Ειρηνοδικείο Φλώρινας Αριθμός αποφάσεως 66/2000 (Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων) - αγωγή περί προστασίας της νομής από την αποβολή (ΑΚ 987), και αφενός μεν να ... αιτούντος τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός ή .


Αίτηση για προσωρινή ρύθμιση νομής κινητού (ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ)

Ειρηνοδικείο Φλώρινας
Αριθμός αποφάσεως 66/2000
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)
Απόσπασμα:

Κατά τη διάταξη του άρθρου 984 του ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη
είτε με αποβολή του νομέα, εφόσον αυτές γίνονται παράνομα και χωρίς τη θέληση
του. Στην έννοια δε της προσβολής περιλαμβάνεται κάθε πράξη ή παράλειψη που ως
αποτέλεσμα έχει είτε τη διατάραξη του νομέα στην άσκηση της νομής του είτε την
αποβολή αυτού, χωρίς να απαιτείται βία ή υπαιτιότητα του προσβολέα, αρκεί μόνο το
παράνομο της προσβολής και η έλλειψη της βουλήσεως του νομέα (Μπαλής,
Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 13). Εξάλλου, κατά το άρθρο 989 του ΑΚ, ο νομέας που
διαταράχθηκε παράνομα έχει δικαίωμα να αξιώσει την παύση της διατάραξης, καθώς
και την παράλειψη της στο μέλλον. Για να θεωρηθεί η ενέργεια του εναγομένου ως
διατάραξη, πρέπει να είναι επηρεαστική της ελεύθερης άσκησης της νομής του
ενάγοντος, χωρίς όμως να συνεπάγεται και την αναίρεση αυτής, διότι τότε χωρεί η
αγωγή περί προστασίας της νομής από την αποβολή (ΑΚ 987), και αφενός μεν να
έχει κάποια διάρκεια, αφετέρου δε να περικλείει τον κίνδυνο της επαναλήψεως, η δε
επί της νομής επενέργεια μπορεί να στρέφεται είτε στην παρεμπόδιση του νομέα να
ασκεί ελεύθερα τη νομή στην ενέργεια από τον διαταράσσοντα υλικών μεταβολών
στο πράγμα. Περίπτωση διαταράξεως υφίσταται όταν ο νομέας γειτονικού του
αιτούντος τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων ακινήτου, το οποίο βρίσκεται εντός ή εκτός
σχεδίου πόλεως και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τις σχετικές διατάξεις,
προκειμένου να επιτύχει την ανοικοδόμηση επί του δικού του ακινήτου κατά τον
τρόπο και τους όρους που εξυπηρετεί την ιδιοκτησία του, εμφανίζει ως δικό του
μεγαλύτερης εκτάσεως ακίνητο, συμπεριλαμβάνοντας σ` αυτό μέρος του ομόρου
οικοπέδου του αιτούντος, και επιτυγχάνει την έκδοση οικοδομικής άδειας προς τούτο,
ανεγείρει δε οικοδομή επί του δικού του ακινήτου, καλύπτοντας όμως παράνομα και
χωρίς δικαίωμα περισσότερα τ.μ. των όσων εδικαιούτο να καλύψει επ` αυτού, καθώς
και αυτά που αναλογούν επί του τμήματος του νομέα του άλλου οικοπέδου, ή με
όρους που διαφορετικά, εάν δεν εμφάνιζε ως δικό του αυτό το τμήμα, δεν θα
εδικαιούτο να οικοδομήσει. Στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται ο νομέας του άλλου
οικοπέδου, διότι αφενός μεν με την ενέργεια εκ μέρους τρίτου προσώπου τέτοιων
εξώδικων πράξεων, δηλ. τη μονομερή καταμέτρηση και προσμέτρηση του τμήματος
του οικοπέδου του δημιουργείται σοβαρή αμφιβολία στην κοινωνία, ως προς το
δικαίωμα της νομής του και τη νομιμότητα των διακατοχικών πράξεων επί του
ακινήτου του (ΕιρΧαλκ 249/1961 ΕλλΔνη 1962.227), αφετέρου δε, αν και δεν
οικοδόμησε, διαταράσσεται διότι αποστερείται τη δυνατότητα να ενασκεί ελεύθερα
την επ` αυτού νομή και, ειδικότερα, κωλύεται να καλύψει ανά πάσα στιγμή ολόκληρη
την έκταση που δικαιούται, κατά τις οικείες Πολεοδομικές διατάξεις, επί του δικού
του ακινήτου, η οποία καλύφθηκε με την ανέγερση οικοδομής από το νομέα του
γειτονικού ως άνω ακινήτου. Εξάλλου, ναι μεν η πράξη αυτή του διαταράσσοντας δεν
καλύπτει τελείους τη νομή του διαταραχθέντος, επηρεάζει όμως οπωσδήποτε την
ελεύθερη ενάσκηση αυτής, της οποίας το περιεχόμενο συνίσταται κυρίως στην
ανέγερση οικοδομής και κάλυψη του επιτρεπομένου από την Πολιτεία ποσοστού του
οικοπέδου που ανήκει σ` αυτόν κατά νομή (Μπαλής, Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 19),
και, συνεπώς, συνιστά πραγματική διατάραξη της νομής, καθόσον εξαφανίζει από τον
διαταρασσόμενο τη δυνατότητα να οικοδομήσει εκείνα τα μέτρα τα οποία τυχόν
πρόκειται να καλύψει πέραν του ποσοστού που εδικαιούτο η να οικοδομήσει με τους
όρους που αυτός δικαιούται (ΕιρΠιερ 22/1979 ΕλλΔνη 1980.472, ΠολΠρΚατ
261/1978 Αρμ 33.384, επίσης επί παρεμφερούς ζητήματος βλ. Δ. Δημητρίου, στο
Συλλογικό Τόμο "Μνήμη Νικ. Βερβεσού", σελ. 105 επ.).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 994 και 785 του ΑΚ προκύπτει ότι είναι
δυνατή νομή περισσοτέρων αδιαιρέτως και κατ` ιδανικά μέρη επί πράγματος, η οποία
μπορεί να δημιουργηθεί από συγκυριότητα, κληρονομιά κλπ., και αν ακόμη το
ιδανικό μέρος δεν είναι καθορισμένο σαφώς, οπότε αυτοί λογίζονται σ` αυτή την
περίπτωση ως νομείς κατά ίσα μέρη. Στην περίπτωση συννομής, εάν αυτή
προσβάλλεται από τρίτον, κάθε ένας από τους συννομείς έχει όλα τα δικαιώματα των
άρθρων 985, 987, 989 του ΑΚ προς προστασία αυτής, σαν να επρόκειτο για ένα μόνο
νομέα, χωρίς να απαιτείται η προσεπίκληση ή με οποιονδήποτε τρόπο σύμπραξη και
των λοιπών συννομέων στο δίκη. Εάν όμως η προσβολή της νομής από τρίτο
στρέφεται μόνο κατά του ενός από τους περισσότερους συννομείς, μόνο ο
προσβαλλόμενος έχει την αγωγή κατά του προσβάλλοντος. Εάν στρέφεται κατά όλων
από αυτούς, τότε μπορούν όλοι μαζί αλλά και ο καθένας χωριστά να επιδιώξουν την
προστασία της νομής, οπότε στην τελευταία περίπτωση ο ενάγων συννομέας
νομιμοποιείται ενεργητικά στην άσκηση της προστασίας της συννομής στο σύνολο
της υπέρ όλων των συννομέων κατά το άρθρο 1116 του ΑΚ, το οποίο εφαρμόζεται
αναλογικά επί της συννομής (Μπαλής, Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 23, αρ. 1, Τούσης,
Εμπράγματο Δίκαιο, παρ. 53, Γεωργιάδης, στο Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, υπό
αρθρ. 994 αρ. 12, σελ. 295, ΠΠρΑιγαίου 105/1983 ΝοΒ 1984. 1056, contra Θηβαίος,
Το Δίκαιο της νομής, Α`.507, ΕιρΠιερ 82/1973 ΕλλΔνη 1974.196, ΕιρΠιερ 9/1974
ΕλλΛνη 1974.417, κατά τους οποίους ο ενάγων συννομέας μπορεί να ζητήσει την
προστασία της νομής του και επί της ιδανικής του μερίδας μόνο).
Εξάλλου, το αίτημα της αγωγής δεν απαιτείται να είναι διατυπωμένο με πανηγυρικό
τρόπο, αρκεί από ολόκληρο το περιεχόμενο της, και μάλιστα από το ιστορικό ή το
αιτιολογικό, να συνάγεται χωρίς αμφιβολία η αληθινή έννοια του. Η τυχόν
ανακρίβεια του αναπληρώνεται από το ιστορικό της αγωγής ή της αίτησης, διότι το
αιτητικό αποτελεί συμπέρασμα των όσων αναφέρονται στο ιστορικό (ΠΠρΦλωρ
34/1971 Αρμ 25.464, ΜονΠρΘεσ 10/1971 Αρμ 25.258).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 690 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι στη
διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, προς το σκοπό της αρχής της οικονομίας της
δίκης, είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και συνεπώς σε καμιά περίπτωση δεν
εκδίδεται απόφαση που διατάσσει αποδείξεις, αλλά όλες οι διαταγές του Δικαστηρίου
για τη συλλογή αποδείξεων εκδίδονται προφορικά. Από τη γενική και άνευ
διακρίσεως διατύπωση της διάταξης συνάγεται σαφώς ότι το καθήκον της
προαπόδειξης αφορά όλα και όχι ορισμένα αποδεικτικά μέσα. Συνεπώς, οι διάδικοι
υποχρεούνται σε προαποδεικτική προσκομιδή όλων των αποδεικτικών τους μέσων,
μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα, και προαποδεικτική προσαγωγή των μαρτύρων,
ανεξάρτητα αν πρόκειται για κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη, η οποία πρέπει να
γίνεται πριν από την έκδοση αποφάσεως και στη διάρκεια οπωσδήποτε της δίκης (Β.
Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, έκδ. 1996, τ. Δ`, υπό άρθρο 690, αριθ. 2, σελ. 84), το
αργότερο δε εντός της προθεσμίας που ενδεχομένως έχει εκδοθεί από το Δικαστήριο
(Δημ. Κράνης, στο συλλογικό έργο των Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ,
αρθρ. 690, αριθ, 4, σελ. 1346, Ράμμος, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο, τ. Γ`, σελ. 1806,
πρβλ. ΑΠ 193/1973 ΑρχΝ ΚΕ` 376, ΕφΑθ 6556/1974 ΕΕΝ 12.219), προκειμένου να
δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να πληροφορηθούν σχετικά με τα αποδεικτικά
μέσα που θα χρησιμοποιήσει το Δικαστήριο (Μπέης, Πολ Δ, τ. 14, αρθρ. 690 σημ. 4.
2, σελ. 99). Από το συνδυασμό δε των διατάξεων 106, 346 και 435 του ΚΠολΔ
προκύπτει ότι, για να λάβει υπόψη το Δικαστήριο και να εκτιμήσει ένα αποδεικτικό
μέσο, όπως είναι το έγγραφο, πρέπει όχι μόνο να προσκομίζεται αυτό αλλά και να
γίνεται επίκληση του, είτε από εκείνον που το προσκομίζει είτε από τον αντίδικο
αυτού. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει κατά οποιονδήποτε τρόπο, όπως είναι και
εκείνος της αναφοράς στο περιεχόμενο του προσκομιζομένου εγγράφου προς
απόδειξη ισχυρισμού, αρκεί από τα για το σκοπό αυτόν εκτιθέμενα να συνάγεται η
επίκληση του αποδεικτικού μέσου σαφώς (ΑΠ 154/1992 ΕλλΔνη 1992.814, ΑΠ
682/1975 ΝοΒ 24.66). Κατά την αρχή δε της κοινότητας των αποδεικτικών μέσων, η
οποία καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 346 του ΚΠολΔ, τα μέσα αποδείξεως
λαμβάνονται υπόψη για την απόδειξη όλων των αποδεικτέων γεγονότων, ακόμη και
υπέρ του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ολ. ΑΠ 58/1978 ΝοΒ 1978.1350).
Στην ένδικη αίτησή του, κατά ορθή εκτίμηση του δικογράφου της, ο αιτών εκθέτει ότι
αυτός και ο αδελφός του Β.Ρ. είναι συννομείς, σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος,
του λεπτομερώς περιγραφομένου κατά είδος, έκταση, θέση και όρια ακινήτου, το
οποίο συνορεύει Δυτικά με οικόπεδο της καθής σε πλευρά 12 μέτρων. Ότι κατά το
μήνα Ιούνιο του 2000 η καθής, προκειμένου να διανοίξει νομίμως πόρτες, παράθυρα
και να κατασκευάσει μπαλκόνια σε νεοανεγειρόμενη οικοδομή της επί του παραπάνω
οικοπέδου της και να εξασφαλίσει την προς το σκοπό αυτόν απαιτούμενη από τις
πολεοδομικές διατάξεις απόσταση των 2,5 μέτρων για την έκδοση της οικοδομικής
άδειας, πρόσθεσε στο οικόπεδο της και οικειοποιήθηκε το λεπτομερώς
περιγραφόμενο τμήμα του οικοπέδου τους, με αποτέλεσμα να διαταράσσει τη νομή
τους επί όλου του οικοπέδου τους. Ζητά δε, επειδή υφίσταται άμεσος κίνδυνος ερίδων
και διαπληκτισμών, να αναγνωρισθούν αυτός και ο αδελφός του προσωρινά
συννομείς του περιγραφομένου ακινήτου τους, να διαταχθεί η παύση της διατάραξης
από την καθής και η παράλειψη αυτής στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής
500.000 δραχμών και προσωπικής κράτησης μέχρι ενός έτους, και να καταδικασθεί
αυτή στη δικαστική του δαπάνη.
Η ένδικη αίτηση παραδεκτώς φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος
αρμοδίου καθ` ύλην και κατά τόπο Δικαστηρίου, σύμφωνα με τις διατάξεις των
άρθρων 686 επ., 733, 734 και 29 του ΚΠολΔ, και είναι νόμιμη εφόσον πρόκειται για
περίπτωση διατάραξης της νομής, η οποία, όπως φέρεται, συνίσταται στην εμφάνιση
εκ μέρους της καθής τμήματος αλλότριου οικοπέδου (του αιτούντος) ως δικού της για
την έκδοση οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη.
Στηρίζεται δε στις διατάξεις των άρθρων 974, 984, 989, 994 του ΑΚ, 947 παρ. 1 και
176 του ΚΠολΔ, και πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί περαιτέρω κατ` ουσίαν.
Η καθής η αίτηση, κατά ορθή εκτίμηση των ισχυρισμών της, αρνείται την αίτηση,
ισχυριζόμενη ότι ουδέποτε διατάραξε τη συννομή του αιτούντος παράνομα και
αυθαίρετα, διότι η υφιστάμενη περίφραξη που οριοθετεί τις όμορες ιδιοκτησίες τους,
από την οποία ο αιτών υπολογίζει την απόσταση του νεοανεγειρομένου κτίσματός
της, έχει τοποθετηθεί από αυτόν σε λάθος θέση εντός του ακινήτου της νομής της,
ενώ το νεοανεγειρόμενο κτίσμα της απέχει από το στην πραγματικότητα κοινό όριο
των ιδιοκτησιών μεγαλύτερη από την απαιτούμενη από το νόμο απόσταση.
Περαιτέρω η καθής, με προφορική δήλωση της που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα
με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, άσκησε νομότυπα
ανταίτηση (ΚΠολΔ 34, 115 παρ. 3, 356, 268 παρ. 1 και 4), η οποία ειδικότερα
αναπτύχθηκε με το εντός της παρασχεθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας
κατατεθέν σημείωμα της ισχυρισμών, και πρέπει να συνεκδικασθεί με την ειδική
αίτηση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 34, 285 παρ. 1, 240 και 208 παρ. 5 του
ΚΠολΔ.
Άλλωστε, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρον 268, 686 παρ. 4 και 6, 687
παρ. 2 και 692 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο καθού η αίτηση των ασφαλιστικών
μέτρων δικαιούται να ασκήσει ανταίτηση, ζητώντας τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων
υπέρ αυτού. Η ανταίτηση μπορεί να ασκηθεί προφορικά, με δήλωση του καθού -
ανταιτούντος καταχωριζομένη στα πρακτικά, είτε με τις προτάσεις του, με τον
περιορισμό ότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνεται η ανταίτηση προτάθηκε κατά
την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (Π. Τζίφρας, Ασφαλιστικά Μέτρα, έκδ. 1985,
σελ. 381, ΜονΠρΛαρ 817/1983 ΕλλΔνη 25.414).
Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το
δικόγραφο της αγωγής ή της αίτησης πρέπει να περιέχει, εκτός των άλλων, και
ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, η οποία συντελείται με τη σαφή,
ευκρινή, πλήρη και χωρίς αντιφάσεις έκθεση όλων των αναγκαίων κατά το νόμο
πραγματικών περιστατικών για τη συγκρότηση του αξιουμένου από τον ενάγοντα ή
τον αιτούντα δικαιώματος του. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής ή της αίτησης δεν
περιέχονται όλα τα παραπάνω περιστατικά, ή όταν αυτά περιέχονται ασαφώς ή
ελλιπώς, η έλλειψη αυτή δεν καθιστά νομότυπη την άσκηση της και είναι απορριπτέα
ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις
προτάσεις ούτε με την παραπομπή σε άλλα έγγραφα ή από την εκτίμηση των
αποδείξεων. Το απαράδεκτο αυτό ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, ως
αναγόμενο στην προδικασία και είναι στοιχείο της αγωγής ή της αίτησης που αφορά
τη δημόσια τάξη (ΑΠ 483/1981 ΝοΒ 30.50, ΑΠ 915/1980 ΝοΒ 29.596, ΕφΘεσ
278/1990 ΕλλΔνη 31.1309, ΕφΠεφ 118/1995 ΕλλΔνη 36.1573, Μπέη, ΠολΔ αρθρ.
216, παρ. 11, σελ. 965). Εξάλλου, στην αγωγή ή στην αίτηση περί προστασίας της
νομής λόγω αποβολής, ο ενάγων ή αιτών έχει υποχρέωση να αναφέρει λεπτομερή
περιγραφή του πράγματος από το οποίο έγινε η αποβολή (Κων. Παπαδόπουλος,
Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, έκδ. 1989, σελ. 158). Ειδικότερα, εφόσον πρόκειται
για ακίνητο, πρέπει να προκύπτει σαφής περιγραφή αυτού κατά θέση, έκταση και
όρια, ώστε αυτό να εξατομικεύεται πλήρως και να μη γεννάται καμία αμφιβολία για
την ταυτότητα του, χωρίς παραπομπή σε άλλα έγγραφα (ΑΠ 559/1979 ΝοΒ 27.1598,
ΠολΠρΜυτ 11/1991 ΕλλΔνη 32.848), όπως λ.χ. σε τοπογραφικό σχεδιάγραμμα ή
τεχνική έκθεση, Στην περίπτωση αποβολής από τμήμα ακινήτου, σαφής περιγραφή
κατά τα ανωτέρω πρέπει να προκύπτει τόσο για το ακίνητο του οποίου το επίδικο
αποτελεί τμήμα όσο και για το ίδιο το τελευταίο (το τμήμα του μεγαλύτερου
ακινήτου), το οποίο φέρεται ως προσβαλλόμενο, προκειμένου να καταστεί δυνατή η
κατ` ουσίαν εξέταση της βασιμότητας του εισαγωγικού δικογράφου αλλά και, σε
περίπτωση παραδοχής της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας του, να καταστεί
δυνατή η άμεση εκτέλεση της δικαστικής αποφάσεως, κατά το άρθρο 943 του
ΚΠολΔ.
Με την ανταίτησή της η ανταιτούσα ζητά, επικαλούμενη επείγουσα περίπτωση και
άμεσο κίνδυνο ερίδων και διαπληκτισμών, να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την
προστασία της νομής της και να αναγνωρισθεί προσωρινώς νομέας και κάτοχος επί
ενός τμήματος του περιγραφομένου ακινήτου, εκτάσεως 15,62 τ.μ., "όπως αυτό
λεπτομερώς εμφαίνεται στο επικαλούμενο και προσκομιζόμενο τοπογραφικό
σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Φλώρινας Β.Τ. και τη σχετική
συνοδεύουσα αυτό τεχνική έκθεση", από την οποία αποβλήθηκε παράνομα και
αυθαίρετα από τον και τη ανταίτησή περί τα μέσα Σεπτεμβρίου ενεστώτος έτους.
Υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο, σύμφωνα με τα όσα σχετικώς αναφέρονται
παραπάνω στη μείζονα σκέψη, η ένδικη ανταίτησή παραδεκτώς φέρεται προς
συζήτηση ενώπιον του παρόντος αρμοδίου καθ` ύλην και κατά τόπον Δικαστηρίου,
σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων (186 επ., 733, 734 και 29 του ΚΠολΔ, πλην
όμως δεν εκπληρώνει τους όρους του άρθρου 216 του ΚΠολΔ και μάλιστα τον όρο
για την ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της, καθώς, πέραν της εκτάσεως του
φερομένου ως καταληφθέντος τμήματος ακινήτου, δεν αναφέρεται σαφώς και δεν
προσδιορίζεται επακριβώς ούτε η θέση στην οποία βρίσκεται αυτό εντός του
μεγαλυτέρου ακινήτου ούτε τα όρια αυτού, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει με
σαφήνεια η ταυτότητα του και το Δικαστήριο να μην καθίσταται δυνατόν να εκδώσει
με σαφήνεια την απόφαση του. Επομένως, η ένδικη ανταίτησή είναι αόριστη και
πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, τα δε δικαστικά έξοδα πρέπει να
συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω εύλογης αμφιβολίας για την έκβαση της
δίκης (ΚΠολΔ 179).
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ένας για κάθε πλευρά), που
εξετάσθηκαν ενώπιον του ακροατηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την
παρούσα απόφαση πρακτικά του Δικαστηρίου τούτου και εκτιμώνται αυτοτελώς και
σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τη γνώση και το μέτρο της αξιοπιστίας
καθενός από αυτούς, τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους
έγγραφα, μεταξύ των οποίων και οι από την καθής επικαλούμενες και
προσκομιζόμενες φωτογραφίες, πλην του από Οκτωβρίου 1997 τοπογραφικού
διαγράμματος του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Α.Σ. και του υπ` αριθμ.
3185/9.11.2000 εγγράφου του Τμήματος Πολεοδομίας Φλώρινας, τα οποία, με βάση
την υποχρεωτικώς ισχύουσα στα ασφαλιστικά μέτρα προαπόδειξη και την υποχρέωση
επικλήσεως αυτών από τους διαδίκους, κατά τα σχετικώς εκτεθέντα στη μείζονα
σκέψη, δεν λαμβάνονται υπόψη, καθώς αφενός μεν δεν προσκομίσθηκαν εντός της
προθεσμίας που τάχθηκε προς τούτο από το Δικαστήριο, αφετέρου δε δεν γίνεται
επίκληση αυτών από κανέναν από τους διαδίκους, τις ομολογίες που συνάγονται από
το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, τα διδάγματα της κοινής πείρας και
λογικής, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο, και την
επιτόπια θεώρηση του επιδίκου πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα: Ο αιτών Μ.Β. και ο
αδελφός του Β.Ρ. είναι συννομείς, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστος, ενός
οικοπέδου, εκτάσεως 220 τ.μ., το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού Πισοδερίου
Νομού Φλώρινας και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Α.Β. (επί πλευράς 7,20 μ.),
Νότια με ιδιοκτησία Δ.Κ. (επί πλευράς 12,25 μ.), Ανατολικά με δημόσιο δρόμο (επί
πλευράς 22,70 α.) και Δυτικά με πρώην ιδιοκτησία Π.Κ. και νυν της καθής (επί
συνολικής πλευράς 26,60 μ. και με το οικόπεδο της καθής 10,42 μ.), του οποίου κατά
το έτος 1974 κατέστησαν συγκύριοι, δυνάμει του υπ` αριθμ. 13520/18.7.1974
δωρητηρίου συμβολαίου του τέως συμβολαιογράφου Φλώρινας Χ.Χ., ασκώντας
πράξεις επίβλεψης επ` αυτού. Κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2000 μάλιστα
αναγνωρίσθηκαν ως συννομείς του ως άνω επιδίκου ακινήτου από το σύζυγο της
καθής Δ.Δ. (βλ. επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την καθής αντίγραφο του υπ`
αριθα. 109/10.7.2000 πρακτικού συμβιβασμού του παρόντος Δικαστηρίου) και περί
τα μέσα του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2000 προκειμένου να αποκαταστήσουν
την κατά το μήνα Οκτώβριο 1099 αποξηλωθείσα από την καθής περίφραξη που
οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες τους, προβαίνοντας σε αναγκαστική εκτέλεση του ως
άνω πρακτικού, έφραξαν αυτό με σίδηρο πασσάλους και πλέγμα (βλ. και την
επισυναπτόμενη στο ως άνω αντίγραφο του πρακτικού από 11.9.2000 εντολή προς
επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών). Κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2000,
προκειμένου να εκδοθεί οικοδομική άδεια για την ανέγερση από την καθής, επί του
ως άνω ομόρου οικοπέδου της διώροφης οικοδομής με υπόγειο και ανοίγματα
(παράθυρα, πόρτες) και εξώστες στον εξωτερικό τοίχο αυτής προς το οικόπεδο της
συννομής του αιτούντος, συντάχθηκε το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον
αιτούντα διάγραμμα κάλυψης, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και τοπογραφικό
διάγραμμα, από το οποίο πιθανολογείται ότι, για την έκδοση οικοδομικής άδειας (της
υπ` αριθ. 235/2000 του Τμήματος Πολεοδομίας Φλώρινας), ως απόσταση μεταξύ των
δύο όμορων οικοπέδων εμφανίσθηκε αυτή των 2,05 μέτρων. Η καθής προέβη σε
εργασίες ανέγερσης οικοδομής επί του ακινήτου της μέχρι τον οικοδομικό σκελετό
αυτής, όμως δεν τήρησε την από το νόμο απαιτούμενη απόσταση των 2,5 μέτρων από
το όριο του οικοπέδου του αιτούντος, απέχοντας από αυτό αποστάσεις 2 έως 1,70
μέτρων (βλ. το υπ` αριθμ. πρωτ. 3071/2.11.2000 έγγραφο της Πολεοδομίας
Φλώρινας). Σημειωτέον δε ως εκ περισσού ότι η παραπάνω απόσταση έπρεπε να
τηρηθεί, έστω και αν η οικοδομή ανεγείρεται με βάση το υφιστάμενο και ισχύον για
τα σεισμόπληκτα κτίσματα νομοθετικό καθεστώς, το οποίο προβλέπει την κατασκευή
ίσου όγκου και εμβαδού οικοδομής με την κατεδαφισθείσα, ως προς δε τα λοιπά, και
ειδικότερα ως προς την τήρηση των νόμιμων αποστάσεων, ισχύουν οι διατάξεις του
Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού. Για το λόγο αυτόν άλλωστε, με βάση την
παραπάνω δηλωθείσα απόσταση των 2,95 μέτρων, επετράπη η διάνοιξη ανοιγμάτων
και κατασκευή εξωστών στον παραπάνω εξωτερικό τοίχο της οικοδομής της καθής.
Κυρίως δε από την επιτόπια θεώρηση του επιδίκου, η οποία διενεργήθηκε στις
31.10.2000, και την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την καθής παλαιά
φωτογραφία, η οποία έχει ληφθεί σε προγενέστερο χρόνο της κατεδάφισης από αυτήν
του προϋφισταμένου κτίσματος, όπως άλλωστε και η ίδια επικαλείται, στην οποία
απεικονίζεται η τότε υφιστάμενη κατάσταση της περίφραξης που οριοθετούσε τα δύο
οικόπεδα, δηλ. των συννομέων και του δικαιοπαρόχου της καθής Π. Ν., και την
αντιπαραβολή αυτής με τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες επίσης από την
καθής πρόσφατες φωτογραφίες, οι οποίες απεικονίζουν την υφιστάμενη σήμερα
κατάσταση της περιφράξεως, πιθανολογείται ότι αυτή έχει τοποθετηθεί και βρίσκεται
στη θέση που βρισκόταν και κατά το παρελθόν, τότε που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες
του αιτούντος και του δικαιοπαρόχου της καθής. Το κτηματολογικό διάγραμμα,
συνεπώς, της Κοινότητας Πισοδερίου, το οποίο καταρτίσθηκε κατά το μήνα
Ιανουάριο του έτους 1997, αποτύπωσε ως υφιστάμενη κατά το έτος αυτό κατάσταση,
αυτήν που εμφαίνεται στην ως άνω παλαιά φωτογραφία. Περαιτέρω, από το
συνδυασμό του επικαλούμενου και προσκομιζόμενου από την καθής
σχεδιαγράμματος του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν.Τ., το οποίο συντάχθηκε
κατά το μήνα Νοέμβριο του 2000, λαμβάνεται όμως υπόψη καθόσον προσκομίσθηκε
εντός της προθεσμίας που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο για την προσκομιδή από
τους διαδίκους των σημειωμάτων των ισχυρισμών τους και των εγγράφων τους, στο
οποίο αποτυπώνεται α`) η περίφραξη όπως είναι την 1.11.2000, β`) η περίφραξη
όπως αποτυπώθηκε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας και γ`) η περίφραξη όπως
έπρεπε να είναι σύμφωνα με την αποτύπωση του έτους 1097 που έγινε για την
Πολεοδομία Φλώρινας, με τα όσα παραπάνω αναφέρθηκαν σχετικά με την ορθώς
υφιστάμενη σήμερα θέση της οριοθετούσας τα δύο οικόπεδα περίφραξης,
πιθανολογείται ότι η καθής οικειοποιήθηκε και πρόσθεσε για την έκδοση της υπ`
αριθμ. 235/2000 οικοδομικής άδειας ένα τμήμα του οικοπέδου της συννομής του
αιτούντος και του αδελφού του, σχήματος τραπεζίου, με Νότια πλευρά 0,50 μέτρων
και Βόρεια 0,80 μέτρων επί της πλευράς που συνορεύουν τα δύο οικόπεδα 10,42
μέτρων, συνολικής έκτασης 6,773 τ.μ. Ειδικότερα, "οικειοποιήθηκε" και "πρόσδεσε"
μέρος του οικοπέδου τους σημαίνει ότι παράνομα και αυθαίρετα το εμφάνισε ως δικό
της κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας, με αποτέλεσμα, όσο ισχύει και
εφαρμόζεται η άδεια αυτή, με τη συνέχιση των εργασιών ανέγερσης της οικοδομής,
να τίθεται σε σοβαρή αμφιβολία και να παρεμποδίζεται και, συνεπώς, να
διαταράσσεται παράνομα και χωρίς τη θέληση των συννομέων η ακώλυτη και
ελεύθερη άσκηση της συννομής τους επί όλου του οικοπέδου τους. Με την ανέγερση
δε της οικοδομής επί του διευρυμένου κατά την οικειοποιούμενη έκταση του
αιτούντος ακινήτου της, με βάση την εκδοθείσα αυτήν άδεια, δημιουργείται
περαιτέρω μια διαρκής κατάσταση, εφόσον αφαιρείται από τον αιτούντα και τον
αδελφό του η δυνατότητα της ανά πάσα στιγμή καλύψεως όλου του ποσοστού που
αναλογεί σε ολόκληρο το οικόπεδο τους, ή η δυνατότητα ανεγέρσεως οικοδομής με
τους όρους που θα επέτρεπε ολόκληρο το οικόπεδό τους.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα παραπάνω, και επειδή πιθανολογήθηκε ότι από τις
παραπάνω ενέργειες της καθής προέκυψαν έριδες και διαπληκτισμοί μεταξύ των
διαδίκων και ελλοχεύει τέτοιος κίνδυνος και στο μέλλον, πρέπει, προς αποτροπή
αυτού του κινδύνου, να ληφθούν ασφαλιστικά μέτρα για την προστασία της συννομής
του αιτούντος και του αδελφού του επί του οικοπέδου τους, να γίνει δεκτή η ένδικη
αίτηση ως βάσιμη και κατ` ουσίαν και να αναγνωρισθεί αυτός προσωρινώς
συννομέας του επιδίκου ακινήτου σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, μετά του αδελφού
του Β.Ρ. Επειδή δε το Δικαστήριο, κατά την κυριαρχική του κρίση, καθορίζει αυτό τα
ασφαλιστικά μέτρα που αρμόζουν σε κάθε περίπτωση (ΚΠολΔ 692 παρ. 1), πρέπει να
διαταχθεί η προσωρινή διακοπή των εργασιών επί της οικοδομής της καθής (ΚΠολΔ
731, 732) μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγαθής για την κύρια
υπόθεση (ΚΠολΔ 693 παρ. 1), προκειμένου αυτή να κριθεί με τα εχέγγυα που παρέχει
η τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, πρέπει να υποχρεωθεί η καθής να απέχει από κάθε
πράξη διατάραξης στο μέλλον, με απειλή εναντίον της προσωπικής, κράτησης και
χρηματικής ποινής (ΚΠολΔ 947 παρ. 1)

Σχόλια