Δευτέρα 3 Απριλίου 2017

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - 132/2016 ΑΠ - Εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Ελλειψη αιτιολογίας. Συναυτουργία.

ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ - ΑΠ Απόφαση 1222 / 2015 - Θέμα Αιτιολογίας ανεπάρκεια, Αναιρέσεως απόρριψη, Αναιρέσεως λόγοι, Ναρκωτικά. Περίληψη: Ναρκωτικά. Αξιόποινο. Αγορά, κατοχή, και πώληση ναρκωτικών ουσιών. Με το άρθρο 20 παρ. 1 του νέου νόμου 4139/20-3-2013, τυποποιείται ως βασικό έγκλημα η παράνομη διακίνηση ναρκωτικών, ως τοιαύτης νοούμενης, κάθε πράξης με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών
132/2016 ΑΠ (ΠΟΙΝ) ( 676925)
(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) Ναρκωτικά. Εισαγωγή στην ελληνική επικράτεια, κατοχή και μεταφορά ναρκωτικών ουσιών από κοινού. Πραγματικά περιστατικά. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Απόλυτη ακυρότητα. Ελλειψη αιτιολογίας. Συναυτουργία. Δεν είναι αναγκαίο να...
αναφέρονται οι επιμέρους πράξεις ενός εκάστου των συναυτουργών. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη και αιτιολογία ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου. Αυτοτελείς ισχυρισμοί. Ελαφρυντικές περιστάσεις. Ειλικρινής μετάνοια. Αιτιολογημένη απόρριψη του ισχυρισμού. Μεταγενέστερη καλή συμπεριφορά. Αναιτιολόγητη απόρριψη του ισχυρισμού, αφού το Δικαστήριο δεν διέλαβε καθόλου αρνητικά περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμούς προς αντίκρουση των υπό του κατηγορουμένου επικαλουμένων θετικών περιστατικών και προσκομισθέντων εγγράφων. Αναιρεί εν μέρει την υπ΄αριθ. 59/2015 απόφαση του Πεντ. Εφ. Ιωαννίνων ως προς την απορριπτική της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς διάταξη. Απορρίπτει κατά τα λοιπά αναίρεση.

 

Αριθμός 132/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ` ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Γεωργέλλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσούλα Παρασκευά, Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 10 Νοεμβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Να. Μ. του Τ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από ..., για αναίρεση της υπ` αριθ. 59/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ` αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ` αριθμ. πρωτ. .../19-6-2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 773/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-6-2015 (αριθμ. πρωτ. ../19-6-2015) αίτηση του Ν. Μ. του Τ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 59/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω.

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ιδίου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχτηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Όσον αφορά το δόλο, που απαιτείται κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξεως, δεν υπάρχει ανάγκη, κατά τούτο, ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, διότι αυτός ενυπάρχει στην παραγωγή των περιστατικών και προκύπτει απ" αυτή, όταν ο νόμος στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη του δόλου, λ.χ. αμέσου. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα αρκεί αυτά να αναφέρονται κατ` είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο προέκυψε η κάθε παραδοχή. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπ` όψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ` επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 178 ΚΠΔ. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 45 ΠΚ, αν δύο ή περισσότεροι τέλεσαν από κοινού την αξιόποινη πράξη, ο καθένας τους τιμωρείται ως αυτουργός. Με τον όρο "από κοινού" νοείται αντικειμενικά σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως και υποκειμενικά κοινός δόλος, δηλαδή ο κάθε αυτουργός θέλει ή αποδέχεται την πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του διαπραττόμενου εγκλήματος, γνωρίζοντας ότι και οι λοιποί συμμέτοχοι πράττουν με δόλο τελέσεως του ίδιου εγκλήματος και θέλει ή αποδέχεται να ενώσει την δική του δράση με εκείνη των άλλων προς πραγμάτωση της αντικειμενικής υποστάσεως του εν λόγω εγκλήματος. Η σύμπραξη στην εκτέλεση της κύριας πράξεως μπορεί να συνίσταται ή στο ότι καθένας πραγματώνει την όλη αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος ή στο ότι το έγκλημα πραγματώνεται με τις συγκλίνουσες επί μέρους πράξεις των συμμέτοχων, ταυτόχρονες ή διαδοχικές, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρονται και οι επί μέρους πράξεις καθενός από τους συναυτουργούς. Αρκεί δε στην καταδικαστική απόφαση να αναφέρεται ότι οι δράστες της αξιόποινης πράξης ενήργησαν με κοινό δόλο, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και να εξειδικεύονται οι επί μέρους υλικές ενέργειες του καθενός από αυτούς για την από κοινού πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος και δεν δημιουργείται έλλειψη νόμιμης βάσης από τη μη εξειδίκευση αυτή.

Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, επίσκοπου μένα παραδεκτώς για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, πρακτικά της προσβαλλομένης απόφασης, το Πενταμελές Εφετείο Ιωαννίνων, που, δικάζοντας κατ` έφεση, την εξέδωσε, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των κατ` είδος αναφερομένων στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικών μέσων (κατάθεση μάρτυρα και αναγνωσθέντα έγγραφα), ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ".....κατά τον, στο διατακτικό της παρούσας τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος ετέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, ειδικότερα, της εισαγωγής στην Ελληνική Επικράτεια, κατοχής και μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, από κοινού, όπως οι πράξεις αυτές του κατηγορουμένου, κατά τα συνθέτοντα αυτές ειδικότερα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία, στο διατακτικό της παρούσης αναγράφονται και εξειδικεύονται. Ειδικότερα, αποδείχθηκαν τα εξής: Στο τελωνείο ... είχε περιέλθει η πληροφορία ότι στα τουριστικά λεωφορεία που εκτελούν δρομολόγια … και αντίθετα, διακινούνται με επιβάτες από την … ναρκωτικές ουσίες, οι οποίες μεταφέρονται στην ... Στις 28.8.1995 και περί ώρα 15:30, σε σχετικό έλεγχο που έκαναν υπάλληλοι του Τελωνείου ... στο με αριθμό κυκλοφορίας ... λεωφορείο μάρκας .., το οποίο εκτελούσε το δρομολόγιο ..., βρήκαν σε μία τσάντα, την οποία κανένας επιβάτης δεν δήλωσε ότι είναι δική του. ποσότητα 9.600 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, απαγορευμένης δηλαδή από τα το νόμο ναρκωτικής ουσίας, που δρα στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλεί εξάρτηση του ατόμου από αυτήν. Τα ναρκωτικά αυτά ήταν συσκευασμένα σε πακέτα, τυλιγμένα με μονωτική ταινία και επιμελώς κρυμμένα μέσα στα ρούχα. Η τσάντα αυτή, όπως αποδείχθηκε, ανήκε στον κατηγορούμενο, ο οποίος τη μετέφερε με προορισμό την …. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος ταξίδευε μαζί με τη μητέρα του Β. συζ. Τ. Μ. και με τον αδελφό του Α. Μ. από την … με προορισμό την …. Μεταξύ των αποσκευών τους ήταν και η παραπάνω τσάντα, μέσα στην οποία ο κατηγορούμενος είχε τοποθετήσει και κρύψει επιμελώς, κατά τα παραπάνω, την ανωτέρω ποσότητα των ναρκωτικών. Την ποσότητα αυτή εισήγαγε από την … στην … από το Τελωνείο ..., την κατείχε δε, με την έννοια ότι την είχε υπό τη φυσική του εξουσίαση, ώστε να μπορεί να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξη της και να τη διαθέτει κατ` αρέσκεια και τη μετέφερε από την ... μέχρι την .... Τα ανωτέρω προέκυψαν από τα πιο πάνω αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως από τα έγγραφα της δικογραφίας. Κατά συνέπεια, με βάση τα παραπάνω εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα, συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση η υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση των εγκλημάτων που του αποδίδονται και συνακόλουθα πρέπει αυτός να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων αυτών και αφού αναγνωριστεί, ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του προτέρου εντίμου βίου, διότι, από τα αποδεικτικά μέσα που προαναφέρθηκαν, αποδείχθηκε ότι αυτός, μέχρι την τέλεση των παραπάνω αξιοποίνων πράξεων, έζησε έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή".

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 α ΠΚ, του ότι : Στην ..... , στις 25 Αυγούστου 1995, με περισσότερες πράξεις τέλεσε περισσότερα εγκλήματα και συγκεκριμένα: Α) Από κοινού με την Β. Μ. συζ. Τ., εισήγαγε στην Ελληνική Επικράτεια ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα, εισερχόμενος στην … από το Τελωνείο ..., ως επιβάτης του με αριθμ. ... λεωφορείου, μάρκας .., που εκτελεί το δρομολόγιο ... εισήγαγε ποσότητα 9.600 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης (χασίς). Β) Από κοινού με την Β. Μ. συζ. Τ., κατείχε ναρκωτικές ουσίες και συγκεκριμένα κατείχε την ανωτέρω ποσότητα των 9.600 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης που επιμελώς είχε κρύψει διασκευασμένη σε μασούρια τυλιγμένα με μονωτική ταινία μέσα σε ρούχα των αποσκευών του. Και Γ) Από κοινού με την Β. Μ. συζ. Τ., μετέφερε ναρκωτικές ουσίες και ειδικότερα μετέφερε την πιο πάνω ποσότητα των 9.600 γραμμαρίων ακατέργαστης ινδικής κάνναβης, με τον προαναφερθέντα τρόπο και με προορισμό την …". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ` αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων, για τα οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 14, 16, 17, 18, 26 παρ. Ια, 27 παρ.1, 45, 94 παρ. 1 ΠΚ, 1 παρ. 1, 2 Πιν. Α6 ν. 3459/06 και 20 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι την απόφαση από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντα : α) Το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί πιστή αντιγραφή του σκεπτικού της πρωτόδικης υπ`αριθμ. 238/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Ιωαννίνων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της τελευταίας. Το γεγονός ότι το πρώτο ταυτίζεται σε πολλά σημεία με το δεύτερο, δεν σημαίνει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν άσκησε τη δικαιοδοτική του εξουσία, με δική του αυτοτελή κρίση, ούτε ότι παραβιάστηκε η αρχή της δίκαιης δίκης και τούτο διότι το τελευταίο αποφασίζει για την ενοχή του κατηγορουμένου μετά από συζήτηση, αποδεικτική διαδικασία και διάσκεψη και, στη συνέχεια, απαγγέλει προφορικά την απόφαση του, όπως ορίζει το άρθρο 371 παρ. 1 ΚΠΔ, ενώ η γραπτή σύνταξη και υπογραφή της αποφάσεως, σύμφωνα με όσα κατά την κρίση του αποδείχτηκαν, γίνεται μεταγενέστερα, κατά τα άρθρα 142 παρ. 2 και 144 παρ. 1 ΚΠΔ (ΑΠ 159/11) και β) οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως θεμελιώνουν την από τον αναιρεσείοντα τέλεση κατά συναυτουργία των πράξεων της εισαγωγής στην ελληνική επικράτεια, της κατοχής και της μεταφοράς ναρκωτικών ουσιών, συναυτουργία η οποία αναφέρεται ρητώς στην προσβαλλομένη και αιτιολογείται πλήρως από την παραδοχή ότι τόσον αυτός (αναιρεσείων) όσο και η Β. Μ. ενήργησαν από κοινού, αναφέρονται δε στην απόφαση και εξειδικεύονται και οι επιμέρους πράξεις αυτού, ενώ, περαιτέρω, δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη σκέψη ως προς την ύπαρξη του κοινού δόλου, δεδομένου ότι αυτός, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, εμπεριέχεται στην έννοια της συναυτουργίας, ενυπάρχει δε περαιτέρω στη θέληση των συναυτουργών να πραγματώσουν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση των ανωτέρω εγκλημάτων και, επομένως, εξυπακούεται ότι προκύπτει από αυτά. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` και Δ` ΚΠΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα, λόγω ταύτισης του σκεπτικού της με αυτό της πρωτόδικης και για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Η επιβαλλόμενη, κατά τα ανωτέρω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει, όχι μόνο ο)ς προς την κατηγορία αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή τη μείωση της ποινής. Κατά την έννοια αυτή αυτοτελής ισχυρισμός είναι και ο περί αναγνωρίσεως στον κατηγορούμενο κάποιας από τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ΠΚ η παραδοχή της οποίας οδηγεί σε μείωση της ποινής στα πλαίσια που καθορίζει το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα. Πρέπει, όμως, οι ισχυρισμοί να προτείνονται παραδεκτώς και κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλ. τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη θεμελίωση τους και δεν αρκεί μόνη η επίκληση της νομικής διατάξεως που τους προβλέπει ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστοί στη νομική ορολογία.

Στη προκειμένη περίπτωση από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως ο αναιρεσείων, μεταξύ άλλων, πρόβαλε και τον αυτοτελή ισχυρισμό περί συνδρομής στο πρόσωπο του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 δ` και ε` ΠΚ. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: "....2) Μετανόησα ειλικρινά αμέσως μετά τη σύλληψη μου, ομολόγησα την πράξη μου και ζήτησα την επιείκεια των αρμοδίων, πράγμα που αναγνωρίσθηκε από τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, τις πολιτικές και εκκλησιαστικές αρχές του χωριού μου (ελαφρυντική περίσταση άρθρου 84 παρ. 2 δ` ΠΚ). 3) Από τον παραπάνω χρόνο μέχρι και σήμερα, ήτοι επί 20 συναπτά έτη, συμπριφέρθηκα άριστα ως μέλος της κοινωνίας του χωριού μου, ως μέλος της οικογένειας μου και ως μέλος της Εκκλησίας. Διατηρώ άριστες σχέσεις με όλους, εργάζομαι νόμιμα για την επιβίωση μου και την επιβίωση της μητέρας μου και της γιαγιάς μου. Ζω έντιμα, χωρίς να έχω παραβεί ποτέ το νόμο και χωρίς να έχω κατηγορηθεί ποτέ για οποιαδήποτε παράβαση και χωρίς να απασχολήσω ποτέ τις αστυνομικές και δικαστικές αρχές (ελαφρυντική περίσταση άρθρου 84 παρ. 2 ε` ΠΚ)". Το Δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό με την εξής αιτιολογία: "Τα αιτήματα του για αναγνώριση ελαφρυντικών κατ` αρθρ. 84 παρ. 2 δ` και ε` ΠΚ πρέπει ν`απορριφθούν, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προς τούτο, νόμιμες προϋποθέσεις". Όσον αφορά την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84£2 δ` ΠΚ ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να οδηγήσουν στην αναγνώριση της ως άνω ελαφρυντικής περιστάσεως, διότι δεν αναφέρονται τέτοια περιστατικά από τα οποία να μπορεί το Δικαστήριο να αξιολογήσει την ειλικρινή μετάνοια του κατηγορουμένου και την επιδίωξη του να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες των πράξεων του. Επομένως, το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση ν` απαντήσει στον ισχυρισμό αυτό. Όμως, όσον αφορά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντα κατηγορουμένου περί αναγνωρίσεως σ` αυτόν της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε` ΠΚ, η απόρριψη του, έπρεπε να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως αφού προβλήθηκε στο ακροατήριο κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με την παράθεση των περιστατικών που τον θεμελιώνουν. Η ως άνω όμως αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως περί απορρίψεως του ισχυρισμού αυτού είναι ελλιπής καθόσον δεν διέλαβε καθόλου αρνητικά περιστατικά, σκέψεις και συλλογισμούς, προς αντίκρουση των υπό του κατηγορουμένου επικαλουμένων θετικών τοιούτων και ειδικότερα δεν αξιολογεί καθόλου τα προσκομισθέντα από τον κατηγορούμενο έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία περί της μετέπειτα καλής συμπεριφοράς αυτού, τα οποία αναγνώσθηκαν αλλ` ούτε και την κατάθεση του μάρτυρα υπεράσπισης Ρ. Μ.. Επομένως, ο συναφής, από το άρθρο 510 παρ. 1 περ. Δ` του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για ελλιπή αιτιολογία σε σχέση με την απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού του κατηγορουμένου για την αναγνώριση στο πρόσωπο του τού ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.2 ε` ΠΚ είναι κατ` ουσία βάσιμος και πρέπει, κατά παραδοχή του, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και δη ως προς την απορριπτική του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού διάταξη της, αναγκαίως δε και ως προς τη διάταξη της για την επιβολή ποινής, και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από Δικαστές άλλους, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, προκειμένου να κρίνει για τη συνδρομή ή όχι της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε` ΠΚ και, αναλόγως προς την επ`αυτής παραδοχή του, να επιμετρήσει την αρμόζουσα ποινή, απορριπτόμενης κατά τα λοιπά της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ` αριθμ. 59/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Iωαννίνων και συγκεκριμένα ως προς την απορριπτική του αυτοτελούς ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 ε` ΠΚ διάταξη της καθώς και ως προς τη διάταξη της περί επιβολής σ`αυτόν ποινής.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση, κατά το ως άνω αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατά τα λοιπά την από 12-6-2015 (αριθμ. πρωτ. ../19-6-2015) αίτηση του Ν. Μ. του Τ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ`αριθμ. 59/2015 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια: