Προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ. Κυριότητα επί δημοσίων κτημάτων.-Αριθμός 980/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων. - Αριθμός 1526/2006  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ.
- Προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία για το χρόνο πριν από την εισαγωγή του ΑΚ. Κυριότητα επί δημοσίων κτημάτων.

- Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Παν.δ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής διανοία κυρίου με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αυτό, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του Ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους Ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), Ν. 25 πανδ. (24.1), Ν. 27 πανδ. (18.1), Ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), Ν. 5 πανδ. (41.7), Ν. 3 πανδ (41.10), Ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), Ν. 109 πανδ. (50.16) καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. 



Διατάξεις:
ΕισΝΑΚ: 51
Νόμοι: 224/1926 άρθ. 21, ΔΞΗ/1912
ΚΥΡΙΑΚΗ

Αριθμός 980/2008 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Γ' Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες. 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: 

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Παπαγιώτη Αθανασούλη Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. 

Της αναιρεσίβλητης: XXX, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαχαραλάμπους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε: α) με την από 22-9-1999 αγωγή, β) με την από 4-1-2000 ανακοίνωση δίκης του ήδη αναιρεσείοντος και την από 16-3-2000 πρόσθετη παρέμβαση του Δήμου ΧΧΧ Αττικής, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 9529/2001 προδικαστική, 908/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3256/2004 προδικαστική, 3125/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείων με την από 28-9-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 28-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Για την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο, τηρήθηκε η προδικασία που προβλέπεται από το άρθρο 12 παρ. 2 του νόμου 2298/1995, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη 1722/2006 γνωμοδότηση του Ε' Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Βασ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Παν.δ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, κατά το άρθρο 51 του Εις. ΝαΚ, έχουν εφαρμογή για τον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ χρόνο, μπορούσε να αποκτηθεί κυριότητα επί ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν ασκήσεως επ' αυτού νομής διανοία κυρίου με καλή πίστη επί συνεχή τριακονταετία, εκείνος δε που χρησιδέσποζε μπορούσε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο όμοιας νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, ανεξαρτήτως της μορφολογίας τους, εφόσον η τριακονταετής νομή τους είχε συμπληρωθεί μέχρι και τις 11-9-1915, όπως αυτό, προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν. ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και αφετέρου του άρθρου 21 του ν. δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", με τις οποίες έγινε αναστολή κάθε παραγραφής ή δικαστικής προθεσμίας σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, επομένως και η χρησικτησία τρίτων πάνω σ' αυτά. Εξάλλου, όπως συνάγεται από τους ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.3), ν. 25 πανδ. (24.1), ν. 27 πανδ. (18.1), ν. 10, 13 παρ. 1, 17, 48 πανδ. (41.3), ν.5 πανδ. (41.7), ν. 3 πανδ (41.10), ν. 7 παρ. 6 πανδ. (41.4), ν. 109 πανδ. (50.16) καλή πίστη αποτελεί η ειλικρινής πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα του κυρίου. Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "το επίδικο περιλαμβάνεται στην πολύ μεγαλύτερη έκταση γνωστή με την ονομασία «ΧΧΧ». Το κτήμα αυτό εκτεινόταν σε περιοχές, που ήδη καταλαμβάνονται από τους Δήμους ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ Αττικής και συνόρευε "αρχικώς με γαίας της Μονής ΧΧΧ (αργότερα διαλυμένης Μονής ΧΧΧ) μέχρι της οδού ΧΧΧ και με κτήμα ΧΧΧ, μεσημβρινώς με γαίας του πρώην ιδιοκτήτη ΧΧΧ (αργότερα κτήμα ΧΧΧ), ανατολικώς με το όρος Υμηττός και δυτικώς με δημόσιον δρόμον", ο οποίος (δημόσιος δρόμος), όπως παραδέχεται με τις έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, βρίσκεται περίπου στην ίδια θέση της σημερινής λεωφόρου ΧΧΧ. Το επίδικο βρίσκεται ειδικότερα στη δυτική πλευρά του κτήματος αυτού, αφού, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, απέχει περί τα 100-150 μ. από τη λεωφόρο ΧΧΧ. Ολόκληρο το κτήμα αυτό μεταβιβάσθηκε, λόγω πωλήσεως, από τους οθωμανούς ιδιοκτήτες του, που έλαβε χώρα το 1830 και παραδόθηκε, στο Γ1 κατά ένα μέρος με γαίες δυόμισι ζευγαριών με τα υπ' αριθ. 315 και 316 χοτζέτια και στο Γ2 κατά το υπόλοιπο τμήμα με γαίες ενάμισι ζευγάρι μαζί με τα λοιπά στοιχεία αυτού (γεωργικά κτήματα, πύργο, αλωνόπεδα, μάνδρα μελισσών, φούρνο, πηγάδια, δένδρα) και με τις θερινές και χειμερινές βοσκές αυτού. Τα χοτζέτια αυτά αναγνωρίσθηκαν με τις υπ' αριθ. 58/14.3.1836, 59/14.3.1836 και 60/14.3.1836 αντίστοιχα αποφάσεις της επί των κατά την Αττική και Εύβοια Οθωμανικών Κτημάτων Επιτροπής, οι οποίες επικυρώθηκαν από τις Γραμματείες των Οικονομικών και των Εξωτερικών της Κυβερνήσεως και κηρύχθηκαν εκτελεστές, αφού από όλα τα στοιχεία κρίθηκε ότι το Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα επί των μεταβιβαζομένων και αναγνωρίσθηκαν οι ανωτέρω ως νόμιμοι κύριοι του, κτήματος, κατά τα στα υποβληθέντα χοτζέτια ρητά σύνορά τους. Στη συνέχεια, ο προαναφερόμενος Γ2 με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσε το άνω μερίδιο του επί του κτήματος στο ΧΧΧ και αυτός, αλλά και ο Γ1 με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο και το χωρίς αριθμό από ΧΧΧ συμβόλαιο, που επικυρώθηκαν από τη Δημογεροντία Αθηνών μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσαν τα μερίδιά τους επί του κτήματος και κατ' ακολουθίαν ολόκληρο το "ΧΧΧ" στον ΧΧΧ. Αυτός με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του δημοσίου μνήμονος Ναυπλίου ΧΧΧ, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσε το κτήμα στον ΧΧΧ και αυτός με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κοσμά Κοκκίδη, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσε το κτήμα στον Ζ1. Μετά το θάνατο του Ζ1, που έλαβε χώρα στις 18.8.1874, ολόκληρο το κτήμα περιήλθε στα πέντε παιδιά του, ήτοι στους Ζα, Ζβ, Ζγ (ανηλίκους) και Ζδ και Ζε (ενηλίκους) και κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτού. Αυτοί υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου και επιλήφθηκαν της νομής ολόκληρου του κτήματος και συγκεκριμένα οι μεν ενήλικες αυτοπροσώπως, οι δε ανήλικοι δια της επιτρόπου μητέρα τους, Ζ. Ο Ζε με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Ανδρουλάκη, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παρέδωσε το περιελθόν σ' αυτόν 1/5 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του παραπάνω κτήματος στη μητέρα του Ζ. Στη συνέχεια η Ζ και τα τέκνα της Ζα, Ζβ, Ζγ και Ζδ με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Αντωνιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσαν στην Β1 το ανήκον σε καθένα εξ αδιαιρέτου ποσοστό του κτήματος και κατ' ακολουθίαν ολόκληρο το κτήμα, αφού προηγουμένως είχαν προηγηθεί οι υπ' αριθ. 1033/1877 και 1292/1877 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Αθηνών με τις οποίες επιτράπηκε η εκποίηση των μεριδίων των ανηλίκων ως άνω τέκνων-κληρονόμων του Ζ1 και επικυρώθηκαν τα υπ' αριθ. 77 και 92/1877 διασκέμματα των συγγενικών συμβουλίων ενώπιον του Ειρηνοδικείου της Νότιας Πλευράς των Αθηνών, που γνωμοδότησαν υπέρ της εκποιήσεως. Η Β1 με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Τσάκωνα, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε κατά κυριότητα, λόγω δωρεάς, και παρέδωσε το κτήμα στα τρία τέκνα της, ΧΧΧ, ΧΧΧ και ΧΧΧ, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Οι τελευταίοι με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Τσόκα, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παρέδωσαν το κτήμα στο Ε1, εκτός από δύο τεμάχια αγρών εκτάσεως 38 στρεμμάτων και 22 στρεμμάτων, που είχαν πωληθεί προηγουμένως και συγκεκριμένα το πρώτο με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Δημητρίου Κολιόντζη, που μεταγράφηκε νόμιμα, προς τον ΧΧΧ, που ενεργούσε ως εκπρόσωπος της εταιρείας "ΧΧΧ" και το δεύτερο με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Θεοδώρου Τσάκωνα, που μεταγράφηκε νόμιμα, προς το ΧΧΧ. Μετά το θάνατο του Ε1, που έλαβε χώρα στις 10.11.1921, το κτήμα περιήλθε στη σύζυγό του ΧΧΧ και στις ανήλικες θυγατέρες του, ΧΧΧ και ΧΧΧ, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις δύο άλλες. Αυτές υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομιά με πρόθεση κληρονόμου και επιλήφθηκαν της νομής του κτήματος. Στη συνέχειία, αυτές με το υπ αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Βασιλείου Λαχανά, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασαν κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως, και παρέδωσαν στον Δ1 σε εκτέλεση του από ΧΧΧ προσυμφώνου, που είχε καταρτισθεί μεταξύ αυτού και του δικαιοπαρόχου τους Ε1, το κτήμα, αφού είχαν προηγηθεί α) η υπ' αριθ. 78592/1922 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, που επέτρεψε την πώληση του κτήματος και β) η υπ' αριθ. 4251/1922 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία δόθηκε η άδεια στη μητέρα των ανηλίκων για την εκποίηση. Από την πώληση αυτή εξαιρέθηκαν και απέμειναν στην κυριότητα των πωλητριών δύο τμήματα α)το κατά τη δυτική πλευρά του κτήματος ναίδριο του ΧΧΧ μετά της γύρωθεν αυτού εκτάσεως 5 στρεμμάτων και β) έκταση 5 στρεμμάτων στη θέση "ΧΧΧ" βορείως του υπάρχοντος μαγαζιού και σε απόσταση 150 μ. από αυτό, με πρόσωπο επί της τότε οδού ΧΧΧ, η οποία, όπως έχει προαναφερθεί, βρίσκεται περίπου στην ίδια θέση, όπου και η σημερινή Λεωφόρος ΧΧΧ. Μετά το θάνατο του Δ1, που έλαβε χώρα στις 17-3-1929, το παραπάνω κτήμα, εκτός από το μέρος, που είχε πωληθεί τμηματικώς υπ' αυτού μέχρι του θανάτου του, διότι το οικοπεδοποίησε, κατόπιν αδειών του Υπουργείου Γεωργίας, και δημιουργήθηκε στην περιοχή, μετά την έκδοση σχετικών διαταγμάτων, η τότε κοινότητα ΧΧΧ, περιήλθε στη σύζυγό του, Δ2, και στο θετό γιό του αυτού και της συζύγου του Δ, ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του και κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και 3/4 εξ αδιαιρέτου στο δεύτερο. Αυτοί υπεισήλθαν και αναμείχθηκαν στην κληρονομία με πρόθεση κληρονόμου και επιλήφθηκαν της νομής του κτήματος. Στη συνέχεια, η Δ2 και ο Δ μέρος από την οικοπεδοποιηθείσα πλέον έκταση του κτήματος, είτε την πώλησαν, είτε την δώρησαν τμηματικώς σε διαφόρους τρίτους, όπως σε φυσικά πρόσωπα, νομικά πρόσωπα (εταιρείες) αλλά και στην τότε Κοινότητα ΧΧΧ για τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων, ενόψει της εντάξεώς της στο σχέδιο πόλεως αυτής. Τέλος, η Δ2 με το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Καρτσούνη, που μεταγράφηκε νομίμως, μεταβίβασε, κατά κυριότητα, λόγω πωλήσεως και παρέδωσε στον παραπάνω θετό γιο της Δ, το μερίδιό της επί του άνω κτήματος, όπως είχε διαμορφωθεί, μετά τις παραπάνω πωλήσεις, και αυτός, όπως έχει προαναφερθεί, το έτος 1958, το επίδικο οικόπεδο, που περιλαμβάνεται στο παραπάνω κτήμα και στην οικοπεδοποιηθείσα αυτού έκταση και βρίσκεται στη δυτική πλευρά αυτού, πλησίον της λεωφόρου ΧΧΧ, το πώλησε ατύπως και παρέδωσε τη νομή αυτού στην εφεσίβλητη. Ολόκληρο το παραπάνω "ΧΧΧ" και συνεπώς και το περιλαμβανόμενο σ' αυτό επίδικο ακίνητο, όλοι οι προαναφερόμενοι, άμεσος, απώτεροι και απώτατοι, δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης, το κατείχαν συνεχώς από του έτους 1830 μέχρι και το έτος 1958, συμπεριφερόμενοι ως κύριοι, με βάση τους αναφερομένους πιο πάνω κτητικούς τίτλους και έχοντας την άδολη και ειλικρινή πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν την κυριότητα άλλου επί τούτου, ακόμη και του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, αυτοί ενέμοντο αυτό καλοπίστως, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στο χαρακτήρα και τη μορφολογία του διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα το καλλιεργούσαν με αμπέλια, κτηνοτροφικά και δημητριακά φυτά, το χρησιμοποιούσαν για τη βόσκηση των ζώων τους, το εκμίσθωναν σε τρίτους για ανάλογες χρήσεις και τελευταία το οικοπεδοποίησαν και μεταβίβασαν τμήματά του σε τρίτους. Περαιτέρω, και η εφεσίβλητη, αφού απόκτησε τη νομή του επιδίκου ακινήτου δια παραδόσεως από τον προαναφερόμενο αληθινό κύριο αυτού, Δ, με την ως άνω άτυπη μεταβίβαση του, λόγω πωλήσεως, συνέχισε να νέμεται αυτό με διάνοια κυρίας από το έτος 1958 μέχρι και την άσκηση της αγωγής του εκκαλούντος, Ελληνικού Δημοσίου στις 5-10-1999, καθόσον ανήγειρε κατά τα αναλυτικώς παραπάνω αναφερόμενα, επ' αυτού διώροφη οικία και τη χρησιμοποιεί για κατοικία αυτής και της οικογενείας της. Η περιοχή, όπου βρίσκεται το περιλαμβανόμενο στο "ΧΧΧ" επίδικο οικόπεδο, όπως αποδεικνύεται από τους παραπάνω κτηματικούς τίτλους, αλλά και από τα μισθωτήρια συμβόλαια, που καταρτιζόταν μεταξύ των εκάστοτε κυρίων αυτού και τρίτων προς εκμετάλλευσή του (βλ. σχ. υπ' αριθ. ΧΧΧ μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Κοκκίδου, το υπ' αριθ. ΧΧΧ μισθωτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Γερασίμου Αφεντάκη και το υπ' αριθ. ΧΧΧ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Τσοκά) ήταν πεδινή, αγροτική και δεκτική καλλιέργειας και δεν είχε το χαρακτήρα δάσους ή λιβαδιού. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι αυτό βρίσκεται πλησίον της θέσεως "ΧΧΧ", όπως έχει προαναφερθεί, που φέρει την ονομασία αυτή, λόγω του πηγαδιού, που υπήρχε και χρησιμοποιείτο προφανώς για άρδρευση των καλλιεργειών, αλλά και για ύδρευση, δεδομένου, επιπλέον, ότι στην ίδια περιοχή υπήρχε και μαγαζί, που μαρτυρεί την εγκατάσταση στο σημείο εκείνο των κατοίκων του κτήματος (επιστατών, κολλίγων, καλλιεργητών κλπ.). Σημειώνεται ότι το πηγάδι και το μαγαζί, που αναφέρονται σε πολλούς από τους παραπάνω κτητικούς τίτλους, συνέχισαν να υφίστανται, κατά τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια της εφεσίβλητης, ΧΧΧ και ΧΧΧ, και έχουν αγοράσει και αυτές οικόπεδα περιλαμβανόμενα στο άνω κτήμα, κείμενα επί της οδού ΧΧΧ, κατά τις αρχές τις δεκαετίας του 1960. Το εκκαλούν, Ελληνικό Δημόσιο, όπως και παραπάνω έχει αναφερθεί, αναγνώριζε τα δικαιώματα κυριότητας των εκάστοτε ιδιοκτητών επί του "ΧΧΧ". Αμφισβήτηση προκλήθηκε αρχικά ως προς τη δασική έκταση, που βρίσκεται όμως στο ανατολικό όριο του κτήματος, στο όρος ΧΧΧ, όταν ο Δ ισχυρίσθηκε, ότι αυτό (κτήμα) φθάνει μέχρι την κορυφογραμμή του ΧΧΧ και ζήτησε από τον Υπουργό Γεωργίας την αναγνώριση των δικαιωμάτων του επ' αυτής της δασικής εκτάσεως, αλλά ο Υπουργός Γεωργίας, μετά γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Δασών με την υπ' αριθ. ΧΧΧ απόφασή του απέρριψε τις σχετικές αιτήσεις του. Σημειώνεται επιπλέον ότι με την υπ' αριθ. 4910/1977 απόφαση του δικαστηρίου τούτου με την ο. οποία απορρίφθηκε αγωγή του Δ κατά του οικοδομικού Συνεταιρισμού Υπαλλήλων Αστυνομίας Πόλεων, στο οποίο το Ελληνικό Δημόσιο είχε παραχωρήσει από την κατά τα παραπάνω διεκδικούμενη έκταση 220 στρέμματα για την αποκατάσταση των μελών του έγινε δεκτό ότι α) η διεκδικούμενη από τον Δ έκταση, που εκτείνεται επί των κλιτύων (πλαγιάς) τού ΧΧΧ, δεν περιλαμβάνεται στο "ΧΧΧ" β) το "ΧΧΧ" εκτείνεται, πέραν των υπωρειών (προπόδων) του ΧΧΧ, στο πεδινό έδαφος, έχει ρυμοτομηθεί, καταλαμβάνεται από το σχέδιο πόλεως ΧΧΧ Αττικής και έχει εκποιηθεί σε τρίτους ως οικόπεδα και γ) η έκταση του κτήματος αυτού δεν υπερέβαινε τα 520 στρέμματα. Στη συνέχεια, με βάση ιδίως και την τελευταία παραδοχή της παραπάνω αποφάσεως, υπήρξε αμφισβήτηση υπό του εκκαλούντος και ως προς τη συνολική έκταση του κτήματος και συγκεκριμένα, εάν αυτό έχει έκταση 12000 στρεμμάτων όπως ισχυριζόταν ο Δ και είχε αναγραφεί και στον τελευταίο από τους παραπάνω κτητικούς τίτλους με αριθμό ΧΧΧ, με τον οποίο απόκτησε από τον ΧΧΧ το μερίδιό της ή 320 ή 400 στρεμμάτων, που αντιστοιχεί στα 4 ζευγάρια, ανάλογα, αν πρόκειται περί ομαλού ή ανωμάλου εδάφους (80 ή 100 στρ. ανά ζευγάρι αντιστοίχως), που αναφέρεται στους αρχικούς τίτλους (χοτζέτια) ή σε κάθε περίπτωση 1000 στρεμμάτων, όπως ισχυριζόταν το εκκαλούν. Με βάση τα παραπάνω και την επίκληση ότι ο Δ και οι δικαιοπάροχοί του, Δ1 και Δ2, μεταβίβασαν προς τρίτους, μετά την οικοπεδοποίηση του κτήματος, οικόπεδα, συνολικής επιφανείας, πέραν των 5000 στρεμμάτων, που περιλαμβάνονται στους ήδη Δήμους ΧΧΧ και ΧΧΧ και ΧΧΧ, το εκκαλούν έκρινε με τα αρμόδια όργανά του, ότι οι ακάλυπτες οικοπεδικές εκτάσεις εντός του σχεδίου πόλεως των παραπάνω δήμων, τυγχάνουν της ιδιοκτησίας του και πρέπει να διεκδικηθούν. Οι αμφισβητήσεις όμως αυτές δεν επηρεάζουν το επίδικο ακίνητο, αφού αυτό κείται στη δυτική πλευρά του κτήματος, για την οποία ουδεμία αμφισβήτηση υπήρξε, ενόψει του ότι έχει ως όριο από την πλευρά αυτή τη λεωφόρο ΧΧΧ, που βρίσκεται περίπου στο ίδιο σημείο προς την "δημόσιαν οδόν", που όριζε το δυτικό όριο του άνω κτήματος, κατά τους κτητικούς τίτλους. Πάντως, με την υπ' αριθ. 7586/1999 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, που κατέστη αμετάκλητος κρίθηκε ότι το "ΧΧΧ", έχει έκταση 12000 στρεμμάτων και ότι δύο οικόπεδα κείμενα σε ΟΤ εφαπτόμενα της λεωφόρου ΧΧΧ στο ίδιο ύψος, όπου και το επίδικο, αλλά στην απέναντι πλευρά της, που υπάγεται στο ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως του Δήμου ΧΧΧ Αττικής, περιλαμβάνονται στο παραπάνω κτήμα και αναγνωρίσθηκε κυρία αυτών έναντι του Ελληνικού Δημοσίου η ΧΧΧ, ως δικαιοδόχος, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα, της οικογενείας Δ. Η καταγραφή του επίδικου ακινήτου ως δημοσίου κτήματος έλαβε χώρα, διότι το έτος 1984 οι κληρονόμοι του Δ υπέβαλαν, πλην άλλων, και στο Δήμο ΧΧΧ κατάσταση, στην οποία περιέλαβαν ακάλυπτους χώρους (οικοπεδικές εκτάσεις), ως ανήκοντες στην ιδιοκτησία τους, για την καταβολή φόρου ακαλύπτων χώρων και μεταξύ αυτών των οικοπεδικών εκτάσεων περιέλαβαν και το παραπάνω ακίνητο, προφανώς, διότι, λόγω μη συντάξεως συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεν βρήκαν γι' αυτό σχετική εγγραφή στο αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο. Με αφορμή το γεγονός αυτό και το ότι το εκκαλούν θεωρούσε, κατά τα παραπάνω, ότι δεν είχε απομείνει στην κυριότητα του Δ οικοπεδική έκταση από το κτήμα, με την προαναφερθείσα υπ' αριθ. Γ' 1448/1424 πε'/11.1.1988 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, μετά την παραδοχή της υπ' αριθ. ΧΧΧ γνωμοδοτήσεως του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, διατάχθηκε ο αρμόδιος Οικονομικός Έφορος Δημοσίων Κτημάτων να προβεί στην καταγραφή ως δημοσίου κτήματος του άνω επιδίκου ακινήτου. Σημειώνεται επίσης ότι με την υπ' αριθ. Δ 3950/1246/19.9.1984 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μετά την υπ' αριθ. ΧΧΧ γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων είχε διαταχθεί να καταγραφούν ως δημόσια κτήματα και όλα τα υπόλοιπα οικόπεδα, που κατέχονταν στις 19.9.1984 από τους κληρονόμους Δ και βρίσκονται εκτός του "ΧΧΧ". Μερικά από τα οικόπεδα αυτά, που είχαν μεταβιβασθεί κατά κυριότητα από τον Δ σε τρίτους, διαγράφηκαν, όταν οι τελευταίοι προσκόμισαν τα σχετικά μεταβιβαστικά συμβολαιογραφικά έγγραφα, από τα οποία προέκυπτε ότι στις 19.9.1984 δεν κατέχονταν από τους κληρονόμους Δ. Το επίδικο όμως δεν διαγράφηκε, παρά τις παρεμβάσεις της εφεσίβλητης, με την αιτιολογία, ότι αυτή δεν προσκόμισε σχετικούς τίτλους. Το ότι το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στο "ΧΧΧ", πέραν των παραπάνω ενισχύεται και από το γεγονός ότι η περιοχή όπου αυτό κείται, φέρει την ονομασία "ΧΧΧ", που όπως καταθέτουν οι μάρτυρες, που εξετάσθηκαν με την επιμέλεια της εφεσίβλητης, δόθηκε προς τιμή του Δ1. Κατόπιν όλων των προαναφερομένων, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο, κατά τους χρόνους υπογραφής των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδας τριών πρωτοκόλλων και τη συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και στις 31.3.1833, που ολοκληρώθηκε η ενσωμάτωση της Αττικής στο Ελληνικό Κράτος, ανήκε στο Τουρκικό Δημόσιο, ούτε σε Οθωμανούς ιδιώτες, που το εγκατέλειψαν, κατά την αποχώρησή τους από την περιοχή της Αττικής και συνεπώς δεν περιήλθε αυτό στην κυριότητα του Ελληνικού δημοσίου ως καθολικού διαδόχου του Τουρκικού Δημοσίου ή διότι οι Οθωμανοί ιδιοκτήτες του το εγκατέλειψαν. Εξάλλου, δεν περιήλθε αυτό στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ούτε με το δικαίωμα πολέμου, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα πρόταση η Αττική δεν κατακτήθηκε από τις Ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις με τα όπλα, αλλά περιήλθε στην εδαφική κυριαρχία του Ελληνικού Κράτους στις 31.3.1833, κατ' εφαρμογή της από 27-6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και ύστερα από σχετικές συμφωνίες μεταξύ ων Ελληνικών και Τουρκικών αρχών. Περαιτέρω, από όλα τα προμνημονευόμενα στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι, κατά την έναρξη ισχύος των ΒΔ της 3/15.12.1833 και της 17/29.11.1836 ή και μεταγενεστέρως, το επίδικο ή ακίνητο είχε το χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκοτόπου ή δάσους, κατά την έννοια του αρθρ. 1 του Ν. ΑΧΝ/1888 και των μετά από αυτόν εκδοθέντων, αφού αυτό περιλαμβανόταν στην πεδινή, αγροτική και δεκτική καλλιέργειας εδαφική έκταση του "ΧΧΧ" και συνεπώς δεν περιήλθε αυτό στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, λόγω του χαρακτήρα του ως δάσος αλλιώς ως λιβαδιού ή βοσκοτόπου κατά την έναρξη ισχύος των παραπάνω ΒΔ ή γιατί δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από τα διατάγματα αυτά διαδικασία για την αναγνώρισή του, αφού δεν απαιτείτο, καθόσον δεν είχε τέτοιο χαρακτήρα. Ούτε αποδείχθηκε ότι το Ελληνικό δημόσιο νεμήθηκε δια μέσου των οργάνων του το επίδικο ακίνητο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη από την απελευθέρωση της Αττικής (31.3.1833) έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (5.10.1999) και συνεπώς αυτό δεν περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία. Ούτε, τέλος, αποδείχθηκε, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, διότι καταλήφθηκε ως αδέσποτη έκταση. Αντιθέτως από όλα τα παραπάνω αναλυτικά αναφερόμενα, αποδείχθηκε ότι η εφεσίβλητη έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Ακόμη και με την εκδοχή ότι το Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου κατά τους επικαλούμενους υπ' αυτού τρόπους, η κυριότητα της εφεσίβλητης ουδόλως επηρεάζεται, καθόσον και στην περίπτωση αυτή απωλέσθηκε η τυχόν κυριότητά του διότι, από το έτος 1830 μέχρι και της 11.9.1915 και σε κάθε περίπτωση από της 11.9.1885 μέχρι και της 11.9.1915, ήτοι επί 30 συνεχή έτη, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της εφεσίβλητης ενέμετο αυτό, όπως έχει προαναφερθεί, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη και έτσι απέκτησαν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, η οποία δεν απαγορευόταν επί δημοσίων κτημάτων, εφόσον είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11.9.1915. Περαιτέρω δε τη νομή αυτή, κατά τα παραπάνω τη συνέχισαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοί της και ο άμεσος με τα ίδια προσόντα μέχρι και το έτος 1958 και στη συνέχεια αυτή με διάνοια κυρίου μέχρι και την άσκηση της αγωγής (5.10.1999). Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα (αρθρ. 534 ΚΠολΔ) και απέρριψε την αγωγή του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί του παραπάνω ακινήτου και να του αποδοθεί, ως αβάσιμη κατ' ουσία, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει η υπό κρίση έφεση με την οποία υποστηρίζονται τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της άσκησης με καλή πίστη, με την προαναφερόμενη έννοια, και διάνοια κυρίου νομής από μέρους των απωτάτων, απωτέρων και αμέσου δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου, ενώ, περαιτέρω, δεν παραβίασε τις ως άνω περί εκτάκτου χρησικτησίας διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ ως προς την απόκτηση κυριότητας τρίτου επί δημοσίου ακινήτου, αφού δέχθηκε ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν το επίδικο ακίνητο με καλή πίστη και διάνοια κυρίου από το 1830 έως και την 11-9-1915. Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 και 1 Κ.Πολ.Δ πρώτος και δεύτερος αντίστοιχα λόγοι αναιρέσεως, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Απορρίπτει την από 28-9-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 3125/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και 

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα μειωμένα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Απριλίου 2008. Και 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008. 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Σχόλια