Σε περίπτωση που η μίσθωση έχει διάρκεια (αρχική ή κατά παράταση) μεγαλύτερη των 16 ετών δεν οφείλεται αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία, διότι ο μισθωτής με την παραμονή του στο μίσθιο επί 16 έτη και πλέον και την κατά το μεγαλο αυτό χρονικό διάστημ..Αριθμός 461/2006 Εφετείο Λάρισας


Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων. - Αριθμός 1526/2006  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Σε περίπτωση που η μίσθωση έχει διάρκεια (αρχική ή κατά παράταση) μεγαλύτερη των 16 ετών δεν οφείλεται αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία, διότι ο μισθωτής με την παραμονή του στο μίσθιο επί 16 έτη και πλέον και την κατά το μεγαλο αυτό χρονικό διάστημα άσκηση..
και ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας του, θεωρείται ότι την καρπώθηκε.

Δώρα(Απόσπασμα)

Αριθμός 461/2006

Εφετείο Λάρισας

Πρόεδρος: Ζ. Βασιλόπουλος
Εισηγητής: Γ. Αποστολάκης, Εφέτης
Δικηγόροι: Ν. Χατζησταματίου, Σ. Παπακώστα

...3. Με τη διάταξη του άρθρου 7 §14 ν. 2741/ 1999 αντικαταστάθηκε το άρθρο 60 του π.δ. 34/1995 ως εξής "1. Σε περίπτωση απόδοσης του μισθίου λόγω λήξης της μίσθωσης σύμφωνα με τις §§ 10 ώς 14 του άρθρου 58 του παρόντος και σε κάθε περίπτωση λήξης της μίσθωσης λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ο εκμισθωτής οφείλει στο μισθωτή για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας ποσό ίσο με το καταβαλλόμενο κατά το χρόνο της λήξης της μίσθωσης είκοσι τεσσάρων (24) μηνών. 
2. Ο εκμισθωτής υποχρεούται να καταβάλει την αποζημίωση του παρόντος άρθρου πριν την απόδοση του μισθίου, αλλιώς ο μισθωτής δικαιούται να αρνηθεί την απόδοση". Εξάλλου με τη διάταξη του άρθρου 7 §15 του ίδιου νόμου αντικαταστάθηκε το άρθρο 61 του π.δ. 34/1995 και ορίστηκε ότι δεν οφείλεται η εν λόγω αποζημίωση, πλην άλλων και "δ. Στις περιπτώσεις που η αγωγή απόδοσης του μισθίου για λήξη της μίσθωσης, που έχει επέλθει είτε σύμφωνα με τις §§ 10 ώς 14 του άρθρου 50 του παρόντος, είτε λόγω συμπλήρωσης δωδεκαετίας, ασκηθεί μετά παρέλευση εννέα (9) μηνών από αυτή τη λήξη της μίσθωσης. Μετά την άπρακτη πάροδο του εννεαμήνου η μίσθωση θεωρείται ότι έχει παραταθεί για τέσσερα (4) χρόνια, μετά δε τη λήξη της τετραετίας δεν οφείλονται τα ποσά του προηγούμενου άρθρου". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι στη ρύθμιση τους υπάγεται αναλογικά, διότι υπάρχει όμοια κατάσταση συμφερόντων μισθωτή και εκμισθωτή, και η περίπτωση των μισθώσεων με μεγαλύτερη μεν της 12ετίας συμβατική (αρχική ή κατά παράταση) διάρκεια, που λήγει μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2741/ 1999 (28.9.99), η οποία όμως δεν υπερβαίνει τα 16 χρόνια. Αντιθέτως σε περίπτωση που η μίσθωση έχει διάρκεια (αρχική ή κατά παράταση) μεγαλύτερη των 16 ετών, οι εν λόγω διατάξεις δεν έχουν εφαρμογή και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία, διότι ο μισθωτής με την παραμονή του στο μίσθιο επί 16 έτη και πλέον και την κατά το μεγαλο αυτό χρονικό διάστημα άσκηση και ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας του, θεωρείται ότι την καρπώθηκε. Πιο συγκεκριμένα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 61 περ. δ` π.δ. 34/1995, ερμηνευόμενη τελολογικά, ο νομοθέτης δεν θέλησε να διακρίνεται αν η (επιπλέον της ελάχιστης 12ετούς νόμιμης διάρκειας της μισθώσεως) τετραετία διανύεται ως συμβατικός ή ως τέτοιος της νόμιμης παρατάσεως χρόνος (ΕφΑθ 1124/2005 ΝοΒ 53 (2005) σελ. 1455 = ΕλλΔνη 46 (2005) σελ. 1141, ΕφΑθ 739/2005 Ελ/Δνη 46 (2005) σελ. 1143, 69/2004 ΕπΔικΠολ 2004 σελ. 355,1. Κατράς, Πανδέκτης Μισθώσεων και Οροφοκτησίας, 2002, σ. 288 και 296, αντίθετα Ι. Κωστόπουλος, ΕπΔικΠολ 2003 σελ. 295). 
Εν προκειμένω, ο εφεσίβλητος με την ανταγωγή του ισχυρίσθηκε ότι την 1.2.1983 είχε μισθώσει μαζί με τον Σ.Δ. από τη δικαιοπάροχο του αντεναγομένου την ένδικη επαγγελματική στένη, την απόδοση της οποίας ζητούσε ο τελευταίος με την αγωγή του. Ότι η μίσθωση μετά τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου 4 ετών παρατάθηκε συμβατικά με διαδοχικές συμφωνίες μέχρι 31.12.2000. Οτι κατά τη διάρκεια των παρατάσεων ο μεν αντενάγων κατέστη ο μόνος μισθωτής, ο δε αντεναγόμενος υπεισήλθε στη θέση του εκμισθωτή. Οτι με συμφωνία των διαδίκων ακολούθησε και άλλη παράταση της μίσθωσης μέχρι τις 31.12.2003 οπότε και έληξε και η μίσθωση έγινε αορίστου χρόνου. Οτι με βάση τα ανωτέρω δικαιούται, ενόψει του αγωγικού αιτήματος περί αποδόσεως της χρήσεως του μισθίου λόγω καταγγελίας, αποζημίωση κατά το άρθρο 60 π.δ. 34/ 1995 για την άυλη εμπορική αξία του μισθίου ίση με 24 μηνιαία μισθώματα δηλαδή 14.616 ευρώ. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε την καταψήφιση του ανωτέρω ποσού. Σύμφωνα όμως με τα προαναφερόμενα, εφόσον η ένδικη μίσθωση είχε διάρκεια (αρχική και κατά παράταση) μεγαλύτερη των 16 ετών (1983-2003), η διάταξη του άρθρου 60 π.δ. 34/1995 δεν έχει εφαρμογή και συνεπώς δεν οφείλεται αποζημίωση για άυλη εμπορική αξία, διότι ο αντενάγων μισθωτής, με την παραμονή του στο μίσθιο επί 16 έτη και πλέον και την κατά το μεγαλο αυτό χρονικό διάστημα άσκηση και ανάπτυξη της εμπορικής δραστηριότητας του, θεωρείται ότι την καρπώθηκε. Επρεπε λοιπόν η ανταγωγή να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη και απέρριψε την ανταγωγή ως μη νόμιμη. Επομένως ορθά εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε. Γι` αυτό η έφεση, με την οποία ο εκκαλών με το μοναδικό της λόγο ισχυρίζεται ότι η ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων είναι ότι σε κάθε περίπτωση που η μίσθωση διαρκεί πάνω από 12 έτη έστω και πάνω από 16 έτη καταβάλλεται η προαναφερόμενη άυλη αξία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν στον εκκαλούντα, όπως ορίζεται στο διατακτικό, επειδή ηττάται (176, 183 ΚΠολΔ)...

Σχόλια