Σε μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια νέας μισθώσεως με τους ίδιους όρους και για αόριστο χρόνο, επιτρέπεται μόνο παράταση της μίσθωσης που έχει συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο...Αριθμός 534/2005 Εφετείο Λάρισας.


Η συγκυριότητα των διαδίκων στο διανεμητέο ακίνητο ως βάση της αγωγής διανομής κοινού πράγματος - Αριθμός 1705/2008   ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Σε μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια νέας μισθώσεως με τους ίδιους όρους και για αόριστο χρόνο, επιτρέπεται μόνο παράταση της μίσθωσης που έχει συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο. Η παράταση ..
γίνεται μόνο με δήλωση του Υπουργού Οικονομικών. Η χρησιμοποίηση του μισθίου από το Δημόσιο μετά τη λήξη της μίσθωσης θεωρείται ως σιωπηρή παράταση αυτής εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, εφόσον δηλαδή ο εκμισθωτής γνωρίζει την εξακολούθηση της χρήσης και δεν εναντιώνεται σ' αυτή. Στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ανήκουν οι αρμοδιότητες που αφορούν στη μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Η άσκηση από τους ενάγοντες του δικαιώματος τους να καταγγείλουν την ένδικη μίσθωση 23 έτη μετά την πάροδο του συμβατικού της χρόνου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ. Δώρα(Απόσπασμα)

Αριθμός 534/2005

Εφετείο Λάρισας

Πρόεδρος: Κ. Θεοδωροπούλου
Εισηγητής: Γ. Αποστολάκης, Εφέτης
Δικηγόροι: Α. Τρίγκας, Π. Παπαναστασίου, Κ. Χατζόπουλος 

...3. Από τις διατάξεις των άρθρων 28 και 29 του από 19.11.1932 π.δ. "περί στεγάσεως δημοσίων υπηρεσιών", οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ με το άρθρο 34 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σε μισθώσεις για τη στέγαση δημοσίων υπηρεσιών αποκλείεται η σιωπηρή αναμίσθωση με την έννοια νέας μισθώσεως με τους ίδιους όρους και για αόριστο χρόνο, επιτρέπεται μόνο παράταση της μίσθωσης που έχει συμφωνηθεί για ορισμένο χρόνο. Η παράταση όμως γίνεται μόνο με δήλωση του Υπουργού Οικονομικών και αφού τηρηθούν οι διατυπώσεις και συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η διάταξη του ανωτέρω άρθρου 29. Η χρησιμοποίηση του μισθίου από το Δημόσιο μετά τη λήξη της μίσθωσης θεωρείται ως σιωπηρή παράταση αυτής εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 611 ΑΚ, εφόσον δηλαδή ο εκμισθωτής γνωρίζει την εξακολούθηση της χρήσης και δεν εναντιώνεται σ` αυτή. Ως "εναντίωση" κατά την έννοια του νόμου νοείται η μονομερής δήλωση του εκμισθωτή, ότι δεν θέλει την εξακολούθηση της χρήσης του μισθίου, η οποία γνωστοποιείται στο μισθωτή Δημόσιο (ΑΠ 624/2000 Ελλ Δνη 42 (2001) σελ. 150, ΑΠ 574/1999 ΕλλΔνη 41 (2000) σελ. 122, ΑΠ 194/1995 ΕλλΔνη 38 (1997) σελ. 837). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 115 παρ. 2, 4 και 6 π.δ. 30/1996, με το οποίο κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις για τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, τα ανωτέρω ισχύουν ανάλογα και στην περίπτωση μισθώσεως ακινήτου από το νομικό πρόσωπο κάποιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης για τη στέγαση υπηρεσίας από εκείνες που, άλλοτε δημόσιες, καταργήθηκαν και κατέστησαν υπηρεσίες των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων. Ετσι στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις μεταβιβάσθηκαν σύμφωνα με το ν. 2218/ 1994 οι αρμοδιότητες που αφορούν στη μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Τα ίδια ισχύουν και μετά την δημοσίευση του ν. 2817/2000, με το άρθρο 29 παρ. 1α του οποίου αναμεταβιβάσθηκαν στο Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων οι ανωτέρω αρμοδιότητες που είχαν μεταβιβασθεί στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις με το ν. 2218/1994, διότι με το π.δ. 161/2000 (που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 14 παρ. 29γ του ν. 2218/ 1994) επαναμεταβιβάσθηκαν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις από 23.6.2000, οι αρμοδιότητες αυτές χωρίς ποτέ να ισχύσει η διάταξη του άρθρου 29 παρ. 1α του ν. 2817/2000, ούτε και κατά το μεσοδιάστημα (14.3.2000 έως 23.6.2000) που μεσολάβησε, δεδομένου ότι δεν υλοποιήθηκαν τα οριζόμενα στο νόμο ως προϋποθέσεις για να ισχύσει η διάταξη αυτή (ΑΠ 310/2003 ΝοΒ 2003 σελ. 1856, ΕφΑθ 92/2003 ΕλλΔνη 2003 σελ. 850, ΕφΠειρ 316/20001 ΕπιθΔικΠολ 2003 σελ. 352). 
Εν προκειμένω, από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (βλ. πρακτικά συνεδριάσεως αυτού) και τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Μετά από μειοδοτικό διαγωνισμό, καταρτίσθηκε εγγράφως την 1.4.1974 και 13.3.1976 σύμβαση μισθώσεως μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και των Ι.Χ. και Ε.Κ. (πρώτης εφεσίβλητης), δυνάμει της οποίας οι τελευταίοι εκμίσθωσαν στο Δημόσιο ένα ακίνητο τους (οικόπεδο 2.500 τ.μ. με κτίσματα) στην οδό Φ. και Π. της πόλης των Τρικαλων για τη στέγαση δημόσιου εκπαιδευτηρίου και συγκεκριμένα για τη στέγαση του 6ου δημοτικού σχολείου Τρικαλων. Το μίσθωμα καθορίσθηκε σε 15.000 δρχ. το μήνα και προβλέφθηκε σταδιακά η αναπροσαρμονή του. Χρόνος λήξεως της μισθώσεως ορίσθηκε η 15.7.1980, πλην όμως το Δημόσιο συνέχισε να χρησιμοποιεί το μίσθιο και μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου χωρίς οι εκμισθωτές που γνώριζαν την εξακολούθηση της χρήσεως, αφού εισέπρατταν τα μισθώματα, να εναντιωθούν σ` αυτό. Σύμφωνα λοιπόν με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, η μίσθωση παρατάθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο, πράγμα που εξακολούθησε να ισχύει και μετά την ισχύ του ν. 2218/ 1994, με βάση τον οποίο οι αρμοδιότητες που αφορούν στη μίσθωση ακινήτων για τη στέγαση δημόσιων σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μεταβιβάσθηκαν στις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις. Από τότε μισθωτής ήταν το νομικό πρόσωπο της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Τρικαλων. Το 1990 ο συνεκμισθωτής Ι.Χ. μεταβίβασε το κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου μερίδιο συγκυριότητας του επί του μισθίου στους 2ο, 3ο, 4ο και 5ο ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητους, οι οποίοι έκτοτε υπεισήλθαν αναλογα στη μισθωτική σχέση. Εντέλέι όλοι οι εκμισθωτές στις 16.12.2002 κατάγγειλαν τη μίσθωση επιδιώκοντας την απόδοση του μισθίου, πλην όμως απηύθυναν την καταγγελία όχι στο νομικό πρόσωπο της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, αλλά στα όργανα του Ελληνικού Δημοσίου και συγκεκριμένα στον Υπουργό Οικονομικών και στη (μη αυτοτελή υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας) Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Τρικαλων. Η καταγγελία αυτή δεν επέφερε το επιδιωκόμενο αποτέλέσμα της λύσεως της μισθώσεως, αφού δεν περιήλθε στο μισθωτή. Ωστόσο η μίσθωση σε κάθε περίπτωση είχε λήξει κατά τον χρόνο της συζητήσεως της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού η ένδικη αγωγή, η άσκηση της οποίας ισχύει και ως καταγγελία (άρθρο 662 ΚΠολΔ), επιδόθηκε στην εναγομένη στις 4.9.2003 και η υπόθεση συζητήθηκε στις 21.1.2004, δηλαδή μετά την πάροδο της δεκαπενθήμερης προθεσμίας που ισχύει για το τέλος του ημερολογιακού μήνα καταγγελίας, όπως -προβλέπεται από το άρθρο 609 ΑΚ για τις μισθώσεις, στις οποίες το μίσθωμα έχει οριστεί κατά μήνα, όπως στην προκείμενη περίπτωση. Περαιτέρω, η άσκηση από τους ενάγοντες του δικαιώματος τους να καταγγείλουν την ένδικη μίσθωση 23 έτη μετά την πάροδο του συμβατικού της χρόνου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφει το άρθρο 281 ΑΚ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η εναγομένη. Η μη εναντίωση των εκμισθωτών στη συνέχιση κατά τα ανωτέρω της χρήσεως τη μόνη συνέπεια που είχε ήταν η σιωπηρά παράταση της μισθώσεως. Δεν ήταν ικανή, δεδομένου ότι δεν συνοδεύτηκε με κάποια αλλη συμπεριφορά των εκμισθωτών, να δημιουργήσει (στην αρχή στο Δημόσιο και στη συνέχεια στην εναγομένη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση) εύλογα την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα τους να αναζητήσουν την απόδοση του μισθίου. Γι` αυτό η ένσταση της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος από τους ενάγοντες, την οποία πρότεινε στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει παλι με το εφετήριό της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. 
4. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή και να διαταχθεί η απόδοση του ένδικου μισθίου στους ενάγοντες διότι η μίσθωση έληξε. Εφόσον τα ίδια είπε και η εκκαλούμενη απόφαση, έστω και με διαφορετικές αιτιολογίες, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα και πρέπει μόνο να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της. Πρέπει λοιπόν η έφεση, με την οποία η εναγομένη παραπονείται αφ` ενός μεν για κακή εφαρμογή του νόμου αναφορικά με το κύρος της καταγγελίας, αφ' ετέρου δε για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη της ενστάσεως από το άρθρο 281 ΑΚ, να απορριφθεί στο σύνολο της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η δικαστική δαπάνη των εφεσίβλητων για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί στην εκκαλούσα, όπως ορίζεται στο διατακτικό, επειδή ηττάται (176, 183 ΚΠολΔ)...

Σχόλια