Αριθμός 68/2000 ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΦΛΩΡΙΝΑΣ - Ασφαλιστικά μέτρα νομής. Ενιαύσια προθεσμία. Διακοπή παραγραφής εν επιδικία. Παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Δημιουργία παγιωμένης κατάστασης. Προσωρινό δεδικασμένο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής. Ουσιαστικό δεδικασμένο. Ταυτότητα διαδίκων. Ταυτότητα διαφοράς. ‘Εκταση αυτού. Οψιγενή γεγονότα. Εγγυοδοσία. Ανάκληση ασφαλιστικού μέτρου.


ΕιρΑθ 2304/2013 Ασφαλιστικά μέτρα νομής κινητού (αυτοκινήτου) - Προσβολή ή διατάραξη της νομής - Παραγραφή των αξιώσεων του νομέα

- Ασφαλιστικά μέτρα νομής.
- Ασφαλιστικά μέτρα νομής. Ενιαύσια προθεσμία. Διακοπή παραγραφής εν επιδικία. Παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Δημιουργία παγιωμένης κατάστασης. Προσωρινό δεδικασμένο απόφασης ασφαλιστικών μέτρων νομής. Ουσιαστικό δεδικασμένο. Ταυτότητα διαδίκων. Ταυτότητα διαφοράς. ‘Εκταση αυτού. Οψιγενή γεγονότα. Εγγυοδοσία. Ανάκληση ασφαλιστικού μέτρου. 

- Η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση παράγει δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει κατ' αρχήν την κατά την ίδια διαδικασία εκ νέου εξέταση της διαφοράς που κρίθηκε ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους πλην όμως η ισχύς του είναι προσωρινή (προσωρινό δεδικασμένο) διότι ναι μεν δεσμεύει, λαμβανομένου υπόψη και αυτεπαγγέλτως, το Δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί νεότερης αίτησης λήψης του ιδίου ή διαφορετικού ασφαλιστικού μέτρου για την ίδια διαφορά, υπό την έννοια του ιδίου πιθανολογουμένου δικαιώματος, μεταξύ των ιδίων διαδίκων αλλά δεν δεσμεύει και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, κατά την εκδίκαση της οποίας είναι δυνατή η εκφορά διαφορετικής κρίσης. 
- Ο αιτών δεν δύναται παραδεκτώς να ζητήσει εκ νέου παρά μόνο αν δεν υπάρξει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας ή δικαιώματος ή διαδίκων, το οποίο συμβαίνει εάν υπάρξει επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων, όταν δηλ. πρόκειται για μεταγενέστερα (οψιγενή) γεγονότα ή για μεταβολή των πραγμάτων ή για προϋφιστάμενα μεν γεγονότα, τα οποία όμως δεν προβλήθηκαν λόγω συγγνωστής αδυναμίας των διαδίκων, οπότε κατ' εξαίρεση η ισχύς του προσωρινού δε δικασμένου κάμπτεται. 
- Οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη και μάλιστα, κατά την ορθότερη η γνώμη, ανεξαρτήτως προηγούμενης γνώσεως του νομέως ως προς το γεγονός της αποβολής ή διαταράξεώς του, έστω και αν πρόκειται για ακίνητο. 
- Εάν η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσβολή διαρκεί περισσότερο από ένα έτος, δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης και συνεπώς δεν υπάρχει πλέον ο βασικός λόγος προστασίας της νομής. Με την παρέλευση δηλαδή ενός έτους ο νόμος θεωρεί ότι παγιώθηκε μια νέα κατάσταση νομής, που μέσα στο σύστημα της προσωρινής ρύθμισης των εμπραγμάτων σχέσεων πρέπει να είναι απρόσβλητη, έστω και αν κάποτε δημιουργήθηκε παράνομα. 
- Η ενιαύσια αυτή παραγραφή, μετά τη συμπλήρωση της οποίας ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή, υπόκειται σε αναστολή και διακοπή και μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία. 
- Με την αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε διαφορές για τη νομή επιδιώκεται η άμεση και προσωρινή ρύθμιση των πραγμάτων διά δικαστικής παρεμβάσεως στην περίπτωση που η πάροδος του χρόνου μέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να επιφέρει ουσιώδη βλάβη οποιασδήποτε εκτάσεως στην υλική φύση του αντικειμένου, ή όταν απειλείται κίνδυνος επέλευσης από στιγμή σε στιγμή βλάβης επί του αντικειμένου της διαφοράς ή επί των διαδίκων, ενώ η οριστική επίλυση της διαφοράς ανήκει πάντοτε στο αρμόδιο καθ' ύλη δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη λύση που δόθηκε με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου. 
- Τόσο η αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής όσο και η βάσει αυτής διαδικασία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό καθώς και η εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση δεν διακόπτει την ενιαύσια παραγραφή, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σχετικοποιείται στο ελάχιστο η με ισχύ προσωρινού δεδικασμένου ισχύς της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων. 
- Οι αποφάσεις των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, εξακολουθούν να ισχύουν και να παράγουν τις έννομες συνέπειές τους και συνεπώς το δεδικασμένο που απορρέει από αυτές ισχύει έως την ικανοποίηση του ασφαλιζόμενου δικαιώματος ή την τελεσίδικη κρίση για την ανυπαρξία του. 



Διατάξεις:
ΑΚ: 982, 992
KΠολΔ: 321, 322, 324, 325, 330, 331, 332, 682 επ., 693, 695, 696, 697, 699 επ. 

Aθηνά(Απόσπασμα)

Αριθμός 68/2000

ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΦΛΩΡΙΝΑΣ 

Ειρηνοδίκης : Τ. Γαλάτου
Δικηγόροι : Α.. Χριστοφίδου, Χρ. Αλτίνης 

…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321, 322, 324, 325 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι προϋποθέσεις για την ύπαρξη ουσιαστικού δεδικασμένου ως συνέπεια της έκδοσης τελεσίδικης δικαστικής απόφασης είναι: α) Νομική ταυτότητα διαδίκων, δηλ. η παράσταση και συμμετοχή των ιδίων προσώπων στην πρώτη και δεύτερη δίκη υπό την αυτή ιδιότητα, δηλ. την ιδιότητα του ενεργούντος για λογαριασμό του διαδίκου ή του ενεργούντος ως νομίμου αντιπροσώπου κάποιου άλλου ή του ασκούντος τη γονική μέριμνα ανηλίκου, αλλά πάντως όχι η δικονομική θέση του διαδίκου ως ενάγοντος ή εναγομένου, η οποία μπορεί να διαφοροποιείται ή να εναλλάσσεται σε κάθε δίκη. Κατ' εξαίρεση, το ουσιαστικό δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά μη μετασχόντων στη δίκη προσώπων, όπως των κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το πέρας αυτής γενομένων καθολικών διαδόχων (βλ. Γ.Θ. Ράμμος: Αστικόν Δικονομικόν Δίκαιον, έκδ. 1978, σελ. 559, 562, Κ. Μπέης: Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη, σελ. 271 επ., του ιδίου: Η έννοια, η φύση και η λειτουργία της δικαστικής αποφάσεως, έκδ. 1972), στους οποίους ασφαλώς περιλαμβάνονται οι κυρίως ή προσθέτως παρεμβαίνοντες και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτών, οι οποίοι, αποκτήσαντες την ιδιότητατου διαδίκου διά της παρεμβάσεως, δεσμεύονται από την ισχύ του δεδικασμένου (Γ.Θ. Ράμμος: ό.π., Δ. Κονδύλης: Το δεδικασμένον κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, έκδ. 1983, σελ. 303 επ., Π. Γέσιου - Φαλτσή: Η ομοδικία εις την πολιτικήν δίκην, έκδ. 1970, σελ. 44 επ., 181 επ., Κ. Καλαβρός: Παρατηρήσεις επί της πλαγιαστικής αγωγής: Δ 8. 474 επ.). β) Ταυτότητα διαφοράς αναλυόμενη σε 1) ταυτότητα δικαιώματος, η οποία αφορά το δικαίωμα του οποίου η ύπαρξη ή η ανυπαρξία εξετάσθηκε και κρίθηκε στην πρώτη δίκη και δεν μεταβάλλεται από την επίκληση διαφορετικής νομικής διατάξεως, η οποία απλώς εμφανίζει το διατυπούμενο αίτημα της δεύτερης δίκης εξωτερικώς διάφορο της πρώτης, 2) ταυτότητα αντικειμένου, η οποία αφορά στο ενσώματο ή ασώματο στοιχείο περί του οποίου στρέφεται η διαφορά στην πρώτη και δεύτερη δίκη και 3) ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας, η οποία αφο ρά στην ταυτότητα του παραγωγικού, καταργητικού ή τροποποιητικού νομικού γεγονότος της ένδικης έννομης σχέσης και η οποία επίσης δεν μεταβάλλεται από την επίκληση και μόνο διαφορετικής νομικής διατάξεως (Γ.Θ. Ράμμος: ό.π., σελ. 569 επ., του ιδίου: Ανασκόπησις νομολογίας επί θεμάτων ουσιαστικού δεδικασμένου ετών 1969 - 1970, Δ. 2. 408, του ιδίου: Συμβολαί εις την Ερμηνείαν της Πολιτικής Δικονομίας, τ. VI παρ. 234, σελ. 30 επ., ΑΠ 2084/1983 ΝοΒ 1985. 33, για τα παραπάνω βλ. επίσης ΟλΑΠ 497/1978 ΝοΒ 28.642, ΑΠ 1060/1976 ΝοΒ 25.509, ΑΠ 1496/1982 ΕλλΔνη 24.783, ΑΠ 2094/1983 ΝοΒ 33.33, ΑΠ 637/1984 ΕλλΔνη 25.907, ΕΘ 1752/1991 ΕλλΔνη 33.1234, ΕΘ 2894/1991 ΕλλΔνη 33.1275). Η ισχύς του δεδικασμένου πηγάζει από το διατακτικό της αποφάσεως και εκτείνεται στο κριθέν ζήτημα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία της έννομης σχέσης για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση για παροχή έννομης προστασίας υπό τη μορφή αγωγής, ανταγωγής, παρεμβάσεως, κλπ. (Κ. Μπέης: Αντικειμενικά όρια ουσιαστικού δεδικασμένου, ΝοΒ ΙΣΤ. 645 επ., Κ. Κεραμέας: Κατ' αντικείμενον έκτασις του δεδικασμένου κλπ., Δ 6. 30 επ., του ιδίου: Ουσιαστικόν δεδικασμένον περί προδικαστικών ζητημάτων, έκδ. 1967, σελ. 58 επ., 97 επ., 149150, Στ. Κουσούλης: Η νομική φύση του δεδικασμένου, έκδ. 1988, σελ. 13 επ. και κυρίως 23 - 36, 43 - 46). Περαιτέρω, από τη συνδυασμένη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 682 επ., 693, 695, 696, 697, 699 επ., 321, 322, 324, 330, 331 και 332 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδόμενη απόφαση παράγει δεδικασμένο, το οποίο εμποδίζει κατ' αρχήν την κατά την ίδια διαδικασία εκ νέου εξέταση της διαφοράς που κρίθηκε ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους (ΟλΑΠ 497/1978 ΝοΒ 26. 668, ΑΠ 155/ 1978 ΝοΒ 27.33), πλην όμως η ισχύς του είναι προσωρινή (προσωρινό δεδικασμένο) διότι ναι μεν δεσμεύει, λαμβανομένου υπόψη και αυτεπαγγέλτως, το Δικαστήριο που καλείται να αποφανθεί επί νεότερης αίτησης λήψης του ιδίου ή διαφορετικού ασφαλιστικού μέτρου για την ίδια διαφορά, υπό την έννοια του ιδίου πιθανολογουμένου δικαιώματος, μεταξύ των ιδίων διαδίκων (Π. Τζίφρας: Ασφαλιστικά Μέτρα, παρ. 25, σ. 76, Γ. Θ. Ράμμος: Εισηγήσεις Αστικού Δικαίου, σ. 552, ΜΠΑ 6225/1983 ΝοΒ 31.1623, ΜΠΑ 10165/1978 ΕλλΔνη 20.477), αλλά δεν δεσμεύει και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση, κατά την εκδίκαση της οποίας είναι δυνατή η εκφορά διαφορετικής κρίσης από εκείνη η οποία οδήγησε στην διά της αποφάσεως των ασφαλιστικών μέτρων ρύθμιση (ΑΠ 1062/1991 ΕλλΔνη 1992. 561). Αντικείμενο δε του δεδικασμένου της δίκης των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διάγνωση του διαπλαστικού δικαιώματος του αιτούντος για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας (Δ. Κονδύλης: ό.π., σελ. 391, 393 - 399, Κ. Μπέης: ΠολΔ, άρθ. 688, παρατ. 1, σελ. 83 - 84 και άρθ. 695 παρατ. 3.2.3., σελ. 180 και 183 αντίστοιχα, του ιδίου: Τα όρια της προσωρινής δικαστικής προστασίας, έκδ. 1980, Π. Καργάδος: Το πρόβλημα των διαπλαστικών αγωγών και αποφάσεων, έκδ. 1973, σελ. 206 επ., του ιδίου: Ασφαλιστικά Μέτρα και ουσιαστικόν δίκαιον, έκδ. 1986, Ε. Τσουκαλάς: Εννοια, φύση και αποτελέσματα αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, Δικογραφία 1993.111), την οποία ο αιτών δεν δύναται παραδεκτώς να ζητήσει εκ νέου παρά μόνο αν δεν υπάρξει ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας ή δικαιώματος ή διαδίκων (Κ. Μπέης: ΠολΔ άρθ. 695 παρατ. 3.2.3., σελ. 180, ο ίδιος: "Αντικειμενικά όρια προσωρινού δεδικασμένου από αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων", γνμδ σε Δ. 14.58 επ., ιδίως σελ. 64 - 65, Δ. Κονδύλης: ό.π., σελ. 396, ΑΠ 166/1988 ΕΕργΔ 47. 603, ΕΑ 2786/1992 ΕλλΔνη 1993.365, ΕΑ 11120/1991 ΕλλΔνη 1993.158, ΜΠΑ 14726/1993 ΕλλΔνη 1994. 1395), το οποίο συμβαίνει εάν υπάρξει επίκληση και πιθανολόγηση νέων στοιχείων, όταν δηλ. πρόκειται για μεταγενέστερα (οψιγενή) γεγονότα ή για μεταβολή των πραγμάτων ή για προϋφιστάμενα μεν γεγονότα, τα οποία όμως δεν προβλήθηκαν λόγω συγγνωστής αδυναμίας των διαδίκων, οπότε κατ' εξαίρεση η ισχύς του προσωρινού δε δικασμένου κάμπτεται (ΜΠΑθ 10165/1978 ΕλλΔνη 20. 477, ΜΠΠειρ 2353/1978 ΝοΒ 27.829, ΜΠΚερκ 226/1986 Αρμ. 40. 29, ΜΠΚαλ 630/1981 ΕλλΔνη 23. 183, ΠΑ 27/1979 Δ 10. 444, ΜΠΚεφ 226/1985 Δ 17, 222). Από τις διατάξεις δε των άρθρων 682, 693, 694, 696 παρ. 3 και 698 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το ασφαλιστικό μέτρο που διέταξε το αρμόδιο δικαστήριο για την εξασφάλιση ή τη διατήρηση δικαιώματος ή τη ρύθμιση καταστάσεως αίρεται μεν αυτοδικαίως αν περάσει άπρακτη η προθεσμία που έχει ορισθεί για την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση ή δεν έχει χορηγηθεί η ορισθείσα εγγυοδοσία, ανακαλείται δε ή μεταρρυθμίζεται ολικά ή εν μέρει, δυνητικώς μεν εάν επήλθε μεταβολή των πραγμάτων που δικαιολογεί την ανάκληση ή τη μεταρρύθμιση, υποχρεωτικώς δε εάν εκδοθεί απόφαση στη δίκη για την κύρια υπόθεση κατά εκείνου ο οποίος είχε ζητήσει το ασφαλιστικό μέτρο και γίνει τελεσίδικη ή εάν εκδοθεί οριστική απόφαση που τον ωφελεί και εκτελεσθεί. Οι αποφάσεις δε των ασφαλιστικών μέτρων, εφόσον δεν έχουν ανακληθεί, εξακολουθούν να ισχύουν και να παράγουν τις έννομες συνέπειές τους (ΕφΑθ 4309/1992 ΕλλΔνη 34.388) και συνεπώς το δεδικασμένο που απορρέει από αυτές ισχύει έως την ικανοποίηση του ασφαλιζόμενου δικαιώματος ή την τελεσίδικη κρίση για την ανυπαρξία του. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 992 ΑΚ, οι αξιώσεις από την αποβολή και τη διατάραξη παραγράφονται μετά ένα έτος από την αποβολή ή τη διατάραξη και μάλιστα, κατά την ορθότε η γνώμη, ανεξαρτήτως προηγούμενης γνώσεως του νομέως ως προς το γεγονός της αποβολής ή διαταράξεώς του, έστω και αν πρόκειται για ακίνητο, αφού αντενδείκνυται η ανάλογη εφαρμογή του 982 ΑΚ, το οποίο καλύπτει μόνο την αντιποίηση της νομής εκ μέρους του αντιπροσώπου του νομέως ακινήτου (ΑΠ 1199/82 ΕΕΝ 50.544, ΑΠ 1001/81 ΕΕΝ 49. 676, ΕΘ 357/92 ΕλλΔνη 33.1287, ΕΑ 9888/91 ΕλλΔνη 35.484, ΠΠΑ 10170/95 Αρμ. 51.352, ΠΠΑ 5349/1997 ΕλλΔνη 39.224, αντίθ. ΑΠ 882/76 ΝοΒ 25.339). Εάν η πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσβολή διαρκεί περισσότερο από ένα έτος, δεν μπορεί πια να γίνει λόγος για διασάλευση της κοινωνικής ειρήνης και συνεπώς δεν υπάρχει πλέον ο βασικός λόγος προστασίας της νομής. Με την παρέλευση δηλαδή ενός έτους ο νόμος θεωρεί ότι παγιώθηκε μια νέα κατάσταση νομής, που μέσα στο σύστηματης προσωρινής ρύθμισης των εμπραγμάτων σχέσεων πρέπει να είναι απρόσβλητη, έστω και αν κάποτε δημιουργήθηκε παράνομα (Απ. Γεωργιάδης: στο Γεωργιάδη -Σταθόπουλου ΑΚ, Ειρ. Χαλκ. 17/1987 ΕλλΔνη 29.773). Η ενιαύσια αυτή παραγραφή, μετά τη συμπλήρωση της οποίας ο υπόχρεος έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παροχή, υπόκειται σε αναστολή και διακοπή για τους λόγους που αναφέρονται στα άρθρα 255 - 270 του ΑΚ και μπορεί να συμπληρωθεί σε επιδικία (ΑΠ 575/1989 ΝοΒ 39.74, ΕφΘεσ 2358/1990 Αρμ. 44. 836, ΕφΑθ 2857/1987 ΕλλΔνη 29.153). Η αίτηση για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων σε διαφορές για τη νομή δεν αποτελεί αγωγή, που εισάγει την αξίωση περί νομής για οριστική διάγνωση, αλλά αίτηση ασφαλιστικού μέτρου, με την οποία επιδιώκεται η άμεση και προσωρινή ρύθμιση των πραγμάτων διάδικαστικής παρεμβάσεως στην περίπτωση που η πάροδος του χρόνου μέχρι την άσκηση της τακτικής αγωγής πρόκειται να επιφέρει ουσιώδη βλάβη οποιασδήποτε εκτάσεως στην υλική φύση του αντικειμένου, ή όταν απειλείται κίνδυνος επέλευσης από στιγμή σε στιγμή βλάβης επί του αντικειμένου της διαφοράς ή επί των διαδίκων, ενώ η οριστική επίλυση της διαφοράς ανήκει πάντοτε στο αρμόδιο καθ` ύλη δικαστήριο, ανεξάρτητα από τη λύση που δόθηκε με την απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου. Από της αποφάσεως του αρμόδιου Δικαστηρίου που επιλύει οριστικά τη διαφορά παύει να ισχύει το προσωρινό δεδικασμένο που παράγεται από την απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων (Τούσης: Εμπράγματο Δίκαιο 1966 παρ. 6, σελ. 215, 233, 235). Συνεπώς, τόσο η αίτηση περί ασφαλιστικών μέτρων νομής όσο και η βάσει αυτής διαδικασία σε πρώτο και δεύτερο βαθμό (Μπαλής: Εμπράγματο Δίκαιο παρ. 2, ΑΠ 322/1969 ΝοΒ 17.1187), καθώς και η εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία έγινε δεκτή η αίτηση δεν διακόπτει την ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 992 του ΑΚ. Τα παραπάνω καθόλου δεν σημαίνουν ότι σχετικοποιείται στο ελάχιστο η νομοθετικώς περιβεβλημένη με ισχύ προσωρινού δεδικασμένου ισχύς της αποφάσεως ασφαλιστικών μέτρων, η οποία κινείται στα όρια μεταξύ της αυθεντικής, με τη δικαστική απόφαση, διάγνωσης προσωρινής έστω, μιας έννομης σχέσης (Δ. Κονδύλης, ό.π.) και της ιδιορρυθμίας της νομής ως ενδιάμεσης μορφής δικαιώματος (Απ. Γεωργιάδης στον Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, τ.ν, σελ. 215 επ.), χαρακτηριζόμενου πρωτίστως από τη φυσική εξουσίαση επί του πράγματος, την οποία το Δίκαιο προστατεύει, ακόμα και αν αυτή έχει θεμελιωθεί με νομικά επιλήψιμο τρόπο, ως υφιστάμενη και "εν τοις πράγμασι" θεμελιωμένη κατάσταση, με την καθιέρωση συστήματος προσωρινής ρύθμισης των εμπραγμάτων σχέσεων και θεμελιώνοντας επί αυτής δικαιώματα υπό όρους μακροχρόνιας και ακώλυτης άσκησης φυσικής εξουσίασης. Αντιθέτως, η απόφαση των ασφαλιστικών μέτρων δεσμεύει τους διαδίκους διά του διατακτικού της ως προς την ύπαρξη της έννομης σχέσης που πι θανολογήθηκε εφόσον δεν υπάρξει μεταβολή της διαγνωσθείσας κατάστασης με τη θεμελίωση νέας φυσικής εξουσίασης επί του πράγματος από τον αντίδικο του αναγνωρισθέντος ως νομέα και προστατευθέντος ως τέτοιου, η οποία μάλιστα διήρκεσε τουλάχιστον ένα έτος προκειμένου να επέλθει η απώλεια προστασίας του παλαιού νομέα ελλείψει φυσικής εξουσίασής του επί του επιδίκου (ΑΚ 992). Ασφαλώς, όμως, δεν αποτελεί νέο γεγονός και μεταβολή της αναγνωρισθείσας ως προσωρινώς προστατευτέας φυσικής εξουσίασης ενός εκ των διαδίκων η επίκληση από τον άλλο διάδικο ότι αυτός πλέον νέμεται διανοία κυρίου το επίδικο, όμως με πράξεις αναγόμενες στο χρόνο κατά τον οποίο ζητήθηκε και παρασχέθηκε εις βάρος του δικαστική προστασία διότι, όπως προεκτέθηκε, τούτο αποτέλεσε το αντικείμενο της δίκης και η περί αυτού κρίση το δεσμευτικό και με δύναμη προσωρινού δεδικασμένου διατακτικό της αποφάσεως. Ο αιτών, με δήλωση της πληρεξούσιας του δικηγόρου, που έγινε πριν αρχίσει η προφορική συζήτηση επί της ουσίας της υποθέσεως και καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε από το αίτημα του δικογράφου του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων για την προστασία της νομής του από τη διατάραξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 294 εδ. α', 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλογικά και στη δίκη των ασφαλιστικών μέτρων (Τζίφρας: Ασφαλιστικά Μέτρα, σ. 101, ΜΠΛαρ 817/ 1983 ΝοΒ 1983. 1626). Περαιτέρω, στην ένδικη αίτησή του, κατά ορθή εκτίμηση του δικογράφου της μετά την παραπάνω δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του, ο αιτών εκθέτει ότι από το έτος 1985 νέμεται και κατέχει τον εκτάσεως 600 περίπου τ.μ. ακάλυπτο αύλιο χώρο, ο οποίος βρίσκεται στο χωριό Π. και συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία του ιδίου (αιτούντος), Δυτικά με σταυλαχυρώνα ιδιοκτησίας του πρώτου των καθ` ών και ιδιωτικό δρόμο, Νότια με ιδιοκτησία κληρονό μων Π.Π. και Βόρεια με ιδιοκτησία ΧΧΧ., ασκώντας τις αναφερόμενες αρμόζουσες στη φύση του πράξεις νομής, και ότι στις 14 Σεπτεμβρίου του έτους 2000, οι καθ` ών, ενεργώντας παράνομα και αυθαίρετα, τοποθέτησαν πασσάλους και περιέφραξαν το λεπτομερώς περιγραφόμενο τμήμα του αυλίου χώρου του, δηλ. ένα τμήμα 65 τ.μ., πλάτους 5 γ.μ. επί της νότιας πλευράς του μεγαλύτερου ακινήτου (στο σημείο που η πλευρά αυτή συναντά τη δυτική) και μήκους 13 γ.μ. επί της δυτικής πλευράς αυτού, αποβάλλοντάς τον κατά αυτόν τον τρόπο από τη νομή του επί αυτού. Με βάση τα περιστατικά αυτά και επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση και επικείμενο κίνδυνο διαπληκτισμών και βιαιοπραγιών, ζητά 1) να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, 2) να αναγνωρισθεί προσωρινός νομέας του επίδικου τμήματος, 3) να διαταχθεί η αποβολή των καθ` ών, καθώς επίσης και κάθε τρίτου που από αυτούς έλκει δικαιώματα, από τη νομή και κατοχή επ` αυτού, 4) να διαταχθεί η επαναφορά, από τους καθ` ών ή από τον αιτούντα με δαπάνες των καθ` ών, των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση με την επανατοποθέτηση των ορίων στην προ της προσβολής θέση, 5) να υποχρεωθούν οι καθ` ών, με την απειλή προσωπικής κράτησης διάρκειας έξι μηνών και χρηματικής ποινής 300.000 δραχμών, να απόσχουν στο μέλλον από κάθε παράβαση του διατακτικού της αποφάσεως και, τέλος, να καταδικασθούν αυτοί στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, η ένδικη αίτηση παραδεκτώς φέρεται για συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 686 επ., 734 και 29 ΚΠολΔ, και είναι νόμω βάσιμη, πλην του αιτήματος περί απειλής κατά της καθ` ής προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής για κάθε παράβαση του διατακτικού της αποφάσεως στο μέλλον, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο για το λόγο ότι στο άρθρο 943 παρ. 1του ΚΠολΔ προβλέπεται άμεσος τρόπος εκτέλεσης της απόφασης και γι' αυτό αποκλείεται η χρήση μέσων της έμμεσης εκτέλεσης, δηλ. απειλή προσωπικής κράτησης και χρηματικής ποινής, που προβλέπονται στο άρθρο 947 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1050/82 ΑρχΝ 33, σ. 453, ΕφΑθ 4420/72 Αρμ 27. 219 με παρατηρήσεις Ε. Καμπουράκη, ΕφΑθ 1220/71 ΑρχΝ 22. 412, ΕφΑθ 333/70 ΝοΒ 18.708). Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 974, 984, 987 ΑΚ, 943 παρ. 1, 945 παρ. 1 και 176 Κ.Πολ.Δ. και πρέπει, συνεπώς, να εξετασθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν. Οι καθ` ών, κατά ορθή εκτίμηση των όσων ισχυρίζονται, αρνούνται την αίτηση ισχυριζόμενοι ότι δεν απέβαλαν παράνομα και αυθαίρετα τον αιτούντα διότι αυτοί ήταν νομείς του επιδίκου. Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, τις φωτογραφίες και τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, τις ομολογίες που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων και την επιτόπια θεώρηση του επιδίκου, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Ο πρώτος των καθ` ών η αίτηση (Μ.Π.) είχε ασκήσει κατά του αιτούντος (Γ.Π.) την από 14.5.1991 αίτησή του περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, και στην οποία ιστορούσε, όπως από το περιεχόμενο αυτής πιθανολογείται, ότιαυτός και ο Π.Π., πατέρας του δεύτερου των καθ` ών (Α.Π.), από το έτος 1985, οπότε απεβίωσε ο πατέρας τους Θ.Π., είναι συννομείς κατ` ισομοιρίαν και εξ αδιαιρέτου του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά έκταση, θέση και όρια οικοπέδου, ήτοι ενός οι κοπέδου 500 τ.μ. το οποίο βρίσκεται στο χωριό Π. και συνορεύει Ανατολικά με αυλή της οικίας του δικαιοπαρόχου πατέρα τους επί πλευράς μήκους 25 μέτρων, Δυτικά με κοινοτική έκταση επί πλευράς μήκους 25 μέτρων, Βόρεια με ιδιωτικό δρόμο επί πλευράς 20 μέτρων και Νότια με ακίνητο αδελφών Κ. επί πλευράς μήκους 20 μέτρων. Οτι στις 5 Μαίου του έτους 1991, ο Γ.Π., ενεργώντας παράνομα και αυθαίρετα, τοποθέτησε σιδηρούς πασσάλους και συρματόπλεγμα κατά μήκος του ανατολικού τοίχου και σε απόσταση 3 μέτρων περίπου προς τα ανατολικά του σταύλου και έτσι κατέστησε δυσχερή την απότο σταύλο αυτό επι κοινωνία του με το συνεχόμενο σταυλαχυρώνα και με το ανατολικά κείμενο υπόλοιπο οικόπεδό του, διαταράσσοντας την άσκηση των δικαιωμά των νομής και κατοχής του επί αυτού, με αποτέλεσμα να λάβουν χώρα μεταξύ τους έριδες και διαπληκτισμοί και να επίκειται κίνδυνος περαιτέρω ερίδων και διαπληκτισμών. Για τους λόγους αυτούς ζήτησε α) να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα, β) να αναγνωρισθεί προσωρινά ότι είναι εξ αδιαιρέτου και κατ` ισομοιρίαν νομέας και κάτοχος του επιδίκου οικοπέδου, γ) να υποχρεωθεί ο καθ` ού να αφαιρέσει τους σιδηρούς πασσάλους και το συρματόπλεγμα και σε περίπτωση άρνησής του να επιτραπεί αυτό στον ίδιο (τον αιτούντα) με δαπάνες του καθ` ού και δ) να παύσει ο καθ` ού στο μέλλον να διαταράσσει τη νομή του με απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης για κάθε στο μέλλον διατάραξη. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φλώρινας, ο Π.Π. άσκησε νόμιμα παρέμβαση με την οποία ισχυρίσθηκε ότι αντιποιείται εν μέρει το αντικείμενο της δίκης και ζήτησε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να αναγνωρισθεί ο ίδιος συννομέας και συγκάτοχος του επιδίκου κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου με τον καθ` ού Γ.Π. καθόσον όπως ο καθ` ού έτσι και ο ίδιος απέκτησαν την κυριότητα, νομή και κατοχή του επιδίκου, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει της υπ` αριθμ. 4160/1984 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Φλώρινας, Γ.Τ. Επί της αιτήσεως αυτής εξεδόθη η υπ` αριθμ. 27/1991 απορριπτική απόφαση του Ειρηνοδικείου Φλώρινας κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 31/1992 απόφαση του δικάζοντος κατ` έφεση Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας. Το δικαστήριο αυτό έκρινε την ως άνω παρέμβαση ως πρόσθετη υπέρ του καθ` ού (Γ.Π.), ερεύνη σε την υπόθεση κατ` ουσίαν και, αφού έκρινε ότι το επίδικο είχε περιέλθει στον αιτούντα και στον προσθέτως παρεμβαίνοντα Π.Π. (πατέρα του δευτέρουτων καθ` ών), κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει της υπ` αριθμ. 4160/1984 δημόσιας διαθήκης του συμβολαιογράφου Φλώρινας Γ.Τ. και ότι επί του επιδίκου ασκούσε πράξεις νομής ο αιτών για λογαριασμό του και για λογαριασμό του αδελφού του Π., έκανε δεκτή την αίτηση και αναγνώρισε τον αιτούντα προσωρινά συννομέα του επιδίκου. Από τα παραπάνω πιθανολογείται ότι συντρέχει προσωρινό δεδικασμένο στην ένδικη διαφορά μεταξύ των διαδίκων, αφού από την αντι παραβολή των όσων εκτίθενται στην ένδικη αίτηση και στην παραπάνω πρώτη αίτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω υπ` αριθμ. 31/1992 απόφαση του δικάζοντος κατ` έφεσιν με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, πιθανολογείται ότι πρόκειται για την ίδια ιστορική και νομική αιτία μεταξύ των ιδίων διαδίκων και για το ίδιο αίτημα. Αφενός μεν οι αιτούντες και των δύο αιτήσεων επικαλούνται για τη θεμελίωση του δικαιώματός τους νομής, άσκησης διακατοχικών πράξεων με έναρξη το ίδιο χρονικό σημείο, δηλ. το έτος 1985, αφετέρου δε ο αιτών της ένδικης αιτήσεως δεν επικαλείται νέα στοιχεία και μεταβολή περιστατικών, τα οποία ενδεχομένως και υπό τους αναφερθέντες στη μείζονα σκέψη όρους θα μπορούσαν να επιτρέψουν την άσκηση αίτησης λήψης του ίδιου ασφαλιστικού μέτρου μεταξύ των ίδιων διαδίκων. Πιθανολογήθηκε δε, ιδίως από την επιτόπια θεώρηση, ότι το φερόμενο στην ένδικη αίτηση ως καταληφθέν τμήμα των 65 τ.μ. περιλαμβάνεται στο αναφερόμενο ως προσβαλλόμενο στην πρώτη αίτηση μεγαλύτερο ακίνητο, του οποίου ο πρώτος των καθ` ών αναγνωρίσθηκε με την ως άνω απόφαση προσωρινά συννομέας με τον αποβιώσαντα (βλ. κατάθεση μάρτυρα του ενάγοντος) πατέρα του δεύτερου των καθ' ών. Οσον αφορά δε τα υπό στοιχεία 3 και 4 αιτήματα της ένδικης αίτησης, ναι μεν αυτά διαφέρουν από τα υπό στοιχεία β και γ της πρώτης από 14.5.1991 αίτησης, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την ταυτότητα του αντικειμένου της διαφοράς, εφόσον το ζήτημα που κατάγεται στη δίκη, δηλαδή η προσωρινή αναγνώριση υπάρξε ως νομής επί του επιδίκου και η προστασία από την προσβολή αυτής, αποτελεί τη βάση και των δύο αξιώσεων, και αυτής που κρίθηκε και αυτής που κρίνεται. Πρόδηλο τυγχάνει, συνεπώς, ότι ως προς την ένδικη αίτηση υφίσταται προσωρινό δεδικασμένο από την ανωτέρω υπ' αριθμ. 31/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, καθώς, εφόσον γίνεται επίκληση ίδιας παραγωγικής αιτίας του δικαιώματος, ίδιου χρόνου, όμοιων πραγματικών περιστατικών για την πιθανολόγηση της έννομης συνέπειας, υφίσταται ταυτότητα διαφοράς (δικαιώματος, αντικειμένου του, ιστορικής και νομικής αιτίας) και ταυτότητα προσώπων ανεξάρτητα από τη δικονομική θέση αυτών ως αιτούντων ή καθ` ών η αίτηση. Παρά δε το γεγονός ότι η παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας αναγνώρισε τον προσθέτως παρεμβάντα ως συννομέα κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου του αντιδίκου του υπέρ ού η πρόσθετη παρέμβαση και όχι του τελευταίου, η κρίση του αυτή περί υπάρξεως συννομής του παρεμβάντος Π.Π. δεσμεύει το Δικαστήριο τούτο διότι, πέραν των όσων στη μείζονα σκέψη εκτέθηκαν, αφορά επακριβώς το κριθέν δικαίωμα υπό τους όρους των διατάξεων των άρθρων 321 - 325 του ΚΠολΔ. Υφίσταται δε προσωρινό δεδικασμένο και ως προς τον δεύτερο των καθ` ών, ως καθολικό διάδοχο του αποβιώσαντος πλέον παρεμβάντος στην πρώτη δίκη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη. Η απόφαση αυτή δε, παρά την πάροδο ετών, παράγει ακόμη προσωρινό δεδικασμένο, διότι δεν πιθανολογείται ότι έχει ασκηθεί αγωγή για την κύρια υπόθεση, η έκδοση αποφάσεως επί της οποίας θα οδηγούσε σε αυτοδίκαια άρση του προσωρινού δεδικασμένου. Περαιτέρω, δεν πιθανολογείται ότι αυτή έχει ανακληθεί και, συνεπώς, εφόσον δεν έχει ανακληθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, εξακολουθεί να ισχύει και να παράγει τις έννομες συνέ πειές της. Τέλος, κανείς από τους διαδίκους στην παρούσα δίκη δεν προβάλλει ισχυρισμό περί παραγραφής της αντίστοιχης αξίωσης του αντιδίκου του, είτε με τη μορφή της ένστασης είτε της αντένστασης. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση ως απαράδεκτη λόγω της ύπαρξης προσωρινού δεδικασμένου, που απορρέει από την υπ` αριθμ. 31/1992 απόφαση του δικάζοντος κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων Πολυμελούς Πρωτοδικείου Φλώρινας, η συνδρομή του οποίου εξετάζετοι αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο δεσμεύεται από αυτό και δεν μπορεί να υπεισέλθει στην περαιτέρω έρευνα της υποθέσεως. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ του αιτούντος και του μεν πρώτου των καθ` ών λόγω της εξ αίματος συγγένειας αυτών σε δεύτερο βαθμό, του δε δεύτερου των καθ` ών λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 179). (...)

Σχόλια