Παράδοση της νομής ακινήτου πράγματος. Πλασματική παράδοση της νομής. Έρευνα περί νόμιμης κι εμπρόθεσμης κλήτευσης από τον Άρειο Πάγο. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης - Αριθμός 978/2008 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ


Κοινό κληρονομιαίο ακίνητο. Χρησικτησία μεταξύ συγκληρονόμων. - Αριθμός 1526/2006  ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

- Παράδοση της νομής ακινήτου πράγματος. Πλασματική παράδοση της νομής. Έρευνα περί νόμιμης κι εμπρόθεσμης κλήτευσης από τον Άρειο Πάγο. Αναίρεση για έλλειψη νόμιμης βάσης. ...

- Kατά τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα. Η συμφωνία όμως του έως τώρα νομέα μ’ εκείνον που αποκτά αρκεί για την κτήση της νομής όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα.
- Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. 
- Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 28/1997, Ολ. ΑΠ 30/1997).



Διατάξεις:
ΑΚ: 976
ΚΠολΔ: 498, 559 αριθ. 19, 568, 576


Αριθμός 978/2008 

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ 

Γ' Πολιτικό Τμήμα 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες. 

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Φεβρουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: 

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, ως κληρονόμου της Χ και 2. Χ2 δι' εαυτόν και ως κρληονόμου της Χ, οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τoυς Χρήστο Νικολαΐδη. 

Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2.Ψ2, 3. Ψ3 ως καθολικών διαδόχων του αποβιώσαντος Ψ και 4. Ψ4, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. 

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-10-2000 αγωγή της αρχικής διαδίκου Χ, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 398/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 72/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-6-2006 αίτησή τους και με τους από 11-12-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 4-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως κατά τον πρώτο κύριο λόγο και κατά τους πρόσθετους λόγους, όπως συμπληρώνονται με λόγο που προτείνεται από τον Εισηγητή, απορριφθεί δε κατά τους υπόλοιπους λόγους. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη. 

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 

Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο 'Αρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως αν κλήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του. Στην προκείμενη περίπτωση από τις προσαγόμενες XXX, XXX, XXX, XXX εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Βόλου XXX, XXX, XXX, XXX εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή Βόλου XXX και XXX έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή 'Εδεσσας XXX, αποδεικνύεται ότι μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο των κρινομένων αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου των προσθέτων λόγων αυτής, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήσεως προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στον καθένα από τους αναιρεσίβλητους. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίστηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκείμενη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων παρά την απουσία των, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 28/1997, Ολ ΑΠ 30/1997). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, Η συμφωνία όμως του έως τώρα νομέα μ’ εκείνον που αποκτά αρκεί για την κτήση της νομής όταν ο τελευταίος είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα. Στην προκείμενη περίπτωση με τους τέσσερες από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρόσθετους λόγους αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο είναι οικόπεδο εμβαδού 663 περίπου τετ. μέτρων, μετά της επ' αυτού διωρόφου, μεθ' υπογείου, οικίας και βρίσκεται στη θέση "XXX" του οικισμού XXX του ομωνύμου Δήμου του Νομού Ιωαννίνων. Κυρία του ακινήτου αυτού ήταν η Γ1, η οποία πέθανε, χωρίς διαθήκη, την 10-1-1971. Αυτή, πριν από το έτος 1960, είχε μεταβιβάσει και παραδώσει τη νομή του ακινήτου τούτου στα τρία τέκνα της Γα, ψ2 και Γβ, εξ αδιαιρέτου, κατ' ίσα μέρη. Περί το έτος 1960 ο εκ των ανωτέρω Γα, ο οποίος κατοικούσε μονίμως στο XXX και στερούνταν τότε κατιόντων, μεταβίβασε, με τη βούλησή του και παρέδωσε έκτοτε το εξ 1/3 ιδανικό μερίδιο της συννομής του επί του ανωτέρω ακινήτου, λόγω δωρεάς, στους εφεσιβλήτους-εναγομένους Ψα και ψ4, τέκνα του αδελφού του ψ2, εξ ημισείας, εξ αδιαιρέτου. Έκτοτε και, εν πάση περιπτώσει και μετά το θάνατο της ανωτέρω Γ1 την 10-1-1971, αλλά και το θάνατο του Γα την 27-9-1981 και μέχρι της ασκήσεως της, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση ανωτέρω αγωγής (21-11-2000), οι εφεσίβλητοι είχαν το ανωτέρω ακίνητο και κατά το περιελθόν, κατά τα προαναφερθέντα, στον καθένα τους ιδανικό μερίδιο της επ' αυτού συννομής του Γα, στη συννομή και συγκατοχή τους και ασκούσαν επ' αυτού, σ' όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα, μεγαλύτερο της εικοσαετίας, όλες τις σύμφωνες προς τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή τους να είναι συγκύριοι αυτού και κατά το προαναφερθέν καθένας του εξ 1/6 εξ αδιαιρέτου ιδανικό μερίδιο. Συγκεκριμένα, κατοικούσαν κατά τους θερινούς μήνες στην ανωτέρω οικία, ενώ φρόντιζαν, επισκεύαζαν και βελτίωναν αυτή, καταβάλλοντες τις σχετικές δαπάνες και έτσι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου και κατά το παραπάνω εξ 1/6 εξ αδιαιρέτου καθένας τους ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία. Αντιθέτως, δεν αποδείχθηκε, ότι άσκησαν κάποια πράξη νομής και κατοχής στο επίδικο, με τη θέλησή τους να είναι συγκύριοι αυτού, τόσο ο ανωτέρω Γα από το έτος 1960 μέχρι και τον, κατά τα παραπάνω, θάνατό του, όσο και η υιοθετηθείσα απ' αυτόν το έτος 1962 Ζα, φυσικό τέκνο του Ζ1, μέχρι το έτος 1995, οπότε στερήθηκε της χρήσεως του λογικού της, αλλά και μέχρι το θάνατό της την 7-3-2000, όπως αβασίμως διατείνονται με την, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση, ανωτέρω αγωγή τους οι εκκαλούντες-ενάγοντες, επικαλούμενοι άτυπη δωρεά του επιδίκου ακινήτου εκ μέρους του ανωτέρω Γα, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου, προς την ανωτέρω θετή κόρη του το έτος 1971 και έκτοτε νομή και κατοχή αυτής επί του εν λόγω ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό, με τη θέλησή της να είναι συγκυρία αυτού και, συνεπώς, συγκυριότητάς της επί του εν λόγω ακινήτου κατά το παραπάνω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία. Επομένως, εφόσον η ανωτέρω Ζα δεν ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου της, συγκυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά το προαναφερθέν εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστό, οι ενάγοντες-εκκαλούντες, αποδεχόμενοι, με νομίμως μεταγραφέν συμβολαιογραφικό έγγραφο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής, την κληρονομιά της, δεν κατέστησαν συγκύριοι του παραπάνω ακινήτου κατά το ανωτέρω εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστό συγκυριότητάς του, όπως αβασίμως διατείνονται με την, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση, ανωτέρω αγωγή τους. Η κρίση ως προς τα πραγματικά αυτά περιστατικά στηρίζεται σ' όλα τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, η κρίση για την, κατά τα παραπάνω, συννομή και συγκατοχή του επιδίκου κατά το προαναφερθέν εξ 1/3 εξ αδιαιρέτου ποσοστό εκ μέρους των εφεσίβλητων και τη μη συννομή και συγκατοχή τούτου κατά το εν λόγω ποσοστό εκ μέρους της προαναφερθείσης Ζα, στηρίζεται, πρωτίστως, στην κατάθεση του δευτέρου των ανωτέρω μαρτύρων, η οποία κρίνεται πειστικότερη της αντιθέτου, αναφορικά με τη μη συννομή της Ζα, καταθέσεως του πρώτου μάρτυρα. Και τούτο, διότι, σε αντίθεση με την κατάθεση του πρώτου μάρτυρα, η κατάθεση του δευτέρου μάρτυρα ενισχύεται: α) από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις 3/2002, με την οποία ο XXX βεβαιοί, ότι την περίοδο 1990-1992 επισκεύασε τη στέγη της οικίας του επιδίκου οικοπέδου και πληρώθηκε από τον XXX (ένα των εφεσίβλητων), 6662/2001, με την οποία ο XXX βεβαιοί όλα τα ανωτέρω, ήτοι αφενός μεν τη χρήση, φροντίδα και επισκευή της ανωτέρω οικίας αποκλειστικά και μόνο από τους εφεσίβλητους, αφετέρου δε ότι η ανωτέρω Ζα όταν έρχονταν στην οικία αυτή, έπρατε τούτο ως επισκέπτρια του αδελφού της Ζβ, ενοικιαστή, κατά τις παραδοχές των διαδίκων, της εν λόγω οικίας και μόνο κατά τη διάρκεια της εκμισθώσεως της προς αυτόν και 2078/2001, με την οποία η XXX βεβαιεί όλα τα ανωτέρω και η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία, καθ' όσον η εν λόγω βεβαιούσα είναι θυγατέρα του εκ των προαναφερθέντων αδελφών Γβ και, ως κληρονόμος αυτού, συγκυρία του επιδίκου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου και, συνεπώς, λόγω της ιδιότητας της αυτής, έχει άμεση και προσωπική αντίληψη των όσων καταθέτει σχετικώς, ενώ από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, ότι είχε λόγο παραποιήσεως της αληθείας, κάτι το οποίο ούτε οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, β) από το ότι από την αποδεικτική διαδικασία δεν προέκυψε, ούτε οι εκκαλούντες ισχυρίζονται, ότι ο ανωτέρω Γα είχε λόγο να δωρήσει ατύπως το έτος 1971 το προαναφερθέν ιδανικό μερίδιο στο επίδικο στην παραπάνω θετή κόρη του, δεδομένου ότι, αφού αυτός στερούνταν άλλων κατιόντων, οπωσδήποτε όλη η περιουσία του, άρα και το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο, θα περιέρχονταν στην εν λόγω θυγατέρα του, έτσι ώστε η παραπάνω και μάλιστα άτυπη δωρεά να μην εξυπηρετεί κάποιο σκοπό, γ) από την XXX δήλωση της ανωτέρω Ζα στο συμβολαιογράφο Βόλου Δημήτριο Ματαρώνα, περί αποδοχής της κληρονομιάς του θανόντος πατρός της Γα, στην οποία, όμως, δεν περιέλαβε το επίδικο ακίνητο κατά το ανωτέρω ιδανικό μερίδιο, όπως οπωσδήποτε θα έπραττε, αν ο εν λόγω πατέρας της δεν είχε αποξενωθεί του ιδανικού αυτού μεριδίου συννομής του επί του επιδίκου με τον προεκτεθέντα τρόπο, ενόψει μάλιστα του ότι από της επικαλούμενης άτυπου προς αυτή δωρεάς το έτος 1971 και μέχρι ης ανωτέρω αποδοχής δεν είχε συμπληρωθεί εικοσαετία, ώστε να έχει αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου κατά το ανωτέρω ποσοστό με έκτακτη χρησικτησία, δ) πρωτίστως, όμως, η ανωτέρω κρίση ενισχύεται από την από XXX επιστολή της ανωτέρω Ζα προς τους εφεσίβλητους, με την οποία αυτή αναγνωρίζει όλα όσα προαναφέρθηκαν για δωρεά του ιδανικού μεριδίου συννομής του Γα προς τους εφεσίβλητους, τη νομή τούτων έκτοτε επί του εν λόγω ακινήτου κατά το ανωτέρω ποσοστό και τη μη άσκηση πράξεων νομής εκ μέρους της ιδίας επί του ακινήτου αυτού, καθώς επίσης και από την XXX ένορκη βεβαίωση της εν λόγω Ζα στη συμβολαιογράφο Βόλου Ελένη Αγορίτση, με την οποία επαναλαμβάνει το προεκτεθέν περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής της. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων, ότι τα παραπάνω έγγραφα στερούνται αποδεικτικής αξίας, διότι κατά το χρόνο συντάξεώς τους η ανωτέρω Ζα στερούνταν της χρήσεως του λογικού της, είναι αβάσιμος, διότι εξ ουδενός στοιχείου της αποδεικτικής διαδικασίας απεδείχθη. Αντιθέτως, από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, ότι η Ζα στερήθηκε της χρήσεως του λογικού της αργότερα και, συγκεκριμένα, από το έτος 1995 και μετέπειτα. Η σχετική κρίση στηρίζεται πρωτίστως: α) στην 32/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, με την οποία η Ζα τέθηκε έκτοτε σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, λόγω οργανικού ψυχοσυνδρόμου, κατά παραδοχή της από 20-8-1996 αιτήσεως της εκ των εκκαλούντων Χ, β) από τις από XXX και XXX "ιατρικές γνωματεύσεις" του Ασκληπιείου Άνω Βόλου, στις οποίες αναφέρεται, ότι η ανωτέρω Ζα νοσηλεύτηκε εκεί από 5-12-1995, πάσχουσα από οργανικό ψυχοσύνδρομο και γ) από την από XXX "ιατρική γνωμάτευση" του Κέντρου Ψυχικής Υγείας του Νοσοκομείου Βόλου, στην οποία αναφέρεται, ότι, εξετασθείσα η νοσηλευόμενη στην ψυχιατρική κλινική του Ασκληπιείου άνω Βόλου από το έτος 1995 Ζα, βρέθηκε πάσχουσα από ανία τύπου Αlzheimer υπό την έννοια ότι αν η Ζα στερούνταν κατά το χρόνο συντάξεως των ανωτέρω εγγράφων, ήτοι από το έτος 1991, της χρήσεως του λογικού της, όπως διατείνονται οι εκκαλούντες με τον ερευνούμενο ισχυρισμό τους, οπωσδήποτε η νοσηλεία αυτής δεν θα είχε αρχίσει, όπως από τα παραπάνω έγγραφα προκύπτει, από το έτος 1995, αλλά πολύ ενωρίτερα, ενώ ενωρίτερα και όχι το έτος 1996 θα είχε κινηθεί και η διαδικασία θέσεώς της υπό δικαστική συμπαράσταση. Κυρίως, όμως, η ανωτέρω κρίση στηρίζεται στην ίδια την, εφ' ης η εκκαλουμένη απόφαση, ανωτέρω αγωγή, στην οποία οι ενάγοντες-εκκαλούντες αναφέρουν σχετικώς ότι η Ζα ασθένησε κατά τα έτη 1992-1993 πάσχουσα έκτοτε από ψυχική διαταραχή και ειδικότερα από οργανικό ψυχοσύνδρομο και, συνεπώς, αυτή και κατά τις παραδοχές των ιδίων των εκκαλούντων, κατά το χρόνο συντάξεως της ανωτέρω επιστολής της τουλάχιστον, δεν στερούνταν της χρήσεως του λογικού της. Για τους παραπάνω λόγους δεν κρίνονται πειστικές και δεν μπορεί να συναχθεί, βάσει αυτών, αντίθετη κρίση ως προς το χρόνο ενάρξεως της ανωτέρω ασθενείας της Ζα οι προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις 76/2004 και 77/2004, με τις οποίες οι βεβαιούσες αναφέρουν ότι η Ζα νοσηλεύθηκε μεν το έτος 1995, πλην αυτή ήταν άρρωστη και παρουσίαζε τα παραπάνω συμπτώματα δέκα τουλάχιστον χρόνια πριν από την έναρξη της νοσηλείας της, πέραν του ότι δεν αναφέρεται, αλλά ούτε και από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε, ότι οι ανωτέρω ενόρκως βεβαιούσες είχαν λόγο να ενθυμούνται το έτος 2004, είκοσι δηλαδή χρόνια αργότερα, πότε νοσηλεύθηκε η Ζα και από πότε άρχισε η ασθένεια αυτής, ενώ δεν δίδεται κάποια εξήγηση γιατί η νοσηλεία της Ζα να αρχίσει το έτος 1995, αν και η ασθένειά της είχε εκδηλωθεί δέκα τουλάχιστον χρόνια ενωρίτερα. Περαιτέρω, η προαναφερθείσα κρίση περί του ότι η Ζα δεν άσκησε πράξεις συννομής και συγκατοχής στο επίδικο δεν αναιρείται από την παραπάνω 4/2002 ένορκη βεβαίωση, αφού ο XXX βεβαιοί μ' αυτή, όχι για το ανωτέρω γεγονός, αλλά ότι για τις αναφερόμενες εργασίες, τις οποίες εκτέλεσε στο επίδικο, πληρώθηκε από τους Ζβ, μισθωτή, κατά τα προεκτεθέντα, τμήματος της επί του επιδίκου οικίας και την αδελφή του Χ. Επίσης, η κρίση αυτή δεν αναιρείται από τα ιδιωτικά μισθωτήρια συμφωνητικά: α) από XXX, με το οποίο ο εκ των προαναφερθέντων τριών αδελφών Γβ εκμισθώνει, ως πληρεξούσιος της μητέρας του Χ, την επί του επιδίκου οικία στον Ζ1, β) από XXX, με το οποίο ο εκ των ανωτέρω αδελφών ψ2, πατέρας των εφεσίβλητων, εκμισθώνει τμήμα της ανωτέρω οικίας στον Ζβ "τη εγγράφω παραγγελία της μητρός του Χ..." και γ) από XXX, με το οποίο ο προαναφερθείς ψ2 εκμισθώνει τμήμα της ανωτέρω οικίας στον Ζβ "τη παραγγελία και των αδελφών αυτού Γα και Γβ, ως κληρονόμοι του πατρός τους Γ και της μητρός τους Γ1...". Και τούτο, διότι η μνεία στα συμφωνητικά αυτά, αμέσως ή εμμέσως και του Γα δεν αναιρεί την, κατά τα παραπάνω, άτυπη δωρεά του ιδανικού μεριδίου συννομής αυτού στο επίδικο, όπως αβασίμως διατείνονται οι εκκαλούντες, πρωτίστως, ενόψει του ατύπου της δωρεάς αυτής, πολύ δε περισσότερο δεν αποδεικνύει το προαναφερθέν, απαραίτητο για την κατ' ουσίαν παραδοχή της ανωτέρω αγωγής, γεγονός της συννομής και συγκατοχής του επιδίκου εκ μέρους της Ζα για χρονικό διάστημα είκοσι τουλάχιστον ετών από το έτος 1971. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχθέν τα ανωτέρω, ήτοι ότι η Ζα, μη ασκήσασα πράξεις συννομής και συγκατοχής στο επίδικο, δεν είχε καταστεί με έκτακτη χρησικτησία και δεν ήταν κατά το χρόνο του θανάτου της κυρία αυτού, απόρριψαν εν συνεχεία την ανωτέρω αγωγή των εκκαλούντων περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητας αυτών στο επίδικο κατά το αποδιδόμενο στην Ζα ιδανικό μερίδιο, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων αυτής, σωστά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφήρμοσε". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ενώ δέχεται ότι κυρία της επίδικης διώροφης οικίας ήταν η Γ1, η οποία πέθανε χωρίς διαθήκη, την 10-1-1971 και ότι πριν από το έτος 1960 είχε μεταβιβάσει και παραδώσει την εξ αδιαιρέτου νομή του ακινήτου τούτου στα τρία παιδιά της Γα, ψ2 και Γβ και, περαιτέρω, δέχεται ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων - εκκαλούντων Γα περί το έτος 1960 μεταβίβασε και παρέδωσε έκτοτε το ιδανικό του μερίδιο του 1/3 εξ αδιαιρέτου της συννομής του επί της επίδικης διωρόφου οικίας, λόγω δωρεάς, στους εφεσίβλητους - εναγομένους Ψα και Ψ4, τέκνα του αδελφού του Ψ2, στη συνέχεια αναφέρει ότι στις 1-9-1962 ο πατέρας των εφεσιβλήτων Ψ2 εκμισθώνει τμήμα της επίδικης οικίας στον Ζβ, κατόπιν εγγράφου παραγγελίας της μητρός του Χ και, περαιτέρω, ότι στις 5-5-1971, δηλ, μετά το θάνατό της Γ1, εκμισθώνει τμήμα της επίδικης οικίας στον ίδιο μισθωτή, κατόπιν παραγγελίας των αδελφών αυτού Γα και Γβ ως κληρονόμων του πατρός των Γ και της μητρός των Γ1, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς, γιατί, παρά τις ως άνω μεταβιβάσεις της νομής, εξακολούθησαν να εκμισθώνουν την επίδικη οικία, κατά μεν το έτος 1962, η προ του έτους 1960 κυρία και νομέας αυτής Γ1, κατά δε το έτος 1971, οι κληρονόμοι αυτής, μεταξύ των οποίων και οι υιός της Γα και όχι κατά το μερίδιο του τελευταίου οι εναγόμενοι. Επομένως, οι ως άνω από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, στο σύνολό τους εκτιμώμενοι και συμπληρούμενοι, κατά τον ίδιο λόγο αναιρέσεως, από τον εισηγητή, κατ' άρθρο 562 παρ.4 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι. Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ 

Αναιρεί την 72/2006 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων. 

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την απόφαση που αναιρέθηκε. Και 

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. 

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 1 Απριλίου 2008. Και 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Μαΐου 2008. 

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

Σχόλια