ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - 378/2016 ΑΠ - Αθώωση για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Είδος ναρκωτικής ουσίας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΑΠ Απόφαση 1222 / 2015 - Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Ναρκωτικά. Περίληψη: Ναρκωτικά. Αξιόποινο. Αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου νόμου 4139/20-3-2013, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών
378/2016 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 688087)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ναρκωτικά. Αθώωση για αγορά, κατοχή και πώληση ναρκωτικών κατ΄ εξακολούθηση. Στοιχεία του εγκλήματος. Είδος ναρκωτικής ουσίας. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση Εισαγγελέως κατά αθωωτικής αποφάσεως. Λόγοι. Ελλειψη αιτιολογίας. Δεν προέκυψε το...
είδος της ναρκωτικής ουσίας. Μέσα αποδείξεως. Απολογία κατηγορουμένου ενώπιον Ανακριτή. Αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο. Ορθή και αιτιολογημένη η αθωωτική απόφαση. Απορρίπτει αναίρεση Εισαγγελέως.

 

Αριθμός 378/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Z’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δήμητρα Μπουρνάκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Βασίλειο Καπελούζο, Πάνο Πετρόπουλο και Δημήτριο Γεώργα-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Μιλτιάδη Ανδρειωτέλλη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, περί αναιρέσεως της 2969/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών και με κατηγορούμενο τον Α. Φ. του Α., κάτοικο ..., που παρέστη με ....

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητεί τώρα την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην με αριθμό και ημερομηνία ../17-12-2014 έκθεση αναιρέσεως, η οποία συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου Δέσποινας Χρονοπούλου και καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1251/2014.

Αφού άκουσε

Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η έκθεση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του κατηγορουμένου, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως μέσα στην προθεσμία του άρθρου 479 του ιδίου Κώδικα, δηλαδή μέσα σε ένα μήνα από την καταχώριση της απόφασης στο υπό του άρθρου 473 παρ. 3 του αυτού Κώδικα προβλεπόμενο ειδικό βιβλίο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ασκήσει αναίρεση κατά οιασδήποτε αθωωτικής ή καταδικαστικής αποφάσεως εκδιδομένης υπό οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου και για όλους τους λόγους που διαλαμβάνονται στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ. μεταξύ των οποίων και η έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (αρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ). Ειδικά προκειμένου για αθωωτική απόφαση, ενόψει του τεκμηρίου της αθωότητας που θεσπίζεται και από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και δεδομένου, ότι αντικείμενο αποδείξεως στην ποινική δίκη αποτελεί η ενοχή και όχι η αθωότητα του κατηγορουμένου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ’ αυτήν καθόλου ή εκτίθενται ελλιπώς ή κατά τρόπο ασαφή τα πραγματικά περιστατικά της πράξεως είτε όταν το δικαστήριο δεν αιτιολογεί με σαφήνεια και με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και θεμελιώνουν την ανυπαρξία των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος και όταν δεν εκτίθενται οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στην αθωωτική για τον κατηγορούμενο κρίση του.

Περαιτέρω για την πληρότητα της αιτιολογίας, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι ορισμένα μόνον απ’ αυτά. Για τη βεβαιότητα αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους, χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας των τι προέκυψε χωριστά από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα, δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β και ζ του Ν. 1729/1987, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 του Ν.2161/1993 και ίσχυε κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1996 μέχρι τα τέλη του 2005, που ενδιαφέρει επί του προκειμένου, και ήδη με το άρθρο 20 παρ. 1, 2, 3 Ν. 4139/2013, με το οποίο τυποποιήθηκε το βασικό έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, στο οποίο περιέχεται μεταξύ των άλλων τρόπων τέλεσης η αγορά, πώληση και η κατοχή ναρκωτικών ουσιών, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ, όποιος διακινεί παράνομα ναρκωτικά. Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων ως πώληση και αγορά ναρκωτικών θεωρείται η κατά τους όρους του άρθρου 513 του ΑΚ μεταβίβαση της κυριότητας στον αγοραστή, που γίνεται με την προς αυτόν παράδοση τους αντί του συμφωνηθέντος τιμήματος. Με τον όρο κατοχή νοείται η φυσική εξουσίαση των ναρκωτικών από τον δράστη, ώστε να μπορεί κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τα διαθέτει πραγματικά. Ειδικότερα για την αιτιολόγηση της τέλεσης των παραπάνω πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών ουσιών δεν απαιτείται ακριβής προσδιορισμός: α) της ποσότητας τούτων (βάρους), που είναι αδιάφορη για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων αυτών, αφού ο νόμος δεν συνδέει ούτε την τέλεσή τους, ούτε το ύψος της επιβλητέας ποινής με την ποσότητα (βάρος) των ναρκωτικών ουσιών, β) του χρόνου τελέσεως των επί μέρους πράξεων, αν δεν τίθεται θέμα παραγραφής τούτων, αφού ο μη επακριβής προσδιορισμός του χρόνου δεν δημιουργεί ασάφεια και συνεπώς έλλειψη αιτιολογίας, γ) του ύψους του επιτευχθέντος τιμήματος, και [δ] της ταυτότητας των πωλητών ή αγοραστών. Για την υποκειμενική θεμελίωση των εγκλημάτων απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση της ιδιότητας των ουσιών ως ναρκωτικών και τη θέληση ή αποδοχή του δράστη να τελέσει τη πράξη, με την οποία πραγματώνεται η αντικειμενική υπόσταση. Ειδικότερη αιτιολογία για το υποκειμενικό στοιχείο του δόλου, δεν απαιτείται διότι ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση του δράστου να πραγματώσει τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και επομένως εξυπακούεται ότι υπάρχει αυτός στην πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, διαλαμβάνεται δε περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή. Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο, Α. Φ. του Α., των πράξεων της αγοράς, κατοχής και πώλησης ναρκωτικών κατ’ εξακολούθηση.

Ειδικότερα, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα:

"Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα έγγραφα τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν, σε συνδυασμό και με την απολογία του κατηγορουμένου προέκυψαν τα ακόλουθα: Στους κατωτέρω τόπους και χρόνους, εκ προθέσεως ενεργώντας και χωρίς να έχει αποκτήσει την έξη της χρήσης ναρκωτικών ουσιών, διακίνησε ναρκωτικές ουσίες, πράξη που προβλέπει και τιμωρεί ο νόμος με στερητικές της ελευθερίας ποινές και χρηματική ποινή και συγκεκριμένα: Α) Στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας σε μη επακριβώς διακριβωθέντες χρόνους, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από το έτος 1996 μέχρι τα τέλη του έτους 2005 και σε διάφορες ημερομηνίες, που συμπεριλαμβάνονται εντός του χρονικού διαστήματος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση αγόρασε από άτομο αγνώστων μέχρι σήμερα στην ανάκριση στοιχείων, άγνωστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος με σκοπό την εμπορία, μέρος των οποίων αποτελούν αδιευκρίνιστες ποσότητες ηρωΐνης που κατείχε με σκοπό την εμπορία και πουλούσε κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα κατωτέρω στις υπό στοιχεία Β’ και Γ’ του παρόντος πράξεις. Β) Στις περιοχές Ν. Σμύρνης, Αγιος Δημήτριος, Δάφνη και Ν.Κόσμος, σε μη επακριβώς διακριβωθέντες χρόνους, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από το έτος 1996 μέχρι τα τέλη του έτους 2005 και σε διάφορες ημερομηνίες, που συμπεριλαμβάνονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση κατείχε με την έννοια της φυσικής εξουσίασης, δηλαδή μπορούσε ανά πάσα στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξη τους, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, με σκοπό την εμπορία και συγκεκριμένα στους παραπάνω τόπους και χρονικό διάστημα, κατείχε αδιευκρίνιστες ποσότητες ηρωίνης, που πουλούσε, σύμφωνα με τα κατωτέρω στην υπό στοιχείο Γ’ του παρόντος πράξη. Γ) Στις περιοχές Ν. Σμύρνη, Αγ. Δημήτριος, Δάφνη και Ν. Κόσμος, σε μη επακριβώς διακριβωθέντες χρόνους, οπωσδήποτε όμως εντός του χρονικού διαστήματος από το έτος 1996 μέχρι τα τέλη του έτους 2005 και σε διάφορες ημερομηνίες, που συμπεριλαμβάνονται εντός του χρονικού αυτού διαστήματος, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με πρόθεση πώλησε κάθε φορά απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα στους παραπάνω τόπους και χρονικό διάστημα, πώλησε στο Γ. Χ., καθώς και σε διάφορα άλλα άγνωστα μέχρι σήμερα στην ανάκριση άτομα, αδιευκρίνιστες ποσότητες ηρωίνης, αντί του χρηματικού ποσού των 5.000 δραχμών έως 31.12.2001 και 15 ευρώ από 1.1.2002, για κάθε δόση.

Όμως, από το αποδεικτικό υλικό το Δικαστήριο δεν πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ανωτέρω χρονικό διάστημα τέλεσε τις πράξεις για τις οποίες κρίθηκε ένοχος πρωτοδίκως. Και τούτο διότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει το είδος και η ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας την οποία φέρεται ότι αγόρασε, κατείχε με σκοπό την εμπορία και στην συνέχεια πώλησε ο κατηγορούμενος στον Χ. Γ. Ειδικότερα: 1) Στην με ημερομηνία 15.9.2004 αναφορά του Γ. Γ., πατέρα του Χ. Γ., προς τον Προϊστάμενο της Εισαγγελίας Αθηνών, βάσει της οποίας ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του κατηγορουμένου, δεν προσδιορίζεται το είδος της ναρκωτικής ουσίας. 2) Ο ίδιος (Γ. Γ.) καταθέτει πρωτοδίκως: "ο γιός μου έκανε χρήση ναρκωτικών ουσιών δεκαεπτά χρόνια.... Μένω κοντά στον κατηγορούμενο. Η δουλειά του ήταν τα ναρκωτικά. Τον λέγανε "γιατρό" γιατί ήτανε "γιατρός" των χρηστών και προμήθευε επί χρόνια ναρκωτικά σε Ηλιούπολη, Αργυρούπολη, Γλυφάδα, Νέα Σμύρνη, Άγιο Δημήτριο. Το παρακολούθησα και είδα προσωπικά τον γιό μου να αγοράζει ναρκωτικά από τον κατηγορούμενο.... Ο γιός μου αγόραζε απευθείας από τον κατηγορούμενο ναρκωτικά...", χωρίς να εξειδικεύει και πάλι το είδος της ναρκωτικής ουσίας που προμηθευόταν ο γιός του, 3) Ο Χ. Γ., γιός του Γ. Γ. ως άνω, στην από 26.6.2009 απολογία του ενώπιον του 28ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, που αναγνώσθηκε, ισχυρίζεται ότι: "ο κατηγορούμενος με προμήθευε με μικροποσότητες ναρκωτικών ουσιών για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα από το έτος 1996 έως το τέλος του έτους 2005 για δική μου χρήση αντί του ποσού των 5.000 δρχ. για πριν την 1.1.2002 και στην συνέχεια αντί ποσού 15 ευρώ για κάθε φιξάκι και σε διάφορες περιοχές της Αττικής και ειδικότερα στην Νέα Σμύρνη, στον Άγιο Δημήτριο, στην Δάφνη και στον Νέο Κόσμο", χωρίς και πάλι να εξειδικεύει το είδος της ναρκωτικής ουσίας που προμηθευόταν. 4) Ο μάρτυρας κατηγορίας ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου Ε. Σ., Διοικητής του Τ.Α. Αγίου Δημητρίου κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2004 έως το έτος 2009 καταθέτει ότι "δεν γνωρίζει τίποτα για την υπόθεση και τον κατηγορούμενο γνωρίζει μόνον ως τοξικομανή". Επίσης, ο ίδιος μάρτυρας στην κατάθεση του στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο καταθέτει ότι "δεν είχε πέσει στην αντίληψη μου κάτι σχετικά με τον κατηγορούμενο και τον Χ. Γ., ούτε είχε σχηματισθεί δικογραφία". Οι λοιποί μάρτυρες κατηγορίας Β. Κ., Ι. Π. και Ε. Μ., αστυνομικοί που υπηρετούσαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα στο Α.Τ. ... κατέθεσαν στο παρόν Δικαστήριο ότι "δεν γνωρίζουν τίποτα για την υπόθεση". Επομένως, οι ανωτέρω μάρτυρες αστυνομικοί δεν είδαν ούτε και υπέπεσε στην αντίληψη τους οποιαδήποτε κίνηση του κατηγορουμένου αγοράς, κατοχής με σκοπό την εμπορία και πώλησης ναρκωτικών ουσιών απαγορευμένων από τον νόμο.

5) Τέλος, από κανένα έγγραφο της δικογραφίας (π.χ. Γενικού Χημείου του Κράτους) δεν προκύπτει το είδος της ναρκωτικής ουσίας ούτε βρέθηκε οποιαδήποτε ουσία στον κατηγορούμενο, ώστε να εξεταστεί αν είναι ναρκωτική ουσία ή όχι.

Πέραν των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος, απολογούμενος στο παρόν Δικαστήριο, αρνείται και αποκρούει τις εις βάρος του κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε διακίνησε ναρκωτικές ουσίες, αλλά "μόνον προμηθευόταν ναρκωτικές ουσίες για δική του χρήση ως τοξικομανής". Ενόψει των ανωτέρω, εφόσον δεν προέκυψε ειδικά το είδος της ναρκωτικής ουσίας την οποία ο κατηγορούμενος φέρεται ότι αγόρασε, κατείχε με σκοπό την εμπορία και πώλησε, ώστε το Δικαστήριο να κρίνει εάν υφίστανται οι διωκόμενες θεσμοθετημένες αξιόποινες παραβάσεις της περί ναρκωτικών νομοθεσίας, πρέπει αυτός να κηρυχθεί αθώος των διωκομένων εγκλημάτων. Τούτο διότι για όλες τις τυποποιημένες αξιόποινες πράξεις του ν. 3459/2006 (άρθρ.20) και του ν. 4139/2013 (άρθρ. 20 ν.4139/2013) η ναρκωτική ουσία δεν συνιστά απλώς στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως των αντίστοιχων εγκληματικών συμπεριφορών, αλλά αποτελεί αυτή ταύτη την αντικειμενική υπόσταση των οικείων εγκλημάτων. Πλέον συγκεκριμένα, η ναρκωτική ουσία στις θεσμοθετημένες αξιόποινες παραβάσεις της περί ναρκωτικών νομοθεσίας (άρθρα 20 ν.4139/2013, 20 ν. 3459/2006) είναι αυτό τούτο το έγκλημα (ΑΠ 178/1991 Π.ΧΡ. 1991,871, ΕΑ 2152/2009 Π.ΧΡ.2011,615, Ε.Θεσσαλ. 1328/2005 ΑΡΜ.2006, 615)". Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, με βάση τα οποία αυτό οδηγήθηκε ομόφωνα στην κρίση, ότι δεν τελέσθηκε η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών και τον κήρυξε αθώο. Επίσης αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαρτήτως των αποδεικτικά μέσα που είχε στη διάθεσή του, από τα οποία με τις σκέψεις που αναφέρει στην αιτιολογία της στηρίζεται η απαλλακτική του κρίση. Η ειδικότερη αιτίαση του αναιρεσείοντος με την οποία υποστηρίζεται ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση υπάρχει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας σε σχέση με την έκθεση των αποδεικτικών μέσων και συγκεκριμένα σε σχέση με την αναγνωσθείσα απολογία του Χ. Γ. ενώπιον του 28ου Τακτικού Ανακριτή Αθηνών, διότι αυτή δεν λήφθηκε υπόψη στο σύνολό της για τον χρηματισμό της κρίσεως του Δικαστηρίου είναι αβάσιμη. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η έγγραφη αυτή απολογία αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο, με τη γενική δε αναφορά ότι το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας στηρίχθηκε μεταξύ άλλων και στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά ως αναγνωσθέντα, υποδηλώνεται χωρίς αμφιβολία, ότι για το σχηματισμό του πορίσματος αυτού αξιολογήθηκαν όλα τα έγγραφα και συνεπώς και το ανωτέρω στο σύνολό του, αφού και αυτό αναγνώσθηκε στο ακροατήριο κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης των κατά το άρθρο 178 ΚΠοινΔ εγγράφων και συνεκτιμήθηκε και αυτό στο σύνολό του, για το οποίο, εξάλλου, γίνεται και ρητή αναφορά στο σκεπτικό. Για την πληρότητα της αιτιολογίας δεν απαιτείτο αναλυτική παράθεση του περιεχομένου του και μνεία του τι προκύπτει από αυτό, ούτε αξιολογική συσχέτιση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ ΚΠοινΔ. μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την έκθεση των αποδεικτικών μέσων είναι αβάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης που άσκησε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ’ αριθμ. ../17-12-2014 έκθεση αναίρεσης του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της με αριθμό 2969/2014 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2015.

Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 11 Φεβρουαρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Σχόλια