 Π.Κ. 1 παρ.1, 2 Πιν.Α’ αρ. 5, 6 Πιν. Β’ αρ.3 του ν.3459/2006 και 20 παρ.1,2, 3του ν. 3459/2006 και 20 του ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία ενόψει και του ότι οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν χωρίς τη συνδρομή των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ’ επάγγελμα τέλεσης της πράξης της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, κατ’ εφαρμογή του νεότερου και επιεικέστερου κατά τα άνω, Ν. 4139/2013. Ειδικότερα, ως προς τις επί μέρους αιτιάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, A. R. του R.: α) προκύπτει με βεβαιότητα ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η διακίνηση των ναρκωτικών ουσιών ήταν παράνομη, αφού στο διατακτικό που συμπληρώνει το σκεπτικό αναφέρεται ότι αγόρασαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, ότι κατείχαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες και ότι πώλησαν από κοινού απαγορευμένες ναρκωτικές ουσίες, σε κάθε περίπτωση δε, από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού της προκύπτει το παράνομο της διακίνησης των ναρκωτικών ουσιών, κατά παράβαση των προαναφερομένων διατάξεων το οποίο σαφώς περιλαμβάνει την έννοια του παρανόμου της αγοράς κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών. β) το σκεπτικό της απόφασης δεν είναι τυπικό και δεν εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού, αλλά περιέχει εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά, αναλυτικά και με πληρότητα. γ) αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά βάσει των οποίων η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι ο πρώτος αναιρεσείων A. R. του R., συμμετείχε στην τέλεση των παραπάνω πράξεων ως συναυτουργός, και εκτίθεται ο κοινός δόλος των δύο αναιρεσειόντων και ειδικότερα ότι "από κοινού , ήτοι κατόπιν συναπόφασης και με κοινή δράση ενεργώντας" αγόρασαν κατείχαν και πώλησαν ναρκωτικά (βλ. διατακτικό). Εξάλλου από το σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει με σαφήνεια ότι οι ως άνω πράξεις τελέστηκαν από κοινού, αφού εκτίθεται ότι οι Αστυνομικοί που τους παρακολουθούσαν, τους εντόπισαν αρχές Νοεμβρίου 2008, να μεταβαίνουν με το αυτοκίνητο του συγκατηγορουμένου του πρώτου αναιρεσείοντα, στη Λεωφόρο ... ..., όπου αργότερα εντόπισαν τις ναρκωτικές ουσίες που αναφέρονται και ότι περαιτέρω από κοινού επιβιβάσθηκαν στο ως άνω αυτοκίνητο και μετέβησαν στον ..., στην οδό ... ..., όπου συνάντησαν νεαρό άτομο, που ήταν ο συγκατηγορούμενός τους στον πρώτο βαθμό, E. V., o οποίος τους παρέδωσε νάιλον σακούλα σκουπιδιών και την τοποθέτησε στο πορτ - μπαγκάζ του αυτοκινήτου ο πρώτος αναιρεσείων συνοδηγός. δ) αναφέρεται στην απόφαση όσον αφορά τις ποσότητες των ναρκωτικών, ηρωίνης, κοκαΐνης και ακατέργαστης ινδικής κάνναβης που βρέθηκαν στο δώμα επί της Λεωφόρου ..., η κατοχή αυτών από τον πρώτο αναιρεσείοντα, από κοινού με το δεύτερο αναιρεσείοντα, με την έννοια της φυσικής εξουσίασής τους από αυτούς, ώστε να μπορούν να διαπιστώσουν σε κάθε στιγμή την ύπαρξή τους και να μπορούν να τα διαθέσουν για εμπορία, συμπράττοντας στην κατοχή των συσκευασιών, όπως ήταν αποτιθέμενες σε κλειστό προσιτό σε αυτούς χώρο, στο πιο πάνω δώμα, δεν απαιτείτο δε, παράθεση επιπλέον περιστατικών στην προσβαλλόμενη απόφαση, προς αιτιολόγηση της κρίσεως για την ενοχή του πρώτου αναιρεσείοντος, για την ως άνω πράξη της κατοχής από κοινού με τον συγκατηγορούμενο του, των ναρκωτικών. ε) στο διατακτικό το οποίο συμπληρώνει το σκεπτικό γίνεται αναφορά και αιτιολογείται ότι η αγορά της ποσότητας ακατέργαστης κάνναβης βάρους 15 κιλών και 515 γραμμαρίων που έγινε στον ... επί της οδού ... ... έγινε αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος. στ) αιτιολογείται επαρκώς και εμπεριστατωμένα, πέραν της ως άνω αγοράς που έλαβε χώρα στον ..., και η αγορά άγνωστης ποσότητας ναρκωτικών, μέρος της οποίας αποτελούν οι ποσότητες που βρέθηκαν στην κατοχή τους, που έλαβε χώρα στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, από άγνωστο πρόσωπο, του οποίου δεν εξακριβώθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας και επίσης αιτιολογείται η πώληση σε αγνώστους αντί αδιακρίβωτου τιμήματος, και η πώληση από αυτούς των αγνώστων ποσοτήτων σε περισσότερα άτομα, κατ’ εξακολούθηση, των οποίων αγοραστών τα στοιχεία δεν κατέστησαν γνωστά, ενώ για την αιτιολόγηση της τελέσεως των εγκλημάτων της αγοράς και πωλήσεως ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται και δεν είναι αναγκαίος ο ακριβής προσδιορισμός της διακινηθείσας ποσότητας, του τόπου και του χρόνου των κατ’ ιδίαν πωλήσεων (με την επιφύλαξη του χρόνου παραγραφής αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής των πράξεων τούτων), της ταυτότητας του πωλητή ή αγοραστή των ως άνω ναρκωτικών ουσιών ούτε του ύψους του κάθε τιμήματος, των καταβληθέντων για την αγορά και πώληση χρημάτων, του τρόπου παράδοσης των ναρκωτικών και του τρόπου καταβολής του επί μέρους τιμήματος κάθε διακινούμενης ποσότητας, γιατί οι νομικοί όροι αγορά και πώληση είναι τόσο εύχρηστοι στην πράξη και έχουν ορισμένο περιεχόμενο και γνωστή έννοια που οπωσδήποτε θεμελιώνει και συνομολόγηση τιμήματος, ενώ ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, σε κάθε περίπτωση, προσδιορίζεται το είδος των πωληθέντων αγνώστων ποσοτήτων ναρκωτικών και το εισπραχθέν τίμημα από την πώληση, ανά κιλό ή ανά γραμμάριο ( 1500 Ευρώ για κάθε κιλό ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, 50 ευρώ για κάθε γραμμάριο κοκαΐνης και 6000 Ευρώ για κάθε 500 γραμμάρια ηρωίνης ζ) αιτιολογείται πλήρως ότι το κατασχεθέν ποσό των 250 ευρώ που είχε στην κατοχή του ο πρώτος αναιρεσείων, προέρχεται από την πώληση ναρκωτικών, για την οποία καταδικάστηκε, αφού γίνεται δεκτό ότι ο αναιρεσείων εισέπραττε από την πώληση των ναρκωτικών τα ως άνω αναφερόμενα ποσά για κάθε επί μέρους ποσότητα αυτών και κηρύχθηκε ένοχος για πώληση ναρκωτικών ουσιών κατ’ εξακολούθηση από κοινού.
Συνεπώς οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ, 1ος, 2ος 3ος με στοιχεία Α και Β, 4ος με στοιχεία Α, Β και Γ 5ος και 11ος λόγοι της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, A. R. του R., περί ελλείψεως αιτιολογίας της κύριας περί ενοχής απόφασης, με τις ειδικότερες αιτιάσεις που αναφέρθηκαν, και οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ, επίσης 1ος και 2ος λόγοι, περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου, επίσης με τις ειδικότερες αιτιάσεις που αναφέρθηκαν, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι, καθώς επίσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ, 1ος με στοιχεία II α λόγος της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντα, S. T. του D., περί ελλείψεως αιτιολογίας της κύριας περί ενοχής απόφασης, και περί εσφαλμένης ερμηνείας του νόμου.
VII. Σε συνέχεια των παραπάνω, ο δεύτερος αναιρεσείων, με τον 1ο με στοιχείο Ι λόγο της αναιρέσεώς του, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε το δικάσαν την υπόθεση Πενταμελές Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην καταδικαστική για τον ίδιο κρίση του, αφού δεν συμπεριλαμβάνεται στην αρχή της αιτιολογίας της, όπου προσδιορίζονται γενικά και κατ’ είδος όλα τα ληφθέντα υπόψη από το Δικαστήριο αυτό αποδεικτικά μέσα, αλλά ούτε και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται, ότι λήφθηκε υπόψη από το ίδιο Δικαστήριο, και συνεκτιμήθηκε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και το ιδιαίτερο (κατά τον αναιρεσείοντα) αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, ήτοι των πέντε (5) εκθέσεων Χημικής εξέτασης της Γ’ Χημικής Υπηρεσίας Αθηνών.
Όμως, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι μεταξύ των εγγράφων που αναγνώσθησαν περιλαμβάνονται και οι ως άνω πέντε (5) εκθέσεις Χημικής εξέτασης της Γ’ Χημικής υπηρεσίας Αθηνών, υπό τον αύξοντα αριθμό τρία (3) των αναγνωστέων εγγράφων (βλ. σελ.6 της προσβαλλομένης απόφασης) , και τις οποίες το Δικαστήριο, ως έγγραφα, τις περιέλαβε και τις αξιολόγησε μαζί με τα λοιπά κατ’ είδος αναφερόμενα έγγραφα, και ορθά δεν γίνεται ιδιαίτερη μνεία αυτών, ως εκθέσεων πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτές δεν αποτελούν εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ώστε να χρήζουν ειδικής αιτιολογίας, είναι δε αβάσιμος και απορριπτέος ο παραπάνω, 1ος με στοιχείο Ι λόγος αναιρέσεως του δεύτερου αναιρεσείοντα, που υποστηρίζει τα αντίθετα.
VIIΙ. Κατά το άρθρο 171 παρ. 1 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και στον Άρειο Πάγο ακόμη, προκαλείται: 1. αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν: α) .... δ) την εμφάνιση την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και πολιτικά Δικαιώματα, όπως η περίπτωση δ’ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 11 παρ. 2 του Ν 3904/2010. Περαιτέρω, κατά το άρθρον 6.παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) η οποία κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974, και έχει υπερνομοθετική ισχύ, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως.... υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου ....το οποίον θα αποφασίση, .....επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης "Παν πρόσωπον κατηγορούμενος επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.) που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν. 2462/1997 "Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο". Ενώ κατά την παρ. 3. "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα ": α) "όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία .....την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας". Από τις ως άνω διατάξεις, προκύπτει ότι, όταν πρόκειται για ποινικές υποθέσεις, στην έννοια της δίκαιης δίκης κατοχυρώνεται επί πλέον και το δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου, να πληροφορηθεί τη φύση και το λόγο της εναντίον του κατηγορίας και να θεωρείται (τεκμαίρεται) αθώος εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί νομίμως. Η παραβίαση των ανωτέρω δικαιωμάτων δημιουργεί την ακυρότητα που αναφέρθηκε, η οποία είναι απόλυτη και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, o πρώτος αναιρεσείων με τον 6ο λόγο της αναιρέσεως, προβάλλει την απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, εκ του λόγου ότι παραβιάστηκε το μεν το δικαίωμα του σε δίκαιη δίκη εκ του λόγου ότι η σε βάρος του κατηγορία και καταδίκη καθόσον αφορά την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών ήταν αόριστη και υπήρξε αδυναμία υπεράσπισής του εκ του λόγου αυτού, το δε, το τεκμήριο αθωότητάς του, αφού κατηγορήθηκε και καταδικάστηκε με την αόριστη κατά τα άνω κατηγορία για κάτι άγνωστο το οποίο εικάζεται και δεν αποδεικνύεται και κατ’ αντιστροφή του βάρους απόδειξης. Ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, γιατί με βάση τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης, που αναφέρονται αναλυτικά στην υπό στοιχείο VI σκέψη, καθόσον αφορά την πώληση των ναρκωτικών ουσιών, η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ήταν πλήρης και αιτιολογημένη και όχι αόριστη, εντεύθεν δε, δεν επήλθε παραβίαση του δικαιώματός του σε δίκαιη δίκη καθώς και του τεκμηρίου αθωότητάς του. Εξάλλου από το σύνολο των παραδοχών του σκεπτικού, όπως αυτό προαναφέρθηκε, προκύπτει, ότι το δικαστήριο κατέληξε στην περί ενοχής κρίση, του κατηγορουμένου, γιατί από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αποδείχθηκε η ενοχή του, ούτε εξάλλου, από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει, αντιστροφή της υποχρέωσης του δικαστηρίου προς απόδειξη της ενοχής και μετακύλυση στον κατηγορούμενο του βάρους απόδειξης της αθωότητάς του, εντεύθεν δε, παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητάς του, όπως αυτός αβάσιμα διατείνεται. Οι λοιπές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που περιέχονται στον αυτό ως άνω λόγο αναίρεσης, ότι παραβιάσθηκε το τεκμήριο αθωότητάς του καθόσον καταδικάστηκε, καίτοι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο μάρτυρες και έγγραφα δεν αποδείχθηκε η από μέρους του πώληση ναρκωτικών ουσιών, είναι απαράδεκτες, καθόσον υπό την επίφαση της παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητάς του πλήττεται η περί τα πράγματα αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο 6ος λόγος αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 εδ. και δ’ του ΚΠΔ, περί απόλυτης ακυρότητας, η οποία επήλθε λόγω παραβιάσεως του από το άρθρο 6 παρ. 1 , 3α και παρ.2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 13/1974) του δικαιώματος του σε δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΧ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του ν. 3459/2006 "Αν η πράξη έχει τελεστεί με περισσότερους τρόπους από τους προβλεπόμενους στην προηγούμενη παράγραφο, αφορά όμως την ίδια ποσότητα ναρκωτικών, στον υπαίτιο επιβάλλεται μία μόνο ποινή, κατά την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνεται υπόψη η συνολική εγκληματική δράση του". Κατά την αντίστοιχη διάταξη της παρ.3 του άρθρου 20 του ν. 4139/2013 " Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον 7ο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 94 Π.Κ. καθώς και τις αμέσως παραπάνω διατάξεις της παρ.3 του άρθρου 20 του ν. 4139 /2013 και της αντίστοιχης της παρ.2 του άρθρου 20 του προϊσχύσαντος ν.3459/2006, αφού καίτοι δέχεται ότι πρόκειται για διαφορετικές ποσότητες ναρκωτικών ουσιών και ότι αυτός με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συνεπώς έπρεπε να του επιβάλει τρείς διαφορετικές ποινές, ήτοι μια ποινή, για κάθε επί μέρους πράξη, αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών, εν τούτοις του επέβαλε μία ποινή, {κάθειρξη είκοσι (20) ετών και χρηματική ποινή τριακοσίων χιλιάδων (300.000) ευρώ}. Ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος για την προβολή του, είναι και αβάσιμος για τους παρακάτω λόγους. Το δικαστήριο ορθά εφαρμόζοντας τις παραπάνω διατάξεις , επέβαλε στον αναιρεσείοντα μια ποινή για τις ως άνω πράξεις ανεξάρτητα από το ότι επρόκειτο για διαφορετική είδη ναρκωτικών ουσιών, αφού από το σύνολο των παραδοχών του προκύπτει ότι μέρος της μεγαλύτερης άγνωστης ποσότητας που αγόρασαν οι αναιρεσείοντες από κοινού, από την Αθήνα και από τον ..., όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί η ποσότητα που κατείχαν από κοινού εντός του δώματος της Λ.... 225 και εντός του διαμερίσματος του 4ου ορόφου επί της οδού ... πολυκατοικίας και που πώλησαν από κοινού, συνεπώς πρόκειται για την ίδια ποσότητα ναρκωτικών και ορθά επιβλήθηκε μία μόνο ποινή, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ 7ος λόγος της αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα , για εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Χ. Σε συνέχεια του παραπάνω λόγου, ο αναιρεσείων με τον 8ο λόγο αναίρεσης, προβάλλει την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 94 και 98 Π.Κ. καθώς και τις αμέσως παραπάνω διατάξεις των παρ.1 και 2 του άρθρου 20 του ν. 4139 /2013 και της αντίστοιχης της παρ.2 του άρθρου 20 του προϊσχύσαντος ν.3459/2006, αφού έχει αντιφατική αιτιολογία, καθόσον καίτοι δέχεται ότι αυτός με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα ήτοι δέχεται κατά συρροή τέλεση των αδικημάτων, εν τούτοις στη διάταξη περί ποινής κάνει εφαρμογή του άρθρου 98 Π.Κ. δεχόμενο κατ’ εξακολούθηση τέλεση των αδικημάτων, χωρίς να εκθέτει πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η κατ’ εξακολούθηση τέλεση των επί μέρους πράξεων (αγοράς, κατοχής και πώλησης) της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών. Ο λόγος αυτός, το μεν στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το Δικαστήριο δέχεται κατά συρροή τέλεση των εγκλημάτων, της αγοράς, κατοχής και πώλησης, ήτοι εφαρμογή του άρθρου 94 Π.Κ. και όχι κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτών, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 98 Π.Κ., όπως αβάσιμα διατείνεται ο αναιρεσείων με τον παραπάνω λόγο, το δε είναι αβάσιμος καθόσον ως προς την πράξη της πώλησης ναρκωτικών ουσιών, για την οποία και μόνο το Δικαστήριο δέχεται κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής αιτιολογείται η κατ’ εξακολούθηση τέλεση αυτής, αφού τόσο στο σκεπτικό αναφέρεται ότι οι κατηγορούμενοι "πωλούσαν εξακολουθητικά" όσο και στο διατακτικό αναφέρεται "ότι με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος" πώλησαν ναρκωτικές ουσίες. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του Κ.Π.Δ., 8ος , με στοιχεία 1, 2, 3 και 4, λόγος της αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντα, για έλλειψη αιτιολογίας της απόφασης, ως προς την κατ’ εξακολούθηση τέλεση της πράξης της πώλησης ναρκωτικών, και εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου, με τις παραπάνω αιτιάσεις, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΧΙ. Κατά την παρ. 4 του άρθρου 79 ΠΚ "στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την ποινή που επέβαλε". Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "κατά την επιμέτρηση της ποινής στα όρια που διαγράφει ο νόμος, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη α) τη βαρύτητα του εγκλήματος που έχει τελεσθεί και β) την προσωπικότητα του εγκληματία". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2 και 3 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος και της προσωπικότητας του δράστη, προκύπτει ότι η επιμέτρηση της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος και την προσωπικότητα του κατηγορουμένου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στην περί ποινής απόφασή του για τα στοιχεία αυτά ειδικότερη αιτιολογία. Περαιτέρω κατά την παρ.3 του άρθρου 20 του ν. 4139/2013, "Αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης. Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των επί μέρους πράξεων διακίνησης, το είδος, η συνολική ποσότητα και η καθαρότητα του ναρκωτικού, καθώς και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από το σκεπτικό που αναφέρεται στην επιμέτρηση της ποινής, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, κατά την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε στους αναιρεσείοντες, έλαβε υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος που διέπραξαν αλλά και την προσωπικότητά τους, για την εκτίμηση, δε των στοιχείων τούτων, χρησιμοποίησε και τα κριτήρια των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 79 ΠΚ, που ειδικώς μνημονεύει στην απόφαση, χωρίς να είναι αναγκαία, επιπρόσθετη αιτιολογία και αναφορά άλλων περιστατικών. Ειδικότερα το δικαστήριο δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει υπόψη του και την καθαρότητα των ναρκωτικών ουσιών, καθώς και τη βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεων στην υγεία, δεδομένου ότι ο χρόνος τέλεσης των πράξεων ανάγεται στο έτος 2008, υπό την ισχύ του ν.3459/2006 και ειδικότερα του άρθρου 20 παρ.2 αυτού, που δεν προέβλεπε υποχρέωση της αρμόδιας Χημικής υπηρεσίας να αναφέρει στη σχετική έκθεση Χημικής εξέτασης των ναρκωτικών, μεταξύ άλλων, την καθαρότητα του εξεταζόμενου ναρκωτικού και τη βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεών του στην υγεία. Η υποχρέωση αυτή θεσπίστηκε το πρώτον με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.3 του ν. 4139/2013. Από την επισκόπηση των αναγνωσθέντων πέντε εκθέσεων εξέτασης της Γ’ Χημικής υπηρεσίας Αθηνών προκύπτει ότι αυτές συντάχθηκαν τα έτη 2008 και 2009 και σε αυτές δεν αναφέρεται η καθαρότητα των ναρκωτικών και η βαρύτητα των σχετικών επιπτώσεών τους στην υγεία, αφού δεν υπήρχε κατά το χρόνο σύνταξης τους από το νόμο η σχετική υποχρέωση. Επομένως οι σχετικοί, 9ος με στοιχείο Α’ λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, καθώς και ο 1ος με στοιχείο
ΙΙ β’ του δεύτερου ανιαρεσείοντα, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας, της περί επιμέτρησης της ποινής απόφασης, λόγω μη αναφοράς των παραπάνω στοιχείων, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο αυτός ως άνω 9ος λόγος αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, κατά το στοιχείο Β’ , κατά τον οποίο η επιμέτρηση της ποινής έγινε με βάση αόριστες παραδοχές καθόσον αφορά την ειδικότερη πράξη της πώλησης των ναρκωτικών, είναι απορριπτέος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού κατά τα ήδη εκτεθέντα η αιτιολογία της προσβαλλομένης ήταν πλήρης και για την εν λόγω πράξη της πώλησης. Χ
ΙΙ. Κατά το άρθρο 35 παρ. 2 του προϊσχύοντος Κώδικα Νόμων για τα Ναρκωτικά, για αλλοδαπούς που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού σε ποινή καθείρξεως το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή τους, οπότε ισχύουν και γι’ αυτούς οι ρυθμίσεις της παρ. 1 (για την απαγόρευση διαμονής σε ορισμένους τόπους). Για την εκτέλεση της απελάσεως εφαρμόζεται το άρθρο 74 του ΠΚ, με επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις οι οποίες έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα. Από τη διάταξη αυτή και το συνδυασμό της μ’ εκείνη του άρθρου 74 του ΠΚ, προκύπτει ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου Κράτους μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλασή του από τη Χώρα, εκτός αν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή του σ’ αυτήν τους οποίους προβάλλει ο κατηγορούμενος. Κατά την διάταξη του άρθρου 74 παρ. 1 του ΠΚ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρ. 23 του ν. 4055/2012 (η οποία κατ’ άρθρ. 113 αυτού ισχύει από 2 Απριλίου 2012): "Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας του αλλοδαπού, τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, τη νομιμότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπεριφορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία....". Η διάταξη αυτή που προβλέπει τη δυνητική απέλαση είναι ευνοϊκότερη της προηγουμένης και εφαρμόζεται και για την κρινομένη πράξη που τελέσθηκε προ της ισχύος της, ίσχυε δε και κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Ενόψει αυτών, η απόφαση που διατάσσει την απέλαση κατ’ εφαρμογή του ανωτέρω άρθρου, έχει κατά τούτο την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρει ότι πρόκειται για αλλοδαπό μη υπήκοο Κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και ότι αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως για παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών, αν δε, προβληθεί από αυτόν, με αυτοτελή ισχυρισμό, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την παραμονή του στη Χώρα, ότι δηλαδή η παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν είναι ασυμβίβαστη προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, καθώς και τις λοιπές κατά τα άνω προϋποθέσεις (χρόνος παραμονής του στο Ελληνικό έδαφος, νομιμότητα ή μη της παραμονής του κ.λ.π.) , η αιτιολογία της αποφάσεως που απορρίπτει τον ισχυρισμό αυτό πρέπει να εκτείνεται και στην εν λόγω απόρριψη. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα πρακτικά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα οποία παραδεκτά επισκοπούνται, προκύπτει ότι το δικαστήριο διέταξε την ισόβια απέλασή του κατηγορουμένου και ήδη πρώτου αναιρεσείοντα καθώς και του συγκατηγορουμένου του δεύτερου αναιρεσείοντα , μετά την έκτιση της επιβληθείσης ποινής, με την παρακάτω αιτιολογία: Στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως περί της απελάσεως, δέχθηκε το Εφετείο ανελέγκτως, μετά από εκτίμηση των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων, ότι ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος είναι αλλοδαπός και δη υπήκοος Αλβανίας, η οποία δεν είναι κράτος - μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Περαιτέρω, σε σχέση με τον απορριφθέντα ως άνω ισχυρισμό, διέλαβε επί λέξει τα εξής: " Επειδή πρέπει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 74 παρ.1, 3 του Π.Κ. να διαταχθεί η απέλαση των κατηγορουμένων από τη χώρα και η απαγόρευση επανεισόδου τους επ’ αόριστον, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό, καθόσον η παραμονή τους δεν συμβιβάζεται με τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης λόγω του είδους των εγκλημάτων για τα οποία καταδικάστηκαν και τις συνέπειες που αυτά έχουν στην κοινωνία". Με το παραπάνω περιεχόμενο η προσβαλλομένη έχει την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι το δικαστήριο που την εξέδωσε αιτιολογεί ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που δικαιολογούν την παραμονή του πρώτου αναιρεσείοντα στη Χώρα, αφού δέχθηκε ότι η παραμονή του στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης λαμβάνοντας υπόψη το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε και τις δυσμενείς συνέπειες της παραμονής του για την Ελληνική κοινωνία.
Συνεπώς, δεν πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας, η παραπάνω απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η απέλαση. Η αιτίαση του αναιρεσείοντα ότι η παραπάνω αιτιολογία είναι ελλιπής, καθόσον δεν αναφέρεται ο χρόνος παραμονής του, ως αλλοδαπού στο Ελληνικό έδαφος, η νομιμότητα ή μη της παραμονής του, η εν γένει συμπεριφορά του, ο επαγγελματικός προσανατολισμός του ή ύπαρξη οικογένειας και ο βαθμός ένταξής του στην Ελληνική κοινωνία, είναι αβάσιμη, καθόσον όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της αναιρεσιβαλλομένης για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, ο αναιρεσείων δεν προέβαλε αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής των ως άνω προϋποθέσεων (χρόνος παραμονής του στο Ελληνικό έδαφος, νομιμότητα ή μη της παραμονής του επαγγελματικός προσανατολισμός ύπαρξη οικογένειας κ.λ.π.) και συνεπώς το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να διαλάβει στην αιτιολογία της αποφάσεως ειδική αιτιολογία και για την απόρριψη των παραπάνω.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ του ΚΠΔ 10ος λόγος αναιρέσεως, του πρώτου αναιρεσείοντα, περί ελλείψεως αιτιολογίας της παραπάνω περί απέλασης απόφασης και περί εσφαλμένης ερμηνείας των παραπάνω διατάξεων. ΧIIΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα αντίστοιχο λόγο αναιρέσεως, πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω, αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 85 ΠΚ, ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μια φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής, θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής, και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ.2 ΠΚ θεωρούνται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος έζησε έως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή (περ. α’ ), το ότι έδειξε ειλικρινή μετάνοια και επεδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του (περ.δ’ ) και ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ.ε’ ). Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 ΠΚ, που προτείνονται κατ’ άρθρο 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών. Ειδικότερα, για τη στοιχειοθέτηση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα (θετικά) περιστατικά έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α’ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ, ενώ για τη στοιχειοθέτηση του ελαφρυντικού της περίπτωσης ε’ της παρ.2 του άρθρου 84 πρέπει να αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά της καλής συμπεριφοράς επί μακρόν χρόνο μετά την τέλεση της πράξης. Στην προκειμένη περίπτωση, ο κατηγορούμενος, πρώτος αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων, του άρθρου 84 παρ.2 περ. α’ , δ’ και ε’ ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Για τη θεμελίωση του περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμού του, επικαλέστηκε επί λέξει, κατά το ενδιαφέρον μέρος, τα παρακάτω: "Ζητώ να μου αναγνωριστούν οι κάτωθι ελαφρυντικές περιστάσεις: Ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρου 84 παρ. 2 α’ Π.Κ.). Από το Δελτίο Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι στο παρελθόν δεν έχει τελέσει ΠΟΤΕ κανένα έγκλημα ιδιαίτερης ή ανάλογης ποινικής απαξίας με αυτό που κατηγορείται. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα του προηγούμενου βίου του έζησε μια ζωή άμεμπτη, πάντοτε στο πλευρό της οικογένειας του, σκληρά εργαζόμενος για την εξασφάλιση των προς το ζην. Ο κατηγορούμενος εργάζεται από πολύ νεαρή ηλικία σε διάφορες εργασίες, οικοδομή, μπογιατζής. Επίσης, η ηλικία του, κατά τη διάρκεια τέλεσης των αδικημάτων, για χα οποία κατηγορήθηκε, ήτοι μόλις 22 ετών (στο μεταίχμιο της μετεφηβικής ηλικίας) αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα ότι διήγαγε έντιμο βίο, με κύριο μέλημα την εργασία του και την προσωπική συνδρομή του στη συντήρηση της οικογένειάς του, υπό συνθήκες αδιαμφισβήτητα σκληρές και απάνθρωπες για το πρόσωπο του, αφού ανήλικος ακόμη ων αναγκάστηκε να έρθει στην Ελλάδα, προκειμένου να επιβιώσει. Η όλη διαγωγή του μέχρι σήμερα είναι άριστη και ουδέποτε έχει δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του, πολλώ δε μάλλον για συμμετοχή του σε παράνομες δραστηριότητες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η βαρύτητα της πράξης δεν μπορεί να αναιρέσει και να ακυρώσει την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ, γιατί το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη ελαφρυντικό μπορεί να μην αναγνωριστεί μόνο εάν υπάρχουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης από τα οποία να αποδεικνύεται ότι δεν διήγαγε έντιμο βίο. Τέτοια, όμως, πραγματικά περιστατικά ΔΕΝ προέκυψαν από τη διαδικασία ούτε από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Αντιθέτως, ακόμη και ο εξετασθείς μάρτυρας κατηγορίας, αστυνομικός, κατέθεσε ότι ο κατηγορούμενος α) ουδέποτε είχε απασχολήσει ξανά την αστυνομία, β) ουδέποτε είχε κατηγορηθεί ξανά για αδίκημα σχετιζόμενο με τα ναρκωτικά, και γ) από την παρακολούθησή του προέκυψε ότι διέμενε με την οικογένεια του αδερφού του, και δεν προέκυψαν περαιτέρω αξιόποινες πράξεις του. Από όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι πράγματι ο παρών κατηγορούμενος διήγαγε έντιμη ατομική, οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική ζωή. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να κατευθύνουν την κρίση Σας στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α’ Π.Κ. στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική ζωή. Ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μεταμέλειας (άρθρο 84 παρ. 2 δ ‘ Π.Κ.). Ο κατηγορούμενος από την πρώτη στιγμή της συλλήψεώς του, αλλά και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία, επέδειξε ειλικρινή μεταμέλεια, αφού ΑΜΕΣΑ συνεργάστηκε τόσο με τις Αστυνομικές, όσο και με τις Δικαστικές αρχές, και κατέθεσε όσα γνωρίζει για τους πραγματικούς εμπόρους ναρκωτικών ουσιών, αποδεχόμενος την ευθύνη του (από την αρχή κιόλας) για την μεταφορά των 15 κιλ. χασίς, πράγμα το οποίο καταδεικνύει την ηθική συγκρότηση του πυρήνα της προσωπικότητάς του, και ότι δεν διάκειται εχθρικά απέναντι στα έννομα αγαθά, που προστατεύονται από τις διατάξεις του νόμου, που παραβίασε. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ προσπάθησε να αποκρύψει κάποιο στοιχείο για τη συγκεκριμένη υπόθεση και να αποπροσανατολίσει τις Αρχές, επιδεικνύοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αδίστακτο και επικίνδυνο εγκληματία που προσομοιάζει μόνο στους επαγγελματίες του είδους, αλλά αντιθέτως βοήθησε εμπράκτως για την ανεύρεση της αλήθειας, κατανοώντας ΑΜΕΣΑ το σφάλμα στο οποίο είχε υποπέσει και τις συνέπειες των πράξεων του, έστω και υπό τις συνθήκες που ενεπλάκη σε αυτή την ιστορία. Περαιτέρω, μοναδικό του μέλημα είναι να συνεχίσει να διάγει το βίο που τόσα χρόνια διήγαγε, ήτοι μέσω της σκληρής εργασίας του να εξασφαλίζει τα προς το ζην για τον ίδιο και την οικογένειά του εν ευρεία εννοία, και να μπορέσει κάποια στιγμή να χαρεί το νεαρό της ηλικίας του, και να δημιουργήσει οικογένεια, προσφέροντας σε αυτήν και στο κοινωνικό σύνολο.
Συνάγεται, λοιπόν, ότι η έμπρακτη και ειλικρινή μεταμέλεια του παρόντος κατηγορουμένου ΔΕΝ είναι προσποιητή και υποκριτική, αλλά πηγάζει από την εσωτερική βούλησή του, και όχι από την επιθυμία του να του αναγνωρισθεί το συγκεκριμένο ελαφρυντικό. Η έμπρακτη, δε, μεταμέλειά του υποδηλώνεται στην αυθόρμητη μεταβολή του ψυχισμού του, είναι αυθόρμητη, πηγαία και εκούσια και ΔΕΝ πηγάζει από αίτια εξωτερικά της βουλήσεώς του, την οποία ευχερώς είχατε τη δυνατότητα με την εμπειρία Σας να διαγνώσετε, και να αντιληφθείτε από την απολογία του, και την ιδιαίτερη αφέλεια, που τον χαρακτηρίζει εκ της φύσεώς του.
Ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρου 84 παρ. 2 ε’ Π.Κ.). Όπως προκύπτει από την αναγνωσθείσα Βεβαίωση του Διευθυντή του Ψυχιατρείου του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού, καθ’ όλη την διάρκεια της κρατήσεώς του, έχει επιδείξει άριστη διαγωγή και υπακοή, παρά τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος κάθε άνθρωπος, επιδεικνύοντας πλήρη υπακοή και συμμόρφωση στους σωφρονιστικούς κανόνες. Παράλληλα, εργάζεται στις Φυλακές, έχοντας συμπληρώσει ικανοποιητικό αριθμό ημερομισθίων. Το παραπάνω αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Διευθυντής των Φυλακών από κοινού με τον υπεύθυνο Εισαγγελέα των Φυλακών, έχει ανταμείψει τον κατηγορούμενο για την άριστη διαγωγή και συμπεριφορά του, αναγνωρίζοντας ότι στο πρόσωπο του πληρούνται οι προϋποθέσεις του ανθρώπου που επιδιώκει να αποδείξει την πραγματική και αυτόβουλη θέλησή του να αποτελέσει ξανά άξιο μέλος της κοινωνίας.
Επιπλέον, η άριστη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του αποτελούν αδιάψευστο μάρτυρα της εκ μέρους του συνειδητοποίησης του σφάλματος και της προθέσεώς του για σωφρονισμό του, προκειμένου κατόπιν της εκτίσεως της ποινής του και της μελανής αυτής κηλίδας στη ζωή του, να επανέλθει στο κοινωνικό σύνολο και να συνεχίσει να διάγει ένα καθ’ όλα έντιμο βίο, στο πλευρό της οικογένειάς του. Περαιτέρω, η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικά διάστημα μετά την πράξη συγκαταλέγεται ακόμη και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος μπορεί να έχει και βεβαρημένο παρελθόν, συμφώνως με όσα υποστηρίζονται από πληθώρα αποφάσεων της Νομολογίας και των Δικαστηρίων της ουσίας. Επιπρόσθετα, ας ληφθεί υπόψη ότι ο νόμος ΔΕΝ θέτει ως προϋπόθεση χορήγησης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης την ελεύθερη κοινωνική δραστηριότητα του εκάστοτε κατηγορουμένου και δεν πρέπει το δικάζον Δικαστήριο να" το αποστερεί από τον κατηγορούμενο - κρατούμενο.Η υπακοή μάλιστα σε ένα σύστημα με αντίξοες συνθήκες και σκληρούς κανονισμούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους υπαίτιους της πράξης και να διαμορφώνει κριτήρια καλής συμπεριφοράς.
Εν προκειμένω δηλ. θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το χρονικό διάστημα της κρατήσεως του κρατουμένου, ως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά καλής διαγωγής. Ακόμη και η ελάχιστη πειθαρχική ποινή, που του επιβλήθηκε, όσο κρατείτο στο Κατάστημα Κράτησης Κορυδαλλού, έλαβε χώρα μετά από ξυλοδαρμό, και επίθεση που δέχτηκε από συγκρατούμενούς του, προ της ενάρξεως της πρωτόδικης δίκης, προκειμένου -ως μη όφειλε- να αναλάβει την ευθύνη για το σύνολο του κατηγορητηρίου, ώστε και να απαλλαγεί ο ενώπιον Σας συγκατηγορούμενός του, ο οποίος, όμως, ευθύνεται αποκλειστικά για την εμπλοκή του στη συγκεκριμένη υπόθεση. Το γεγονός αυτό οδήγησε τις Αρχές να τον προστατέψουν, και να τον μεταγάγουν στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, ώστε να προστατευτεί η ζωή του και η σωματική του ακεραιότητα. Σημειώνεται, δε, ότι ο χρόνιος εγκλεισμός του οδήγησε σε σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως προκύπτει από τα αναγνωσθέντα έγγραφα (ιατρικό φάκελο) της υπεράσπισης. Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και στοιχειοθετούνται κατά το πραγματικό και νομικό μέρος τους. Με Σεβασμό απέναντι στο Δικαστήριο Σας, που έχει τη δυνατότητα αιτιολογημένα πάντοτε να κρίνει ότι μου αρμόζει κάποια ελαφρυντική περίσταση, από τις παραπάνω, είτε ακόμη και κάποια αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενη, θεωρώ ότι η όλη μου προσωπικότητα, η υπόσταση μου, υ ηθική μου στάση, συνδυαζόμενη με το υλικό της δικογραφίας, σε ό,τι αφορά, και με το νεαρό της ηλικίας μου, μου δίνουν το δικαίωμα, χωρίς αυτό να συνιστά έλλειψη κατανόησης της σοβαρότητας των πράξεων, για τις οποίες κατηγορούμαι, και χωρίς να εκληφθεί ως αναμενόμενο δεδομένο εκ μέρους μου, πολύ ταπεινά να Σας ζητήσω να μου δώσετε την ευκαιρία, αφενός να περιοριστεί ο εγκλεισμός μου στη Φυλακή, αφετέρου να διαχωριστεί έστω κατ’ ελάχιστα η ποινική αντιμετώπισή μου, εν σχέσει με τον ενώπιον Σας συγκατηγορούμενό μου......".
Επίσης ο κατηγορούμενος δεύτερος αναιρεσείων, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, κατέθεσε εγγράφως, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων, του άρθρου 84 παρ.2 περ. α’ , και ε’ ΠΚ, τους οποίους ανέπτυξε και προφορικώς, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης. Για τη θεμελίωση του περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων ισχυρισμού του, επικαλέστηκε επί λέξει, κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω, μέρος, τα παρακάτω: "Ελαφρυντικές περιστάσεις. Ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου (άρθρου 84 παρ. 2α’ ΠΚ).
Από το Δελτίο του Ποινικού Μητρώου του κατηγορουμένου, αλλά και από όλα τα αποδεικτικά στοιχεία που υπάρχουν εντός της δικογραφίας προκύπτει, ότι ΔΕΝ έχει τελέσει κανένα έγκλημα ιδιαίτερης ποινικής απαξίας ΠΟΤΕ κατά το παρελθόν. Καθ’ όλο το χρονικό διάστημα του βίου τόσο στη γενέτειρα του, την Αλβανία, όσο και στην Ελλάδα, έζησε μια ζωή άμεμπτη, σκληρά εργαζόμενος για την εξασφάλιση των προς το ζην. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας σήμερα σαράντα πέντε (45) ετών, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αλβανία και ήρθε στη χώρα μας για μια καλύτερη τύχη. Προ της συλλήψεώς του, διέμενε μόνιμα σε μισθωμένη οικία, ευρισκόμενη στην Αθήνα Αττικής (περιοχή ...), επί της οδού .... Περαιτέρω, από το 1999-2000, δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα, έχοντας συστήσει μονοπρόσωπη εταιρεία, με αντικείμενο το γενικό εμπόριο και την παροχή υπηρεσιών ("ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ" ... ΕΠΕ), με έδρα την οδό ..., από την οποία αποκέρδαινε ετησίως το ποσό των 8.000-20.000 ευρώ (Ορ. Σχετ. κατάθεση του μάρτυρα - λογιστή της επιχείρησης). Από ΟΛΑ τα ανωτέρω, καθίσταται λοιπόν σαφές, ότι ο παρών κατηγορούμενος, ΟΥΔΕΝ οικονομικό πρόβλημα αντιμετώπιζε, ώστε να έχει την οποιαδήποτε ανάγκη να προβεί σε πώληση ναρκωτικών ουσιών. Πρόκειται εξάλλου, όπως αποδεικνύεται από σωρεία εγγράφων που υπάρχουν μέσα στην δικογραφία, για έναν τίμιο και εργατικό οικονομικό μετανάστη, που ΟΥΔΕΠΟΤΕ δημιούργησε το παραμικρό πρόβλημα. Έτσι, καθ’ όλο το διάστημα παραμονής του στην Ελλάδα, αλλά και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα στη γενέτειρα του, διήγε έναν έντιμο κοινωνικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο χωρίς να έχει την οποιαδήποτε εμπλοκή με τις Διωκτικές Αρχές και την Ποινική Δικαιοσύνη, ενώ ΟΥΔΕΠΟΤΕ απασχόλησε τις Αστυνομικές Αρχές, παρά μόνον για πλημμεληματικές παραβάσεις ήσσονος σημασίας και έτι πολύ πριν την σύλληψη και καταδίκη του για την υπόθεση αυτή. Η όλη διαγωγή του μέχρι σήμερα είναι άριστη και ΟΥΔΕΠΟΤΕ έχει δώσει αφορμή για δυσμενή σχόλια σε βάρος του, πολλώ δε μάλλον για συμμετοχή του σε παράνομες δραστηριότητες. Πρέπει δε, να σημειωθεί ότι η βαρύτητα της πράξης δεν μπορεί να αναιρέσει και να ακυρώσει την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚΓ γιατί το προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη ελαφρυντικό μπορεί να μην αναγνωριστεί, ΜΟΝΟΝ εάν υπάρχουν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που να ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τέλεσης της πράξης από τα οποία να αποδεικνύεται ότι δεν διήγαγε έντιμο βίο. Τέτοια, όμως, πραγματικά περιστατικά ΔΕΝ προέκυψαν από τη διαδικασία ούτε από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν. Αντιθέτως, οι μάρτυρες υπεράσπισης κατέθεσαν μετά παρρησίας και ειλικρίνειας (όπως προκύπτει και από τα λοιπά έγγραφα που προσκομίστηκαν στην προδικασία και στο παρόν δικαστήριο και αναγνώστηκαν) συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι πράγματι ο παρών κατηγορούμενος διήγε έντιμη ατομική, κοινωνική και οικογενειακή ζωή. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν θα πρέπει να κατευθύνουν την κρίση Σας στην αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2α Π.Κ. στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ότι δηλαδή μέχρι το χρόνο τέλεσης της πράξης έζησε έντιμη ατομική, επαγγελματική και κοινωνική ζωή (ΑΠ 1411/2003 ΠΧρ. ΝΔ σελ. 352......).
Ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρου 84 παρ. 2ε’ ΠΚ).
Ο κατηγορούμενος, όπως προκύπτει από τη προσκομισθείσα και αναγνωσθείσα Βεβαίωση Διαγωγής του Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης Μαλανδρίνου, καθ’ όλη τη διάρκεια της κρατήσεώς του - αρχικώς στο Κ.Κ. Κορυδαλλού, μετέπειτα στο Κ.Κ. Πατρών κατόπιν μεταγωγής του - έχει επιδείξει άριστη Διαγωγή και Υπακοή και ΔΕΝ έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά, παρά τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης με τις οποίες έρχεται αντιμέτωπος κάθε άνθρωπος σε συνθήκες υποχρεωτικού εγκλεισμού, επιδεικνύοντας πλήρη υπακοή και συμμόρφωση στους σωφρονιστικούς κανόνες. (Όρ. Σχετ. Υπ’ αριθμ. πρωτ. .../13.01.2014 Βεβαίωση! Παράλληλα κατά τη διάρκεια της κρατήσεώς του, εργάσθηκε εντός των Φυλακών, συμπληρώνοντας έναν ικανοποιητικό αριθμό ημερομισθίων (Ορ. Σχετ. Βεβαίωση Επιπλέον, η άριστη συμπεριφορά του κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα της εκ μέρους του συνειδητοποιήσεως του σφάλματος του και της προθέσεώς του για σωφρονισμό, προκειμένου κατόπιν εκτίσεως της ποινής του και της μελανής αυτής κηλίδας στη ζωή του, να επανέλθει στο κοινωνικό σύνολο και να συνεχίσει να διάγει έναν καθ’ όλα έντιμο βίο και ουσιαστικά να κερδίσει ξανά ως νέος άνθρωπος τη ζωή. Περαιτέρω, η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο χρονικά διάστημα μετά την πράξη συγκαταλέγεται ακόμη και στις περιπτώσεις που ο κατηγορούμενος μπορεί να έχει και βεβαρημένο ποινικό παρελθόν, συμφώνως με όσα υποστηρίζονται από πληθώρα Αποφάσεων της Νομολογίας και των Δικαστηρίων της ουσίας. Επιπρόσθετα, ας ληφθεί υπόψη ότι ο νόμος ΔΕΝ θέτει ως προϋπόθεση χορήγησης της ελαφρυντικής αυτής περίστασης την ελεύθερη κοινωνική δραστηριότητα του εκάστοτε κατηγορουμένου και δεν πρέπει το Δικάζον Δικαστήριο να την αποστερεί από τον κατηγορούμενο - κρατούμενο. Άλλωστε, η υπακοή σε ένα σύστημα με αντίξοες συνθήκες και σκληρούς κανονισμούς θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους υπαίτιους της πράξης και να διαμορφώνει κριτήρια καλής συμπεριφοράς.
Εν προκειμένω δηλ. θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και το χρονικό διάστημα της κρατήσεως του κρατουμένου, ως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα πιστοποιητικά καλής διαγωγής. Μάλιστα, τη σωστή συμπεριφορά και παρουσία των σωφρονισμένων κρατουμένων, όπως ο παρών κατηγορούμενος, εν αντιθέσει με άλλους κρατούμενους οι οποίοι δεν επιθυμούν την επάνοδο στην νομιμότητα και τον έντιμο βίο, έχει ανταμείψει και η Νομολογία των Ανωτέρων Δικαστηρίων, καθώς και του Ανωτάτου Ακυρωτικού, όπου έχουν κάνει δεκτούς ισχυρισμούς ανάλογους για να αναγνωριστεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. (Οράτε σχετ. ΑΠ 257/2008......). Υπό τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο Σας θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι οι ανωτέρω ελαφρυντικές περιστάσεις συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου και στοιχειοθετούνται κατά το πραγματικό και νομικό- μέρος τους".
Το δικάσαν δικαστήριο απέρριψε τους παραπάνω αυτοτελείς ισχυρισμούς με την παρακάτω αιτιολογία: "Ο ισχυρισμός - αίτημα των κατηγορουμένων ο πρώτος από τους οποίους πρέπει να εκτεθεί ως δεν έχει λευκό ποινικό μητρώο περί αναγνώρισης ελαφρυντικών περιστάσεων κατ’ άρθρο 84 παρ.2 στοιχ.α και ε Π.Κ. πρέπει ν’ απορριφθεί, καθόσον δεν προέκυψαν συγκεκριμένα περιστατικά θετικής και επωφελούς για την κοινωνία δράσης και συμπεριφοράς εκάτερον των κατηγορουμένων πριν την τέλεση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κηρύχθηκαν ένοχοι (ΑΠ 309/2011 Τροπ.Ν.Πλ.ΝΟΜΟΣ), καθώς και περιστατικά θετικής καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά την τέλεση αυτών και μάλιστα υπό καθεστώς προσωπικής ελευθερίας μέσα στην κοινωνία, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, και όχι εντός των φυλακών, όπου η συμπεριφορά του δεν είναι ελεύθερη και υπάγεται σε ειδικούς κανόνες υπακοής (ΑΠ 50/2011 Τραπ.Νομ.Πληρ.ΝΟΜΟΣ 1968/2010 ΟΠ.). Επίσης πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός - αίτημα του δεύτερου κατηγορούμενου περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης που προβλέπεται από την διάταξη του άρθρου 84 παρ.2δ Π.Κ., καθόσον ουδεμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την θεμελίωση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης αποδείχθηκε". Επομένως, με επαρκή και ειδική αιτιολογία, που αναφέρεται στο παραπάνω προεκτεθέν αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως απορρίφθηκαν οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου πρώτου αναιρεσείοντα για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α’ , δ’ και ε’ ΠΚ., καθώς και οι προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου δεύτερου αναιρεσείοντα για αναγνώριση στο πρόσωπό του των ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α’ , και ε’ ΠΚ. Πέραν τούτων, ο προταθείς αυτοτελής ισχυρισμός, για τη χορήγηση των ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 περ. α’ και ε’ του ΠΚ, (προτέρου εντίμου βίου και καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, αντίστοιχα), είναι αόριστος, αφού δεν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να θεμελιώνουν τα ελαφρυντικά αυτά. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό για την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 περ. α’ του ΠΚ, η επίκληση μόνο, από τον πρώτο αναιρεσείοντα, του ότι αυτός έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι εργάζεται από νεαρή ηλικία προκειμένου να συνδράμει την οικογένειά του υπό σκληρές συνθήκες ότι όταν κατηγορήθηκε ήταν μόλις 22 ετών και ότι αναγκάστηκε να έλθει στη χώρα μας όταν ήταν ανήλικος καθώς και η επίκληση μόνο, από τον δεύτερο αναιρεσείοντα, του ότι αυτός έχει λευκό ποινικό μητρώο, ουδέποτε απασχόλησε τις Αστυνομικές Αρχές, ότι έζησε έντιμο κοινωνικό, οικογενειακό και επαγγελματικό βίο και από το έτος 1999 δραστηριοποιείτο στην Ελλάδα, έχοντας συστήσει εταιρεία με αντικείμενο το γενικό εμπόριο και την παροχή Υπηρεσιών, δεν δικαιολογούν τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου, χωρίς την επίκληση και άλλων συγκεκριμένων (θετικών) περιστατικών έντιμης ζωής και μάλιστα σε όλους του τομείς συμπεριφοράς που ορίζονται στην περίπτωση α’ της § 2 του άρθρου 84 ΠΚ. Περαιτέρω, με το πιο πάνω περιεχόμενο ο προταθείς ισχυρισμός, για τη χορήγηση του ελαφρυντικού της καλής συμπεριφοράς για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη τους, (άρθρο 84 παρ.2 ε’ Π.Κ.) είναι αόριστος, αφού ούτε γι’ αυτόν εκτίθενται επαρκή περιστατικά που να τον θεμελιώνουν. Συγκεκριμένα η αναφορά και μόνο ότι οι αναιρεσείοντες επέδειξαν καλή συμπεριφορά στις φυλακές και πραγματοποίησαν ικανοποιητικό αριθμό ημερομισθίων, χωρίς την επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών καλής συμπεριφοράς, πέραν της συνήθους συμπεριφοράς, που επιδεικνύουν οι κρατούμενοι στις φυλακές, δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένο τον περί καλής συμπεριφοράς, για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ισχυρισμό τους. Επομένως, το δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει στους κατά τα άνω αόριστους αυτοτελείς ισχυρισμούς (αναγνώριση ελαφρυντικών του άρθρου 84 παρ.2 α’ και ε’ ), και να αιτιολογήσει την απόρριψή τους, εκ περισσού δε απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς με την προαναφερθείσα αιτιολογία. Τέλος πλήρης είναι και η αιτιολογία για την απόρριψη του ελαφρυντικού της ειλικρινούς μεταμέλειας του άρθρου 84 παρ.2 δ’ του Π.Κ. που πρότεινε ο πρώτος αναιρεσείων, με την παραδοχή ότι ουδεμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τη θεμελίωση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης αποδείχθηκε, αφού η αιτιολογία αυτή έχει την έννοια ότι όσα πραγματικά περιστατικά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων για τη θεμελίωσή του σχετικού ισχυρισμού, (συνεργασία με τις Αστυνομικές και Δικαστικές Αρχές σχετικά με όσα γνωρίζει για τους εμπόρους ναρκωτικών ουσιών), δεν αποδείχθηκαν κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510§1 περ. Δ’ ΚΠΔ, 12ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα, καθώς και 2ος της αιτήσεως αναιρέσεως του δευτέρου αναιρεσείοντα, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση γα έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την απόρριψη των αυτοτελών ισχυρισμών τους περί αναγνώρισης των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84§2 περ. α’ , δ’ και ε’ ΠΚ, του πρώτου καθώς και του άρθρου 84§2 περ. α’ , και ε’ ΠΚ, του δεύτερου, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
ΧΙV. Στο άρθρο 17 υπό στοιχείο Β’ του ν. 1756/1988, περί Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, ορίζεται, στην παρ. 1 αυτού, ότι "σε όσα πρωτοδικεία και εφετεία προβλέπεται οργανικός αριθμός δεκαπέντε τουλάχιστον δικαστών και στις αντίστοιχες εισαγγελίες, οι συνθέσεις των ποινικών δικαστηρίων καταρτίζονται με κλήρωση", στην παρ. 3 ότι "ο δικαστής ή ο πρόεδρος του συμβουλίου που διευθύνει το δικαστήριο και ο εισαγγελέας που διευθύνει την εισαγγελία καταρτίζουν πίνακες, οι οποίοι περιλαμβάνουν κατ’ αρχαιότητα και με αριθμητική σειρά τα ονόματα ..... στο Εφετείο α) ...... . β.... γ) όλων των υπόλοιπων Εφετών από τους οποίους κληρώνονται τα μέλη .....των πενταμελών και τριμελών εφετείων" , στην παρ. 4 ότι "με βάση τους άνω πίνακες ενεργείται η κλήρωση έως ότου συγκροτηθούν όλα τα δικαστήρια του μηνός .....", στην παρ. 5 ότι " με την ίδια διαδικασία ορίζονται οι αναπληρωματικοί δικαστές και εισαγγελείς .." και στην παρ. 7 ότι "αντικατάσταση δικαστή που έχει κληρωθεί ως μέλος της σύνθεσης δικαστηρίου, καθώς και του εισαγγελέα δεν επιτρέπεται, παρά μόνον από τον αναπληρωματικό. Ο λόγος της αναπλήρωσης αναγράφεται στα πρακτικά. . .". Εξάλλου, στην παρ. 10 του ιδίου άρθρου 17 ορίζεται ότι "η μη τήρηση των διατάξεων των παρ. 2 έως και 8 συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 13ο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, με την αιτίαση ότι καθήκοντα συνέδρου Εφέτη ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, άσκησε η Εφέτης Κων/να Αλεβιζοπούλου, (χωρίς να αναφέρεται στην απόφαση ο λόγος που κωλυόταν η κληρωθείσα στην σύνθεση ως τακτικό μέλος Εφέτης Άννα Τσέτσου - Κουτσούκου ώστε να γίνει η αντικατάστασή της στη συγκεκριμένη υπόθεση), με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί απόλυτη ακυρότητα λόγω κακής συνθέσεως του δικάσαντος δικαστηρίου και κατά συνέπεια λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ σε συνδυασμό προς το άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. α’ του ΚΠΔ, καθώς και έλλειψη αιτιολογίας κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. Όμως, η παράβαση των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 2 έως και 8 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών, συνεπάγεται ακυρότητα, που καλύπτεται αν δεν προταθεί πριν αρχίσει η αποδεικτική διαδικασία της υποθέσεως. Τέτοια, όμως, πρόταση ακυρότητας λόγω κακής συνθέσεως του Δικαστηρίου, δεν επικαλείται ο αναιρεσείων, ούτε από τα πρακτικά της δίκης, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αποδεικνύεται ότι προβλήθηκε από τον κατηγορούμενο. Επομένως, ο ως άνω 13ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως του πρώτου αναιρεσείοντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
XV. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν, στο σύνολό τους, οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και να καταδικασθεί έκαστος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Ι. Απορρίπτει, τις από 26-2-2015 (υπ’ αριθμό γεν. πρωτ. 174/2015) και από 16-2-2015 (υπ’ αριθμό πρωτ. 10/2015) αιτήσεις αναίρεσης των 1) (A. R. του R. και 2) S. T. του D. αντίστοιχα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 822/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών
ΙΙ. Καταδικάζει έκαστο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων πενήντα (250) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια